Kεφάλαιο 16ο

Περιεχόμενα

Kεφάλαιο 18ο

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17ο.

Στην Κασσάνδρα


ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ

Στην Κασσάνδρα, πήγαμε με ένα πούλμαν. Τις δύο φορές που σταματήσαμε για ξεκούραση, οι φύλακες μας άφησαν ελεύθερους να περπατήσουμε στις γύρω κατοικημένες περιοχές. Είχα πολύ καιρό να βρεθώ έτσι ελεύθερος, και πραγματικά το χάρηκα. Όλοι οι φύλακες, ήξεραν πως κανένας μας δεν θα έφευγε, κι έτσι κάθισαν ήσυχοι σ’ ένα ταβερνάκι. Οπωσδήποτε, αυτή η διαδρομή δεν συγκρινόταν καθόλου με τις σύντομες μετακινήσεις που είχα κάνει με την κλούβα, όταν πήγαινα στη ΣΦΑ και στα δικαστήρια.

Αν και η Κασσάνδρα βρισκόταν μακριά από το σπίτι μου, ήθελα να πάω, επειδή εκεί δεν κινδύνευα. Σε περίπτωση πολέμου, όλοι μας θα καλούμασταν για επιστράτευση αν βρισκόμασταν στις στρατιωτικές φυλακές. Αυτό σήμαινε βέβαιο θάνατο για όποιον δεν συμμορφωνόταν σε περίπτωση πολέμου. Γι’ αυτό, όσο ήμασταν στην Αυλώνα, παρακολουθούσαμε με προσοχή τις ειδήσεις, και αγωνιούσαμε όταν ακούγαμε για κάποια κρίση στις σχέσεις τής χώρας μας με την Τουρκία. Στην Κασσάνδρα όμως, ήταν αλλιώς. Κανείς μας δεν κινδύνευε.

Η πρώτη εντύπωση μόλις αντίκρισα τα άθλια κτίρια τής Κασσάνδρας, ήταν αποκαρδιωτική. Μπροστά τους, οι φυλακές τής Αυλώνας ήταν ξενοδοχείο. Το μόνο ευχάριστο, ήταν το εξοχικό τοπίο, ως εκεί που έφτανε το μάτι.

Το σημείο που με πήγαν, λεγόταν ΄΄Ξενοφών΄΄, και είχε τέσσερα κελιά. Είναι αστείο, αλλά στους τέσσερις τελευταίους μήνες τής ποινής μου που έμεινα εκεί, δεν κατάφερα να θυμηθώ το νούμερο τού κελιού μου.

Το κάθε κελί, είχε περίπου 20 ΄΄κρεβάτια΄΄, (αν μπορούσαν να ονομασθούν έτσι εκείνες οι κατασκευές), γεμάτα με ψύλλους. Όσο για το φαγητό, ήταν σχεδόν πάντοτε απαίσιο και λίγο. Γι’ αυτό, έπρεπε κάθε τόσο, να ψωνίζουμε από έναν μανάβη που ερχόταν ως εκεί. Και η δουλειά όμως, ήταν περισσότερη, και πιο κοπιαστική από την Αυλώνα. Ήταν αγροτική, και διαρκούσε τέσσερις ώρες, περίπου το τετραπλάσιο τής Αυλώνας.

Τα επισκεπτήρια από την Αττική, γίνονταν κάθε μήνα, οπότε έρχονταν και οι δικοί μου. Αυτά, ήταν καλύτερα από τής Αυλώνας, γιατί κρατούσαν περισσότερο, και δεν μας αστυνόμευαν συχνά. Ένα τελευταίο ευχάριστο, ήταν ότι εκεί βρήκαμε φίλους μας, που είχαμε να τους δούμε για καιρό, μια και είχαν φύγει για την Κασσάνδρα σε προηγούμενες μεταγωγές.

Και εκεί επίσης, υπήρχε πλήρως οργανωμένη συνάθροιση, με ΄΄πρεσβυτέρους΄΄ και αίθουσα συναθροίσεων, και ερχόταν συχνά θρησκευτικός λειτουργός τής θρησκείας μας από έξω, και μας έκανε ομιλίες. Ακόμα και αίθουσα δικαστικής επιτροπής. Εκεί, ακόμα και οι πιο άτακτοι, κάθονταν καλά, επειδή υπήρχε αυστηρό πρεσβυτέριο. Αυτό, δεν σημαίνει πως δεν υπήρχαν έκτροπα!

Ένα περιστατικό που θυμάμαι, είχε σχέση με τον διπλανό μου, που ήταν πολύ φίλος μου. Ήταν ένα καλό παιδί, που όμως του άρεσε να τηρούνται οι κανονισμοί τού κελιού, ακόμα και όταν δεν υπήρχε λόγος. Κανονισμοί τού κελιού, ήταν κάποιες συμφωνίες που είχαμε κάνει μεταξύ μας, έτσι ώστε να μη μαλώνουμε. π.χ. ποιες θα ήταν οι ώρες κοινής ησυχίας, τι ώρα θα έκλεινε το φως, με ποια σειρά θα έβαζε ο καθένας τη μουσική που επιθυμούσε, κλπ.

Η τακτική αυτή τού φίλου μου, δημιούργησε έντονη εχθρότητα σε κάποιους από το κελί. Έτσι, βάλθηκαν να του κάνουν τη ζωή δύσκολη. Περπατούσαν με ξύλινα τσόκαρα στο κούφιο πάτωμα όταν κοιμόταν, τού άφηναν υβριστικά χαρτάκια, και ήταν αντίθετοι σε ό,τι ήθελε.

Σύντομα, δημιουργήθηκε εκρηκτική κατάσταση στο κελί, και η παρέα τών διαφωνούντων, τον κατηγόρησαν στο ΄΄πρεσβυτέριο΄΄ για ένα σωρό πράγματα. Εκείνος, απελπισμένος, ήρθε και μου είπε:

-Αυτοί είναι πολλοί! Δεν θα ακούσει εμένα το ΄΄πρεσβυτέριο΄΄! Θα πω ό,τι μπορώ κι εγώ για όσα μου κάνουν!

-Αν θέλεις τη συμβουλή μου, κάνε αυτό που θα σου πω, και θα κερδίσεις. τού είπα. ...Όταν θα έρθει το ΄΄πρεσβυτέριο΄΄, μην τους κατηγορήσεις καθόλου. Ζήτα συγνώμη, και πες πως φταις εσύ για όλα, κι ας μη φταις. Χρησιμοποίησε το παράδειγμα τού Χριστού: ΄΄Νίκα το κακό με το αγαθό΄΄.

Εκείνος, αν και στην αρχή διαφώνησε, δεν είχε άλλη επιλογή. Όταν το ΄΄πρεσβυτέριο΄΄ ήρθε, ο φίλος μου ζήτησε να μιλήσει στο τέλος. Οι αντίδικοί του τότε, άρχισαν να τον κατηγορούν, για χίλια δυο πράγματα. Εκείνος τους άκουγε υπομονετικά. Στο τέλος, πήρε το λόγο.

-Ζητώ συγνώμη από όλους! Θα προσπαθήσω να είμαι καλύτερος από εδώ και πέρα. Εγώ φταίω για όλα!

Σιγή έπεσε στο κελί. Αυτή ήταν η πιο απροσδόκητη απάντηση για όλους τους. Τότε, ένας από την παρέα τών κατηγόρων του, αυτός που ήταν ο βασικός του αντίδικος, κοκκίνισε σαν τομάτα, και άρχισε να ουρλιάζει τρέμοντας:

-Τώρα, εγώ τι να πωωω! και συνέχισε να ουρλιάζει με ακατάληπτα λόγια.

-Εντάξει! Κατάλαβα ποιος φταίει! είπε ο ΄΄πρεσβύτερος΄΄. Και στράφηκε στους κατηγόρους. ...Φροντίστε να μη ξαναδημιουργήσετε πρόβλημα, γιατί θα έχετε μπελάδες! Σε λίγο έφυγε, αφήνοντας όλο το κελί άναυδο.

Ο ΄΄πρεσβύτερος΄΄ αυτός, ήταν ένα από τα καλύτερα παιδιά που γνώρισα στη ζωή μου. Κανείς εκεί μέσα δεν έκανε τις δικές του θυσίες για χάρη τών άλλων. Έχανε πρόθυμα μεροκάματα, για να βγουν άλλοι ταχύτερα, ενώ γι' αυτόν κάθε μεροκάματο που έχανε, ήταν μία μέρα φυλακής ακόμα. Όλοι τον αγαπούσαμε και τον σεβόμασταν.

Υπήρχε μία διευθέτηση, με την οποία, όποιος ζητούσε, μπορούσε να βγει με ΄΄Υφ’ όρων απόλυσιν΄΄, ενωρίτερα από το κανονικό, αλλά θα έπρεπε να μετρήσει καλά τις μέρες, για να μη βγει υπερβολικά νωρίς, γιατί τότε θα τον ξανακαλούσαν, και θα ξανάμπαινε φυλακή αν αρνιόταν τη θητεία. Αυτό το είχαν πάθει οι λεγόμενοι 12-40, οι οποίοι πήραν χάρη, αλλά επειδή έτσι δεν είχαν συμπληρώσει τις ημέρες που όριζε ο νόμος, ξανακλήθηκαν, και φυλακίστηκαν ξανά, έτσι ώστε έκαναν περισσότερη φυλακή απ’ όλους.

Στην Κασσάνδρα, ήμουν τραπεζοκόμος, και τα τρία μεροκάματα μου μετρούνταν για δύο. Είχα υπολογίσει, ότι έτσι θα έβγαινα λίγες ημέρες αργότερα, αλλά είχα την άνεση να γλιτώνω από τη δύσκολη δουλειά στα χωράφια. Όταν λοιπόν έφθασε η εντολή να αποφυλακιστώ σαν απάντηση στην αίτησή μου για ΄΄απόλυση με όρους΄΄, έμεναν ακόμα λίγες μέρες, για να συμπληρώσω αυτές που απαιτούσε ο νόμος. Έτσι, κινδύνεψα να με διώξουν ενωρίτερα, και να την πάθω σαν τους 12-40. Ευτυχώς όμως, με άφησαν στη φυλακή λίγο ακόμα, με τον όρο να δουλέψω στα χωράφια, για να καλύψω συντομότερα τα μεροκάματά μου.

Ήταν χειμώνας, και ασυνήθιστος όπως ήμουν στις εξωτερικές δουλειές, αρρώστησα. Τις τελευταίες ημέρες λοιπόν, ήμουν υποχρεωμένος να δουλεύω με πυρετό, για να μη με διώξουν πρόωρα. Τέλος, η ημέρα τής απόλυσης έφθασε. Ήταν όμως πολύ διαφορετική απ’ ότι περίμενα τόσον καιρό. Όλους αυτούς τους μήνες, ονειρευόμουν την ημέρα που θα έβγαινα πάλι ελεύθερος στον έξω κόσμο. Όταν ήρθε όμως η ημέρα εκείνη, παρακαλούσα τον φύλακα να με αφήσει να κοιμηθώ άλλη μια νύχτα εκεί. Είχα πολύ πυρετό, και το κεφάλι μου πονούσε ανυπόφορα. Ήθελα μόνο να κοιμηθώ, έστω και στη φυλακή.

-Δεν έχω το δικαίωμα να σε κρατήσω! Πρέπει να φύγεις! είπε ο δεσμοφύλακας απρόθυμα. Έτσι, λυπημένος, σύρθηκα ως το πουλμανάκι που θα με πήγαινε στο Κέντρο, και από εκεί, ένας φιλικός δεσμοφύλακας με πήγε με το αυτοκίνητό του ως τα Μουδανιά. Μου φαινόταν απίστευτο που έφευγα μόνος μου, και έψαχνα ασυναίσθητα στο δρόμο, να δω κάποιον δεσμοφύλακα. Από εκεί, πήρα το λεωφορείο για τη Θεσσαλονίκη, αλλά δυστυχώς δεν μπορούσα να κοιμηθώ στο ταξίδι, μήπως έχανα τη στάση που έπρεπε να κατεβώ. Σε λίγες ώρες, προσγειωνόμουν στο αεροδρόμιο τού Ελληνικού, όπου με περίμενε η αρραβωνιαστικιά μου.

Δεν της είπα ότι ήμουν άρρωστος, και προσπάθησα να φαίνομαι υγιής. Αν και απόλαυσα τη συντροφιά της μετά από τόσο καιρό, δεν έβλεπα την ώρα να πέσω στο κρεβάτι.

Σύντομα, πήγα στην Αυλώνα, για να πάρω το αποφυλακιστήριο. Εκεί, είδα με χαρά πολλούς παλιούς φίλους. Με υποδέχθηκαν στα γραφεία οι ΄΄πρεσβύτεροι΄΄ τών νέων σειρών. Το Μπέθελ, φρόντιζε να υπάρχει πάντοτε κάποιος ΄΄πρεσβύτερος΄΄, ειδικά σταλμένος από εκεί, για να δίνει άμεση κατεύθυνση στους φυλακισμένους.

Μου έδωσαν να υπογράψω ένα χαρτί, έτσι ώστε να αποφυλακισθώ. Πήρα το χαρτί να το διαβάσω, αλλά για κάποιο λόγο, μου είπαν:

-Εντάξει είναι! Όλοι το υπογράφουν αυτό, αλλιώς δεν αποφυλακίζονται!

Στο μεταξύ όμως, είχα ήδη διαβάσει το μισό. Καθώς το ακουμπούσα στο τραπέζι, διάβασα και το άλλο μισό. Τότε συγκλονίστηκα. Το χαρτί, με ανέφερε μέσα ως ΄΄στρατιώτη΄΄, και ήταν γραμμένο με ύφος, που η υπογραφή μου θα σήμαινε πως αποδέχομαι αυτή την ιδιότητα. Το μυαλό μου δούλεψε αστραπιαία.

-Ώστε αυτό ήταν; αναρωτήθηκα. ...Όλα ήταν φιάσκο; Κάθισα στη φυλακή ενάμισι χρόνο, για να αποδεχθώ τώρα με την υπογραφή μου ότι είμαι στρατιώτης; Δεν πρέπει να υπογράψω αυτό το χαρτί.

Τότε, πέρασαν από τη σκέψη μου γρήγορα, η μητέρα μου, η αρραβωνιαστικιά μου, όλοι οι άλλοι που το υπέγραψαν πριν από εμένα, και θεώρησα κουτό, το να θυσιάσω εγώ την ελευθερία μου και τα σχέδιά μου για ένα μικρό συμβιβασμό. Έτσι, το υπέγραψα. Ήμουν πλέον ελεύθερος από τη φυλακή, όχι όμως από τις τύψεις. Για μια φορά ακόμα, θυμήθηκα το συμβιβασμό μου με τη στρατιωτική κουβέρτα, και με λύπη μου, συνειδητοποίησα πως οι υπεύθυνοι τής οργάνωσης, είχαν κάνει πριν από εμένα, πρώτοι, τους ίδιους συμβιβασμούς.

Kεφάλαιο 16ο

Περιεχόμενα

Kεφάλαιο 18ο

Πάνω