Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Έρευνα για το κτιστό και το Άκτιστο

Βιβλία

Δόγματα

 
Προηγούμενο // Περιεχόμενα // Επόμενο

 

Εφόδιον Ορθοδοξίας

Βασική Δογματική Διδασκαλία 

Τού Πρωτοπρ. Αντωνίου Γ. Αλεβιζόπουλου Δρ. Θεολογίας Δρ. Φιλοσοφίας

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14ο. Η ενσωμάτωσις του ανθρώπου εις την Εκκλησίαν

  • 1. Η άνωθεν γέννησις

  • 2. Αι προϋποθέσεις του Βαπτίσματος

  • 3. Ο Νηπιοβαπτισμός

  • 4. Η σημασία της προσωπικής συμμετοχής εις το άγιον Βάπτισμα

  • 5. Η μεγάλη ευθύνη των γονέων και των αναδόχων

  • 6. Η συμπαράστασις της Εκκλησίας

  • 7. Η πανοπλία του Αγίου Πνεύματος

  • 8. Αι μετά το βάπτισμα προσβολαί του εχθρού

  • 9. Αγωνιστής του Χριστού

  •  


    1. Η άνωθεν γέννησις

    Εις την συνομιλίαν Του με τον Νικόδημον ο Χριστός είπεν, ότι δια να γίνη κανείς μέτοχος της Βασιλείας του Θεού πρέπει να γεννηθή «άνωθεν» (Ιωάννης 3,3).

    Ο Νικόδημος δε ημπόρεσε να κατανόηση τον λόγον του Χριστού και τον ηρώτησε:

    « Πώς ημπορεί να γεννηθή ένας άνθρωπος όταν είναι γέρων; μήπως ημπορεί να εισέλθη δια δευτέραν φοράν εις την κοιλίαν της μητέρας του;

    Ο Χριστός του απεκρίθη:

    Αλήθεια, αλήθεια σου λέγω, εάν δεν γεννηθή κανείς από νερό και πνεύμα, δεν ημπορεί να εισαχθή εις την Βασιλείαν του Θεού. Εκείνο το οποίον έχει γεννηθή από την σάρκα είναι σαρξ και εκείνο το οποίον έχει γεννηθή από πνεύμα είναι πνεύμα. Μη σου φαίνεται περίεργον διότι σου είπον ότι πρέπει να γεννηθήτε άνωθεν» (Ιωάννης 3,4-7. Παράβαλλε Και Ιωάννης 1,12-13).

    Η άνωθεν γέννησις δια την οποίαν ομιλε! ο Χριστός, είναι το «λουτρόν της παλιγγενεσίας και ανακαινώσεως» (Τίτ. 3,5), δηλαδή το άγιον Βάπτισμα εις το όνομα της Αγίας Τριάδος.

    «Τι πρέπει να κάμωμεν, άνδρες αδελφοί;» ερωτούν τα πλήθη τον Απόστολον Πέτρον (Πράξεις 2,37) και εκείνος απαντά:

    «Μετανοήσατε και ο καθένας σας ας βαπτισθή εις το όνομα του Ιησού Χριστού) δια την συγχώρησιν των αμαρτιών σας και θα λάβετε το χάρισμα του Αγίου Πνεύματος» (Πράξεις 2,38).

    Η παρουσία λοιπόν, του Αγίου Πνεύματος αναγεννά τον άνθρωπον. Η παρουσία αυτή διασφαλίζεται μέσα εις την Εκκλησίαν με το μυστήριον του Βαπτίσματος και με τα άλλα μυστήρια. Αυτά τα ιερά μυστήρια είναι πράξεις οραταί, αι οποίαι ενεργούνται από την Εκκλησίαν και μαρτυρούνται αντικειμενικώς, με κριτήρια εξωτερικά και όχι με κριτήρια υποκειμενικά και δήθεν πνευματικά, όπως υποστηρίζουν μερικοί αιρετικοί.

    Το Βάπτισμα δεν ήτο πράξις αυθαίρετος των Αποστόλων. Προς τούτο είχον λάβει ειδικήν εντολήν του Χριστού (Ματθαίος 28,19), ο οποίος τους διεβεβαίωσεν ότι όσοι θα πιστεύσουν και θα βαπτισθούν θα σωθούν, ενώ, αντιθέτως, όσοι δεν πιστεύσουν θα κατακριθούν (Μάρκος 16,16).

    Με το Βάπτισμα προσλαμβάνεται ο άνθρωπος εις το σώμα του Χριστού, συγκεφαλαιώνεται εις το αναστημένον σώμα του Κυρίου. Όταν, δηλαδή, καταδύεται τρεις φοράς εις το νερό της κολυμβήθρας, συμμετέχει εις την τριήμερον παραμονήν του Χριστού εις τον Άδη. Και όταν αναδύεται, έχει νεκρωθή μέσα του η παλαιά φύσις του Αδάμ και έχει εγκολπωθή την νέαν φύσιν, την αναστημένην φύσιν του Χριστού (Ρωμαίους 6,3-9). Δεν είναι πλέον πολίτης της γης, προωρισμένος να αποθάνη. Είναι πολιτογραφημένος εις τον ουρανόν και το όνομα του έχει συγκαταλεχθή μεταξύ των ζώντων (Εβραίους 12,23).

    Δι’ αυτόν τον λόγον, εάν ήτο δυνατόν να βλέπωμεν με καθαράν πνευματικήν ματιάν τον άνθρωπον ο οποίος αναδύεται από την Ιεράν κολυμβήθραν, θα αντιλαμβανόμεθα την μεταβολήν και την μεταμόρφωσιν η οποία έγινε με το Ιερόν αυτό μυστήριον. Θα διαπιστώναμεν ότι απέβαλε με το βάπτισμα τον παλαιόν άνθρωπον και ενεδύθη το Σώμα του

    Χριστού, το αναστημένον και μεταμορφωμένον, ανεγεννήθη, δηλαδή, πνευματικώς (Ιωάννης 3,4-7. 1,12-13).

    Ο Απόστολος Παύλος περιγράφει το γεγονός αυτό ως εξής:

    «Δεν γνωρίζετε ότι όλοι ημείς οι οποίοι εβαπτίσθημεν εις τον Ιησούν Χριστόν, εβαπτίσθημεν εις τον θάνατον αυτού; Έχομεν ταφή, λοιπόν, μαζί Του δια του βαπτίσματος εις τον θάνατον, ώστε, όπως ο Χριστός ανέστη εκ νεκρών με την δόξαν του Πατρός, ούτω και ημείς να ζήσωμεν μίαν νέαν ζωή ν. Διότι, εάν ηνώθημεν μαζί Του εις ένα θάνατον ως ο ιδικός Του, τότε θα ενωθώμεν μαζί Του και εις μίαν ανάστασιν ως η ιδική Του, διότι γνωρίζομεν, ότι ο παλαιός εαυτός μας εσταυρώθη με τον Χριστόν, δια να καταστραφή το αμαρτωλόν σώμα, ώστε να μη είμεθα πλέον δούλοι της αμαρτίας, διότι εκείνος ο οποίος έχει αποθάνει, έχει ελευθερωθή από την αμαρτίαν. Αλλ’ εάν αποθάνωμεν μαζί με τον Χριστόν, πιστεύομεν ότι και θα ζήσωμεν μαζί Του» (Ρωμαίους 6,3-8).

     

    2. Αι προϋποθέσεις τον Βαπτίσματος

    Συμφώνως προς τους λόγους του Χριστού η σωτηρία ανήκει εις εκείνον ο οποίος θα πιστεύση και θα βαπτισθή (Μάρκος 16,16). Προϋπόθεσις, δηλαδή, του βαπτίσματος είναι η πίστις εις το πρόσωπον του Χριστού.

    Όταν λέγωμεν ότι ο άνθρωπος πρέπει να πιστεύση, δεν εννοούμεν μίαν πίστιν αφηρημένην, πίστιν, δηλαδή, η οποία δεν μας στοιχίζει τίποτε, ακριβώς όπως λέγουν μερικοί: Εγώ πιστεύω ότι υπάρχει μία ανωτέρα δύναμις!

    Εδώ πρόκειται δια την πίστιν, χάριν της οποίας ο άνθρωπος πρέπει να είναι έτοιμος να προσφέρη τα πάντα, και αυτήν ακόμη την ζωήν του, εάν του ζητηθή.

    Αυτό έκαμνον οι μάρτυρες της Εκκλησίας μας, αυτό καλούμεθα να κάμωμεν και ημείς: να βλέπωμεν την πίστιν μας ως το πολυτιμώτερον πράγμα της ζωής μας και να μην την ανταλλάσωμεν ούτε με χρήματα, ούτε με φιλίας ανθρώπων, ούτε και με αυτήν την ζωήν μας ακόμη (Παράβαλλε Ματθαίος 16,25. Μάρκος 8,35. Λουκάς 9,24. Ιωάννης 12,25).

    Η πίστις αυτή περιλαμβάνει, κυρίως, τρία σημεία:

    α) την απόταξιν του Σατανά. Την απομάκρυνσιν από κάθε πίστιν και από κάθε σκέψιν και από κάθε πράξιν σατανικήν (Ιάκωβος 4,7).

    Αυτό, βεβαίως, δεν ημπορεί να το επιτυχή τελείως μόνος του ο άνθρωπος, διότι ευρίσκεται κάτω από την κυριαρχίαν του Σατανά (Α' Ιωάννης 5,19. Ιωάννης 12,31. 14,30). Δι5 αυτόν τον λόγον η Εκκλησία μας, προ του ιερού βαπτίσματος, εξορκίζει το πονηρόν πνεύμα εις το όνομα του Χριστού να εξέλθη και να απομακρυνθή από τον «νεοσύλλεκτον στρατιώτην του Χριστού του Θεού μας», ο οποίος εσφραγίσθη με το σημείον του τιμίου σταυρού, και να μη επιστρέψη πλέον ποτέ εις αυτόν.

    Με την σφραγίδα του τιμίου σταυρού εξορκίζεται ο Σατανάς να αναχώρηση και από το ύδωρ του ιερού βαπτίσματος, ώστε να αναδειχθή εις «ύδωρ απολυτρώσεως, ύδωρ αγιασμού, καθαρισμός σαρκός και πνεύματος, λουτρόν παλιγγενεσίας, ανακαινισμός πνεύματος, υιοθεσίας χάρισμα, ένδυμα αφθαρσίας, πηγήν ζωής», και να αναγεννηθή ο βαπτιζόμενος εις αυτό, αφού αποβάλη τον παλαιόν άνθρωπον της φθοράς και ενδυθή τον νέον, τον «ανακαινούμενον, κατ' εικόνα του κτίσαντος αυτόν», δια να γίνη «σύμφυτος» με τον θάνατον και την ανάστασιν του Χριστού.

    β) την σύνταξιν μετά του Χριστού. Την στροφήν, δηλαδή, της σκέψεως, των πράξεων, της αγάπης και ολοκλήρου της ζωής προς τον Χριστόν. Την πλήρη υποταγή μας εις Αυτόν (Ιάκωβος 4,7).

    γ) την προσκύνησιν και την λατρείαν του Χριστού.

     

    3. Ο Νηπιοβαπτισμός

    Εις την αρχαίαν Εκκλησίαν, όπου οι άνθρωποι εγίνοντο Χριστιανοί ως μεμονωμένα άτομα, εβαπτίζοντο εις μεγάλην ηλικίαν, αφού προηγουμένως εκατηχούντο και επίστευαν εις τον Χριστόν.

    Δια τον σκοπόν αυτόν η Εκκλησία είχε σχηματίσει ιδιαιτέραν τάξιν, την τάξιν των κατηχουμένων. Την τάξιν αυτήν διακρίνομεν και σήμερον εις την Ορθόδοξον θείαν λειτουργίαν. Το πρώτον τμήμα της, το οποίον περιλαμβάνει τα «ειρηνικά», τα αντίφωνα και τα αναγνώσματα και καταλήγει εις τας ευχάς υπέρ των κατηχουμένων, ονομάζεται λειτουργία των Κατηχουμένων.

    Τα ανωτέρω δεν σημαίνουν, βεβαίως, ότι εις την αρχαίαν Εκκλησίαν απεκλείοντο από το ιερόν βάπτισμα τα μικρά παιδιά ή και αυτά ακόμη τα νήπια. Τούτο θα εσήμαινεν αποκλεισμόν των από την σωτηρίαν (Ιωάννης 3,5). Ο ίδιος ο Χριστός εκάλεσε τα μικρά παιδιά, έβαλε τα χέρια Του επάνω των, τα ευλόγησε, τους μετέδωσε την χάριν του Αγίου Πνεύματος και διεκήρυξεν ότι εις αυτά ανήκει η Βασιλεία των ουρανών (Ματθαίος 19,14-15. Μάρκος 10,13-16. Λουκάς 18,15-17).

    Όταν προσήρχοντο εις την πίστιν ολόκληροι οικογένειαι, οι Απόστολοι εβάπτιζον όλα τα μέλη των, χωρίς διάκρισιν (Πράξεις 16,15. 33. Α' Κορινθίους 1,15).

    Είναι, επίσης, χαρακτηριστικόν να αναφέρωμεν, ότι εις την Αγίαν Γραφήν παρουσιάζεται η περιτομή ως τύπος του βαπτίσματος (Κολοσσαείς 2,11-12). Είναι δε γνωστόν, ότι η περιτομή εγένετο την ογδόην ημέραν μετά την γέννησιν του παιδιού (Γεν. 17,12. Λευϊτ. 12,3).

    Δι’ αυτόν τον λόγον φαίνεται ότι εις την αρχαίαν Εκκλησίαν η συνηθισμένη πράξις ήτο ο νηπιοβαπτισμός, ενώ η αναβολή του βαπτίσματος είναι μεταγενέστερα. Ο Ειρηναίος (150 μ. Χ. ) μαρτυρεί την πράξιν αυτήν της Εκκλησίας, ενώ ο άγιος Κυπριανός (250 μ. Χ. ) παρατηρεί: «Αν ηλικιωμένοι άνθρωποι αξιούνται της χάριτος του βαπτίσματος, οι οποίοι προ του βαπτίσματος είχον περιπέσει εις μεγάλα εγκλήματα, πόσον μάλλον πρέπει να αξιώνται της χάριτος του βαπτίσματος τα παιδιά, τα οποία οικειοθελώς δεν ημάρτησαν, είναι δε μόνον μέτοχα του προπατορικού αμαρτήματος, ξένου προς την θέλησίν των;». Και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος προσθέτει ότι πρέπει να βαπτίζονται τα παιδιά εις νηπιακήν ηλικίαν, ώστε «να αγιάζονται και να καθιερώνονται από την βρεφικήν ηλικίαν».

     

    4. Η σημασία της προσωπικής συμμετοχής εις το άγιον Βάπτισμα

    Αλλά θα ερωτήση κανείς: ημπορεί το παιδί να κατανόηση το ιερόν μυστήριον;

    Εις το ερώτημα αυτό πρέπει να παρατηρήσωμεν, ότι η γνώσις του μυστηρίου δεν εξαρτάται από την διανοητικήν ικανότητα του ανθρώπου, αλλά από την αγάπην του Θεού.

    «Δεν Τον εζητήσαμεν, αλλά μας εζήτησε», λέγει ο Νικόλαος Καβάσιλας και προσθέτει, ότι το πρόβατον δεν εζήτησε τον ποιμένα, αλλά ο ποιμήν το πρόβατον ούτε η δραχμή τον οικοδεσπότην, αλλά ο οικοδεσπότης την δραχμήν. Το παν προέρχεται από τον Θεόν. Ο άνθρωπος δέχεται μόνον τας ενεργείας της χάριτος του Θεού, χωρίς να προβάλη συνειδητήν αντίδρασιν.

    Τούτο, όμως, γίνεται και με το μικρό παιδί και, μάλιστα, κατά τρόπον καλύτερον, διότι το παιδί δεν είναι εις θέσιν να προβάλη συνειδητήν αντίδρασιν εις την χάριν του Θεού. Βεβαίως, η συνειδητή συμμετοχή του μικρού παιδιού και η αντιληπτική του ικανότης είναι μικρότερα, αλλά τούτο δεν έχει σημασίαν διότι και εις τον μεγάλον η αντιληπτική ικανότης ευρίσκεται εις πλήρη δυσαναλογίαν σχετικώς με το ακατανόητον και άρρητον αποτέλεσμα του ιερού μυστηρίου.

    Αυτοί είναι οι λόγοι δια τους οποίους η Ορθόδοξος Εκκλησία βαπτίζει τα νήπια και πιστεύει ότι αυτή είναι η ορθή πράξις και αυτό είναι το θέλημα του Χριστού (Ματθαίος 19,14-15).

     

    5. Η μεγάλη ευθύνη των γονέων και των αναδόχων

    Είναι φανερόν, ότι εις την περίπτωσιν του νηπιοβαπτισμού, την ευθύνην δια την κατήχησιν και την αύξησιν εις την πίστιν του νέου μέλους της Εκκλησίας την φέρουν οι Χριστιανοί γονείς και ο ανάδοχος.

    Εις τι συνίσταται η ευθύνη αυτή; Τι υπόσχεται ο ανάδοχος η ο κατηχούμενος, εις περίπτωσιν κατά την οποίαν βαπτίζεται εις μεγάλην ηλικίαν, όπως εις τας χώρας της Ιεραποστολής;

    Την απάντησιν εις το ερώτημα αυτό δίδει η ιερά ακολουθία του κατηχουμένου, η οποία γίνεται προ του ιερού βαπτίσματος.

    Ο ιερεύς στρέφει τον κατηχούμενον προς Δυσμάς και τον έρωτα εάν αποτάσσεται τον Σατανά, εάν αποκηρύττη κάθε τι το οποίον έχει σχέσιν με τον Σατανά, με τα έργα του και με την λατρείαν του.

    Ο κατηχούμενος βεβαιώνει δημοσίως τρεις φοράς ότι αποτάσσεται τον Σατανά. Με αυτόν τον τρόπον συνάπτει ιερόν συμβόλαιον με τον Θεόν και με την Εκκλησίαν, ότι έκοψε κάθε σχέσιν με τον Σατανά και με τα έργα του.

    «Απεταξάμην», τον έχω αποκηρύξει! επαναλαμβάνει ακόμη τρεις φοράς.

    Ο ιερεύς προτρέπει τότε τον κατηχούμενον ή τον ανάδοχον εις μίαν πράξιν πλήρη από συμβολισμόν:

    «Και εμφύσησον και έμπτυσον αυτώ!».

    Ο κατηχούμενος φυσάει τότε και πτύει τρεις φοράς προς δυσμάς. Με τον τρόπον αυτόν διακηρύσσει, ότι, όχι μόνον έχει κόψει κάθε σχέσιν με τα πονηρά έργα του Σατανά, αλλά και αισθάνεται αηδίαν και αποτροπιασμόν δια κάθε τι το οποίον έχει σχέσιν με τον Σατανά* μάλιστα, εις τοιούτον βαθμόν, ώστε να τον πτύη κατά πρόσωπον!

    Κατόπιν ο ιερεύς στρέφει τον κατηχούμενον προς ανατολάς και του απευθύνει και πάλιν τρεις φοράς την ερώτησιν:

    «Συντάσσει τω Χριστώ», είσαι με το μέρος του Χριστού;

    Ο κατηχούμενος δίδει τότε επισήμως την διαβεβαίωσιν τρεις φοράς ότι είναι πρόθυμος να συγκαταλέξη τον εαυτόν του εις τα μέλη του Χριστού, εις την Εκκλησίαν:

    «Συντάσσομαι!»

     Συνετάξω τω Χριστώ;

    Τον ερωτά πάλιν τρεις φοράς ο ιερεύς. Και εκείνος δίδει και πάλιν τρεις φοράς την ιδίαν διαβεβαίωσιν: «Συνεταξάμην!».

    Και ο ωραιότατος και συγκινητικότατος αυτός διάλογος μεταξύ του ιερέως και του κατηχουμένου η του αναδόχου του συνεχίζεται. Τώρα ο Ιερεύς πρέπει να εξακρίβωση αν ο κατηχούμενος έχη ριζωθή εις την Ορθόδοξον πίστιν. Δι’ αυτό και ερωτά:

    «Και πιστεύεις αυτώ;».

    Τότε ο κατηχούμενος αναφωνεί:

    «Πιστεύω αυτώ ως Βασιλεί και Θεώ». Τον πιστεύω ως βασιλέα μου και ως Θεόν μου! (Παράβαλλε Ιωάννης 20,28).

    Όμως, από τον κατηχούμενον απαιτούνται λεπτομέρειαι εις το θέμα της πίστεως. Πρέπει να δώση περισσοτέρας εγγυήσεις, ότι η πίστις του είναι συγκεκριμένη και περιλαμβάνει όλα τα δόγματα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, όπως διετυπώθησαν από τας οικουμενικάς συνόδους. Δι’ αυτόν τον λόγον πρέπει εις την συνέχειαν να απαγγείλη το σύμβολον της πίστεως (το Πιστεύω) και μάλιστα με δυνατήν την φωνήν, δια να τον ακούση όλον το πλήρωμα της Εκκλησίας, με την οποίαν υπογράφει την στιγμήν εκείνην ιερόν συμβόλαιον.

    Με αυτόν τον τρόπον αποδεικνύει ενώπιον του λαού του Θεού, ότι η πίστις του είναι η πίστις της Ορθοδόξου Εκκλησίας, δηλαδή η πίστις εις τον ένα και Τριαδικόν Θεόν και εις την Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν, η οποία περιλαμβάνει την ομολογίαν του «ενός βαπτίσματος εις άφεσιν αμαρτιών», την προσδοκίαν της αναστάσεως των νεκρών και της ζωής του μέλλοντος αιώνος.

    Απόταξις, λοιπόν, του Σατανά, σύνταξις «τω Χριστώ», ομολογία της Ορθοδόξου πίστεως. Κατόπιν, ακολουθεί η προσκύνησις του Τριαδικού Θεού, η πλήρης υποταγή εις το θέλημα Του και η ολοκληρωτική εξάρτησις από το ιδικόν Του έλεος:

    «Και προσκύνησον αυτώ!».

    «Προσκυνώ Πατέρα, Υιόν και άγιον Πνεύμα, Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον!» (Παράβαλλε Ιάκωβος 4,7).

    Όλα αυτά μας αποδεικνύουν την μεγάλην ευθύνην των γονέων και των αναδόχων, όταν εμπιστεύωνται τα παιδιά των εις την Εκκλησίαν και τα αναδέχωνται από την Ιεράν κολυμβήθραν. Καθώς αναφέραμεν, υπογράφουν ιερόν συμβόλαιον και υπόσχονται, ότι θα κατηχήσουν τα παιδιά των εις την Ορθόδοξον πίστιν θα τα εισαγάγουν βαθμιαίως εις ολόκληρον την ζωήν της Εκκλησίας. Πόσον μεγάλη είναι πραγματικώς η ευθύνη αυτή!

    Μετά την υπογραφήν του συμβολαίου αυτού με την Εκκλησίαν, ο ιερεύς, πριν προχώρηση εις την τέλεσιν του ιερού μυστηρίου του βαπτίσματος, δοξολογεί δια το μεγάλο αυτό γεγονός το όνομα του Θεού:

    «Ευλογημένος να είναι ο Θεός όστις θέλει να σωθούν όλοι και να γνωρίσουν την αλήθειαν, τώρα και πάντοτε και εις τους αιώνας των αιώνων!».

    Η ακολουθία κλείνει με την ωραίαν ευχήν του ιερέως, εις την οποίαν παρακαλεί τον Θεόν να προσκαλέση τον κατηχούμενον «προς το άγιον φώτισμα» και να τον αξιώση της μεγάλης δωρεάς του Αγίου Πνεύματος:

    «Βγάλε από πάνω τον την παλαιότητα και κάμε τον καινούργιον εις την αιώνιον ζωήν γέμισε τον με την δύναμιν τον Αγίου Σου Πνεύματος, διά να ενωθή με τον Χριστόν Σου, ώστε να μην είναι πλέον τέκνον της αμαρτίας, αλλά παιδί της Βασιλείας Σου».

     

    6. Η συμπαράστασις της Εκκλησίας

    Όμως, οι γονείς και οι ανάδοχοι δεν μένουν μόνοι εις την εκπλήρωσιν της ιεράς υποσχέσεως. Συμπαραστάτης των έρχεται η Ορθόδοξος ενορία, εις την οποίαν ανήκουν, με την λειτουργικήν της ζωήν και τας κατηχητικός και άλλας ευκαιρίας, τας οποίας προσφέρει εις τα νεαρά μέλη της. Κατόπιν, είναι το Ορθόδοξον σχολείον το οποίον προσφέρει εις τα παιδιά συστηματικήν κατήχησιν. Τέλος, έρχεται το Ορθόδοξον παιδικόν βιβλίον και το Ορθόδοξον περιοδικόν, τα οποία αποτελούν πολύτιμον βοηθόν εις το έργον της κατηχήσεως και της εισαγωγής των παιδιών εις την ζωήν της Εκκλησίας.

    Όλα αυτά, και ιδιαιτέρως η συμπαράστασις της Εκκλησίας, δεν αποτελούν επέμβασιν εις τα καθήκοντα των γονέων. Αντιθέτως, οι γονείς οι οποίοι οδηγούν τα παιδιά των εις το βάπτισμα, δηλώνουν με την πράξιν των αυτήν, ότι επιθυμούν να εισαγάγουν τα παιδιά των εις την ζωήν της Εκκλησίας, που είναι ζωή της εν Χριστώ κοινωνίας και όχι ευσέβεια ιδιωτική του καθενός χωριστά. Δι’ αυτόν τον λόγον, εάν τα κρατήσουν μακριά από την λειτουργικήν και κατηχητικήν ζωήν της Εκκλησίας μας, παραβαίνουν την Ιεράν υπόσχεσιν την οποίαν έδωσαν εις τον Θεόν και εις την Εκκλησίαν, όταν ωδήγησαν τα παιδιά των εις το Ιερόν βάπτισμα.

    Οι γονείς και οι ανάδοχοι έγιναν, καθώς είδομεν, εγγυηταί, προκειμένου ένα νήπιον να προσληφθή με το άγιον βάπτισμα από την Εκκλησίαν. Οφείλουν, συνεπώς, να φροντίσουν με κάθε τρόπον να εισαγάγουν το νέον μέλος της Εκκλησίας εις ολόκληρον την ζωήν της Εκκλησίας. Εάν δεν το παρακινήσουν να λαμβάνη μέρος εις την κατηχητικήν κίνησιν της ενορίας, εάν δεν το οδηγήσουν οι ίδιοι εις την Εκκλησίαν, γίνονται επίορκοι ενώπιον του Θεοί) και ενώπιον της Εκκλησίας. Εις αυτό το συμπέρασμα οδηγεί η ωραία και συγκινητική ακολουθία του κατηχουμένου.

     

    7. Η πανοπλία του Αγίου Πνεύματος

    Με το άγιον βάπτισμα εισέρχεται ο άνθρωπος εις το σώμα του Χριστού, δηλαδή εις την Εκκλησίαν και γίνεται μέτοχος της νέας δημιουργίας. Όμως, ο Χριστός ανέφερεν εις τον Νικόδημον, ότι πρέπει ο άνθρωπος να γεννηθή «από νερό και πνεύμα» (Ιωάννης 3,5). Εις άλλην δε περίπτωσιν είπε, ότι «εάν κανείς διψά, ας έλθη εις εμέ και ας πίη. Εκείνος ο οποίος πιστεύει εις εμέ, καθώς είπεν η Γραφή, θα τρέξουν από την κοιλίαν του ποταμοί νερού ζωντανού». Και ο ευαγγελιστής προσθέτει, ότι «αυτό το είπε δια το Πνεύμα, το οποίον θα ελάμβανον εκείνοι οι οποίοι θα επίστευον εις αυτόν διότι δεν είχε δοθή ακόμη πνεύμα άγιον» (Ιωάννης 7,37-39. Ησαΐας 55,1).

    Γνωρίζομεν, ότι τούτο εξεπληρώθη την ημέραν της Πεντηκοστής, κατά την οποίαν οι Απόστολοι «εγέμισαν όλοι με άγιον Πνεύμα» (Πράξεις 2,4).

    Όμως, εις τον κάθε άνθρωπον χωριστά έρχεται το Πνεύμα το άγιον με το ιερόν μυστήριον του χρίσματος και τον ζωογονεί.

    Η Αγία Γραφή μαρτυρεί ότι το βάπτισμα δεν είναι αρκετόν δια την «πλήρωσιν» του ανθρώπου με Πνεύμα άγιον. Βλέπομεν π. Χ. Τους Αποστόλους Πέτρον και Ιωάννην να μεταβαίνουν εις την Σαμάρειαν δια να θέσουν τα χέρια των επάνω εις τας κεφάλας των Χριστιανών και να τους μεταδώσουν το άγιον Πνεύμα (Πράξεις 8,15-17). Το ίδιον κάμνει και ο Απόστολος Παύλος με τους Χριστιανούς της Εφέσου (Πράξεις 19,5-7). «Και σεις», λέγει χαρακτηριστικούς προς αυτούς, «αφού ακούσατε τον λόγον της αληθείας, το χαρμόσυνον άγγελμα της σωτηρίας σας και το επιστεύσατε, ηνώθητε με τον Χριστόν και εσφραγίσθητε με το Πνεύμα το άγιον, το οποίον υπεσχέθη ο Θεός και το οποίον είναι ο αρραβών της κληρονομιάς μας» (Εφεσίους 1,13-14. Παράβαλλε Α' Ιωάννης 2,20).

    Με το βάπτισμα, λοιπόν, ενούται ο άνθρωπος με τον Χριστόν, μετέχει εις τον θάνατον και εις την ανάστασιν του Χριστού. Το ιερόν, όμως, χρίσμα, η σφραγίς του Αγίου Πνεύματος, όπως λέγει ο Απόστολος, αποτελεί τον «αρραβώνα» (Εφεσίους 1,14. Β΄ Κορινθίους 1,22), και την απαρχήν της Βασιλείας του Θεού. Η μετοχή δε αυτή του ανθρώπου εις την θείαν ζωήν ολοκληρώνεται με την Θείαν ευχαριστίαν.

    Η Ορθόδοξος Εκκλησία βλέπει πάντοτε τα τρία αυτά Ιερά μυστήρια εις εσωτερικήν ενότητα και δι’ αυτό δεν τα υστερεί ούτε και από αυτά τα νήπια.

    «Συ ο οποίος και τώρα ευδόκησες να αναγέννησης τον δούλον σου τον νεοφώτιστον με νερό και με πνεύμα και ο οποίος του χάρισες την συγχώρησιν των αμαρτημάτων όσα έπραξε θεληματικώς η αθελήτως», αναφέρεται εις την ευχήν του ιερού χρίσματος, «συ, λοιπόν, Δέσποτα εύσπλαχνε Βασιλέα των πάντων, χάρισε εις αυτόν και την σφραγίδα της δωρεάς του Αγίου και παντοδυνάμου και προσκυνητού σου Πνεύματος και την μετάληψιν του Αγίου Σώματος και του τιμίου Αίματος του Χριστού Σου. Τήρησε τον μέσα εις τον ιδικόν σου αγιασμόν, ασφάλισε τον εις την Ορθόδοξον πίστιν. Λύτρωσε τον από τον πονηρόν και από όλα τα τεχνάσματα του* τήρησε την ψυχήν του με τον σωτήριόν σου φόβον μέσα εις την αγνότητα και την δικαιοσύνην, δια να σε ευαρεστήση με κάθε λόγον και έργον, δια να γίνη Υιός και κληρονόμος της επουρανίου Σου Βασιλείας».

    Η «Σφραγίς Δωρεάς Αγίου Πνεύματος» δημιουργεί, λοιπόν, τας προϋποθέσεις δια τον πνευματικόν αγώνα του πιστού κατά των δυνάμεων του πονηρού. Ο άνθρωπος πρέπει να αισθανθή τον «σωτήριον φόβον» του Θεού και να διατηρηθή μέσα εις την «αγνότητα και την δικαιοσύνην», δια να ευαρεστήση τον Θεόν «με κάθε έργον και λόγον» και να καταστή «Υιός και κληρονόμος της επουρανίου Βασιλείας». Δι’ αυτόν τον λόγον είπομεν, ότι το άγιον χρίσμα είναι ο «αρραβών» αυτής της Βασιλείας.

    Δια να κατορθώση ο άνθρωπος να υπερνίκηση τον Σατανά, ο οποίος έρχεται και προσβάλλει αυτόν μετά το βάπτισμα, είναι ανάγκη να διάθεση εις τον αγώνα αυτόν όλας του τας δυνάμεις, τας σωματικάς και τας πνευματικάς. Ολόκληρος ο άνθρωπος πρέπει να αγιασθή και να σφραγισθή ως περιουσία πλέον του Θεού και ως κατοικητήριον και Ναός του Αγίου Πνεύματος (Α' Κορινθίους 3,16-17. 6,19. Ιεζεκ. 36,26-27).

    Αυτός είναι ο λόγος δια τον οποίον η Ορθόδοξος Εκκλησία μας σφραγίζει δια του Αγίου Μύρου όλα τα μέλη του σώματος· δια να μεταδώση εις ολόκληρον τον άνθρωπον τας δωρεάς του Αγίου Πνεύματος και να τον καταστήση ολοκληρωτικώς «αν χαρισματικόν», έτοιμον δια την καινούργια ζωήν «εν Χριστώ». Αυτή είναι η ιερά πανοπλία, με την οποίαν ενδύει η Εκκλησία κάθε νέον μέλος της (Παράβαλλε Εφεσίους 6,10-18).

     

    8. Αι μετά το βάπτισμα προσβολαί του εχθρού

    Δια του βαπτίσματος, λοιπόν, αναγεννάται τελείως ο άνθρωπος και, καθώς λέγουν αι ευχαί του ιερού μυστηρίου, μορφούται μέσα του ο Χριστός. «Οικοδομείται» και «φυτεύεται» εις την Εκκλησίαν, ενδύεται με «ένδυμα αφθαρσίας» και «χιτώνα φωτεινόν».

    Τίθεται, όμως, το ερώτημα: Εφ’ όσον ανεχώρησεν ο Σατανάς από την καρδίαν του ανθρώπου, δια να μη επιστρέψη πλέον εις αυτόν, αφού ανεγεννήθη ο άνθρωπος πνευματικούς και ο ίδιος ο Χριστός ζη μέσα του, πως είναι δυνατόν να αμαρτάνη μετά το βάπτισμα;

    Οι Πατέρες της Εκκλησίας λέγουν ότι ο διάβολος εξέρχεται από τον άνθρωπον με το βάπτισμα, αλλά εξακολουθεί να τον πειράζη από έξω, δια των αισθήσεων, αι όποιαι γεννούν τα πάθη.

    Δια τον λόγον αυτόν η Εκκλησία εύχεται εις το ιερόν Μυστήριον του βαπτίσματος να βεβαίωση ο Κύριος τον νεοφώτιστον εις την Ορθόδοξον πίστιν, να τον προφύλαξη από τον πονηρόν και από όλα τα τεχνάσματα του διαβόλου και να τον καταστήση «ανίκητον αγωνιστήν» εναντίον των δυνάμεων του πονηρού.

     

    9. Αγωνιστής του Χριστού

    Αι προσβολαί αύται του Σατανά μαρτυρούν ότι ο άνθρωπος μετά το βάπτισμα εισέρχεται εις πνευματικήν παλαίστραν και καλείται εις ολόκληρον την ζωήν του να αγωνισθή εναντίον των δυνάμεων του σκότους, αι όποιαι χρησιμοποιούν τας αισθήσεις του ανθρώπου δια να γεννήσουν μέσα του διάφορα πάθη, να επιστρέψουν με τον τρόπον αυτόν εις την καρδίαν του ανθρώπου, να τον θανατώσουν πνευματικώς.

    «Λοιπόν, αδελφοί μου», λέγει ο Απόστολος, «γίνεσθε δυνατοί δια του Κυρίου και δια του Κράτους της δυνάμεως Του. Ενδυθήτε την πανοπλίαν του Θεού δια να ημπορέσετε να αντισταθήτε εις τα τεχνάσματα του διαβόλου, διότι δεν διεξάγομεν πάλην με σάρκα και αίμα… Δια τούτο ενδυθήτε την πανοπλίαν του Θεού, δια να ημπορέσετε να αντισταθήτε κατά την πονηράν ημέραν και αφού εκτελέσετε όλα, να σταθήτε… » (Εφεσίους 6,10-13). «Παιδί μου, εάν προσέρχεσαι να υπηρέτησης τον Θεόν, ετοιμάσου δια τους πειρασμούς», λέγει η Αγία Γραφή (Σοφ. Σειρ. 2,1).

    Βεβαίως, η σωτηρία αποτελεί «δώρον Θεού» (Εφεσίους 2,8. Α' Κορινθίους 3,7), εξαρτάται από το έλεος του Θεού (Ρωμαίους 9,16)· όμως ο άνθρωπος πρέπει να «άνοιξη την πόρτα» (Αποκ. 3,20), πρέπει να γίνωμεν συνεργοί Θεού (Παράβαλλε Α' Κορινθίους 3,8) και να κατεργαζώμεθα την σωτηρίαν μας «μετά φόβου και τρόμου» (Φιλιππισίους 2,12).

    Εκείνο, λοιπόν, το οποίον καλείται να προσφέρη ο άνθρωπος είναι η θέλησίς του, ο ιδρώς του και ο κόπος του, όπως επίσης ο φόβος και ο τρόμος του. «Μη παρόντος δε θελήματος, ουδ’ αυτός ο Θεός τι ποιεί», λέγει χαρακτηριστικώς ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος. Και ο Αββάς Ησαΐας προσθέτει, ότι μολονότι ο Θεός χορηγεί και τας αρετάς, ο άνθρωπος εκλήθη, εν τούτοις, να προσφέρη από μέρους του τον ίδρωτα κάθε αρετής του. «Αλίμονον εις τας δειλάς καρδίας, εις τα παραλελυμένα χέρια… Αλίμονον εις σάς, όπου έχετε χάσει την υπομονήν… », λέγει ο σοφός Σειράχ (2,12. 14). «Και γαρ άνευ πόνων, ου πράξις ου θεωρία, ψυχή κατορθωθήσεται», αναφέρει χαρακτηριστικώς ένας ύμνος του Μεγάλου Κανόνος.

    Η θέλησις, λοιπόν, του ανθρώπου, ο οποίος ποθεί την σωτηρίαν του οφείλει να μεταφράζεται εις αγώνα πνευματικόν δια την κατανίκησιν των παθών του και του ιδικού του θελήματος, με σκοπόν να υποταχθή πλήρως εις το θέλημα του Θεοί), να άνοιξη διάπλατα την θύραν της ψυχής του δια να εισέλθη ο Σωτήρ Χριστός (Αποκ. 3,20).

    Δι’ αυτόν τον λόγον υπογραμμίζει η Ορθόδοξος Εκκλησία την μεγάλην σημασίαν την οποίαν έχει η άσκησις εις την ζωήν του κάθε πιστού. «Νήψατε, γρηγορείτε, ο αντίδικος σας ο διάβολος, ως λέων ωρυόμενος, τριγυρίζει δια να εύρη κάποιον να τον καταπιή. Αντισταθήτε εις αυτόν!… », αναφέρει ο Απόστολος Πέτρος (Α' Πέτρ. 5,8-9. Παράβαλλε Εφεσίους 6,10-13).

    Ο κίνδυνος, λοιπόν, υφίσταται και μετά το άγιον βάπτισμα και ο Χριστιανός καλείται ν' αναδειχθή αγωνιστής «ανίκητος» εναντίον των επιθέσεων και των μηχανευμάτων του αντιδίκου και να έχη πάντοτε υπ' όψιν του τους λόγους του Κυρίου:

    «Όταν το ακάθαρτον πνεύμα εξέλθη από τον άνθρωπον, διέρχεται από ξερούς τόπους και ζητεί ανάπαυσιν, αλλά δεν την ευρίσκει. Τότε λέγει:

     Ας γυρίσω σπίτι μου, από το οποίον έφυγον.

    Και όταν έλθη, το ευρίσκει αδειανόν και σκουπισμένον και στολισμένον. Τότε, πηγαίνει και παίρνει μαζί του άλλα επτά πνεύματα, πονηρότερα από αυτό και εισέρχονται να κατοικήσουν εκεί και τότε η τελευταία κατάστασις του ανθρώπου γίνεται χειρότερα από την πρώτην» (Ματθαίος 12,43-45).

    Πρέπει, λοιπόν, να προσέξωμεν, μήπως αυτό συμβή και με όλους μας.

     


    Προηγούμενο // Περιεχόμενα // Επόμενο

    Δημιουργία αρχείου: 20-10-2010.

    Τελευταία ενημέρωση: 20-10-2010.

    Πάνω