ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
Απόδοση στη νέα Ελληνική:
Ιερομόναχος Βενέδικτος
Έκδοση Συνοδείας Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Νέα Σκήτη, Άγιον Όρος
Αναδημοσίευση από: http://www.phys.uoa.gr/~nektar/
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄. Σε τι βρίσκεται η χριστιανική τελειότητα. Γιά να την αποκτήση κάποιος, πρέπει να πολεμά. Τα τέσσερα αναγκαία σ αυτόν τον πόλεμο.
Το μεγαλύτερο και τελειότερο κατόρθωμα, που μπορεί να πή ή να συλλογισθή ο άνθρωπος, είναι το να πλησίαση κάπως στο Θεό και να ενωθεί με αυτόν. Λοιπόν, εάν εσύ, αγαπητέ μου εν Χριστώ αναγνώστη, επιθυμείς να φθάσης σε αυτήν την κορυφή, πρώτα πρέπει να γνωρίσης, από τι αποτελείται η πνευματική ζωή και η χριστιανική τελειότητα (1). Γιατί, είναι πολλοί, που λένε, Πως αυτή η ζωή και η τελειότητα βρίσκεται στις νηστείες, στις αγρυπνίες, στις γονυκλισίες, στις χαμαι-κοιτίες και σε άλλες παρόμοιες σκληραγωγίες του σώματος. Άλλοι πάλι λένε Πως βρίσκεται στις πολλές προσευχές και στις μεγάλες ακολουθίες. Και άλλοι πολλοί νομίζουν, ότι η τελειότητα βρίσκεται ολόκληρη στη νοερά προσευχή (2), στη μοναξιά και στην αναχώρησι, στη σιωπή και στην εκπαίδευσι με τον κανόνα· δηλαδή, το να βαδίζουν με τον κανόνα και το μέτρο, και ούτε να φτάνουν σε υπερβολές, ούτε σε ελλείψεις. Οι αρετές όμως αυτές, μόνες τους, δεν είναι αυτό που ζητάμε ως χριστιανική τελειότητα, αλλά είναι άλλοτε μέσα και όργανα, για να απολαύση κάποιος την χάρι του Αγίου Πνεύματος, άλλοτε πάλι είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος.
Και ότι μεν είναι πολύ δυνατά όργανα, για την απόλαυσι της χάρης του Αγίου Πνεύματος, δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία, γιατί βλέπουμε πολλούς ενάρετους που τα μεταχειρίζονται όπως πρέπει, με αυτό τον σκοπόν, για να αποκτήσουν δηλαδή ισχύ και δύναμι κατά της κακίας και της χαλαρότητας, για να δυναμώνουν εναντίον των πειρασμών και της πλάνης των τριών κοινών εχθρών, δηλαδή της σάρκας, του κόσμου και του διαβόλου, για να παίρνουν από εκείνες την πνευματική βοήθεια, που είναι αναγκαίες σε όλους τους δούλους του Θεού, και μάλιστα στους αρχαρίους, και απλά, για να αξιωθούν να πάρουν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος· δηλαδή, «Πνεύμα γνώσεως και ευσεβείας· Πνεύμα βουλής και ισχύος· Πνεύμα σοφίας και συνέσεως· Πνεύμα φόβου Θεού», καθώς τα απαριθμεί ο Ησαΐας (11,2).
Ότι αυτές οι πράξεις είναι και καρπός του Πνεύματος και έχουν ως αποτέλεσμα την «αγάπη, χαρά, πίστι, εγκράτεια» (Γάλ. 5,22), όπως είπε ο Παύλος, και αυτό είναι χωρίς αμφιβολία. Γιατί οι πνευματικοί άνδρες παιδεύουν το σώμα με αυτές τις σκληραγωγίες, γιατί λύπησε τον Ποιητή του (3) και για να το κρατάνε πάντα ταπεινωμένο και υποτεταγμένο στο να εργάζεται τα του Θεού. Σιωπούν και μονάζουν, για να αποφεύγουν και την παραμικρή λύπη προς τον Θεό. Προσεύχονται και προσέχουν στη λατρεία του Θεού και στα έργα της ευσέβειας, για να έχουν το πολίτευμά τους στους ουρανούς· μελετάνε τη ζωή και το πάθος του Κυρίου μας, όχι για τίποτα άλλο, παρά να γνωρίσουν περισσότερο την δική τους κακία, και την αγαθότητα και ευσπλαγχνία του Θεού, ακολουθούν τον Ιησού Χριστό με το να απαρνούνται τον εαυτό τους και με το σταυρό στους ώμους, για να θερμαίνωνται περισσότερο στην αγάπη του Θεού και στο μίσος του εαυτού των.
Οι αρετές όμως που αναφέρθηκαν, μπορούν να προξενήσουν σε εκείνους, που θέτουν όλο τους το βάρος σε αυτές, περισσοτέρη βλάβη από τις φανερές αμαρτίες· όχι εξαιτίας αυτών (γιατί, αυτές είναι όλες αγιώτατες), αλλ εξ αιτίας εκείνων που τις μεταχειρίζονται, επειδή, αυτοί προσέχοντας σ αυτές μόνο, αφήνουν την καρδιά τους να τρέχη στα δικά τους θελήματα και τα θελήματα του διαβόλου, ο οποίος βλέποντάς τους Πως πηγαίνουν από τον ευθύ δρόμο, τους αφήνει όχι μόνον να αγωνίζωνται με χαρά σε αυτούς τους σωματικούς αγώνες, αλλά ακόμη να επεκτείνωνται, με τον μάταιο λογισμό τους, και ως στα μεγαλεία του Παραδείσου. Όθεν και νομίζουν οι τοιούτοι Πως υψώθησαν μέχρι τα τάγματα των Αγγέλων και Πως αισθάνονται τον Θεό μέσα τους· και κάποτε, βυθισμένοι μέσα σε κάποιες σκέψεις και λογισμούς περιέργους και υψηλούς, νομίζουν Πως άφησαν σχεδόν τον κόσμο αυτόν και αρπάγησαν μέχρι τον τρίτο ουρανό.
Αλλά, σε πόσα σφάλματα είναι μπλεγμένοι αυτοί και πόσο είναι μακριά από την αληθινή τελειότητα, μπορεί να το καταλάβη ο κάθε ένας από την ζωή και τα ήθη τους. Γιατί, αυτοί θέλουν να προτιμούνται από τους άλλους σε κάθε τι που υπάρχει· είναι ιδιόρρυθμοι και ισχυρογνώμονες στο θέλημά τους, είναι τυφλοί σε όλα τα δικά τους, με επιμέλεια όμως εξετάζουν τους λόγους και τις πράξεις των άλλων, αν τους αγγίξη κάποιος λίγο στη μάταιη υπόληψι της τιμής τους, που αυτοί νομίζουν Πως έχουν και που (σε υπόληψι) θέλουν να τους έχουν και οι άλλοι· ή εάν τους εμπόδιση κάποιος από κείνες τις ευλάβειες και τις αρετές, με τις οποίες καταπιάνονται (ο Θεός να φυλάει!) αμέσως συγχύζονται, αμέσως ανάβουν όλοι από θυμό και γίνονται έξαλλοι.
Και, αν ο Θεός θέλοντας να τους φέρη σε ακριβή γνώσι του εαυτού τους και στον αληθινό δρόμο της τελειότητας, τους στείλη θλίψεις και αρρώστειες ή παραχωρήση να τους έρθουν διωγμοί (οι οποίοι είναι το δοκιμαστήριο που δοκιάζει τους γνήσιους και αληθινούς δούλους του), τότε φανερώνουν τα κρυφά της καρδιάς τους, Πως είναι διεφθαρμένοι από την υπερηφάνεια. Γιατί, σε κάθε λυπηρό γεγονός που συμβαίνει, δεν θέλουν να ακολουθήσουν το θέλημα του Θεού, μένουν αναπαυμένοι στις δίκαιες, αν και κρυφές κρίσεις του Θεού, ούτε θέλουν κατά το παράδειγμα του ταπεινωθέντα και παθόντα Υιού αυτού, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, να ταπεινωθούν κάτω από όλα τα κτίσματα, έχοντας για αγαπητούς φίλους τους τους διώκτες, σαν όργανα της θείας αγαθότητας και συνεργούς της σωτηρίας τους.
Οπότε είναι φανερό Πως βρίσκονται σε μεγάλο κίνδυνο. Γιατί, έχοντας το εσωτερικό μάτι, δηλαδή τον νού τους, σκοτεινό, βλέπουν με εκείνο τον εαυτόν τους· και σκεπτόμενοι να πετύχουν τις εξωτερικές πράξεις που κάνουν, Πως είναι καλές, νομίζουν Πως έφτασαν στην τελειότητα· και κατά αυτόν τον τρόπο υπερηφανευόμενοι, κατακρίνουν τους άλλους. Γι αυτό δεν είναι δυνατό να αλλάξη άλλος κάποιους από αυτούς, πάρα μόνο μία ξεχωριστή βοήθεια του Θεού. Γιατί ευκολώτερα μετατρέπεται στο καλό ο φανερός αμαρτωλός, παρά ο απόκρυφος και σκεπασμένος με το κάλυμμα των φαινομενικών αρετών.
Τώρα λοιπόν που γνώρισες πολύ καλά ότι η πνευματική ζωή και η τελειότητα δεν στέκεται σε αυτές τις αρετές, που είπαμε, γνώριζε ότι δεν αποτελείται από άλλα παρά από (4) την γνώσι της αγαθότητας και της μεγαλειότητας του Θεού και της δικής μας μηδεναμηνότητας και κλίσεως σε κάθε κακό στη αγάπη του Θεού και στο μίσος του εαυτού μας· στην υποταγή, όχι μόνο του Θεού, αλλά και όλων των κτισμάτων, για την αγάπη του Θεού στην αποστροφή κάθε δικού μας θελήματος, τέλειας υπακοής στο Θείο θέλημα· και ακόμη, να τα θέλουμε όλα αυτά και να τα κάνουμε ξεκάθαρα για τη δόξα του Θεού (5) και μόνο για να αρέσουμε σε αυτόν, και γιατί έτσι θέλει και αυτός και έτσι πρέπει να τον αγαπάμε και να τον υπηρετούμε.
Αυτός είναι ο νόμος της αγάπης, αυτός που έχει γραφτεί από το χέρι του ίδιου του Θεού στις καρδίες των πιστών δούλων του. Αυτή είναι η απάρνησις του εαυτού μας, την οποία ζητεί από εμάς ο Θεός. Αυτός είναι ο γλυκός ζυγός του Ιησού και το φορτίο του το ελαφρό. Αυτή είναι η υποταγή στο θέλημα του Θεού, στην οποία μας προσκαλεί ο λυτρωτής μας και Διδάσκαλος με το δικό του παράδειγμα και με τη φωνή του (6).
Λοιπόν, εσύ αδελφέ, που επιθυμείς να φθάσης στο ύψος αυτής της τελειότητας, επειδή και είναι ανάγκη να κάνης μία ακατάπαυστη πάλη με τον εαυτό σου, για να νικήσης γενναία και να εξουδετερώσης όλα τα θελήματα μεγάλα και μικρά, αναγκαστικά, πρέπει να ετοιμασθής με κάθε προθυμία της ψυχής σου σε αυτό τον πόλεμο (γιατί, το στεφάνι δεν δίνεται σε άλλο, παρά μόνο στον γενναίο πολεμιστή)· ο οποίος πόλεμος, καθώς είναι δυσκολώτερος από κάθε άλλο πόλεμο (γιατί πολεμώντας εναντίον του εαυτού μας, πολεμούμαστε από τον ίδιον τον εαυτό μας), έτσι και η νίκη που πετυχαίνουε σε αυτόν, θα είναι ενδοξότερη από κάθε άλλη, και περισσότερο ευπρόσδεκτη στον Θεό. Γιατί αν θελήσης να θανατώσης τα άτακτα πάθη σου, και τις επιθυμίες και θελήματά σου, θα αρέσης στον Θεό περισσότερο, και θα τον υπηρετής καλύτερα, παρά να μαστιγώνεσαι μέχρι να βγάλης αίμα, και να νηστεύης περισσότερο από τους παλιούς ερημίτες, και παρά να επέστρεφες στο καλό χιλιάδες ψυχές, όντας εσύ κυριευμένος από τα πάθη (7).
Γιατί, αν κι ο Θεός αγαπά περισσότερο την επιστροφή των ψυχών, από τη νέκρωσι ενός μικρού θελήματος, όμως εσύ, αγαπητέ, δεν πρέπει να θέλης, ούτε να κάνης τίποτα άλλο βασικώτερο, από εκείνο που ο Θεός ζητά, και θέλει πλέον αποκλειστικά από σένα· γιατί αυτός, βεβαιότατα, καλύτερα ευχαριστείται στο να αγωνίζεσαι για να απονεκρώσης εσύ τα δικά σου πάθη, παρά στο να κάνης οποιοδήποτε άλλο πράγμα, και ας είναι μεγάλο και σπουδαίο, παραβλέποντας τα πάθη σου.
Τώρα λοιπόν, που έμαθες από τι αποτελείται η χριστιανική τελειότητα και ότι για να την αποκτήσης πρέπει να έχης ένα παντοτινό και σκληρότατο πόλεμο εναντίον του εαυτού σου, είναι ανάγκη να προμηθευτής τέσσερα πράγματα, σαν οπλισμό πολύ ασφαλή και αναγκαίο, για να γίνης νικητής σε αυτόν τον αόρατο πόλεμο και να λάβης το στεφάνι. Και αυτά είναι: α) το να μην εμπιστεύεσαι ποτέ τον εαυτόν σου, β) το να έχης πάντα όλο σου το θάρρος και την ελπίδα στο Θεό γ) το να αγωνίζεσαι πάντα· και δ) το να προσεύχεσαι. Γιά αυτά θέλω να σου μιλήσω ξεχωριστά, συν Θεώ, σύντομα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄. Δεν πρέπει να εμπιστευώμαστε, ούτε να δίνουμε θάρρος ποτέ στον εαυτό μας.
Το να μην εμπιστεύεσαι τον εαυτόν σου (8), αγαπητέ μου αδελφέ, είναι τόσο αναγκαίο σε αυτόν τον πόλεμο, που χωρίς αυτό, να είσαι βέβαιος, ότι, όχι μόνον δεν θα μπορέσεις να πετύχεις τη νίκη που επιθυμείς, αλλ ούτε καν να αντισταθείς στο παραμικρό και αυτό, ας τυπωθεί καλά στο νού σου.
Γιατί, εμείς πράγματι, όντας φυσικά διεφθαρμένοι από τη φύσι μας από τον καιρό της παραβάσεως του Αδάμ, έχουμε σε μεγάλη υπόληψι τον εαυτό μας, η οποία αν και δεν είναι αλήθεια, παρά ένα ψέμα και τίποτα άλλο, εμείς όμως, νομίζουμε με μία απατηλή εντύπωση, Πως είμαστε κάποιοι (9). Αυτό είναι ένα ελάττωμα, που πολύ δύσκολα αναγνωρίζεται, και που δεν αρέσει στο Θεό, ο οποίος αγαπά να έχουμε εμείς μία γνώσι χωρίς δόλο γι αυτή την βεβαιότατη αλήθεια.
Δηλαδή, να ξέρουμε, ότι κάθε χάρι και αρετή που έχουμε, προέρχεται από αυτόν μόνο, που είναι η πηγή κάθε αγαθού και ότι, από μας, δεν μπορεί να προέλθη κανένα καλό, ούτε κανένας καλός λογισμός, που να του αρέση. Αν και αυτή η αναγκαιότατη αλήθεια (δηλαδή, το να μη πιστεύουμε στον εαυτόν μας) είναι έργο του θεϊκού του χεριού, που συνηθίζει να το δίνη στους αγαπημένους του φίλους, πότε με εμπνεύσεις και φωτισμούς, πότε με σκληρά μαστιγώματα και θλίψεις, πότε με βίαιους και σχεδόν ανίκητους πειρασμούς, και πότε με άλλα μέσα, που εμείς δεν καταλαβαίνουμε· με όλα αυτά, θέλει να γίνεται και από μέρους μας εκείνο, που ανήκει, και είναι δυνατόν σε μας. Γι αυτό λοιπόν, αδελφέ μου, σου σημειώνω εδώ τέσσερεις τρόπους, με τους οποίους μπορείς, με τη βοήθεια του Θεού, να πετύχης αυτή την αμφιβολία του εαυτού σου, δηλαδή, το να μην εμπιστεύεσαι ποτέ τον εαυτό σου.
Ο α΄ είναι το να γνωρίσης την μηδαμινότητά σου (10) και να σκεφθής, ότι από μόνος σου δεν μπορείς να κάνης κανένα καλό, για το οποίο να γίνης άξιος της βασιλείας των ουρανών.
Ο β΄ το να ζητής γι αυτό πολλές φορές βοήθεια από τον Θεό με θερμές και ταπεινές δεήσεις, επειδή αυτό είναι χάρισμα δικό Του· και αν θέλης να το πάρης, πρέπει πρώτα να σκεφθής τον εαυτό σου, όχι μόνο γυμνό από αυτή τη γνώσι του εαυτού σου, αλλά και κατά τα πάντα αδύνατο να την απόκτησεις· έπειτα, να μιλάς με οικειότητα πολλές φορές μπροστά στη μεγαλειότητα του Θεού, και πιστεύω σταθερά, εξ αιτίας του πελάγους της ευσπλαγχνίας του, θα σου την δώση, όταν αυτός γνωρίση, μην αμφιβάλλης καθόλου, ότι θα την απολαύσεις.
Ο γ΄ τρόπος, είναι το να συνηθίσης να φοβάσαι πάντα τον εαυτό σου· να φοβάσαι τους αναρίθμητους εχθρούς, στους οποίους, δεν είσαι δυνατός να κάνης ούτε την παραμικρή αντίστασι, να φοβάσαι τη πολύ δυνατή τους συνήθεια στο να πολεμούν τις πανουργίες, τα στρατηγήματά τους, τις μεταμορφώσεις τους σε αγγέλους φωτός· τα αναρίθμητα τεχνάσματα και παγίδες, που σου στήνουν κρυφά στον ίδιο το δρόμο της αρετής.
Ο δ΄ τρόπος είναι, όταν πέσης σε κανένα ελάττωμα να σκεφθής καθαρά την απόλυτη αδυναμία σου· επειδή, γι αυτό το σκοπό παραχώρησε ο Θεός να πέσης, για να μάθης καλύτερα την ασθένεια σου (11) και έτσι να μάθης, όχι μόνο να περιφρονής εσύ ο ίδιος τον εαυτό σου σαν ένα τίποτα, αλλά και να θέλης να σε καταφρονούν και οι άλλοι σαν τέτοιου είδους ασθενή. Γιατί χωρίς αυτή την θέλησι, δεν είναι δυνατό να γίνη αυτή η ενάρετη δυσπιστία του εαυτού σου, η οποία έχει το θεμέλιό της στην αληθινή ταπείνωσι και στην προλεγόμενη έμπρακτη γνώσι της δοκιμής.
Οπότε, καθ ένας βλέπει πόσο απαραίτητο είναι σ εκείνον που θέλει να ενωθή με το ουράνιο φως, το να γνωρίση τον εαυτό του, την οποία γνώσι συνηθίζει να την δίνη η ευσπλαγχνία του Θεού στους υπερήφανους και προληπτικούς, μέσα από τις πτώσεις, αφίνοντάς τους δηλαδή με δίκαιο τρόπο να πέφτουν σε κανένα ελάττωμα (από το οποίο νομίζουν Πως ημπορούν να φυλαχτούν) για να γνωρίσουν την αδυναμία τους, και να μη επιστεύωνται πλέον στον εαυτόν τους καθόλου.
Αλλά αυτό το μέσο, το τόσο άθλιο και αναγκαστικό, δεν συνηθίζει να το μεταχειρίζεται πάντοτε ο Θεός, παρά, όταν τα άλλα μέσα, τα πιο ελεύθερα, όπως είπαμε, δεν προξενούν στον άνθρωπο αυτή την επίγνωσι του εαυτού του· γιατί τότε παραχωρεί να πέση ο άνθρωπος σε σφάλματα τόσο μεγαλύτερα ή μικρότερα, όσο είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη και η υπερηφάνεια και η υπόληψις, που έχει για τον εαυτό του· ώστε, όπου δεν υπάρχει καμία απολύτως υπόληψις, καθώς συνέβη στην Παρθένο Μαρία, εκεί δεν υπάρχει παρομοίως ούτε και καμία πτώσις· λοιπόν, όταν εσύ πέσεις, τρέξε αμέσως με τον λογισμό στη ταπεινή γνώσι του εαυτού σου, και με επίμονη προσευχή ζήτησε από το Θεό να σου δώση το αληθινό φως, για να γνωρίσης την μηδαμινότητά σου και να μην δείχνης εμπιστοσύνη καθόλου στον εαυτόν σου, εάν θέλης να μη πέσης πάλι και μάλιστα σε μεγαλύτερη βλάβη και φθορά.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄. Η ελπίδα και η εμπιστοσύνη στον Θεό.
Είναι πολύ αναγκαίο σε αυτόν τον πόλεμο, το να μην εμπιστευώμαστε τον εαυτόν μας, όπως είπαμε· παρόλα αυτά, εάν απελπισθούμε μόνο, δηλαδή, εάν αποβάλουμε, μόνον κάθε πεποίθησι του εαυτού μας, βέβαια, ή τραπούμε σε φυγή, ή θα νικηθούμε, και θα κυριευθούμε από τους εχθρούς. Γι αυτό, κοντά στη ολοκληρωτική απάρνησι του εαυτού μας, χρειάζεται ακόμη και η πλήρης ελπίδα και εμπιστοσύνη στο Θεό, ελπίζοντας δηλαδή από αυτόν μόνο κάθε καλόν και κάθε βοήθεια και νίκη. Γιατί, καθώς από τον εαυτό μας, όπου είμαστε το τίποτα, τίποτα άλλο δεν περιμένουμε, παρά γκρεμίσματα και πτώσεις, για τα οποία και πρέπει να μην έχουμε εμπιστοσύνη στον εαυτό μας τελείως, κατά αυτό τον τρόπο θα απολαύσουμε οπωσδήποτε από τον Θεόν κάθε νίκη, αμέσως μόλις οπλίσουμε την καρδιά μας με μίαν ζωντανή ελπίδα σε αυτόν, ότι θα λάβουμε την βοήθειά του σύμφωνα με εκείνο το ψαλμικό «σ αυτόν έλπισε η καρδιά μου και βοηθήθηκα» (Ψαλμ. 27,9).
Αυτήν την ελπίδα, μαζί και βοήθεια, μπορούμε να πετύχουμε για τέσσερις λόγους.
α) Γιατί την ζητάμε από ένα Θεό, ο οποίος με το να είναι Παντοδύναμος, ό,τι θέλει μπορεί να το κάνη και στη συνέχεια μπορεί να βοηθήση και μας.
β) Γιατί, την ζητάμε από ένα Θεό ο οποίος, όντας άπειρα σοφός, όλα, τα πάντα γνωρίζει με πλήρη τελειότητα, και επομένως γνωρίζει όλο εκείνο που ταιριάζει στη σωτηρία μας.
γ) Γιατί ζητάμε αυτή την βοήθεια, από ένα Θεό, ο οποίος, για να είναι ατέλειωτα αγαθός, με μία αγάπη και θέλησι που δεν περιγράφεται, είναι πάντα έτοιμος για να δώση από ώρα σε ώρα, και από στιγμή σε στιγμή, όλη τη βοήθεια που μας χρειάζεται, για την πνευματική και ολοκληρωτική νίκη του εαυτού μας, αμέσως όταν τρέξουμε στην αγκαλιά του με σταθερή ελπίδα.
Και Πως είναι δυνατόν, ο καλός εκείνος Ποιμένας μας, που έτρεχε τριαντατρία χρόνια αναζητώντας το χαμένο πρόβατο, με τόσο δυνατές φωνές, που βράχνιασε ο λάρυγκας, που περπάτησε δρόμο τόσο κοπιαστικό και ακανθώδη, που έχυσε όλο του το αίμα και έδωσε τη ζωή, Πως είναι δυνατόν, λέω, τώρα που αυτό το πρόβατο ακολουθεί πίσω του, και με επιθυμία φωνάζει, και τον παρακαλεί, να μη γυρίση σε αυτό τους οφθαλμούς του; Πως μπορεί να μην το ακούση; και να μην το βάλη στους θείους του ώμους, κάνοντας γιορτή με όλους τους Αγγέλους του ουρανού; και αν ο Θεός μας δεν παύει από το να γυρεύη με μεγάλη επιμέλεια και αγάπη, να βρή κατά την ευαγγελική παραβολή, τη χαμένη δραχμή, τον τυφλό και κωφό αμαρτωλό, Πως γίνεται τώρα να εγκαταλείψη αυτόν, που σαν χαμένο πρόβατο, φωνάζει και καλεί τον δικό του Ποιμένα; και ποιός θα πιστέψη ποτέ, Πως ο Θεός, που χτυπάει πάντα την καρδιά του ανθρώπου, επιθυμώντας να μπή μέσα και να δειπνήση, σύμφωνα με την ιερή Αποκάλυψι (12), δίνοντας σε αυτόν τα χαρίσματά του, ότι, όταν του ανοίγη την καρδιά ο άνθρωπος και τον προσκαλή, αυτός θα έπρεπε να κάνη με την θέλησί του τον κωφό και να μη θέλη να μπή;
Ο δ τρόπος για ν απόκτηση κάποιος αυτήν την στο Θεόν ελπίδα και βοήθεια, είναι το να τρέξη με την μνήμη του στην αλήθεια των θείων Γραφών, οι οποίες, σε τόσα μέρη ας δείχνουν φανερά, ότι δεν έμεινε ποτέ ντροπιασμένος και αβοήθητος, όποιος έλπισε στον Θεό. «Κοιτάξτε τις αρχαίες γενεές και στοχασθήτε· ποιός εμπιστεύθηκε στον Κύριο και καταντροπιάσθηκε;» (Σειράχ 2,9) (13).
Μέ τα τέσσαρα λοιπόν αυτά όπλα οπλίσου, αδελφέ μου. Και άρχισε το έργο, και πολέμησε για να νικήσης· και βέβαια από αυτά θα αποκτήσης, όχι μόνον την ολοκληρωτική ελπίδα στον Θεό, αλλά και την ολοκληρωτική απελπισία στον εαυτό σου, για την οποία δεν παραλείπω να σου υπενθυμίσω και σε αυτό το κεφάλαιο, ότι έχεις πολλή ανάγκη από την γνώσι της· επειδή, στον άνθρωπο είναι τόσον πολύ προσκολλημένη η εμπιστοσύνη στον εαυτό του, ότι είναι κατά κάποιον τρόπο κάτι και τόσο λεπτή, που σχεδόν πάντα ζη κρυφά μέσα στην καρδιά μας, και μας φαίνεται Πως δεν έχομε εμπιστοσύνη στον εαυτό μας και έχομε ελπίδα στο Θεό. Οπότε, για να φεύγης εσύ, όσο μπορείς, αυτή την μάταιη υπόληψι, και να εργάζεσαι με την έλλειψι επιστοσύνης στον εαυτό σου και με την ελπίδα στο Θεό, είναι ανάγκη να προπορεύεται η σκέψις της αδυναμίας σου, πιο πριν από την σκέψη της παντοδυναμίας του Θεού, και πάλι αυτές οι δυό μαζί να προπορεύωνται πριν από κάθε μας πράξι.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄. Πως μπορεί να γνωρίσει κάποιος εάν εργάζεται με την μη εμπιστοσύνη στον εαυτό του και με την ολοκληρωτική ελπίδα στον Θεό.
Πολλές φορές νομίζουν μερικοί αυθάδεις ότι δεν έχουν κανένα θάρρος στον εαυτό τους και ότι όλη τους την ελπίδα και πεποίθησι, την έχουν στον Θεό· όμως δεν είναι έτσι· και γι αυτό βεβαιώνονται από το αποτέλεσμα που έρχεται σε αυτούς από τον ξεπεσμό τους, όταν συμβή. Γιατί αν ίσως αυτοί λυπούνται στον ξεπεσμό τους και, κατά κάποιο τρόπο, απελπίζονται και νομίζουν ότι μπορούν στο εξής να κάνουν καλό, αυτό είναι σίγουρο σημείο, ότι και προ του ξεπεσμού τους πίστευαν στον εαυτό τους και όχι στον Θεό. Και εάν η λύπη και η απελπισία τους είναι μεγάλη, είναι ολοφάνερο ότι και πολύ πίστευαν στον εαυτό τους και λίγο στο Θεό, γιατί όποιος δεν εμπιστεύεται πολύ στον εαυτό του και ελπίζει στο Θεό, όταν ξεπέσει, δεν απορεί τόσο πολύ, ούτε λυπάται υπερβολικά, εφόσον γνωρίζει, ότι αυτό του συμβαίνει για την αδυναμία του εαυτού του και για την λίγη ελπίδα που έχει στον Θεό μάλιστα τότε απιστεί περισσότερο στον εαυτό του και με περισσότερη ταπείνωσι ελπίζει στο Θεό και μισώντας περισσότερο από κάθε άλλον τα άτακτα πάθη, που είναι η αιτία του ξεπεσμού του, με ένα μεγάλο πόνο ήσυχο και ειρηνικό, για τη λύπη του Θεού, αποκτά βέβαια την απιστία στον εαυτό του, καταδιώκει όμως τους εχθρούς του μέχρι θανάτου με μεγαλύτερη γενναιότητα και αποφασιστικότητα.
Αυτά που είπα, επιθυμώ να τα σκεφθούν μερικοί, που νομίζουν Πως είναι ενάρετοι και πνευματικοί, οι οποίοι, όταν πέσουν σε κανένα ελάττωμα, δεν μπορούν, ούτε θέλουν να ειρηνεύσουν και μερικές φορές θέλοντας να ελευθερωθούν από την πολλή λύπη και την ενόχλησι, που τους συμβαίνει από την αγάπη του εαυτού τους, τρέχουν αμέσως γι αυτό και μόνο στον πνευματικό πατέρα, στον οποίον έπρεπε κυρίως να πηγαίνουν για να ξεπλυθούν από την μόλυνσι της αμαρτίας και να λάβουν δύναμι κατά του εαυτού τους, με το αγιώτατο μυστήριο της μετανοίας και της εξομολογήσεως.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄. Το λάθος που κάνουν πολλοί νομίζοντας ως αρετή την μικροψυχία.
Σχετικά με αυτό, βρίσκονται σε πλάνη πολλοί, όσοι νομίζουν για αρετή την ολιγοψυχία και την υπερβολική λύπη που τους συνοδεύει ύστερα από την αμαρτία, μη γνωρίζοντας ότι αυτή προέρχεται από κρυφή υπερηφάνεια και πρόληψι, που έχουν κάνει θεμέλια πάνω στην ελπίδα και στο θάρρος που έχουν στο εαυτό τους και στις δυνάμεις τους. Γιατί αυτοί, υπολογίζοντας τον εαυτό τους ότι είναι κάτι, κατά κάποιον τρόπο, ξεθάρρεψαν πολύ, και βλέποντας με την δοκιμή της πτώσεως, ότι δεν έχουν καμμία δύναμι, ταράζονται και απορούν, σαν για κανένα πράγμα καινούργιο και ολιγοψυχούν βλέποντας πεσμένο στη γη εκείνο στο οποίο βασίσθηκαν (δηλαδή τον εαυτόν τους), πάνω στον οποίο είχαν αποθέσει το θάρρος και την ελπίδα τους. Αυτό όμως δεν γίνεται και στον ταπεινό, ο οποίος μόνο στο Θεό έχει την ελπίδα και το θάρρος του, χωρίς να έχη καμία ελπίδα στον εαυτό του. Γι αυτό, όταν πέση σε κάθε είδους σφάλμα, αν και αισθάνεται πόνο και λύπη, με όλο τούτο δεν ταράσσεται, ούτε απορεί. Γιατί ξέρει ότι αυτό του συνέβη από την αθλιότητα και την αδυναμία του εαυτού του, η οποία γνωρίζεται πολύ καλά με το φως της αλήθειας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄. Άλλες εμπειρίες, μέσα από τις οποίες αποκτάται η απιστία στον εαυτό μας και η εμπιστοσύνη και το θάρρος στο Θεό.
Επειδή όλη η δύναμις με την οποία νικώνται οι εχθροί μας, γεννιέται από την μη εμπιστοσύνη στον εαυτό μας και από την ελπίδα στο Θεό, είναι ανάγκη να προμηθευθής αδελφέ μου, από τις ειδήσεις αυτές, για να αποκτήσης την δύναμι αυτή, με την βοήθεια του Θεού, γνώριζε λοιπόν με βεβαιότητα, ότι, ούτε όλα τα προτερήματα, είτε φυσικά είναι, είτα αποκτημένα, ούτε όλα τα χαρίσματα που δίνονται δωρεάν, ούτε η γνώσις όλη της θείας Γραφής, ούτε το Πως εργαστήκαμε πολλά χρόνια το Θεό και συνηθίσαμε στην εργασία του· όλα αυτά, δεν θα μας κάνουν να εκπληρώσουμε το θείο του θέλημα, αν και σε κάθε καλό θεάρεστο, που θα πρέπει να κάνουμε και σε κάθε κίνδυνο, που πρέπει να αποφύγουμε και σε κάθε σταυρό που πρέπει να σηκώσουμε κατά το θέλημά του, αν, λέω, δεν ανυψώση την καρδιά μας μια ξεχωριστή βοήθεια του Θεού και δεν μας δυναμώση για να τα εκτελέσουμε, καθώς είπε ο Κύριος «χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε» (Ιωάν. 15,15). Ώστε, εμείς πρέπει σε όλη μας τη ζωή και σε όλες τις ημέρες και ώρες και στιγμές, να έχουμε αυτή την αποφασιστική γνώμη, ότι με κανένα τρόπο και κανένα λογισμό, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να εμπιστευθούμε και να ελπίσουμε στον εαυτό μας.
Γιά την στο Θεό ελπίδα, κοντά σ εκείνα που σου είπα στο γ΄ κεφάλαιο, γνώριζε, ότι δεν είναι άλλο ευκολώτερο στο Θεό, όσον το να νικήσης τους εχθρούς σου, τόσο τους λίγους, όσο και τους πολλούς· τόσο τους παλιούς και ανδρείους, όσο και τους νέους και αδυνάτους. Λοιπόν, μία ψυχή, ας είναι φορτωμένη από αμαρτίες, ας έχη όλα τα ελαττώματα του κόσμου· ας είναι μολυσμένη, όσο μπορεί να φαντασθή κάποιος, ας δοκίμασε όσο θέλησε και όσο μπόρεσε να μεταχειρισθή κάθε μέσο και αγώνα, για να αφήση την αμαρτία και να κάνη το καλό και δεν μπόρεσε ποτέ να αποκτήση κανένα μικρό μερίδιο καλού, μάλιστα να προχωρά ακόμη πιο βαθειά στο κακό, όμως, με όλα αυτά, δεν πρέπει να σταματήση ποτέ, να ελπίζη στον Θεό, ούτε πρέπει να εγκαταλείψη ποτέ τα όπλα και τους αγώνες τους πνευματικούς, αλλά πρέπει να πολεμάει πάντα ανδρειωμένα. Γιατί, πρέπει να γνωρίζης ότι σε αυτό τον αόρατο πόλεμο δεν χάνει όποιος δεν παύσει ποτέ από του να πολεμά και να ελπίζη στον Θεό, του οποίου η βοήθεια, δεν λείπει ποτέ από τους πολεμιστές του, μολονότι και μερικές φορές επιτρέπει να μένουν πληγωμένοι· ας πολεμεί λοιπόν ο καθένας, διότι σ αυτόν τον πόλεμο στηρίζεται το παν. Και το ιατρικό είναι έτοιμο και δραστικό, για να δοθή στους πολεμιστές, που γυρεύουν τον Θεό και την βοήθειά του, με σταθερή ελπίδα. Γιατί σε καιρό που αυτοί δεν το ελπίζουν, θα εξαφανισθούν οι εχθροί τους όπως έχει γραφή, «έχασε την πολεμική του δύναμι ο μαχητής της Βαβυλώνος» (Ιερ. 51,30).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄. Πως πρέπει να εκπαιδεύουμε το νού μας, για να τον φυλάμε από την αμάθεια.
Αν η δυσπιστία στον εαυτό μας και η ελπίδα στον Θεό, οι τόσο απαραίτητες σ αυτόν τον πόλεμον, μείνουν μοναχές, όχι μόνον δεν θα νικήσουμε, αλλά και θα γκρεισθούμε σε πολλά κακά. Γι αυτό το λόγο, κοντά σε αυτές χρειάζεται και η εκγύμνασι, που είναι το τρίτο πράγμα που είπαμε στην αρχή, η οποία πρέπει να γίνεται πρώτα με το νού και με τη θέλησι. Και τον μεν νού πρέπει να φυλάμε από την αγνωσία, η οποία είναι σε αυτόν πολύ αντίθετη, επειδή τον σκοτίζει και του εμποδίζει στην γνώσι της αλήθειας, η οποία είναι το δικό του αντικείμενο. Γι αυτό είναι ανάγκη να τον γυμνάζουμε, ώστε να γίνη λαμπρός και καθαρός, για να μπορή να διακρίνη καλά εκείνο που μας χρειάζεται για να καθαρίσουμε την ψυχή μας από τα πάθη και να την στολίσουμε με τις αρετές.
Αυτή λοιπόν την λαμπρότητα του νού μπορούμε να την αποκτήσουμε με δυό τρόπους· ο πρώτος και πλέον αναγκαίος, είναι η προσευχή, με την οποία παρακαλούμε το Άγιο Πνεύμα να καταδεχθή να σκορπίση το θείο του φως μέσα στις καρδιές μας, το οποίο, βέβαια, θα το κάνη αν ζητήσουμε πραγματικά μόνο τον Θεό, αν κάνουμε το θέλημά του το άγιο και αν υποτάξουμε κάθε τι μας στη συμβουλή και ερώτησι των εμπείρων και πνευματικών μας Πατέρων.
Ο δεύτερος τρόπος είναι, μία παντοτεινή εκγύμνασις βαθειάς σκέψεως και μελέτης των πραγμάτων, για να γνωρίσουμε με αυτή, ποιά πράγματα είναι καλά, ποιά κακά, όχι όπως τα κρίνει λανθασμένα η αίσθησις και ο κόσμος, αλλά καθώς τα κρίνει ο ορθός λόγος και το Πνεύμα το Άγιο, δηλαδή, η αλήθεια των θεοπνεύστων Γραφών και των πνευματοφόρων Πατέρων και Διδασκάλων της Εκκλησίας μας. Γιατί, όταν αυτή η σκέψις και μελέτη γίνη σωστή και όπως πρέπει, μας κάνει να γνωρίσουμε καθαρά ότι πρέπει να θεωρούμε μηδέν και μάταια και ψεύτικα όλα εκείνα που αγαπά και με διαφόρους τρόπους ζητάει ο τυφλός και διεφθαρμένος κόσμος.
Δηλαδή, ότι οι τιμές και οι ηδονές και ο πλούτος του κόσμου δεν είναι τίποτα άλλο, παρά ματαιότητα και θάνατος της ψυχής· ότι οι βρισιές και οι δυσφημίσεις που μας κάνει ο κόσμος, προξενούν σε μας αληθινή δόξα και οι θλίψεις χαρά· με το να συγχωράμε τους εχθρούς μας και να τους κάνουμε καλά, είναι μεγαλοψυχία και μία από τις μεγαλύτερες ομοιότητες με τον Θεό· ότι περισσότερο ισχύει το να καταφρονήση κάποιος τον κόσμο, παρά να είναι εξουσιαστής όλου του κόσμου· ότι το να υπακούη κάποιος πρόθυμος, είναι μία πράξις μάλλον μεγαλόψυχη και γενναία, παρά το να υποτάση και να προστάζει μεγάλους βασιλείς.
Ότι η ταπεινή γνώσι του εαυτού μας, πρέπει να τιμάται περισσότερο από το ύψος όλων των επιστημών, ότι το να νικήσουμε και να νεκρώσουμε τα θελήματά μας και τις ορέξεις μας, όσο και αν είναι μικρές, είναι άξιο μεγαλυτέρου επαίνου, παρά το να καταπολεμήσουμε πολλά κάστρα, να κατατροπώσουμε δυνατά στρατόπεδα με τα όπλα στα χέρια και το να κάνουμε θαύματα ή να αναστήσουμε νεκρούς.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η΄ Γιατί δεν διακρίνουμε σωστά τα πράγματα και με ποιόν τρόπο μπορούμε να τα γνωρίζουμε.
Η αιτία που δεν διακρίνουμε ορθά όλα αυτά τα πράγματα που είπαμε και άλλα πολλά, είναι γιατί δεν τα σκεφτόμαστε στο βάθος τους ποιά είναι, αλλά πιάνουμε την αγάπη ή το μίσος σε αυτά, αμέσως από μόνη την εξωτερική τους μελέτη και εμφάνισι. Έτσι όταν, η αγάπη τους ή το μίσος προλαβάνουν και σκοτίζουν το νού μας και γι αυτό δεν μπορεί να τα διακρίνη σωστά, όπως είναι στην αλήθεια (14). Λοιπόν, εσύ αδελφέ μου, εάν θέλης να μην βρή τόπον η πλάνη αυτή στο νού σου, πρόσεχε καλά· και όταν, ή βλέπης με τα μάτια ή μελετάς με το νού κανένα πράγμα, κράτα όσο μπορείς την θέλησί σου και μη την αφήσης να το αγαπήση ή να το μισήση, αλλά παρατήρησέ το με το νού μοναχά.
Πρίν απ όλα, όμως, σκέψου φρόνιμα, ότι αν αυτό είναι οδυνηρό και αντίθετο στην φυσική σου κλίσι, παρακινείσαι από το μίσος να το αποστρέφεσαι. Αν όμως σου προξενή ευχαρίστησι, παρακινείσαι από την αγάπη να το θέλης. Γιατί, τότε που ο νους σου δεν είναι ζαλισμένος από το πάθος, είναι ελεύθερος και καθαρός και μπορεί να γνωρίση την αλήθεια και να διαπεράση μέσα στο βάθος του πράγματος, που το κακό είναι κρυμμένο κάτω από την ψεύτικη ευχαρίστησι ή που το καλό είναι σκεπασμένο κάτω από την επιφάνεια του κακού.
Αν όμως η θέλησις πρόλαβε να το αγαπήση ή να το μισήση, δεν μπορεί πλέον ο νους να το γνωρίση καλά, καθώς πρέπει· διότι εκείνη η διάθεσις, ή καλύτερα να πω, εκείνο το πάθος που μπήκε στο μέσο, σαν τείχος, ζαλίζει το νού τόσο, που νομίζει το πράγμα άλλο από εκείνο που είναι στην αλήθεια και το περνά ως τέτοιο στην επιθυμία, η οποία όσο πηγαίνει μπροστά και περισσότερο αγαπά ή μισεί το πράγμα εκείνο, τόσο και ο νους σκοτίζεται περισσότερο και έτσι σκοτισμένος, κάνει πάλι να φαίνεται στην επιθυμία το πράγμα εκείνο περισσότερο όσο ποτέ αγαπητό ή μισητό. Έτσι όταν δεν τηρήται ο παραπάνω κανόνας που είπα, (ο οποίος είναι πολύ αναγκαίος σε όλη αυτή την εκγύμνασι), δηλαδή, το να κρατάς την επιθυμία σου από την αγάπη ή το μίσος του πράγματος, αυτές οι δυό δυνάμεις της ψυχής, ο νους δηλαδή και η θέλησις, προχωρούν πάντα κακώς, σαν σε κύκλο, από το σκοτάδι σε βαθύτερο σκοτάδι και από το σφάλμα σε μεγαλύτερο σφάλμα.
Λοιπόν, φυλάξου, αγαπητέ, με κάθε είδους προσοχή, από την εμπαθή αγάπη ή το μίσος του κάθε πράγματος, το οποίο δεν έφθασες να ερευνήσης καλά πρότερα με το φως του νού και του ορθού λόγου, με το φως των θείων Γραφών, με το φως της χάριτος και της προσευχής και με την κρίση του πνευματικού σου πατρός για να μην κάνης λάθος και να υπολογίζης το αληθινά καλό για κακό και το αληθινά κακό για καλό. Καθώς αυτό συμβαίνει να γίνεται, ως επί το πλείστον, σε κάποια έργα, τα οποία φαίνονται μεν καθ εαυτά Πως είναι καλά και άγια, για μερικές όμως περιστάσεις· δηλαδή γίνονται ή παράκαιρα ή σε σχετικό τόπο ή με ανάλογο μέτρο, προξενούν όμως μεγάλη βλάβη σε εκείνους που τα επιχειρούν, καθώς γνωρίζουμε πολλούς που κινδύνευσαν σε παρόμοια επαινετά και αγιώτατα έργα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ΄. Πως πρέπει να φυλάμε το νού μας από την πολυπραγμοσύνη και την περιέργεια.
Καθώς είναι ανάγκη να φυλάμε το νού μας από την αγνωσία, όπως είπαμε πριν, έτσι παρομοίως είναι ανάγκη να τον φυλάμε ακόμη και από την πολυπραγμοσύνη, την αντίθετή της αγνωσίας. Γιατί, αφού τον γεμίσουμε από πολλούς λογισμούς μάταιους και άτακτους και βλαπτικούς, τον κάνουμε αδύνατο και δεν μπορεί να καταλάβη εκείνο που ταιριάζει στην αληθινή απονέκρωσί μας και τελειότητα. Γι αυτό, πρέπει να είσαι σαν πεθαμένος εντελώς, σε κάθε έρευνα των επιγείων πραγμάτων, τα οποία, αν και μπορεί να επιτρέπωνται, δεν είναι όμως και αναγκαία. Και μαζεύοντας πάντα το νού σου, όσο μπορείς μέσα στον εαυτό σου, κάνε τον αμαθή από τα πράγματα όλου του κόσμου τα πράγματα.
Τα μηνύματα, οι καινούργιες ειδήσεις και όλες οι μεταβολές και οι αλλοιώσεις, μικρές και μεγάλες του κόσμου και των βασιλείων, ας είναι για σένα τέτοιου είδους, σαν να μην υπάρχουν καθόλου (15). Αλλά και αν σου προσφέρωνται από τους άλλους, εναντιώσου σε αυτά, απομάκρυνέ τα από την καρδιά και τη φαντασία σου. Ας είσαι δε προσεκτικός εραστής στο να καταλάβης τα πνευματικά και τα ουράνια, μη θέλοντας να γνωρίζης άλλο μάθημα στον κόσμο, παρά τον Εσταυρωμένο και τη ζωή του και τον θάνατο και το τι ζητάει αυτός από σένα· και βέβαια θα ευχαριστήσης πολύ τον Θεόν, ο οποίος έχει για εκλεκτούς και αγαπημένους του εκείνους που τον αγαπούν και φροντίζουν να κάνουν το θέλημά του.
Επειδή, κάθε άλλο ζήτημα και έρευνα, είναι εγωισμός και υπερηφάνεια, δεσμά και παγίδες του διαβόλου, ο οποίος σαν πανούργος, βλέποντας ότι η θέλησις εκείνων που προσέχουν στην πνευματική ζωή είναι δυνατή και ισχυρή, γυρεύει να νικήση το νού τους με τέτοιες περιέργειες, για να κυριεύση με αυτόν τον τρόπο και το ένα και το άλλο. Οπότε, συνηθίζει πολλές φορές να τους δίνη σκέψεις δήθεν υψηλές, λεπτές και περίεργες και μάλιστα στους εύστροφους στο νού και σε εκείνους που είναι εύκολοι να υψηλοφρονήσουν.
Γιατί αυτοί αιχμαλωτισμένοι από την ηδονή και τη συνομιλία εκείνων των υψηλών σκέψεων, στις οποίες νομίζουν ψεύτικα ότι απολαμβάνουν τον Θεό, ξεχνούν να καθαρίσουν την καρδιά τους και να προσέχουν στην ταπεινή γνώσι του εαυτού τους και στην αληθινή απονέκρωσι· και έτσι αφού δεθούν με το δεσμό της υπερηφάνειας, γίνονται είδωλο του ίδιου του νού τους· και στη συνέχεια, λίγο λίγο, χωρίς να το καταλάβουν, φθάνουν να λογαριάσουν, ότι δεν έχουν ανάγκη πλέον από την συμβουλή και τη νουθεσία των άλλων, επειδή συνήθισαν να προστρέχουν σε κάθε τους ανάγκη στο είδωλο της δικής τους κρίσεως· πράγμα, που είναι πολύ επικίνδυνο και δύσκολο να ιατρευθή· διότι η υπερηφάνεια του νού είναι πλέον περισσότερο επικίνδυνη από εκείνη της θελήσεως.
Επειδή, η μεν υπερηφάνεια της θελήσεως, όντας φανερή στο νού, εύκολα θα μπορή καμιά φορά να ιατρευθή, υποτασσόμενη σ εκείνο που πρέπει. Ο νους όμως όταν έχη σταθερή γνώμη ότι η κρίσις του είναι καλύτερη από των άλλων, από ποιόν θα μπορή να ιατρευθή και Πως να υποταχθή στην κρίσι των άλλων, εκείνος που δεν την έχει τόσον καλή σαν την δική του; Αν ο οφθαλμός της ψυχής, ο οποίος είναι ο νους, με τον οποίο ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίση και να καθαρίση την υπερηφάνεια της θελήσεως, είναι ο ίδιος ασθενής, τυφλός και γεμάτος από υπερηφάνεια, ποιός έπειτα μπορεί να τον γιατρέψει; και αν το φως είναι σκοτάδι και ο κανόνας είναι λάθος, Πως θέλει να φωτίση ή να διορθώση τα άλλα; Γι αυτό πρέπει να αντισταθής το γρηγορώτερο σε αυτή την επικίνδυνη υπερηφάνεια του μυαλού, προτού να διαπεράση μέσα στο νού των κοκκάλων σου και αντιστεκόμενος, βάλε χαλινάρι στην οξύτητα του νού σου και υπόβαλε τη δική σου γνώμη στη γνώμη των άλλων και γίνε ανόητος για την αγάπη του Θεού και θα είσαι σοφώτερος από τον Σολομώντα· «Όποιος νομίζει ότι είναι σοφός με τα μέτρα αυτού εδώ του αιώνα, ας γίνη μωρός, για να γίνη πραγματικά σοφός» (Α΄ Κορινθ. 3,10).
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι΄. Πως πρέπει να εξασκούμε τη θέλησί μας για να θέλη σε όλες μας τις εσωτερικές και εξωτερικές πράξεις, ως τελειωτικό σκοπό μόνο την ευχαρίστησι του Θεού.
Πέρα από την εκγύμνασι του νού σου πρέπει να κυβερνήσης και την θέλησί σου με τέτοιο τρόπο, που να μην την αφήσης να στρέφεται προς τις επιθυμίες της, και η οποία πρέπει να γίνη όλη ένα με την θέλησι του Θεού. Και σκέψου καλά ότι δεν είναι αρκετό σε σένα αυτό μόνο, το να θέλης και να ζητάς εκείνα που αρέσουν στον Θεό, αλλά επιπλέον ακόμη, και το να θέλης, ως κινούμενος από τον Θεό, και για μόνο το τέλος, να αρέσης σ αυτόν καθαρά. Γιά το σκοπό αυτό, έχουμε μεγαλύτερη φιλονεικία με τη φύσι, παρά για όλα τα παραπάνω που έχουμε πεί. Επειδή η φύσις μας παρεκλίνει μόνη της τόσο πολύ, που σε όλα τα πράγματα, μερικές φορές ακόμη και σε αυτά τα καλά και τα πνευματικά, ζητά την ανάπαυσί της και την ευχαρίστησί της και από αυτό, σαν τελείως ανυποψίαστα, τρέφεται με λαχτάρα σαν από τροφή.
Γι αυτό και όταν μας προσφέρωνται τα πνευματικά, αμέσως τα επιθυμούμε και τα βλέπομε όχι όμως παρακινημένοι από το θέλημα του Θεού ή για μόνον το να αρέσουμε στο Θεό, αλλά και για εκείνη την ευχαρίστησι και την χαρά, που προέρχεται σε μας, θέλοντας εκείνα που θέλει ο Θεός. Αυτή η οποία πλάνη είναι τόσο περισσότερη κρυμμένη, όσο είναι από μόνο του καλύτερο και πνευματικώτερο εκείνο που θελήσαμε. Γιατί δεν φθάνει μόνον το να θέλουμε εκείνα που θέλει ο Θεός, αλλά και το να τα θέλουμε, καθώς και όταν και όπως και γιατί εκείνος τα θέλει (16), ώστε και στο να επιθυμούμε και αυτόν τον ίδιο το Θεό, συνήθως βρίσκονται σ αυτό πολλές απάτες της δικής μας αγάπης, δηλαδή της φιλαυτίας. Επειδή πολλές φορές αποβλέπουμε περισσότερο στο δικό μας συμφέρον και καλό, παρά στο θέλημα του Θεού, ο οποίος για μόνο την δόξα του, ευαρεστείται και θέλει να τον αγαπάμε, να τον επιθυμούμε και να του κάνουμε υπακοή όπως είπαμε πριν.
Λοιπόν, εσύ αδελφέ μου, για να φυλαχθής από αυτό τον δεσμό, που εμποδίζει τον δρόμο της τελειότητας και για να προκόψης στο να θέλης και να κάνης κάθε σου πράξι για μόνο το θέλημα και τη δόξα και ευαρέστησι του Θεού και για να υπηρετής μόνον αυτόν (ο οποίος, σε κάθε μας πράξι και λογισμό, θέλει να είναι μόνος αυτός, η αρχή και το τέλος) χρησιμοποίησε αυτόν τον τρόπο.
Όταν πρόκειται να επιχειρήσης καμμιά πράξι, την οποία θέλει ο Θεός, η οποία είναι απλά καλή· μη στρέφης την επιθυμία σου αμέσως στο να την θέλης, αν πρώτα δεν υψώσης το νού σου στο Θεό, να δής αν είναι και θέλημα δικό του το να την θελήσης και αν αυτός έτσι θέλη και αν μέσα από αυτή αρέσεις σε αυτόν μόνο. Και όταν σκεφθής ότι από αυτήν την θεία θέλησι είναι παρακινημένη η δική σου κλίσις, τότε να θέλης την πράξι εκείνη και να την πραγματοποιής, γιατί την θέλει ο Θεός και είναι για μόνο την δόξα και την υπακοή του.
Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν θέλης να αποστραφής εκείνο που δεν θέλει ο Θεός, δηλαδή το κακό, μην το αποστραφής αμέσως, αν πρώτα δεν προσηλώσης το βλέμα του νού σου στην θεία του θέλησι, η οποία θέλει να το αποστραφής για να αρέσης σε αυτόν. Γιατί η απάτη της φύσεως είναι πολύ λεπτή και γι αυτό είναι σε λίγους γνωστή, επειδή αυτή αναζητάει κρυφά τον εαυτό της πάντα· και πολλές φορές κάνει να φαίνεται σε μας, ότι ο δικός της σκοπός είναι να αρέσουμε μόνο στον Θεό, όμως δεν είναι έτσι η αλήθεια.
Γι αυτό συμβαίνει πολλές φορές να νομίζουμε εκείνο που θέλουμε, ή δεν θέλουμε για δικό μας συμφέρον ότι το θέλουμε ή δεν το θέλουμε για να αρέσουμε μόνο και μόνο στο Θεό. Λοιπόν, για να αποφύγουμε αυτήν την απάτη, η καθ εαυτού θεραπεία είναι η καθαρότητα της καρδιάς, η οποία αποτελείται από το να αποβάλλουμε τον παλιό άνθρωπο και να ντυθούμε τον νέο (και σε αυτό προσανατολίζεται όλος αυτός ο πόλεμος).
Όμως, για να σε μάθω την τέχνη να κάνης αυτό, άκουσε. Στην αρχή κάθε σου πράξεως πρέπει να βγής όσο μπορείς, από κάθε θέλημα δικό σου και να μη θελήσης ούτε να κάνης ούτε να αποστραφής κανένα πράγμα, αν πρώτα δεν καταλάβης ότι παρακινείσαι και παρασύρεσαι σε αυτό, από μόνο την απλή θέλησι του Θεού. Και εάν σε όλα σου τα έργα τα εξωτερικά, και μάλιστα στα εσωτερικά της ψυχής, δεν μπορής να αισθάνεσαι ενεργεία πάντα αυτή την από το Θεό παρακίνησι και ευαρέστησι (17) τουλάχιστον να έχης την ευχαρίστησι να την έχης δυνάμει· δηλαδή, να έχης εσύ πάντα από μόνος σου άποψι αληθινή, να αρέσης μόνο στον Θεό σου σε κάθε σου έργο.
Στα έργα όμως που θα κρατήσουν κάποιο διάστημα, όχι μόνο στην αρχή είναι καλό να παρακινής τον εαυτό σου σε αυτή την ευχαριστία προς τον Θεόν, αλλά και έως τέλους έχεις χρέος να φροντίζεις να ανανεώνεις πολλές φορές αυτή με την υπενθύμηση γιατί (18), αν δεν κάνεις έτσι, κινδυνεύεις να μπλεχτείς πάλι στο δεσμό της φυσικής αγάπης του εαυτού σου, η οποία, με το να παρεκλίνει περισσότερο στον εαυτό της παρά στο Θεό, συνηθίζει πολλές φορές με το διάστημα του χρόνου, να μας κάνει να αλλάζουμε αστόχαστα τα πράγματα και να μεταβάλουμε τα τέλη και τους πρώτους σκοπούς μας.
Οπότε, όποιος δεν προσέχει καλά σ αυτό, αρχίζει πολλές φορές να κάνη κανένα έργο, με σκοπόν για να αρέση μόνο στον Κύριό του· αλλ έπειτα, μετά από ολίγο, οδηγείται χωρίς να το καταλαλάβη, να του αρέση και αυτού αυτό με την δική του θέλησι, έτσι που λησμονεί το θείο θέλημα· και δένεται τόσο πολύ με την ευχαρίστησι εκείνου του έργου, που αν ο ίδιος ο Θεός τον εμποδίση με κάποια ασθένεια ή με πειρασμό δαιμόνων και ανθρώπων ή με άλλο μέσο κανενός κτίσματος, αυτός συγχίζεται ολόκληρος και ταράσσεται και μερικές φορές κατακρίνει τον ένα και τον άλλον, ότι του στάθηκαν εμπόδιο (για να μην πω Πως γογγύζει και κατά του ιδίου του Θεού καμμία φορά), πράγμα το οποίο είναι σημείο ολοφάνερο, ότι η κρίσις του δεν ήταν όλη του Θεού, αλλά γεννήθηκε από την σάπια και διεφθαρμένη ρίζα της φιλαυτίας.
Γιατί εκείνος που κινείται για μόνο το θέλημα και την ευχαριστία του Θεού, δεν προτιμά περισσότερο το ένα έργο από το άλλο, ούτε αν είναι το ένα είναι υψηλό και μεγάλο, και το άλλο ταπεινό και μικρό αλλά εξ ίσου θέλει και τα δυό, γιατί είναι αρεστά στο Θεό για το καιρό ή για τη μέθοδο ή για άλλη κάποια περίστασι που εκείνος μόνος γνωρίζει· οπότε αυτός, είτε το σημαντικό και μεγάλο έργο παίρνει στα χέρια του, είτε το ταπεινό και μικρό, μένει το ίδιο ειρηνικός και αναπαυμένος· γιατί με κάθε τρόπο απολαβάνει το σκοπό του, που ήταν να φανή ευάρεστος στο Θεό σε όλα τα έργα του, είτε στη ζωή είτε στο θάνατο. «Γι αυτό και αγωνιζόμαστε με ζήλο, για να είμαστε ευάρεστοι στον Θεό, είτε μείνουμε στο σώμα, είτε φύγουμε από αυτό» (Β΄ Κορινθ. 5,9). Οπότε, αγαπητέ, ας είσαι πάντα προσεκτικός και συνεσταλμένος στον εαυτό σου και προσπάθησε να κατευθύνης τις πράξεις σου σε αυτόν τον τελικό σκοπό.
Εάν πάλι και καμιά φορά παρακινηθής από την επιθυμία της ψυχής σου να κάνης το καλό για να αποφύγης τους τόπους τιμωρίας και για να απολαύσης τον Παράδεισο, μπορείς ακόμη και σε αυτό να σκεφτείς για τελευταίο σκοπό σου την ευαρέστησι και επιθυμία του Θεού, ο οποίος θέλει να μπής στη βασιλεία του και να μην πας στον Άδη. Αυτή την αιτία, δηλαδή το τέλος, δεν είναι δυνατό να γνωρίση κανείς σωστά, πόση εξουσία και δύναμι έχει.
Γιατί ένα έργο, ας είναι πολύ ταπεινό, ας είναι πολύ μικρό, όμως όταν γίνεται με σκοπό για να αρέση μόνο στο Θεό και στη δόξα του, αξίζει απείρως περισσότερο (για να πω έτσι), από άλλα πολλά έργα σπουδαία, ένδοξα και πολύ μεγάλα, που γίνονται χωρίς αυτό το σκοπό· έτσι κοντά στο Θεό περισσότερο ευχάριστο είναι ένα μόνο λεπτό· όταν το δώσης σε ένα φτωχό, γι αυτή μόνη την αιτία για να αρέσης στη Θεία του μεγαλωσύνη, παρά το να ξεγυμνωθής από όλα τα πολλά υπάρχοντά σου, όταν το κάνης με κάποιον άλλο σκοπό και αν το κάνης για να απολαύσης τα ουράνια αγαθά, τα οποία είναι σκοπός όχι απλά καλός, αλλά και πολύ επιθυμητός. Αυτή η εξάσκησις την οποία πρέπει να κάνης σε κάθε σου πράξι, το να έχης δηλαδή ένα σκοπό, να αρέσεις μόνον στο Θεό, η άσκησις λέω αυτή, και στην αρχή θα σου φανή δύσκολη, όμως μετά από αυτά θα σου γίνη εύκολη, ένα μεν από την χρησιμοποίησι της υποθέσεως και άλλο δε, από το να επιθυμής πάντα το Θεό και γι αυτόν να αναπνέης με ζωντανή διάθεσι της καρδιάς σου, σαν σε τελειότατο και μοναδικό αγαθό, το οποίο είναι άξιο για μόνο τον εαυτό του να αναζητήται από όλα τα δημιουργήματα και να υπηρετήται και να αγαπάται περισσότερο από κάθε άλλο.
Αυτός ο λογαριασμός της άπειρης αξιομισθίας του Θεού, όσο γίνεται πιο πολύ βαθύς και πιο πολύ συνεχώς, τόσο θα είναι και πιο πολύ θερμές και συνεχείς οι παραπάνω αναφερόμενες πράξεις της θελήσεώς μας. Και έτσι, πιο πολύ ευκολώτερα και γρηγορότερα θα αποκτήσουμε την συνήθεια να κάνουμε κάθε μας πράξι μόνο για την αγάπη και ευχαρίστησι του Δεσπότου εκείνου, που μόνος είναι άξιος να αγαπάται. Τελευταία, αν θέλης να καταλάβης αν ο Θεός σε παρακινή σε κάθε σου πράξι, πρέπει να ζητήσης αυτό από τον Θεό με θερμή προσευχή, παρακαλώντας τον να σου προσθέση ακόμη και αυτή τη χάρι κοντά στις άλλες αναρίθμητες ευεργεσίες και χάρες που σου έκανε και σου κάνει συνέχεια, για μόνον την αγάπη και χωρίς κανένα κέρδος δικό του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ΄. Μερικές σκέψεις που παρακινούν την επιθυμία του ανθρώπου να θέλη να κάνη σε κάθε πράγμα το θέλημα του Θεού.
Γιά να παρακινήσης τη θέλησί σου με περισσοτέρη ευκολία, να θέλης σε όλα την ευχαρίστησι και τη δόξα του Θεού, θυμήσου συχνά, ότι αυτός προτύτερα με διαφόρους τρόπους σε τίμησε και σε αγάπησε· σε δημιούργησε από το τίποτα, κατ εικόνα και ομοίωσι δική του και όλα τα άλλα κτίσματα τα έκανε στην δική σου υπηρεσία· σε λύτρωσε από τη σκλαβιά του διαβόλου, στέλνοντας όχι έναν Άγγελο, αλλά τον Υιόν του τον Μονογενή για να σε εξαγοράση, όχι με φθαρτή τιμή χρυσού και αργύρου, αλλά με το πολύτιμο αίμα του και θάνατο τον πιο πολύ βασανιστικό και άτιμο και πάλι μετά από αυτά, κάθε ώρα και κάθε στιγμή, σε φυλάει από τους εχθρούς· πολεμεί για σένα με τη θεία του χάρι έχει έτοιμο για τροφή σου και τιμή σου, τον αγαπητό του Υιό στα άχραντα Μυστήρια.
Αυτό είναι ένα σημάδι μιας υπέροχης τιμής και αγάπης, που έχει για σένα ο Θεός, τόσο μεγάλη, που δεν μπορεί κανείς να καταλάβη πόση τιμή κάνει ένας τόσο μεγάλος Βασιλιάς στην μηδαμινότητα και ταλαιπωρία μας και αντίθετα, πόση τιμή και σεβασμό χρωστάμε να κάνουμε εμείς, στην τόσο σημαντική αυτού μεγαλειότητα, ο οποίος έκανε για μας τόσα και τόσα θαυμάσια πράγματα.
Και εάν οι επίγειοι βασιλείς, όταν τιμώνται από ανθρώπους και τους πιο ασήμαντους και ευτελείς, είναι οφειλέτες να τους κάνουν την ανταπόδοσι, πόσο περισσότερο πρέπει να κάνουμε εμείς οι τιποτένιοι στον υπέρτατον Βασιλιά του σύμπαντος, από τον οποίον είμαστε τόσο πολύ τιμημένοι και αγαπημένοι; Εκτός από αυτό που είπαμε, έχε πάντα στην θύμησί σου περισσότερο από κάθε άλλο, ότι, όπως είπαμε πριν, η θεία μεγαλειότητα από μόνη της είναι απεριόριστα άξια να τιμάται και να υπηρετήται καθαρά από όλους κατά τον τρόπο που της αρέσει.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΒ΄. Τα πολλά θελήματα και οι επιθυμίες, που υπάρχουν στον άνθρωπο και η μάχη που υπάρχει ανάμεσά τους.
Γνώριζε ότι στον πόλεμο αυτό, δυό θελήσεις υπάρχουν μέσα μας αντίθετες αναμεταξύ τους· η μία, του λογικού και γι αυτό λέγεται, θέλησις λογική, και ανώτερη· η άλλη, της αισθήσεως και γι αυτό ονομάζεται, θέλησις αισθητική και κατώτερη, η οποία ακόμη πιο συνηθισμένα, ονομάζεται θέλησις άλογη, θέλησις διαθέσεως σάρκας και πάθους· με την ανώτερη και λογική θέλησι επιθυμούμε όλα τα καλά· και με την κατώτερη και παράλογη θέλησι, επιθυμούμε όλα τα κακά· λοιπόν, όταν εμείς θέλουμε κανένα πράγμα με μόνον την αίσθησι, έως που δεν ταιριάζουμε με την ανώτερη και λογική θέλησι να το θέλουμε, δεν λογαριάζεται, ότι το θέλουμε στα αλήθεια. Οπότε όλος ο αόρατος πόλεμος, πρώτα σε αυτό μένει, δηλαδή, στο να μη γέρνει η ανώτερη θέλησι στη κατώτερη. Γιατί, η λογική θέλησι, η οποία βρίσκεται ανάμεσα στη θέλησι του Θεού, που μένει πάνω της και σε εκείνη της αισθήσεως, που είναι κάτω της, πολεμείται πάντα και από τη μία και από την άλλη. Επειδή και κάθε μία από αυτές θέλει να την παρασύρη και να την υποτάξη στον εαυτό της (19).
Γι αυτό, μεγάλη δοκιμασία και κόπο, και μάλιστα στην αρχή, δοκιμάζουν εκείνοι, που συνήθισαν στο κακό, όταν αποφασίσουν να αλλάξουν την κοσμική και σαρκική τους ζωή και να παραδοθούν στην αγάπη και υπηρεσία του Θεού. Γιατί, τις αντιθέσεις που δέχεται η λογική θέλησί τους, από την θέλησι του Θεού και από την θέλησι της αισθήσεως, οι οποίες μένουν από το ένα μέρος και από το άλλο και την πολεμούν, είναι τόσο δυνατές, που με μεγάλη δοκιμασία τις αισθάνονται, πράγμα το οποίο δεν συβαίνει σε εκείνους, που συνήθισαν ήδη, ή στις αρετές ή στις κακίες και που αναπαύονται να ζούν ή σε εκείνες ή σε αυτές.
Γιατί, οι μεν ενάρετοι, συμφωνούν εύκολα στην θέλησι του Θεού, οι δε κακοί, κλίνουν σε εκείνη της αισθήσεως, χωρίς καμία αντίθεσι (20). Οπότε, ας μην καυχάται κανείς, Πως μπορεί να αποκτήση τις αληθινές χριστιανικές αρετές και να υπηρετήση τον Θεό, καθώς πρέπει, αν δεν βιάση στα αλήθεια τον εαυτό του για να εγκαταλείψη όχι μόνο τις μεγαλύτερες ευχαριστήσεις, αλλά ακόμη και τις μικρότερες, στις οποίες ήταν πριν αφοσιωμένος με κοσμική αγάπη. Και από αυτό συμβαίνει να φθάνουν στην τελειότητα πολύ λίγοι (21). Γιατί, αφού κατάκτησαν με κόπο τις μεγαλυτέρες ευχαριστήσεις, δεν θέλουν μετά από αυτά να πιέσουν τον εαυτό τους, στο να νικήσουν και τις μικρότερες και ασήμαντες επιθυμίες τους, οι οποίες κάθε ώρα τους κατακτούν.
Γιά παράδειγμα· υπάρχουν μερικοί, που δεν παίρνουν το ξένο πράγμα, αλλά όμως αγαπάνε με υπερβολή το δικό τους· είναι άλλοι που δεν ζητάνε τιμές με αθέμιτα και άπρεπα μέσα· όμως, δεν τις συχαίνονται, καθώς έχουν χρέος, αλλά και τις επιθυμούν, και κάποιες φορές τις γυρεύουν με άλλους διαφόρους τρόπους. Άλλοι πάλι, κρατάνε τις νομοθετημένες νηστείες κατά την υποχρέωσί τους, όμως κυριεύονται από την αδηφαγία και την βουλιμία, τρώγοντας περισσότερο από αυτό που τους είναι αρκετό. Άλλοι ζούν με εγκράτεια, όμως δεν ξεκολλάνε από κάποιες παρέες, που τους αρέσουν, οι οποίες τους προξενούν μεγάλο εμπόδιο στην πνευματική ζωή και στη ένωσι με το Θεό· και μάλιστα, οι εκείνες οι συναναστροφές, που γίνονται με πρόσωπα νέα και ευλαβή, από τα οποία όσο λιγώτερο φοβάται κάποιος, τόσο περισσότερο πρέπει να τα αποφεύγη (22).
Οπότε, από αυτά που είπαμε, ακολουθεί σε αυτούς το γεγονός ότι κάνουν τα καλά έργα, ατελή, ελλιπή και ταιριασμένα με την επιθυμία της τιμής και των επαίνων του κόσμου. Από αυτά, σαν επακόλουθο έρχεται το να μη προκόβουν στο δρόμο της σωτηρίας, αλλά να επιστρέφουν και πίσω και να ξαναπέφτουν στα πρώτα κακά· γιατί δεν αγαπάνε την αληθινή αρετή, ούτε φαίνονται ευχάριστοι στο Θεό, που τους λύτρωσε πριν από την τυραννία του διαβόλου· από αυτά ακόμη ακολουθεί να είναι αυτοί αμαθείς πάντα και τυφλοί στο να μη βλέπουν τον κίνδυνο που βρίσκονται σε κάποια στιγμή, που νομίζουν Πως είναι ασφαλείς και ακίνδυνοι.
Και εδώ φανερώνεται μία πλάνη, τόσο περισσότερο επιζήμια, όσο είναι λιγώτερο γνωστή· επειδή, είναι πολλοί που ακολουθούν την πνευματική ζωή, αγαπάνε όμως περισσότερο από ό,τι πρέπει τον εαυτό τους (αν και στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουν να τον αγαπούν). Γιατί, καταπιάνονται περισσότερο, με εκείνα τα αγωνίσματα, που γέρνει η επιθυμία τους και αφήνουν τα άλλα, που έρχονται σε αντίθεσι με τη φυσική τους κλίσι και στις επιθυμίες των αισθήσεων, τις οποίες, έπρεπε με κάθε δίκαιο να πολεμούν με όλες τους τις δυνάμεις.
Γιά αυτό, αγαπητέ εν Κυρίω, αδελφέ μου, σου παραγγέλνω να αγαπάς πάντα την δυσκολία και τη δοκιμασία, που φέρνει μαζί του αυτός ο πόλεμος, ακόμη και αν νικηθής κάποτε σε αυτόν. Γιατί λέει ο Σειράχ· «Μη μισήσης κουραστική εργασία» (7,16). Γιατί εδώ βρίσκονται τα πάντα. Επειδή και όσο πιο δυνατά αγαπήσης τη δυσκολία που δείχνει στους αρχάριους η αρετή και ο πόλεμος, τόσο περισσότερο και πιο γρήγορα θα νικήσης· τι λέω; εάν εσύ αγαπήσης περισσότερο τον βασανιστικό πόλεμο των παθών, παρά τις δικές σου αρετές και τις νίκες, φυσικά πολύ πιο γρήγορα θα αποκτήσης κάθε καλό.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΓ΄. Πως πρέπει να πολεμά κάποιος εναντίον της παραλόγου θελήσεως των αισθήσεων και σχετικά με τις πράξεις που πρέπει να πραγματοποιήση η θέλησις, προκειμένου να αποκτήση τις συνήθειες των αρετών.
Κάθε φορά, που παραλόγη επιθυμία των αισθήσεων από το ένα μέρος και η θέλησις του Θεού από το άλλο, πολεμούν την λογική σου επιθυμία και θέλει κάθε μία να νικήση, πρέπει να γυμνάζεσαι εσύ με πολλούς τρόπους για να νικήση ολοκληρωτικά η επιθυμία του Θεού.
Και α΄, όταν πολεμηθής από τις κινήσεις καμμιάς παράλογης επιθυμίας των αισθήσεων, πρέπει να αντισταθής δυνατά, για να μη γίνη αποδεκτή από εκείνες η ανωτέρω θέλησις του λογικού.
β΄. Αφού σταματήσουν, σήκωσε αυτές πάλι κατεπάνω σου για να τις νικήσης και να τις διώξης μακριά σου με μεγαλύτερη σφοδρότητα και δύναμι.
Και πάλι, μετά από αυτά, ανακάλεσε αυτές στον γ΄ πόλεμο, στον οποίο θα συνηθίσης να τις μισήσης με όλη σου την ψυχή και τις συχαίνεσαι (23).
Αυτοί οι τρεις πόλεμοι, πρέπει να γίνωνται σε κάθε μας άτακτη επιθυμία (εκτός από τα πάθη τα σαρκικά, για τα οποία θα μιλήσω στο κατάλληλο σημείο).
Τελευταία, πρέπει να κάνης και πράξεις αντίθετες με καθένα από τα πάθη σου.
Γιά παράδειγμα, αν κάποιος σε ατίμασε και συ νιώθης πόλεμο από τις κινήσεις της ανυπομονησίας, πρόσεχε καλά και θα νιώσης ότι αυτές οι κινήσεις πολεμούν πάντα την ανώτερη και λογική θέλησι και προσπαθούν να την υποτάξουνε και να την κάνουν να συγκατατεθή· οπότε, εσύ στον α΄ πόλεμο αντιστάσου στις κινήσεις αυτές με όλες σου τις δυνάμεις και βιάσου να μη παρεκλίνης, ούτε να κάνη συγκατάθεσι σε αυτές η λογική σου επιθυμία, λέγοντας και συ μαζί με τον Ωσηέ: «Αντιτασσόμενος θα τους συντρίψω» (1,2), και να μη σταματήσης ποτέ αυτή την μάχη, έως ότου γνωρίσεις, ότι ο εχθρός σχεδόν κουρασμένος παρέμεινε σαν νεκρωμένος και νικημένος· (πρόσεχε όμως καλά και φυλάξου από την πονηριά του διαβόλου. Γιατί, όταν αυτός καταλάβη ότι αντιστεκόμαστε δυνατά στις κινήσεις κάποιου πάθους, όχι μόνο δεν τις ξεσηκώνει τότε καταπάνω μας, αλλά και αν είναι σηκωμένες, προσπαθεί να τις σταματήση, να μη μας πολεμούνε, για να μην αποκτήσουμε με την εκγύμνασι εκείνη την συνήθεια των αρετών και επιπλέον, για να μας κάνη να πέσουμε και σε κενοδοξία και σε υπερηφάνεια, κάνοντάς μας με τρόπο επιδέξιο να νομίσουμε Πως σαν γενναίοι στρατιώτες κατατροπώσαμε γρήγορα τους εχθρούς μας).
Γι αυτό εσύ, αγαπητέ, πέρασε στον β΄ πόλεμο, δηλαδή ξεσήκωσε κατεπάνω σου με την ενθύμησι εκείνους τους λογισμούς, που σου έγιναν αιτία της ανυπομονησίας· και με συχνές επιθυμίες και με περισσότερη βία από την πρώτη, καταδίωξε τις κινήσεις τους μακριά από σένα, λέγοντας με τον Δαβίδ· «Θα κυνηγήσω τους εχθρούς μου και δεν θα υποχωρήσω μέχρις ότου να τους εξολοθρεύσω» (Ψαλμ. 17,41). Μά επειδή δεν είναι αρκετό το να διώξουμε μόνο τους εχθρούς μας, αλλά πρέπει και να τους μισήσουμε από την καρδιά μας για να μη νικηθούμε από αυτούς άλλη φορά, γι αυτό και εσύ με τον γ΄ πόλεμο πρέπει να εναντιωθής με τόση σφοδρότητα στους λογισμούς της ανυπομονησίας, έως να τους μισήσης και να τους συχαθής λέγοντας εκείνο το ψαλμικό. «Τήν αδικία την μίσησα και την σιχάθηκα» (Ψαλμ. 118,162), και, «Μέ τέλειο μίσος τους μίσησα· έγιναν προσωπικοί μου εχθροί» (Ψαλμ. 118,21). Τελευταία, για να κάνης τέλεια την ψυχή σου με τις έξεις (24) των αρετών, πρέπει να κάνης ακόμη και πράξεις εσωτερικές που να είναι αντίθετες απευθείας στην ανυπομονησία σου· κατά το «Απομακρύνσου από το κακό και κάνε το καλό» (Ψαλμ. 33,14).
Γιά παράδειγμα· αν επιθυμής να αποκτήσης τελείως την συνήθεια της υπομονής, δεν φθάνει μόνον να εξασκήσαι με τους τρόπους του πολέμου, που είπα, αλλά πρέπει ακόμη και να αγαπάς την περιφρόνησι, που έλαβες από εκείνον που σε ατίμασε ή σε έβρισε, επιθυμώντας να ατιμασθής πάλι και να βριστθής όπως και πρώτα από τον ίδιο τον άνθρωπο· και να είσαι προετοιμασμένος να υπομείνης ακόμη βαρύτερες ατιμίες και βρισιές, επειδή και οι παρόμοιες πράξεις είναι αναγκαίες, για να μας κάμουν τέλειους στις αρετές. Γιατί αλλιώς, οι άλλες πράξεις όσο πολλές και δυνατές και αν είναι, δεν είναι όμως ικανές να αποσπάσουν την κακία από τις ρίζες της. Γι αυτό είναι ανάγκη, εκεί που ήταν προηγουμένως φυτευμένη και ριζωμένη η κακία, εκεί αντί αυτής να φυτευθή και να ριζωθή η αντίθετή της αρετή (25), για να γίνουν κατά τους ιατρούς τα αντίθετα θεραπεία των αντιθέτων.
Έτσι εάν εμείς δεν συνηθίσουμε με πολλές και συχνές πράξεις να αγαπάμε την καταφρόνησι και να χαιρώμαστε με αυτήν, πάνω στην οποία αγάπη της καταφρονήσεως θεμελιώνεται και ριζώνει η υπομονή, δεν θα ελευθερωθούμε ποτέ από την κακία της ανυπομονησίας, η οποία θεμελιώνεται πάνω στο μίσος της καταφρονήσεως· γι αυτό και μένοντας ζωντανή η ρίζα της κακίας, φυτρώνει πάντα με τρόπο που μαραίνει την αρετή, μερικές φορές δε και την πνίγει εντελώς· και εμάς κάνει να κινδυνεύουμε, για να ξαναπέσουμε πάλι με κάθε ευκαιρία που θα μας τύχη· είναι, λοιπόν, βέβαιο, ότι χωρίς τις αντίθετες πράξεις που είπαμε, δεν είναι δυνατόν να αποκτήσουμε την αληθινή συνήθεια των αρετών.
Γνώριζε δε και αυτό, ότι αυτές οι πράξεις πρέπει να είναι τόσο συχνές και τόσο πολλές, που να μπορούν να καταστρέψουν τελειωτικά την συνήθεια της κακίας, η οποία καθώς ριζώθηκε και κατέκτησε την καρδιά μας από τις πολλές κακές πράξεις, έτσι πρέπει να ξερριζωθή από αυτή με τις πολλές καλές πράξεις, και τότε να ριζώσουμε στην καρδιά μας την συνήθεια των αρετών, μάλιστα λέω, ότι πρέπει να είναι πολύ περισσότερες οι καλές πράξεις από τις κακές για να γίνη η συνήθεια ενάρετη· επειδή οι καλές πράξεις δεν είναι σαν τις πράξεις της κακίας που υποστηρίζονται από την φύση, η οποία είναι διεφθαρμένη από την αμαρτία.
Σου λέω ακόμη και τούτο· ότι αν η αρετή που ασκείσαι το απαιτή, πρέπει ακόμη να κάνης και εξωτερικές πράξεις παρόμοιες με τις εσωτερικές· για παράδειγμα· για να αποκτήσης την υπομονή όχι μόνο πρέπει να αγαπάς με την καρδιά σου εκείνους που σε εξευτέλισαν ή σε ενόχλησαν με κάθε τρόπο, αλλά και να λες σε αυτούς λόγια πραότητας και αγάπης· και αν μπορής και να τους υπηρετείς ακόμη με έργα και να τους βάλλης μετάνοια (26). Και αυτές οι πράξεις και οι εσωτερικές και οι εξωτερικές, να σου φαίνωνται δύσκολες τόσο για την αδυναμία του νού σου, όσο και για την δυσκολία που σου φέρνει σε αυτά η επιθυμία σου, όμως με κανένα τρόπο δεν πρέπει να τις εγκαταλείψης, αλλά να αγωνίζεσαι να τις κάνης. Γιατί, όσο αδύνατες και αν είναι, σε κρατούνε σταθερό και γενναίο στον πόλεμο και σου διευκολύνουν τον δρόμο για να νικήσης.
Στάσου με προσοχή και συμμαζέψου καλά στον εαυτό σου για να πολεμήσης όχι μόνο τις μεγάλες και αποτελεσματικές επιθυμίες σου, αλλά ακόμη και τις μί-κρές και ελαφριές του κάθε σου πάθους· γιατί οι μικρές ανοίγουν τον δρόμο στις μεγάλες, οπότε και μετά από αυτά γεννιούνται μέσα μας οι κακές επιθυμίες· και από την λίγη φροντίδα που έχουν μερικοί στο να αποσπάσουν από την καρδιά τους τις μικρές επιθυμίες, αφού κυρίευσαν τις μεγάλες του ιδίου πάθους, ακολουθεί σε αυτούς ανέλπιστα και ξαφνικά, να βλαφθούν και να νικηθούν από τους εχθρούς τους με δύναμι και φθορά περισσότερη παρά από ό,τι πριν.
Σου υπενθυμίζω ακόμη να περικόβης και να απονεκρώνης τις επιθυμίες και τα θελήματά σου, ακόμη και για πράγματα που επιτρέπονται μεν αλλά δεν είναι απαραίτητα (και τέτοια είναι οι πολλές συνομιλίες, τα λιπαρώτερα φαγητά και τα παρόμοια). Γιατί από αυτό θα σε ακολουθήσουν πολλά καλά. Γιατί αυτά θα σε κάνουν περισσότερο προετοιμασμένο και πιο πρόθυμο να νικάς τον εαυτό σου και στα άλλα. Γιατί θα γίνης δυνατώτερος και εμπειρότερος στον πόλεμο των πειρασμών γιατί θα αποφύγης διάφορες παγίδες του διαβόλου και θα κατορθώσης πράγματα πολύ αρεστά στο Θεό.
Λοιπόν εάν ακολουθήσης, αγαπητέ, με τον τρόπο αυτόν που σου είπα αυτά τα άγια γυμνάσματα, να είσαι βέβαιος Πως σε λίγο καιρό θα προκόψης πολύ και θα γίνης άνθρωπος πνευματικός αληθινά και πραγματικά και όχι ψεύτικα και στο όνομα μόνο. Γιατί αν επιχειρήσης άλλο τρόπο και άλλα γυμνάσματα ευχάριστα στην επιθυμία σου, τόσο που να νομίζης ότι ενώθηκες με τον Θεό και του συνομιλείς γλυκά, γνώριζε, ότι δεν είναι δυνατόν να αποκτήσης τη χάρι του αγίου Πνεύματος ή καμμία αρετή επειδή η χάρις του Πνεύματος, καθώς είπα στο α΄ κεφάλαιο, δεν αποτελείται ούτε γεννιέται από γυμνάσματα ευχαριστήσεως και παρόμοια με τη φύσι μας, αλλά από εκείνα που βάζουν τη φύση στους σταυρούς και τις κακοπάθειες, και από εκείνα που ανακαινίζεται ο άνθρωπος μέσα από τις επιθυμίες των ευαγγελικών αρετών και ενώνεται με τον εσταυρωμένο του Ποιητή.
Γνώριζε και αυτό, ότι καθώς οι συνήθειες των κακών γίνονται με πολλές και συχνές πράξεις της λογικής θελήσεως, επειδή αυτή είναι που παραδίνεται στις παράλογες επιθυμίες της αισθήσεως. Έτσι και οι συνήθειες των ευαγγελικών αρετών, αποκτώνται με το να κάνης πράξεις συχνές και πολλές και να παραδίνεσαι στο θέλημα του Θεού, από το οποίο είμαστε προσκαλεσμένοι πότε στη μία αρετή και πότε στην άλλη. Γιατί καθώς η λογική θέλησί μας, δεν μπορεί ποτέ να είναι κακή και γήινη, όσο και αν πολεμήται από την παράλογη επιθυμία της σάρκας και από την κακία, αν δεν παραδοθεί μόνη της σε αυτή και υποταχτεί· έτσι πάλι αυτή, δεν μπορεί ποτέ να είναι ενάρετη και ενωμένη με τον Θεό, αν και προσκαλήται από την χάρι του, αν δεν παραδοθή ολοκληρωτικά στο θέλημα και στη χάρι αυτού, τόσο με τις εσωτερικές πράξεις όσο και με τις εξωτερικές.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΔ΄. Τι πρέπει να γίνεται, όταν η ανώτερη λογική θέλησις φαίνεται νικημένη από την παράλογη και κατώτερη και από τους εχθρούς.
Αν καμμία φορά σκεφθής ότι η λογική σου θέλησις δεν μπορεί να αντισταθή ποτέ καθόλου στην παράλογη επιθυμία και στους εχθρούς που σε πολεμούνε, επειδή και δεν αισθάνεσαι να έχης μία προθυμία ζωντανή εναντίον τους· συ όμως, να παραμείνης, αδελφέ μου, σταθερός και μην εγκαταλείψης τον πόλεμο, γιατί θα θεωρήσαι ως νικητής, εφόσον δεν βλέπης φανερά νικημένο τον εαυτό σου. Διότι όπως η ανώτερη θέλησί μας δεν έχει ανάγκη από τις κατώτερες επιθυμίες, για να προσβάλλη τις πράξεις της, έτσι αν αυτή η ίδια δεν θέλη, δεν μπορεί να πιεσθή ποτέ και να νικηθή από αυτές με όσο σκληρό πόλεμο και αν της κάνουν. Γιατί, ο Θεός χάρισε στη θέλησί μας τόση ελευθερία και δύναμι, ώστε και αν όλες οι αισθήσεις, και όλοι οι δαίμονες και όλος ο κόσμος μαζί οπλισθούν εναντίον της και την πολεμούν δυνατά, παρόλα αυτά, μπορεί η θέλησί μας με κάθε ελευθερία, να τα περιφρονήση και να θέλη εκείνο, που θέλει, ή να μη θέλη εκείνο, που δεν θέλει και όσες φορές θέλει και για το σκοπό εκείνο που της αρέσει καλύτερα.
Εάν δε και καμιά φορά οι νοητοί εχθροί και η παράλογή σου επιθυμία, τόσο δυνατά σε πολεμούνε και σε καταπιέζουν, ώστε αποδυναμωμένος, δεν μπορείς να κάνης εναντίον τους κανένα έργο πνευματικό για να βοηθηθής, σου λέω, να μη δειλιάσης ούτε σε αυτή την περίπτωσι, ούτε να ρίξης στη γη τα άρματα· αλλά χρησιμοποίησε αυτό το όχημα, εναντίον αυτών και λέγε προς τους εχθρούς· «δεν υποχωρώ από τον πόλεμο, δεν θα σάς αφήσω ούτε τώρα απλήγωτους». «Ο Κύριος είναι το φως και η σωτηρία μου, ποιόν θα φοβηθώ; Ο Κύριος το καταφύγιο της ζωής μου, από ποιόν θα πανικοβληθώ;» (Ψαλμ. 26,1). «Εγώ στο όνομά του θα εξουθενώσω τους εχθρούς μου» (Ψαλμ. 43,7)· και αν τώρα δυναμωθής, αλλά πάλι νικηθής, όπως γράφτηκε· «Όσο και αν συνασπίζεσθε, θα συντριβήτε· εξοπλισθήτε όσο θέλετε, πάλι θα συντριβήτε» (Ησ. 8,9). Οπότε όπως κάνει εκείνος που έχει εναντίον του τον εχθρό και τον καταδυναστεύει· ο οποίος, μη μπορώντας να τον χτυπήση κατευθείαν, τον χτυπά πλάγια και δοκιμάζει να κάνη ένα πήδημα παραπίσω, για να μπορέση να τον πληγώση και κατ ευθείαν έτσι κάνε και συ· μάζεψε τους λογισμούς σου μέσα στον εαυτό σου και σκέψου ότι δεν έχεις καμμία δύναμι και έτσι καταφεύγοντας στο Θεό, που μπορεί τα πάντα, κάλεσέ τον με θερμή ελπίδα και δάκρυα, ενάντια στο πάθος που σε πολεμεί, λέγοντας· «Κύριε, βοήθησέ με· Θεέ μου, Θεέ μου, βοήθησέ με· Ιησού μου, βοήθησέ με· πολέμισε τους πολεμούντάς με· πάρε ασπίδα και όπλο και έλα βοήθησέ με» (Ψαλμ. 34,1). «Θεοτόκε Παρθένε, βοήθησέ με, για να μην αφήσω τον εχθρό να με νικήση».
Εάν δε το πάθος και ο εχθρός σου δίνη χρόνο, μπορείς ακόμη να βοηθήσης την αδυναμία της θελήσεώς σου κατά του πάθους, με τους στοχασμούς και αυτές τις ασκήσεις. Παραδείγματος χάριν, όταν εσύ πέσης σε καμία δυσκολία ή άλλη κάποια τιμωρία και η επιθυμία σου δεν μπορή ή δεν θέλη να την υπομείνη, βοήθησέ την με αυτά.
Α΄. Σκέψου, ότι η δοκιμασία αυτή που υποφέρεις, πρέπει να την πάθης άξια, γιατί εσύ έδωσες την αφορμή και με κάθε δίκαιο χρωστάς να υποφέρης εκείνην την πληγή, που εσύ με τα χέρια σου έδωσες στον εαυτό σου.
Β΄. Εάν εσύ δεν έχης στη δοκιμασία αυτή κανένα φταίξιμο, γύρισε τον λογισμό σου στα πολλά άλλα και μεγάλα σου σφάλματα και σκέψου, Πως γι αυτά δεν σου έδωσε ακόμη ο Θεός την τιμωρίαν που σου αρμόζει, αλλά ούτε εσύ τα σωφρόνισες καθώς πρέπει· οπότε η ευσπλαγχνία του Θεού σε ελέησε και για να μη βασανισθής αιώνια, σου έστειλε την προσωρινή αυτή δοκιμασία· και λοιπόν πρέπει να τη δεχθής με χαρά και ευχαριστία.
Γ. Σκέψου, ότι αν και πρόλαβες και έκανες αρκετό κανόνα για τα αμαρτήματά σου εκείνα με τα οποία λύπησες την μεγαλειότητα του Θεού (το οποίο δεν πρέπει ποτέ να σκεφθής)· σκέψου όμως Πως στην βασιλεία των ουρανών δεν μπαίνει κανείς άλλος, παρά μέσα από την στενή πύλη των δοκιμασιών και των θλίψεων. «Πρέπει να περάσουμε από πολλές θλίψεις για να μπούμε στην Βασιλεία του Θεού» (Πράξ. 14,21).
Δ΄. Ότι αν και συ μπορείς να μπής σε αυτή την βασιλεία μέσα από άλλο δρόμο, δηλαδή μέσα από την αγάπη του Θεού, όμως αυτό δεν πρέπει ούτε καν να το σκεφθής· επειδή και ο Υιος του Θεού με όλους του τους φίλους, μπήκε σε αυτή μέσα από αγκάθια και σταυρούς.
Ε. Σκέψου Πως αυτή η δοκιμασία που υποφέρεις, είναι κατά το θέλημα του Θεού (το οποίο πρέπει να σκέφτεσαι στην αρχή κάθε σου πράξεως και θλίψεως που θα σου συμβαίνη, όπως σου είπα πιο πριν, στο ι΄ και ια΄ κεφάλαιο, δηλαδή το να θέλης να γίνεται σε κάθε σου έργο και σε κάθε άλλο γεγονός το θέλημα του Θεού), ο οποίος για την αγάπη που σου έχει, ευχαριστιέται και χαίρεται να σε βλέπη να υποφέρης ως πιστός του και γενναίος πολεμιστής. Λοιπόν και συ για να ανταποκριθής σε αυτή του την αγάπη, όσο είναι άδικη και βαριά η δοκιμασία που υποφέρεις, τόσο αγωνίσου να την υπομένης με ευχαριστία. Γιατί κάνοντας έτσι, φαίνεσαι Πως υπομένεις στην πράξι και αγαπάς και σε αυτά ακόμη τα σκληρότατα βασανιστήρια μόνον την θεία του θέλησι, για την οποία και κοντά στην οποία, κάθε τι πικρό φαίνεται γλυκό και κάθε άτακτο έχει τάξι και κανόνα τέλειο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΕ΄. Πρέπει να πολεμά κανείς με όλες του τις δυνάμεις και παντοτεινά και γενναία.
Εάν θέλης να νικάς τους εχθρούς σου πιο γρήγορα και εύκολα, είναι ανάγκη να πολεμάς, αδελφέ και για πάντα και γενναία, εναντίον όλων σου των παθών, περισσότερο όμως και ειδικά εναντίον της φιλαυτίας σου, δηλαδή της υπερβολικής αγάπης του εαυτού σου, συνηθίζοντας να έχης για φίλους σου αγαπητούς τις περιφρονήσεις και τις θλίψεις, που μπορεί ποτέ να σου δώση ο κόσμος· γιατί, με το να μη γνωρίζει κάποιος αυτόν τον πόλεμο του εαυτού του και με το να τον υπολογίζη λίγο, συνέβηκε και συμβαίνει πάντα να είναι οι νίκες δύσκολες, σπάνιες, ατελείς και ανύπαρκτες.
Λοιπόν, αυτός ο πόλεμος πρέπει να γίνεται πάντοτε, ασταμάτητα, δηλαδή συνεχώς, ως την ώρα του θανάτου σου και με γενναία ψυχή, την οποία εύκολα θα αποκτήσης εάν την ζητήσης από τον Θεό· εάν όμως σκεφθής την μανιασμένη ορμή και το παντοτεινό μίσος, που έχουν εναντίον σου οι εχθροί δαίμονες και το μεγάλο πλήθος των παρατάξεων και στρατευμάτων του, σκέψου όμως από την άλλη πλευρά και ότι είναι πολύ μεγαλύτερη η δύναμι του Θεού και η αγάπη που σου έχει και ότι πολλοί περισσότεροι είναι οι Άγγελοι του ουρανού και οι προσευχές των Αγίων, που πολεμούν κρυφά με το μέρος μας, όπως γράφτηκε για τον Αμαλήκ· «Μέ μυστικό και αόρατο χέρι πολεμά ο Κύριος» (Έξοδ. 17,16). Γι αυτό και από αυτήν την σκέψι παρακινήθηκαν τόσες γυναίκες και τόσα ανήλικα παιδιά και κατέκτησαν και νίκησαν όλη τη δύναμι και σοφία του κόσμου, όλες τις προσβολές του εχθρού διαβόλου και όλη τη μανία του.
Οπότε, δεν πρέπει να φοβηθής ποτέ, αν και σου φαίνεται ότι ο πόλεμος των εχθρών είναι δυνατός κατά πολύ, ότι θα παραμείνη για όλη σου την ζωή και ας σε φοβερίζη με πτώσεις από διάφορα μέρη. Γιατί, κάθε δύναμι και γνώσι των εχθρών μας, βρίσκεται στα χέρια του θείου μας Αρχιστρατήγου Ιησού Χριστού, για του οποίου την τιμή πολεμείσαι. Ο οποίος, επειδή μόνος του σε προσκαλεί με πίεσι στον πόλεμο, είναι φανερό, ότι όχι μόνο δεν θα αφήση ποτέ να υπάρξει σε βάρους σου κάποια εξουσία και νίκη από τους εχθρούς (γιατί αυτό το θεωρεί ως προσβολή του)· αλλά πολεμώντας αυτός για σένα, θα τους δώση στα χέρια σου νικημένους, όταν του φανή ευχάριστο, όπως γράφτηκε «Ο Κύριος ο Θεός σου πηγαινοέρχεται μέσα στο στρατόπεδό σου για να σε προστατεύση και για να συλλάβη τους εχθρούς σου και να τους παραδώση στα χέρια σου». (Δευτερ. 23,14).
Εάν όμως και αυτός αργοπορήση μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής σου, να κάνης αυτή την νίκη (27), αυτό θα είναι για μεγαλύτερο κέρδος σου· μόνον εσύ, αυτό πρέπει να κάνης, το να πολεμάς μεγαλόψυχα· και αν πολλές φορές μείνης πληγωμένος στον πόλεμο, μην αφήσης ποτέ σου τα όπλα, ούτε να φύγης· τέλος πάντων, για να παρακινήσαι να πολεμάς γενναία, πρέπει να γνωρίζης, ότι αυτόν τον πόλεμο δεν μπορεί να τον αποφύγη κανένας άνθρωπος, είτε στη ζωή είτε στο θάνατο· και όποιος δεν πολεμάει για να νικήση τα πάθη και τους εχθρούς του, αναγκαστικά πρέπει να συλληφθή από εδώ ή από εκεί και να πεθάνη.
Γι αυτό, πρέπει να πολεμάμε γενναία και πάντα, γιατί έχουμε να κάνουμε με τέτοιους εχθρούς, οι οποίοι τόσο πολύ μας μισούν, που δεν είναι δυνατόν να ελπίζουμε ποτέ από αυτούς ούτε ειρήνη, ούτε διωρία ή καμμία ανακωχή και κατάπαυσι του πολέμου. Γιατί καλό ήταν από την αρχή να μην ανοίξουμε πόρτα και να βάλουμε τους εχθρούς και τα πάθη μέσα στην ψυχή και καρδιά μας· αφού όμως τους βάλαμε μία φορά, δεν μπορούμε πια να αδιαφορήσουμε, αλλά πρέπει να πολεμάμε για να τους βγάλουμε, επειδή αυτοί είναι αναιδείς και αδιάντροποι, δεν βγαίνουν με άλλον τρόπο παρά με τον πόλεμο (28).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IΣΤ΄. Μέ ποιό τρόπο ξημερώνοντας πρέπει να βγαίνη στη μάχη το πρωί ο στρατιώτης του Χριστού για να πολεμά.
Αφού ξυπνήσης το πρωί και προσευχηθής αρκετή ώρα λέγοντας, Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιε του Θεού, ελέησόν με, το πρώτο πράγμα που πρέπει να σκεφθής είναι αυτό, το να νομίσης ότι βλέπης τον εαυτό σου κλεισμένο μέσα σε ένα τόπο και στάδιο (29), το οποίο δεν είναι άλλο, παρά η ίδια σου καρδιά και όλος ο εσωτερικός άνθρωπος· με αυτόν το νόμο, ότι όποιος εκεί δεν πολεμήσει, θα μένη για πάντα πεθαμένος· και μέσα σε αυτό φαντάσου Πως βλέπης μπροστά σου εκείνο τον εχθρό και εκείνη την κακή σου επιθυμία, την οποία αποφάσισες να πολεμήσης και είσαι έτοιμος να πληγωθής και να πεθάνης, αρκεί μόνο να την νικήσης. Και από μεν το δεξιό μέρος του σταδίου, πίστεψε Πως βλέπης τον νικηφόρο σου Αρχιστράτηγο, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό με την Παναγία του Μητέρα και με πολλά τάγατα Αγγέλων και Αγίων και μάλιστα τον Αρχάγγελο Μιχαήλ· και από την αριστερή πλευρά, ότι βλέπης τον υπόγειο διάβολο με τους δικούς του δαίμονες, για να ξεσηκώσουν το πάθος εκείνο και την κακή επιθυμία καταπάνω σου, και να σε παρακινήσουν να εγκαταλείψης τον πόλεμο και να υποταχθής σε αυτό· φαντάσου και Πως ακούς μία φωνή, σαν από τον φύλακά σου Άγγελο, να σου λέη τα εξής: Εσύ σήμερα θα πολεμήσης εναντίον αυτού του πάθους