Kεφάλαιο 14ο

Περιεχόμενα

Kεφάλαιο 16ο

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15ο.

Στο πειθαρχείο


ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ

Την ενδέκατη μέρα από την υπόσχεση γάμου, ταξίδευα με τη μνηστή μου και τις οικογένειές μας, για την Κόρινθο. Αισθανόμουν σαν χαμένος, μη μπορώντας να συνηθίσω στις τόσες ξαφνικές αλλαγές τής ζωής μου. Ήμουν πλέον λογοδοσμένος, και σε λίγες ώρες θα αντιμετώπιζα και τη στέρηση τής ελευθερίας μου. Έπαψα πλέον να κατευθύνω εγώ τα πράγματα. Από εδώ και στο εξής, θα ακολουθούσα τα γεγονότα, σαν σε όνειρο.

Εξαντλήσαμε ως το απόγευμα όλο το περιθώριο που είχα για τη στράτευση, ώστε να μη στερηθώ ούτε στιγμή ελευθερίας. Τέλος, πήγαμε στο στρατόπεδο τής Κορίνθου. Αγκάλιασα έναν έναν όλους όσους με συνόδευσαν, και φιλώντας τελευταία τη μνηστή μου, τής έδωσα ένα γράμμα. Ύστερα πήρα τη βαλίτσα με τα απαραίτητα, και πλησίασα το σκοπό. Του είπα πως ήμουν για κατάταξη, και μου έδειξε προς τα πού να πάω. Περπατώντας, παρακολουθούσα με την άκρη τού ματιού μου τη μνηστή μου, να διαβάζει το γράμμα μου.

Ρώτησα έναν στρατιώτη πού είναι ο διοικητής, και μου έδειξε ένα κτίριο. Ήθελα να πάω πρώτα σ’ αυτόν, γιατί δεν ήξερα πώς θ’ αντιδρούσαν οι κατώτεροί του στην άρνησή μου να στρατευθώ. Προχωρούσα και προσευχόμουν στο Θεό, να μου δώσει δύναμη και σοφία, να ενεργήσω σύμφωνα με το θέλημά του. Στο μυαλό μου, στριφογύριζαν σχέδια, για το τι θα τού απαντούσα σε κάθε του τυχόν επιχείρημα. Με καθησύχαζε όμως, το ότι ήταν άνθρωπος με κατανόηση, όπως με είχαν πληροφορήσει οι ΄΄Μάρτυρες΄΄ τής Κορίνθου.

Μια αυστηρή φωνή, με έβγαλε από τις σκέψεις μου:

-Έϊ! Πού νομίζεις ότι πας από δω;

Στράφηκα και είδα έναν στρατιώτη.

-Θέλω να μιλήσω στον κύριο διοικητή! απάντησα.

-Απαγορεύεται! Πήγαινε με τους υπολοίπους για κατάταξη! μου είπε έντονα.

-Μα έχω να του πω κάτι προσωπικό! επέμεινα.

-Κάνε αυτό που σου λέω, για να μην έχεις μπλεξίματα! είπε.

Γύρισα πίσω απογοητευμένος, και κάθισα σ’ ένα παγκάκι, απέναντι στην είσοδο. Με ανακούφιση είδα, ότι οι δικοί μου ήταν ακόμα εκεί. Περίμενα για λίγα λεπτά, ώσπου ο εκνευριστικός στρατιώτης απομακρύνθηκε. Στο διάστημα αυτό, ενώ όλοι οι δικοί μου κοιτούσαν προς εμένα, παρατήρησα πως η μνηστή μου, μου είχε γυρισμένη την πλάτη. Αν και ήταν μακριά, κατάλαβα πως έκλαιγε, και δεν ήθελε να τη δω, για να μη με στεναχωρήσει.

Σηκώθηκα ξανά, και κατευθύνθηκα με προσοχή προς το διοικητήριο. Στην πόρτα, με σταμάτησε κάποιος ντυμένος με πολιτικά, και με ρώτησε πού πάω. Όταν τού ζήτησα τον διοικητή, μου είπε:

-Εγώ είμαι.

-Ήρθα για κατάταξη, όμως πρέπει να σας πω, πως για λόγους συνείδησης, θα πρέπει να αρνηθώ τη στρατιωτική ιδιότητα.

-Εντάξει παιδί μου, πήγαινε με τους άλλους και εκεί θα σου πουν τι θα κάνεις. Έχουμε και άλλους σαν εσένα.

Τον χαιρέτησα, κι έφυγα απορημένος. ΄΄Τόσο εύκολο ήταν;΄΄ αναρωτήθηκα. Ήμουν χαρούμενος που έμαθα πως εκτός από το παιδί που είχα συναντήσει στο Μπέθελ, θα ήταν μαζί μου κι άλλοι.

Αφού τελείωσαν οι διαδικασίες τής επιλογής, έφθασα σ’ ένα τραπέζι όπου θα μου παρέδιδαν τη στολή. Φυσικά αρνήθηκα, και έτσι ειδοποίησαν έναν δεκανέα (ο οποίος εκτελούσε χρέη δεσμοφύλακα), για να με πάει στο πειθαρχείο.

Το πειθαρχείο ήταν ένα κτίριο παλιό, αλλά περιποιημένο απ’ έξω. Μέσα όμως, υπήρχε πολλή αθλιότητα.

Μπαίνοντας, με υποδέχθηκαν ο Στάθης και ο Θανάσης, οι δύο άλλοι ΄΄αδελφοί΄΄, που είχαν αρνηθεί να καταταγούν.

Ο πρώτος, ήταν αυτός που συνάντησα στο Μπέθελ. Ο δεύτερος, ήταν ένας άνθρωπος που έζησε τα περασμένα χρόνια όπως ζει κάθε άνθρωπος που δεν ενδιαφέρεται για το Θεό. Ήταν γιος ΄΄Μαρτύρων΄΄, όμως ζούσε χωρίς Χριστιανικούς περιορισμούς. Αυτό, ως την ημέρα που πήγε στην Κόρινθο, για να παρουσιαστεί. Και τότε, ενώ όλοι στην οικογένειά του πίστευαν πως θα ΄΄ντυθεί΄΄ στρατιώτης, αυτός ξαφνικά άλλαξε γνώμη, και αποφάσισε να αρνηθεί, και να ασπαστεί τη θρησκεία τών γονέων του, την οποία τόσα χρόνια είχε παραμελήσει.

Η άγνοιά του ήταν εμφανής, ακόμα και σε βασικά θέματα πίστεως τών ΄΄Μαρτύρων΄΄. Παράλληλα με τη φυλακή, είχε να δώσει έναν αγώνα και σε βαθιά ριζωμένα πάθη, που είχε αποκτήσει με τη ζωή που είχε ζήσει ως τότε.

Από την αρχή, παρατήρησα πως και οι δύο τους, συμπεριφέρονταν στον δεσμοφύλακα σαν σε στενό τους φίλο, και το αντίστροφο.

Ο Γιώργος, ο δεκανέας δεσμοφύλακας, ήταν ένα πολύ καλό παιδί, που έκανε ό,τι μπορούσε για να είναι η διαμονή μας εκεί πιο ευχάριστη. Στον ένα μήνα που έμεινα στο πειθαρχείο, έγινε και δικός μου φίλος, και μάλιστα αρχίσαμε μαζί μία ΄΄γραφική μελέτη΄΄, εξετάζοντας ένα από τα βιβλία τών μαρτύρων. (Αργότερα δεν παρέλειψε να μας επισκεφτεί και στις στρατιωτικές φυλακές τής Αυλώνας). Μου έκανε εντύπωση το ότι μας άφηνε να γυρίζουμε ελεύθερα στο χώρο τού πειθαρχείου, ακόμα και στην αυλή, απ’ όπου θα μπορούσαμε ευκολότατα ακόμα και να βγούμε στο δρόμο. Ποτέ όμως δεν το κάναμε, για να μη δημιουργήσουμε προβλήματα στο φίλο μας το Γιώργο.

Όταν πρωτοαντίκρυσα το νέο μου ΄΄δωμάτιο΄΄ τού πειθαρχείου, και ιδιαίτερα το κρεβάτι, αναρωτήθηκα πώς θα μπορούσα να ξαπλώσω εκεί. Το στρώμα και οι κουβέρτες, ήταν γεμάτες με κάθε είδους ΄΄εκκρίσεις΄΄. Πήρα βαθιά ανάσα, και κάθισα στο βρώμικο στρώμα. ΄΄Τώρα που μπήκα στο χορό θα χορέψω΄΄. σκέφτηκα. Σύντομα όμως, συνήθισα στην κατάσταση, και διάλεξα τις καθαρότερες στρατιωτικές κουβέρτες που απέμεναν στο πειθαρχείο. Εκεί, τα μόνα παρήγορα πράγματα, ήταν ο φιλικός δεσμοφύλακας, τα επισκεπτήρια, και το νόστιμο (και άφθονο) φαγητό. Όπως κάθε εκπαιδευμένος μάρτυρας, άρχισα από την πρώτη στιγμή, να διαδίδω την πίστη μου στους γύρω μου, από δεσμοφύλακες και φρουρούς, μέχρι ναρκομανείς και λιποτάκτες. Ακόμα κι ένας φρουρός Νεοεποχίτης που όλοι τον φώναζαν ΄΄μάγο΄΄, δεν ξέφυγε από τις προσπάθειές μου.

Στον μήνα που έμεινα εκεί, άρχισα δύο ΄΄γραφικές μελέτες΄΄, μία με το δεσμοφύλακα, και μία με έναν ναρκομανή, τον Δημήτρη.

Μη γνωρίζοντας ότι τα γράμματα τών κρατουμένων διαβάζονται, έστειλα το πρώτο μου γράμμα στην αρραβωνιαστικιά μου, γράφοντας μέσα διάφορα πράγματα εναντίον τής στρατιωτικής θητείας. Το γράμμα χάθηκε...

Τόσο πολύ είχε επηρεαστεί ο δεσμοφύλακας από τη μελέτη που κάναμε, που ένα βράδυ, μάζεψε τους φαντάρους στο ΚΨΜ, και άρχισε να τους μεταφέρει τα όσα είχε μάθει για το μέλλον τού κόσμου όπως το φαντάζονταν οι ΄΄Μάρτυρες΄΄.

Αυτός ο μήνας πέρασε αργά για μένα. Τόσο αργά, που μου άφησε τόσες αναμνήσεις, όσες μου άφησε ένας χρόνος στη ΣΦΑ. (Στρατιωτικές Φυλακές Αυλώνος). Περνούσα τις ημέρες μου διαβάζοντας τη νέα μου Αγία Γραφή, που είχα αγοράσει πριν λίγους μήνες, και γράφοντας γράμματα στην αρραβωνιαστικιά μου. Κατάρτισα μάλιστα ένα καθημερινό πρόγραμμα, για να εκμεταλλευθώ κάθε λεπτό τής φυλακής, για την ΄΄πνευματική΄΄ μου πρόοδο. Είχα αυτό που στην οργάνωση τής Σκοπιάς το λένε: ΄΄Βαθιά αίσθηση τού επείγοντος τών καιρών΄΄.

Τέλος, έφθασε η μέρα που θα με έστελναν στην Αυλώνα. Με πήραν με την ΄΄κλούβα΄΄, και μετά από δύο στάσεις, (μία στη χωροφυλακή και μία στο μεταγωγών), είδα τους τοίχους τών φυλακών. Στη διαδρομή, όλα πήγαν καλά, αν εξαιρέσουμε την αγενέστατη συμπεριφορά κάποιου ανωτέρου στη χωροφυλακή. Αυτός, θα ήθελε όπως είπε, ΄΄να μπορούσε να τουφεκίσει όλους εμάς που δεν υπηρετούμε την πατρίδα΄΄. Προφανώς, θεωρούσε τον εαυτό του ΄΄πατριώτη΄΄. Εγώ, την ώρα που τα έλεγε αυτά, σκεπτόμουν την εντελώς διαφορετική μεταχείριση στο πειθαρχείο, τόσο από τον δεσμοφύλακα, τους φρουρούς και τον διοικητή, όσο και από τον στρατιώτη που έστειλαν για να με μεταπείσει. Ήταν ένα ευγενικό παιδί, που όμως είχε άγνοια σε θέματα πίστεως. Έτσι, ήταν εύκολο για εμένα να απαντήσω, ακόμα και να στρέψω εναντίον του τα επιχειρήματά του. Θυμάμαι, πως στο τέλος τής συζήτησης, ζήτησε βοήθεια από έναν άλλο κρατούμενο, ρωτώντας τον: ΄΄Εσύ μουστάκια τα πιστεύεις αυτά που λέει αυτός;΄΄

-Ναι! ήταν η απάντηση τού Δημήτρη, που είχε ήδη αρκετές ΄΄γραφικές μελέτες΄΄ στο ενεργητικό του. Μετά απ’ αυτό, ο στρατιώτης έφυγε και δεν ξαναήρθε.

Kεφάλαιο 14ο

Περιεχόμενα

Kεφάλαιο 16ο

Πάνω