Kεφάλαιο 2ο

Περιεχόμενα

Kεφάλαιο 4ο

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3ο.

Φλερτάρισμα με την αράχνη


ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ

Ήταν ένα παγωμένο Κυριακάτικο πρωινό. Κουκουλωμένος στο κρεβάτι μου, ρουφούσα τα τελευταία ψίχουλα ζεστασιάς, προτού αποφασίσω να ΄΄αντιμετωπίσω΄΄ το παγωμένο δωμάτιο.

Τα Κυριακάτικα πρωινά, μου άρεσε να χουζουρεύω, και ειδικά το χειμώνα. Άλλωστε η παρέα μου δεν είχε βγει ακόμα στο ΄΄στέκι΄΄ τής γειτονιάς. Ο πατέρας μου δούλευε, και η μητέρα μου είχε πάει εκείνο το πρωινό σε κάποιο μνημόσυνο, αν και δεν συνήθιζε να πηγαίνει στην εκκλησία. Μερικές ΄΄υποχρεώσεις΄΄ όμως, έπρεπε να γίνουν. Δεν θυμάμαι να πήγαινε άλλες μέρες στην εκκλησία, πέρα από τη Μεγάλη Εβδομάδα, και τα μνημόσυνα κάποιων στενών συγγενών μας, όπως εκείνη την ημέρα.

Ευτυχώς, (σκεφτόμουν), εγώ ήμουν πολύ νέος ακόμα, για να τρέχω σε τέτοιες υποχρεώσεις. Ποιος έχει όρεξη άλλωστε ν’ ακούει τις ατέλειωτες ακαταλαβίστικες ψαλμωδίες;

Με κλειστά τα μάτια, κατάστρωνα το πρόγραμμα τής ημέρας. Η Κυριακή, ήταν η μόνη μέρα που μπορούσα να ασχοληθώ με τον εαυτό μου. Τις υπόλοιπες ημέρες, τα πρωινά εργαζόμουν σ’ ένα εργαστήριο κοσμημάτων, και το βράδυ πήγαινα στο βραδινό Τεχνικό Λύκειο. Ήταν ο πρώτος μήνας μου εκεί, και είχα μόλις αρχίσει να συνηθίζω το γεμάτο αυτό καθημερινό πρόγραμμα. Τις Κυριακές όμως, τις ήθελα για τον εαυτό μου.

Το κουδούνι τής πόρτας διέκοψε τις σκέψεις μου απότομα. Τουρτουρίζοντας, άνοιξα την πόρτα. Μπροστά μου, στέκονταν δύο καλοντυμένοι κύριοι με γραβάτα, και χαμογελούσαν εγκάρδια. Ο ένας φορούσε καμπαρδίνα και καπέλο, και τον διέκρινε ένα ΄΄χιτλερικό΄΄ μουστακάκι. Κρατούσαν και οι δύο τσάντες, με το φερμουάρ ανοιγμένο. Μέσα, φαίνονταν διάφορα βιβλία.

Με χαιρέτησαν ευγενικά, και πήρε το λόγο ο κύριος με το μουστακάκι:

-Λέγομαι Κώστας, και με τον φίλο μου, επισκεπτόμαστε τους γειτόνους μας, για να τους φέρουμε κάποια καλά νέα...

-Δηλαδή; ρώτησα.

-...Θα συμφωνείτε πως η παγκόσμια κατάσταση πάει όλο και χειρότερα, και στις ειδήσεις ακούμε...

Εγώ είχα αρχίσει να εκνευρίζομαι. Κρύωνα κιόλας με την πόρτα ανοιγμένη, και ακόμα δεν μου είχαν πει τι ήθελαν από μένα.

-Τι θέλετε ακριβώς; (τους διέκοψα).

-Διαφημίζουμε αυτά τα δύο περιοδικά, τη ΄΄Σκοπιά΄΄ και το ΄΄Ξύπνα΄΄, και σήμερα έχουν το ενδιαφέρον θέμα...

-Δεν με ενδιαφέρει, ευχαριστώ!

-Ξέρετε, έχουμε και ένα ενδιαφέρον βιβλίο...

-Ευχαριστώ! δεν μ’ ενδιαφέρει!

-Θα μπορούσαμε να περάσουμε μέσα να συζητήσουμε; (με ρώτησαν).

-Τι είσαστε εσείς; (ανταπέδωσα την ερώτηση).

-Είμαστε ΄΄Χριστιανοί Μάρτυρες τού Ιεχωβά΄΄...

Εγώ ένοιωσα να εκρήγνυμαι. Οι ξεδιάντροποι! (σκέφτηκα). Δε φτάνει που πατάνε τις εικόνες και το σταυρό, που δεν πάνε στρατιώτες για την πατρίδα, και αφήνουν τα παιδιά τους να πεθαίνουν χωρίς μετάγγιση, έρχονται τώρα και στα σπίτια μας!

-Φύγετε από εδώ γρήγορα, γιατί θα φωνάξω την αστυνομία! (είπα).

-Μα είμαστε νόμιμοι! (μου απάντησαν). ...Εμείς...

-Σας παρακαλώ, δεν θέλω να ακούσω τίποτα! (τους διέκοψα).

-Μα γιατί; Εμείς από αγάπη κινούμενοι, ήρθαμε...

Είχαν γίνει πλέον ανυπόφοροι, και έτσι, τους έκλεισα την πόρτα κατάμουτρα.

Τους άκουσα να κατεβαίνουν τη σκάλα, καθώς ντυνόμουν με ανάμικτα συναισθήματα. Από τη μία με στεναχώρησε ο τρόπος μου απέναντί τους, (ήταν τόσο ευγενικοί), από την άλλη όμως, έπρεπε να κάνω το καθήκον μου σαν Ορθόδοξος Έλληνας! Έτσι, αισθάνθηκα υπερήφανος, που τους έδιωξα όπως τους άξιζε, όπως άλλωστε με συμβούλευαν μεγαλύτεροι, που έλεγαν πως τους γνώριζαν καλά.

Το επόμενο βράδυ, διηγήθηκα στον διπλανό μου στο σχολείο τα κατορθώματά μου, τού πρωινού τής Κυριακής. Ήταν ένα παιδί λίγα χρόνια μικρότερο από εμένα, που εδώ και λίγες μέρες κάναμε πολλή παρέα. Ο Νίκος, (όπως τον έλεγαν), έδειχνε καλό παιδί. Δεν τού άρεσε να βρίζει ή να καπνίζει όπως τα άλλα παιδιά τού σχολείου, και φαινόταν ευχαριστημένος από τη ζωή του. Ήταν από τους καλούς μαθητές τού σχολείου, και φαινόταν ΄΄ψαγμένος΄΄ σε πολλά άλλα πράγματα. Άκουσε τη διήγησή μου με τους ΄΄Μάρτυρες΄΄, χαμογελώντας κάπου κάπου.

Οι μήνες περνούσαν, και το περιστατικό εκείνης τής Κυριακής είχε ξεχαστεί. Εγώ, στριμωγμένος στην καθημερινή ρουτίνα, περίμενα κάποιες αργίες για να συναντήσω τις παρέες μου, που με είχαν σχεδόν ξεγράψει. Τις ώρες που αυτοί φλερτάριζαν στις πλατείες και στις καφετερίες, εγώ έπρεπε να δουλεύω, ή να ακούω βαρετά μαθήματα. Ευτυχώς που είχα γνωρίσει κι εκείνο το παιδί το Νίκο, κι έτσι είχα κάποια παρέα στα διαλείμματα.

Κάποιο βράδυ, στην ώρα τών θρησκευτικών, αφού έγινε η εξέταση τών μαθητών, ο καθηγητής άρχισε να μας παραδίδει το επόμενο μάθημα, με θέμα: ΄΄Οι Χιλιαστές, ή Μάρτυρες τού Ιεχωβά΄΄. Εγώ, άκουγα προσεκτικά όπως και ο διπλανός μου, ο οποίος μάλιστα κρατούσε και σημειώσεις.

Θυμάμαι, μεταξύ άλλων, ο καθηγητής είχε πει και τα εξής:

΄΄Οι χιλιαστές, δεν δέχονται την Παναγία, τους Αγίους, τον Σταυρό, βρίζουν τη σημαία ΄΄κουρελόπανο΄΄, λένε πως θα αναστηθούν οι προ Χριστού πιστοί, και πως θα γίνουν υπουργοί, με πρωθυπουργό τον Αβραάμ, υπουργό ναυτιλίας τον Ιωνά, υπουργό στρατιωτικών τον Γεδεών, κλπ. ΄Εχουν ορίσει πολλές ημερομηνίες για το τέλος τού κόσμου, όπως το 1914, 1925, κλπ, και συνεχώς γελοιοποιούνται. Πηγαίνουν στα σπίτια, και ψάχνουν να βρουν για να παρασύρουν αγράμματους και γυναίκες΄΄.

Στο σημείο αυτό, τελείωσε και η παράδοση τού μαθήματος. Τότε, είδα τον διπλανό μου, τον φίλο μου τον Νίκο, να σηκώνει το χέρι του, ζητώντας την άδεια να μιλήσει. Ο καθηγητής τού έδωσε το λόγο.

-Κύριε καθηγητά, (είπε), λυπάμαι, μα είμαι υποχρεωμένος να διαψεύσω τα λεγόμενα τού βιβλίου, για τους ΄΄Μάρτυρες τού Ιεχωβά΄΄. Δεν είναι αλήθεια πως αρνούνται την Παναγία και τους Αγίους, ούτε πως βρίζουν τη σημαία. Το ότι πιστεύουν όλα αυτά για τους υπουργούς και πρωθυπουργούς προ Χριστού πιστούς, είναι ένα εντελώς γελοίο ψέμα, και ακόμα, είναι ψέμα πως παρασύρουν τους αγράμματους και τις γυναίκες. Και το λεω αυτό, επειδή ούτε αγράμματος είμαι, ούτε γυναίκα, κι όμως είμαι ΄΄Μάρτυς τού Ιεχωβά΄΄.

Στα τελευταία αυτά λόγια, έπεσε σιγή στην αίθουσα. Όλοι περίμεναν την απάντηση τού καθηγητή, ο οποίος βρισκόταν κι αυτός σε αμηχανία. Όσο για μένα, είχα γουρλώσει τα μάτια, και κοιτούσα με ανοιχτό το στόμα το Νίκο. Μα είναι δυνατόν; Ο καλύτερος φίλος μου να είναι χιλιαστής; και πώς δεν το είχα καταλάβει τόσον καιρό; αναρωτήθηκα, λες και θά’ πρεπε να τό’ χει γραμμένο στο μέτωπο!

Την κατάλληλη στιγμή, το κουδούνι τού σχολείου έδωσε τη λύση στην αμηχανία τού καθηγητή.

-Άκουσε! (του είπε). Εγώ, πρέπει να σας πω ό,τι γράφει το βιβλίο. Εάν όμως θέλεις να το συζητήσουμε, θα τα πούμε σε κάποια άλλη διδακτική ώρα.

Με αυτά τα λόγια, βγήκε από την αίθουσα, ενώ εγώ, ακολουθούσα σαν υπνωτισμένος τον φίλο μου έξω από την τάξη. Στη διαδρομή, κάποιοι άλλοι μαθητές, φώναζαν στο Νίκο:

-Μπράβο μεγάλε! καλά τού τά’ πες!

Ο Νίκος έδειχνε απογοητευμένος που χτύπησε το κουδούνι. Πρέπει να ήθελε να πει πολλά ακόμα.

-Μια άλλη φορά! είπε, και κοιτάζοντάς με χαμογέλασε, μάλλον με τη χαζή έκφραση που είχε αποτυπωθεί στο πρόσωπό μου.

-Αλήθεια είσαι Γιεχωβάς; ρώτησα.

-Μάρτυς τού Ιεχωβά! με διόρθωσε, συμπληρώνοντας: ...Ιεχωβά, είναι το όνομα τού Θεού. Δεν επιτρέπεται εμείς οι άνθρωποι να ονομαζόμαστε ΄΄Ιεχωβάδες΄΄. Ο Ιεχωβά είναι μόνο ένας, ο Θεός. Εμείς, μόνο μαρτυρούμε για τ’ όνομά του.

Ήδη βαδίζαμε στο προαύλιο, κι εγώ ήμουν σοκαρισμένος και μπερδεμένος. Οι διάφορες προκαταλήψεις μου, με έσπρωχναν να φύγω από κοντά του, μα πάλι, αφού ήταν φίλος μου! θα ήταν μεγάλη γαϊδουριά να του φερθώ έτσι! Από την άλλη, μέσα μου είχε ανάψει η περιέργεια. Τόσον καιρό κάναμε παρέα, και ήταν πάντοτε καλός μαζί μου, φιλικός, τού έλεγα τα προβλήματά μου, και μου έλεγε τα δικά του. Ήταν ένας άνθρωπος όπως όλοι μας. Ούτε κέρατα είχε, ούτε έδειχνε κάποια κακία, όπως μου είχαν πει για τους ανθρώπους τής θρησκείας του. Αντιθέτως, δεν έβριζε, δεν ΄΄κυνηγούσε΄΄ κοπέλες, δεν κάπνιζε, και έδειχνε σεβασμό για τους συνανθρώπους του. Θα μπορούσαν όλα αυτά να είναι προσποιητά;

-Τι σχέση μπορεί να έχετε εσείς με το Θεό; τού είπα. ...Αφού πιστεύετε στην αίρεση τού Αρείου, ότι ο Χριστός είναι ΄΄κτίσμα΄΄! Ο Άγιος Αθανάσιος απέδειξε πως αυτό είναι αίρεση!

Για να το πω αυτό, επιστράτευσα τις λιγοστές μου γνώσεις, από τα όσα είχα μάθει στο σχολείο. Ήθελα να τον ΄΄στριμώξω΄΄, να του αποδείξω πως έχει άδικο. Δεν ανεχόμουν να αψηφάει κανείς τη θρησκεία στην οποία μεγάλωσα.

Εκείνος, αντί να μπερδευτεί και να μου απαντήσει στην ερώτησή μου, με ρώτησε κι εκείνος:

-Τι σημαίνει: ΄΄κτίσμα΄΄;

Έμεινα να τον κοιτάζω.

-Δεν ξέρω! τού απάντησα.

-Ο Ιησούς Χριστός δεν είναι γιος τού Θεού; με ξαναρώτησε.

-Ναι, βέβαια! τού απάντησα.

-Εάν λοιπόν είναι γιος τού Θεού, ο Πατέρας του ο Θεός, ΚΑΠΟΤΕ τον ΄΄γέννησε΄΄, δηλαδή τον ΄΄έκτισε΄΄. Έτσι δεν είναι;

-Ναι, έτσι είναι! απάντησα, κάνοντας το πρώτο μου δογματικό σφάλμα.

-Ε, λοιπόν, αυτό λέμε κι εμείς οι Μάρτυρες, και αυτό έλεγε και ο Άρειος. Το βλέπεις παράλογο;

-Όχι! Μα, τότε, εμείς και ο Μέγας Αθανάσιος τι λέμε;

-Αν και αυτό θα έπρεπε να το γνωρίζεις εσύ, θα σου πω. Λέτε, πως ο Χριστός είναι άναρχος. Μα, δεν είναι παράλογο να είναι άναρχος, αφού έχει Πατέρα; Εάν υπήρχε πάντα, τότε πώς γεννήθηκε;

-......

-Όπως βλέπεις, ο αιρετικός δεν ήταν ο Άρειος, αλλά ο μέγας Αθανάσιος, και με χαρά βλέπω, πως μπορείς να δεις πόσο παράλογο είναι το δόγμα τής Τριάδος.

Εγώ, δεν είχα πάει ποτέ στο κατηχητικό, και ούτε οι γονείς μου φρόντισαν ποτέ να με διδάξουν τα Ορθόδοξα δόγματα. Στην Εκκλησία, πήγαινα σπανιότατα, και αυτό, όχι για τον εκκλησιασμό, μα για τα πυροτεχνήματα τού Πάσχα. Ποτέ δεν με δίδαξε ούτε ο νονός μου, ο οποίος θεώρησε ως μόνη του υποχρέωση ένα δωράκι στη γιορτή μου κάθε χρόνο, και μία λαμπάδα για το Πάσχα. Έτσι, μεγάλωσα χωρίς ποτέ κάποιος να μου εξηγήσει τη διαφορά τής λέξης: ΄΄γιος΄΄ από τη λέξη: ΄΄κτίσμα΄΄. Χωρίς κάποιος να μου εξηγήσει πως ο Πατέρας και ο Υιός, μπορούν να υπάρχουν από πάντα, σαν δημιουργοί τού χρόνου που είναι. Μεγάλωσα, χωρίς κάποιος να μου πει για τον ήλιο, που αν και γεννάει το φως, δεν υπάρχει πριν από το φως, αλλά υπάρχουν ταυτόχρονα, και είναι και αυτό ΄΄ήλιος΄΄, αλλά και ΄΄γέννημα΄΄ τού ήλιου. Κανείς δεν μου είπε, πως και ο Υιός είναι ΄΄η λάμψη τού φωτός τού Πατέρα,΄΄ εκτός χρόνου. (Εβραίους 1/α΄ 1,2). Δεν ήξερα πως ο Πατέρας είναι η αρχή τού Υιού ως προς την αιτία, και νόμιζα πως ήταν η αρχή του στο χρόνο, λες και ο Πατέρας δεν έπλασε το χρόνο δια τού Υιού. (Ιωάννης 1/α΄ 3).

Έτσι, βρισκόμουν τώρα άοπλος, μπροστά σε κάποιον άνθρωπο, που μου μιλούσε για πράγματα που και αυτός δεν γνώριζε όσο θα έπρεπε να τα γνωρίζει. Ομολογούσα εκεί μπροστά του, όχι μόνο άγνοια για το Σωτήρα μου, μα και άρνηση για τη δική Του αποκάλυψη. Και το χειρότερο, δεν ήμουν ούτε εγώ αθώος και αμέτοχος τής αμαρτίας τής αγνοίας μου. Ήξερα καλά να ψάχνω όμορφα στέκια και κορίτσια! Ποτέ όμως δεν ενδιαφέρθηκα να ψάξω το Θεό μου! Ποτέ δεν αναρωτήθηκα γι’ αυτόν, και για την πίστη στην οποία με πληροφόρησαν ότι ανήκω. Για εμένα, ήταν δεδομένο, πως η θρησκεία στην οποία γεννήθηκα, ήταν η μόνη αληθινή, όπως θα πίστευα, αν γεννιόμουν σε κάποια άλλη θρησκεία. Και τώρα, αυτό το δεδομένο ανατρεπόταν! Μπροστά μου, είχα έναν άνθρωπο, που ήταν πανέτοιμος να καταρρίψει ό,τι ως τώρα θεωρούσα σίγουρο.

Με τάραζε, το ότι ήδη είχα συμφωνήσει σε κάτι αντίθετο από τη θρησκεία μου. Και αν ο Νίκος είχε δίκιο; Όχι! δεν ήθελα να το σκέφτομαι!

Το υπόλοιπο βράδυ, το περάσαμε με θεολογική συζήτηση, σε κάθε ευκαιρία. Με εντυπωσίασε, το ότι σε κάθε μου ερώτηση, είχε μία έτοιμη απάντηση. Μερικές φορές μάλιστα, με προλάβαινε, και μου απαντούσε προτού καν τον ρωτήσω. Πρέπει να είχε κάνει με πολλούς άλλους πριν από εμένα, τις ίδιες συζητήσεις. Ήξερε από πριν, τι θα του απαντούσα, και στην πραγματικότητα, κατηύθυνε εκείνος την συζήτηση όπου ήθελε.

Όταν στο τέλος τού σχολείου τον καληνύχτισα, έφυγα σκεπτικός, και σοβαρά προβληματισμένος. Πάντοτε πίστευα πως όλες αυτές οι συζητήσεις περί Θεού, ήταν ανούσιες και βαρετές φαντασιώσεις οπισθοδρομικών γέρων. Τώρα όμως, είχα για πρώτη φορά ανακαλύψει, πως σ’ όλα αυτά, υπήρχε κάποια κρυφή γοητεία, κάποιο μεγαλείο που με προκαλούσε. Έκπληκτος, ανακάλυπτα, πως πίσω από τη λέξη: ΄΄θρησκεία΄΄, υπήρχε ένας γοητευτικός κόσμος, μία περίπλοκη και ενδιαφέρουσα επιστήμη, που θα ήθελα πολύ, να τη γνωρίσω καλύτερα.

Καθώς το τραίνο λικνιζόταν στο σκοτάδι τής νύχτας, εγώ καθόμουν σκεφτικός, και χωρίς σχεδόν να το καταλάβω, έφθασα στο σταθμό τής γειτονιάς μου.

Στο σπίτι, χαιρέτησα τους γονείς μου, και καθίσαμε να φάμε. Δεν τους είπα όμως τίποτα για το φίλο μου, για τον οποίο ως τώρα τους είχα πει τόσο καλά λόγια. Καταλάβαινα πως θα μου ζητούσαν να σταματήσω την παρέα μαζί του, αν μάθαιναν πως ήταν ΄΄Μάρτυρας΄΄.

Τη νύχτα εκείνη, αν και ήμουν κουρασμένος, άργησα πολύ να κοιμηθώ. Σκεφτόμουν συνεχώς τη συζήτηση που είχα στο σχολείο. Πόσα είχα μάθει!

Kεφάλαιο 2ο

Περιεχόμενα

Kεφάλαιο 4ο

Πάνω