Kεφάλαιο 29ο

Περιεχόμενα

Kεφάλαιο 31ο

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 30ο.

Τρομοκρατία


ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ

Η εβδομάδα που απέμενε ως την έλευση του Κέρβερη και τού Βουρλάκη, πέρασε γρήγορα. Εγώ, δεν είχα αγωνία, μια και ο Βουρλάκης είχε πει πως ο Κέρβερης δεν θα το μάθαινε.

Πρώτα πήγαν στη γειτονική μας ΄΄εκκλησία΄΄ τού νησιού, και μετά ο Βουρλάκης έφυγε, και στη δική μας ήρθε μόνο ο ΄΄περιοχής΄΄, ο Κέρβερης.

Όλα έδειχναν ήσυχα. Κανείς δεν μιλούσε για το δικό μου θέμα, και ο Κέρβερης, έδειχνε να το αγνοεί. Έτσι, πέρασε η εβδομάδα του, και έφθασε το Σάββατο. Μία μέρα ακόμα έμενε, και μετά θα ήμουν σίγουρος και ασφαλής.

Ήταν καλοκαίρι, και η ώρα περασμένη. Μόλις είχε σουρουπώσει, κι εγώ ξαπλωμένος σε μία αναπαυτική πολυθρόνα, κοιμόμουν στη δροσιά τής βεράντας τού σπιτιού μου. Δε θυμάμαι τι όνειρο έβλεπα, αλλά είμαι σίγουρος ότι εκεί θα ήταν καλύτερα από τον εφιάλτη που ακολούθησε το ξύπνημά μου.

Ο Κλάκας, (ο ΄΄πρεσβύτερος΄΄ που ήξερε για το πρόβλημά μου), στεκόταν από πάνω μου.

-Νίκο ξύπνα! Σε θέλει ο Κέρβερης! Νομίζω ότι τα ξέρει όλα! είπε.

Αμέσως άνοιξα τα μάτια, χωρίς καμία άλλη διάθεση ύπνου.

-Τώρα; ρώτησα.

-Σε περιμένει! απάντησε.

Πήρα την Αγία Γραφή μου, και φόρεσα ένα μακρύ παντελόνι. Ύστερα, φύγαμε με τον Κλάκα, κάτω από το ανήσυχο βλέμμα τής γυναίκας μου.

Στην αίθουσα, βρισκόταν ο Κέρβερης, με τους άλλους δύο ΄΄πρεσβυτέρους΄΄. Χαιρετηθήκαμε, και καθίσαμε. Ο Κέρβερης άνοιξε τη συζήτηση.

-Έχω από την αρχή που ήρθα στην ΄΄εκκλησία΄΄ σας, που γνωρίζω τι συμβαίνει με το Νίκο. Όμως, περίμενα ως σήμερα να μου μιλήσουν γι’ αυτό οι πρεσβύτεροι τής εκκλησίας. Γιατί δεν μου μιλήσατε τόσες μέρες; ρώτησε αυστηρά τον Κλάκα, τον πεθερό μου, και τον Μανώλη, τους τρεις ΄΄πρεσβυτέρους΄΄ τής δικής μου ΄΄εκκλησίας΄΄.

Ο πεθερός μου με το Μανώλη κοιτάχτηκαν με απορία. Ο Κλάκας πήρε το λόγο.

-Μόνο εγώ το ήξερα αδελφέ, αλλά δεν θεώρησα απαραίτητο να το πω αλλού, μια και το θέμα αυτό έχει τακτοποιηθεί. Το είπαμε με το Βλάση μάλιστα και στον αδελφό Βουρλάκη, και μας είπε ότι εφ’ όσον ο αδελφός Νίκος δεν αμφισβητεί την οργάνωση, δεν υπάρχει πρόβλημα. δικαιολογήθηκε ο Κλάκας.

-Τότε, πρέπει πρώτα να πούμε στους άλλους δύο τι συμβαίνει! είπε ο Κέρβερης, και ζήτησε από τον Κλάκα να διηγηθεί τι συνέβη από την αρχή ως τη στιγμή εκείνη.

Ο πεθερός μου και ο Μανώλης, έμαθαν με έκπληξη το λόγο τής παραίτησής μου από ΄΄διακονικός΄΄. Τέλος, ο Κλάκας κατέληξε στο ότι το είπαν στο Βουρλάκη, έτσι ώστε να το γνωρίζει κάποιος από τους υπευθύνους.

-Και ο αδελφός Βουρλάκης, το είπε σ’ εμένα! συμπλήρωσε ο Κέρβερης. ...Δεν το χειριστήκατε σωστά! είπε στον Κλάκα. ...Πρώτα έπρεπε να το μάθει όλο το πρεσβυτέριο τής εκκλησίας του, και μετά εγώ! Ο Βουρλάκης είναι περιφερείας, και είχε υποχρέωση να αρχίσει από εμένα, που είμαι ο άμεσα υπεύθυνος!

Κατόπιν, στράφηκε σ’ εμένα:

...Λοιπόν; Τι έχεις να πεις;

-Αδελφέ, άρχισα εγώ, ...όπως θα ξέρετε, εγώ είμαι γεννημένος στην οργάνωση, όπως και ο πατέρας μου. Δεν έχω άλλη θρησκεία που να πιστεύω. Στην οργάνωση βρίσκονται οι συγγενείς και οι φίλοι μου, και η γυναίκα μου. Δεν θέλω λοιπόν να βρεθώ εκτός οργάνωσης. Το μόνο που ζήτησα από την αρχή, ήταν να συζητήσω με κάποιον αδελφό, και να μου δείξει πού βρίσκεται το λάθος στην έρευνά μου. Εγώ βγάζω από την Αγία Γραφή, πως η Ιερουσαλήμ ερημώθηκε το 587, και όχι το 607. Δεν θα επιμείνω όμως, αν κάποιος μου δείξει το λάθος μου! Όλοι οι αδελφοί που ως τώρα έμαθαν το πρόβλημά μου, δεν ήθελαν να το συζητήσουμε. Αν λοιπόν εσείς δεχόσασταν να με ακούσετε και να με διορθώσετε, το πρόβλημα θα λυνόταν!

-Όχι! Ούτε εγώ δε θα συζητήσω ένα αποστατικό θέμα. Θα πρέπει να ξεχάσεις όσα διάβασες, και να πιστέψεις αυτά που γράφει η Σκοπιά! είπε, και στρεφόμενος σε όλους, συνέχισε:

...Και τώρα, θα σας ρωτήσω κάτι: Ποιο είναι το σπουδαιότερο σύγγραμμα που έχουμε στην οργάνωση;

περίμενε λίγα δευτερόλεπτα, να ζητήσει κάποιος το λόγο. Κανείς μας όμως δεν τόλμησε, και αναγκάστηκε να συνεχίσει:

...Πολλοί θα έλεγαν πως είναι η Αγία Γραφή. Όχι όμως! Το σπουδαιότερο σύγγραμμά μας, είναι η Σκοπιά...

Έριξα μία κλεφτή ματιά στον Κλάκα, και με το ζόρι κρατήθηκα να μη γελάσω. Από την έκπληξη που του δημιούργησαν τα τελευταία λόγια τού ΄΄επισκόπου΄΄, ανοιγόκλεινε τα μάτια του. Μου έδινε την εντύπωση πως αναρωτιόταν αν άκουσε καλά. Εγώ φυσικά, δεν εξεπλάγην απ’ αυτό που είπε ο Κέρβερης, μια και αυτό το είχα διαπιστώσει. Δεν περίμενα όμως να το πει τόσο απροκάλυπτα. Στο μεταξύ, εκείνος, συνέχισε απτόητος:

...επειδή η Σκοπιά μας βοήθησε να μπούμε στην οργάνωση! Την Αγία Γραφή την έχουν όλες οι θρησκείες, δεν την καταλαβαίνουν όμως! Εμείς την καταλάβαμε, επειδή είχαμε τη Σκοπιά. Σκεφτείτε! Αν δώσετε από μία Αγία Γραφή σε 100 ανθρώπους, σε λίγο καιρό, θα λέει ο καθένας τη δική του ερμηνεία! Γι αυτό, εμείς δεχόμαστε οτιδήποτε λέει η Σκοπιά, και έχουμε ενότητα πίστεως.

΄΄Α! Ώστε αυτή είναι λοιπόν η φιλοσοφία του!΄΄ σκέφτηκα. ΄΄...Θυσιάζουμε την αλήθεια, για χάρη τής ενότητας! Ε, λοιπόν, τότε γιατί να μην έχω ενότητα σε οποιαδήποτε άλλη θρησκεία; Αν δεν έχει νόημα η αλήθεια, τότε κακώς αποσχίστηκε και η θρησκεία μου από τους ΄΄Σπουδαστές τών Γραφών΄΄.΄΄

Αφού ο Κέρβερης είπε μερικές ακόμα αναγουλιαστικές φιλοσοφίες, με ρώτησε:

΄΄Εσύ πιστεύεις πως αυτή είναι η οργάνωση του Θεού;΄΄

-Φυσικά! απάντησα, χωρίς να του πω, πως θεωρούσα το ίδιο και για τις άλλες Χριστιανικές θρησκείες.

-Τότε πρέπει να δεχθείς ό,τι σου λέει η οργάνωση, χωρίς αμφιβολία! είπε θριαμβευτικά, με ύφος νικητή, και ανακάθισε στη καρέκλα του.

-Ναι αδελφέ, αλλά η οργάνωση έχει αλλάξει και στο παρελθόν πολλά πράγματα! Εφ’ όσον λοιπόν έχω στοιχεία ότι κάτι είναι διαφορετικό, πώς θα πιστέψω το αντίθετο; απάντησα.

-Να περιμένεις αν έχεις δίκιο, να το πει η οργάνωση! είπε.

-Αυτό κάνω! είπα.

Με κοίταξε μπερδεμένος.

-Εν πάση περιπτώσει, εγώ πρέπει να κάνω μία έκθεση στο ΄΄γραφείο΄΄ για σένα, και εύχομαι το θέμα να σταματήσει εδώ. είπε, και μου ανακοίνωσε πως μπορούσα να φύγω. Κατόπιν, φαντάζομαι πως κατσάδιασε το Βλάση και τον Κλάκα. Ευτυχώς όμως, αυτοί είχαν καλυφθεί επειδή το φανέρωσαν έστω και στον Βουρλάκη. Το μόνο παρήγορο ήταν πως ο Ρούλης είχε φύγει από το Μπέθελ. Βγήκα και ξεκίνησα για το σπίτι μου.

Από την πρώτη στιγμή που ο πεθερός μου έμαθε τι συνέβαινε, ήρθε σε επαφή με φίλους του στο Μπέθελ, και τους καθησύχασε, προσπαθώντας να τους πείσει ότι δε συμβαίνει τίποτα. Και φαίνεται πως το πέτυχε για αρκετό καιρό. Σε όλο αυτό το διάστημα ως την επόμενη ΄΄ενόχλησή΄΄ μου, συνέχισα να μαθαίνω όλα αυτά τα θαυμάσια πράγματα. Παράλληλα, κατέγραψα όχι μόνο αυτά που έγραφε ο Γιόνσον, αλλά και πράγματα που βρήκα εγώ. Διάβασα ό,τι είχε γράψει για το θέμα τού 1914 η οργάνωση, τα τελευταία 40 χρόνια, ακόμα και σε ξενόγλωσσα βιβλία.

Ακόμα και την πεθερά μου επιστράτεψα για να μου μεταφράσει κάποια απ’ αυτά. Είχα έτσι, απάντηση σε όλα τα επιχειρήματα που θα μπορούσε να μου κάνει οποιοσδήποτε ΄΄Μάρτυρας΄΄ για το θέμα. Όλα αυτά, τα μάζεψα σε ένα τετράδιο, γραμμένα κατά κεφάλαια υπό μορφήν βιβλίου.

Τότε, ο Βλάσης μου είπε τι είχε συμβεί με το Βουρλάκη. Είχε ακουστεί να λεει:

-Έξυπνος ο Βλάσης! Ήρθε και μου το είπε, για να βγάλει την ευθύνη από πάνω του, και την έριξε σ’ εμένα! Αν όμως γίνει κάτι, θα βρω τον μπελά μου! Θα το πω λοιπόν στον Κέρβερη.

Έτσι, ο ένας έριχνε το βάρος στον άλλον, και κανείς τους δεν τολμούσε να συζητήσει μαζί μου το θέμα τού 1914.

Η επόμενη ΄΄ενόχληση΄΄, ήρθε από τα ΄΄γραφεία΄΄ τού Ελληνικού Μπέθελ, υπό μορφήν επιστολής. Ζητούσε από το τοπικό ΄΄πρεσβυτέριο΄΄, να τους πληροφορήσουν αν συνέχιζα να πιστεύω ότι αυτή ήταν η ΄΄οργάνωση του Θεού΄΄. Οι ΄΄πρεσβύτεροι΄΄ με κάλεσαν, και μου έκαναν την ερώτηση, και για μία ακόμα φορά, τους απάντησα με την ίδια παραπλανητική απάντηση. Με ξαναρώτησαν αν έχω επαφή με αποστάτες, και πάλι τους απάντησα αρνητικά. Αυτό έλειπε! Να θεωρήσω τους φίλους μου αποστάτες!

Για μία ακόμα φορά, ζήτησα κι εγώ κάποιον ν’ ακούσει τα επιχειρήματά μου, και όλοι αρνήθηκαν. Είχε καταντήσει το θέμα γελοίο, τραγικά γελοίο! Το μόνο που συζητούσαν αυτοί οι άνθρωποι, ήταν το αν πίστευα στη οργάνωση. Μάλιστα ο Κλάκας, μου είπε με οξυδέρκεια:

΄΄Μα αν δεν δέχεσαι το 1914, πώς δέχεσαι την οργάνωση;΄΄

-Τη δέχομαι! απάντησα στερεότυπα. ...Γιατί έχετε κολλήσει στην οργάνωση; Το πρόβλημα είναι το 1914!

-Μα αυτό πάει κατ’ ευθείαν στο θέμα τής οργάνωσης! επέμεινε ο Κλάκας, που προφανώς είχε καταλάβει ότι ο ισχυρισμός πως ανήκουμε στην ΄΄οργάνωση τού Θεού΄΄, ΄΄στηρίζεται΄΄ μόνο σ’ αυτή την ημερομηνία.

-Τότε άσε το να πάει μόνο του! Μην το πηγαίνεις εσύ! τού είπα, και τον άφησα σκεφτικό.

Δεν μπορώ να φανταστώ, ότι ο Βλάσης δεν το είχε καταλάβει αυτό! Προφανώς όμως, δεν τολμούσε να μου το πει, μήπως με λογικό συνειρμό, συνειδητοποιήσω την εξάρτηση του ενός θέματος από το άλλο, και αμφισβητήσω και την οργάνωση. Εμένα όμως, αυτό με βόλευε, γιατί κρυβόμουν στην κυριολεξία πίσω από το δάχτυλό μου.

Οι ΄΄πρεσβύτεροι΄΄, έστειλαν καθησυχαστική επιστολή στο ΄΄Μπέθελ΄΄, και για μία ακόμα φορά, τη γλίτωσα.

-Τι μέσο έχεις ρε παιδί μου! Εμένα στη θέση σου θα με είχαν αποκόψει 100 φορές! Εδώ με ταλαιπωρούνε για ανοησίες! Σκέψου να μην πίστευα και στο 14! μου έλεγαν κάποιοι φίλοι μου που γνώριζαν το θέμα.

Και πράγματι, γνώριζα πως αυτό ήταν αλήθεια. Θα το τραβούσα όμως ως το τέλος! Ήθελα ακόμα χρόνο να μάθω περισσότερα, και δεν ήθελα ακόμα να με βρουν οικογενειακές φουρτούνες. Ήδη η γυναίκα μου, μετά την συνάντησή μου με τον Κέρβερη, είχε φοβηθεί, και απέφευγε να συζητάει μαζί μου για το 1914. Περίμενα λοιπόν χειρότερα.

΄Ενα ακόμα εξάμηνο είχε περάσει, και θα ερχόταν ένας άλλος ΄΄επίσκοπος περιοχής΄΄. Αυτό με παραξένεψε, γιατί ο προηγούμενος δεν είχε τελειώσει τα δύο χρόνια που έπρεπε να μείνει. Οι αποκομμένοι φίλοι μου, μόλις έμαθαν το όνομά του, μου είπαν πως αυτός ερχόταν ειδικά για μένα, γιατί τον έστελναν σε παρόμοιες υποθέσεις. Τον έλεγαν: ΄΄Θεοχαράκη΄΄. Ο Γιώργος μάλιστα, είχε αποκοπεί, με την εξής κατηγορία μεταξύ άλλων: Είχε πει τον Θεοχαράκη ΄΄σκληρό΄΄! Και αυτή ήταν κατηγορία για αποκοπή!

Από την πρώτη μέρα που ήρθε ο Θεοχαράκης, κάθε φορά που με έβλεπε, έλεγε:

΄΄Εγώ εσένα σε αγαπάω! ΄΄

Και φυσικά, περίμενα την ημέρα που θα με φώναζε, για να μου δείξει την αγάπη του!

Πράγματι, με κάλεσε μία ημέρα, μπροστά σε όλο το ΄΄πρεσβυτέριο΄΄.

-Τι έμαθα αδελφέ; είπε. ...Είσαι ετεροδιδάσκαλος;

-Διαδόσεις αδελφέ! είπα αστειευόμενος, και συνέχισα. ...Ετεροδιδάσκαλος, είναι όποιος διδάσκει πράγματα που είναι αντίθετα από την Αγία Γραφή! Εγώ όμως, δεν ξεφεύγω απ’ αυτή!

-Τότε, γιατί δεν πιστεύεις το 1914; ρώτησε.

-Επειδή δεν βρέθηκε κανείς που να δεχθεί να μου δείξει πού κάνω λάθος! Αν εσύ αδελφέ θέλεις, θα είμαι χαρούμενος να με βοηθήσεις! είπα.

-Αυτή δεν είναι δική μου δουλειά! είπε.

-Μα τότε ποιανού είναι; Ούτε ένας δεν θέλει να συζητήσει το θέμα αυτό μαζί μου. Μήπως πρέπει να έρθει κάποιος από το ΄΄Μπέθελ΄΄; Γιατί να μην το συζητήσουμε τώρα εδώ;

-Δηλαδή, τι θέλεις; Να μιλήσουμε για το 1914; Ε, όχι! Αν θέλεις, θα μιλήσουμε για την οργάνωση!

-Αδελφέ, όλοι γι αυτό μου μιλάνε! Εγώ όμως, δεν έχω πρόβλημα με την οργάνωση, αλλά με το 1914! είπα.

-Αν δέχεσαι την οργάνωση, τότε θα δέχεσαι και ό,τι λέει!

-Μα δεν λέω κάτι διαφορετικό από την οργάνωση! έσπευσα να πω, για να τον παγιδεύσω, και να τον σύρω σε συζήτηση. Ούτως ή άλλως, ήμουν πεπεισμένος ότι δεν επρόκειτο να δεχτεί κανείς τους συζήτηση για το 1914. Έτσι λοιπόν, θα έπαιρνα την ικανοποίηση που ήθελα έστω και με τέχνασμα.

-Δηλαδή, τι λες; τσίμπησε το δόλωμα ο Θεοχαράκης, ενώ οι άλλοι παρακολουθούσαν αμίλητοι.

-Λέω, ότι ο Ιησούς Χριστός έγινε βασιλιάς το 33 μ.Χ, και όχι το 1914, και το ίδιο λέει και η οργάνωση! είπα.

-Πού το λέει αυτό η οργάνωση; ρώτησε απορημένος.

Έβγαλα το βιβλίο με το ατυχές όνομα: ΄΄Συζητάτε λογικά από τις Γραφές΄΄. Εκεί, έγραφε τα εξής: ΄΄Ο Ιησούς Χριστός έγινε βασιλιάς επί τής εκκλησίας του το 33 μ.Χ.΄΄

-Α! Εδώ λέει ΄΄επί τής εκκλησίας του!΄΄ Το 1914, έγινε βασιλιάς επί τών εθνών! είπε εκείνος παρασυρμένος σε συζήτηση. Τώρα, είχε έρθει η στιγμή για το τελικό μου χτύπημα.

-Τότε, γιατί η Αγία Γραφή γράφει ότι το 33 έγινε βασιλιάς και επί τών εθνών; ρώτησα με προσποιητή απορία. Ο Θεοχαράκης, κατάπιε το δόλωμα, και ρώτησε:

-Πού το λέει αυτό η Γραφή;

Ήδη είχα ανοίξει στην Αποκάλυψη 2/β΄ 26,27, και διάβαζα τα λόγια του Κυρίου:

Και όστις νικά, ...θέλω δώσει εις αυτόν εξουσίαν επί τών εθνών. Και θέλει ποιμάνει

αυτούς εν ράβδω σιδηρά ...καθώς και εγώ έλαβον παρά τού Πατρός μου.

-Βλέπεις; Ο Ιησούς Χριστός, ήδη είχε γίνει βασιλιάς επί τών εθνών τότε που γραφόταν η Αποκάλυψη! Είχε ήδη λάβει εξουσία επί τών εθνών! είπα θριαμβευτικά, ενώ εκείνος απέμεινε να κοιτάζει τη Γραφή του.

Ξαφνικά και εντελώς απροσδόκητα, τινάχτηκε πάνω σαν ελατήριο, κλείνοντας την Αγία Γραφή.

-Τον Καίσαρα ζήτησες, στον Καίσαρα θα πας! είπε, βγαίνοντας έξω από την αίθουσα, και αφήνοντάς με, με τους ΄΄πρεσβυτέρους΄΄. Εκείνοι μου είπαν πως μπορούσα να φύγω. Ήξερα καλά τι σήμαιναν τα λόγια τού Θεοχαράκη. Ήταν παράφραση τών λόγων που είπε ο Φήστος, όταν ο απόστολος Παύλος επικαλέστηκε τον Καίσαρα. Τότε αυτά τα λόγια, ήταν αυτά που τον οδήγησαν στη Ρώμη και στο θάνατο. Κατά τον ίδιο τρόπο, εγώ είχα επικαλεσθεί το Μπέθελ, μήπως κάποιος από εκεί ερχόταν για συζήτηση. Αυτό, έδωσε την ευκαιρία στο Θεοχαράκη, να ξεφύγει από την ευθύνη να συζητήσει μαζί μου, παραπέμποντάς με στο Μπέθελ που επικαλέστηκα. Και ήξερα σαν τον Παύλο, πως αυτή ήταν η τελική ευθεία πριν το τέλος.

Τον Θεοχαράκη, δεν τον είδα ξανά ως το θάνατό του, εκτός από την τελική ομιλία τής Κυριακής. Εκείνος όμως, έκανε την αίτηση στο Μπέθελ, ότι επιθυμώ να συζητήσω με κάποιον το πρόβλημά μου. Ευτυχώς, δεν υπήρχε εκεί ο Ρούλης. Έτσι, μετά από κάποιες διευκρινιστικές ερωτήσεις τού Μπέθελ προς τους ΄΄πρεσβυτέρους΄΄, τής ΄΄εκκλησίας΄΄ μου, αν πιστεύω ακόμα στην οργάνωση κ.λπ, με μεγάλη μου έκπληξη, έφθασε μία επιστολή, που επέτρεπε στους ΄΄πρεσβυτέρους΄΄ αυτούς, να συζητήσουν μαζί μου! Προφανώς, το ότι πίστευα ακόμα στην οργάνωση, με έκανε να φαίνομαι εύκολο θύμα σε μία τέτοια συζήτηση.

Όμως το δικό μου ενθουσιασμό δεν τον συμμερίστηκαν όλοι οι ΄΄πρεσβύτεροι΄΄! Ένας μόνο χάρηκε, ο Μιχάλης, αυτός που μου είχε πει: ΄΄Αν σε αποκόψουν χωρίς να σου δώσουν απάντηση, εγώ θα παραιτηθώ!΄΄ και το πίστευε! Καθώς λοιπόν πλησίαζε η καθορισμένη μέρα, άρχισε μία χωρίς προηγούμενο ΄΄τριβή΄΄, καθώς οι δύο εκ τών τριών ΄΄πρεσβυτέρων΄΄, (ο πεθερός μου και ο Κλάκας), προσπαθούσαν να βγουν έξω από τη συζήτηση. Εγώ, έλπιζα να είναι εκεί ο Βλάσης, όμως δεν του επιτράπηκε, μια και ήταν σε άλλη συνάθροιση.

Αντιθέτως, ο Βλάσης που είχε περισσότερη διορατικότητα, καταλάβαινε το τέλος τού πράγματος, και προσπάθησε με μία απεγνωσμένη προσπάθεια να με πείσει, φέρνοντας έναν παλαιό ΄΄επίσκοπο περιοχής΄΄, που προσφέρθηκε κι αυτός να συζητήσουμε. Η συζήτηση αυτή, θα γινόταν πριν από τών ΄΄πρεσβυτέρων΄΄.

Πράγματι, βρεθήκαμε και οι τρεις μας στο σπίτι τών πεθερικών μου. Όπως αποδείχθηκε όμως, δεν είχαν σκοπό να ακούσουν τα επιχειρήματά μου, αλλά για μία ακόμα φορά, να προσπαθήσουν να με πείσουν ΄΄εκ τού ασφαλούς΄΄, λέγοντάς μου μόνο ό,τι θεωρούσαν χρήσιμο.

Έτσι, άρχισε ο παλιός ΄΄επίσκοπος΄΄, να μου αναλύει το δόγμα τού 1914, όπως ακριβώς θα το ανέλυε σ’ έναν άσχετο.

-Συγνώμη ΄΄αδελφέ΄΄! τον διέκοψα. ...Αυτά τα γνωρίζω! Εγώ θέλω να πάρω απάντηση σε άλλα! Πρέπει να με ακούσετε, και να απαντήσετε στα εδάφια που θα σας πω!

-Τι να σε ακούσω βρε παιδί μου; Αυτά που λέει η οργάνωση θα σου πω, και θα καταλάβεις! είπε εκείνος κάτω από το καταστροφικό για το μυαλό του βάρος τών πολλών δεκαετιών του. Εγώ όμως, ήλπιζα να πάρει το λόγο ο Βλάσης. Ήταν ένας από τους λίγους με τη διανοητική διαύγεια, που θα του επέτρεπε να κατανοήσει το θέμα σε βάθος. Αυτός όμως, άρχισε να εκνευρίζεται από το χειρισμό που έκανε ο ηλικιωμένος ΄΄επίσκοπος΄΄.

Εκείνος, συνέχιζε να μιλάει, μη δίνοντας το λόγο στο Βλάση, που άρχισε στο μεταξύ να ξεφυσάει. Έπρεπε κάτι να γίνει. Έπρεπε να τον αρπάξω σε συζήτηση από εκεί που βρισκόταν, γιατί δεν είχε σκοπό να σταματήσει να με ακούσει. Ήθελα πάση θυσία να ακούσει ο Βλάσης τα επιχειρήματά μου, τώρα που ο ίδιος μου έδινε την ευκαιρία!

-Σύμφωνα με το εδάφιο Λουκάς 21/κα΄ 24, από το 607 π.Χ., άρχισαν οι ΄΄Καιροί τών εθνών΄΄! είπε ο ΄΄επίσκοπος΄΄.

-Ένα λεπτό ΄΄αδελφέ΄΄! Εκεί δεν λέει τίποτα για 607! Εκεί μιλάει για την πτώση τής Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ.! τον διέκοψα, και είδα το Βλάση να κοιτάζει ανήσυχα, βλέποντας ότι ήμουν έτοιμος για επίθεση.

-Τι λες παιδί μου! είπε εκείνος, και συνέχισε να μιλάει σαν να μην του είπα τίποτα, ενώ ο Βλάσης ξεφύσηξε για άλλη μία φορά.

-΄΄Αδελφέ΄΄, δεν μπορώ να δεχθώ τίποτα άλλο, προτού απαντηθεί αυτή μου η αντίρρηση! τον διέκοψα πάλι, και ο Βλάσης βρήκε την ευκαιρία να ΄΄μπει΄΄ στη συζήτηση.

-Πώς ξέρεις Νίκο ότι μιλάει για το 70 μ.Χ.; ρώτησε.

-Αν και θα μπορούσα να ρωτήσω το ίδιο, για το: ΄΄πού ξέρετε ότι μιλάει για το 607;΄΄, θα απαντήσω. Κατ’ αρχήν, όπως είπα και πριν, ο Κύριος μιλάει για την πτώση τής Ιερουσαλήμ τής εποχής του. Δεύτερον, αν μιλούσε για την πτώση τού 607 π.Χ., τότε από το 66 μ.Χ., και για αρκετό καιρό μετά την απόσυρση τών Ρωμαϊκών στρατευμάτων, η Ιερουσαλήμ ήταν ελεύθερη. Αν λοιπόν οι καιροί τών εθνών είχαν αρχίσει το 607 π.Χ., θα είχαν τελειώσει το 66 μ.Χ. Και τέλος, (για να αναφέρω τα πιο απλά), η διάστιχος μετάφραση τής οργάνωσης, το εδάφιο αυτό, το αποδίδει: ΄΄εωσού πληρωθώσι και ΕΣΟΝΤΑΙ καιροί εθνών΄΄. Αυτό σημαίνει, πως οι καιροί εθνών ΄΄δεν ήταν΄΄, δεν είχαν αρχίσει ακόμα.

-Αυτά είναι τα επιχειρήματα που έλεγες ότι βρήκες εναντίον τού 1914; ρώτησε ο Βλάσης.

-Αυτά είναι τα πιο ασήμαντα! Έχω εδάφια που βγάζουν ως έτος πτώσης τής Ιερουσαλήμ το 587 π.Χ.! είπα, αλλά πετάχτηκε ο ΄΄επίσκοπος΄΄, για να συνεχίσει το ΄΄ποίημα΄΄ από εκεί που είχε μείνει, και δεν σταμάτησε, ώσπου ο Βλάσης έφυγε κατακόκκινος από τον εκνευρισμό του. Κάπου εκεί, κατάλαβα ότι ματαιοπονούσα, και η συζήτηση τελείωσε άδοξα, χωρίς να πάρω ούτε μία απάντηση στις ερωτήσεις μου.

Η ημέρα για τη συζήτηση τών πρεσβυτέρων, έφθανε, και αντιλήφθηκα ότι μια και το Μπέθελ άφησε στη συνείδηση τών ΄΄πρεσβυτέρων΄΄ το αν θα συζητήσουν μαζί μου για το 1914, οι δύο ήθελαν να ξεφύγουν, αφήνοντας το Μιχάλη μόνο του. Μάλιστα, ο ένας είχε πει: ΄΄Αν ο Νίκος πείσει το πρεσβυτέριο ότι έχει δίκιο, εγώ δεν θέλω να είμαι εκεί!΄΄ Αυτό όμως, εγώ το έμαθα, και το ανέφερα στους άλλους, γιατί ήθελα να είναι όλοι εκεί. Έτσι, τους είπα πως ΄΄ο καθένας ήθελε να βγάλει την ουρά του απ’ έξω, ώστε αν τους έπειθα, να κατηγορούσε τους υπολοίπους που πείστηκαν, και αυτός να έμενε ΄΄καθαρός΄΄ απέναντι στο Μπέθελ΄΄. Έτσι, τους έκανα να δεχθούν όλοι. Μόνο ο πεθερός μου με δυσκόλεψε, όντας άνθρωπος χωρίς μεγάλη ΄΄΄πνευματική΄΄ διαύγεια, ώστε δεν μπορούσε να αντιληφθεί το κρίσιμο τής κατάστασης. Θυμάμαι το βράδυ μετά την τελευταία εκείνη συνάθροιση πριν τη συζήτηση, που τον πλησίασα στο τέλος, και του φώναξα:

΄΄Δεν ντρέπεσαι; Ο γαμπρός σου πάει για αποκοπή και δεν ενδιαφέρεσαι καθόλου; Αντί εσύ (που είσαι και προεδρεύων) να νοιαστείς, κοιτάς να αποφύγεις τη συζήτηση;΄΄

Στο σημείο εκείνο, κατέφθασε η πεθερά μου, και ανήσυχη μας θύμισε πως ΄΄ακούνε οι αδελφοί΄΄. Έτσι, κι εκείνος τελικά δέχθηκε. Αν λοιπόν τους έπειθα ως ΄΄πρεσβυτέριο΄΄, το θέμα θα γινόταν σοβαρό, και δεν θα μπορούσε το Μπέθελ να με αποκόψει έτσι αβασάνιστα. Θα δημιουργούταν θέμα τέτοιο, που όλοι θα μάθαιναν για το ψέμα τού 1914. Η μεγάλη βραδιά έφθασε. Πήρα μαζί μου τέσσερις μεγάλους σάκους γεμάτους με βιβλία. Εκεί, βρίσκονταν όλα όσα πιθανόν θα χρειαζόμουν για να τους πείσω για τις θέσεις μου. Το οπλοστάσιό μου, συμπλήρωναν αρκετοί τόμοι τής οργάνωσης, και εγκυκλοπαίδειες που ήξερα πως υπήρχαν στην αίθουσα, ώστε να μην τους κουβαλήσω μαζί μου.

Μόλις με είδαν με τους σάκους, ο ένας χαμογέλασε κοροϊδευτικά, ο άλλος με απορία, και ο τρίτος κοίταξε ανήσυχα. Αυτός ο τελευταίος ήταν ο Κλάκας, ο οποίος θα προήδρευε στη συζήτηση.

Αφού αρχικά έκαναν μία προσευχή, ΄΄να με βοηθήσει ο Θεός να καταλάβω την αλήθεια΄΄, ο Κλάκας άρχισε μία μακρά ανάλυση, τού τι σημαίνει ΄΄αποστασία΄΄, και όρισε ως ΄΄αποστάτη΄΄, ΄΄αυτόν που δεν πιστεύει στα δόγματα τής οργάνωσης΄΄. Με βάση αυτό, άρχισε να συζητάει, για το ΄΄αν θα έπρεπε να συζητήσουμε΄΄!!!

-Μα αν αποστάτης θεωρείται όποιος δεν πιστεύει στα δόγματα τής οργάνωσης, τότε δεν πρέπει να συζητάτε με κανέναν που δεν είναι ΄΄Μάρτυρας΄΄! είπα.

-Δεν είναι το ίδιο! είπε, και συνέχισε.

Κοιτούσα ανήσυχος το ρολόι, και έβλεπα την ώρα να περνάει, χωρίς ακόμα να έχει αρχίσει συζήτηση. Το θέμα επί μιάμιση ώρα, ήταν το ΄΄αν θα συζητήσουμε΄΄!!! Τέλος, αγανακτισμένος, σηκώθηκα και πήρα στο χέρι μου τον πρώτο σάκο με τα βιβλία.

-Πού πας; ρώτησε ανήσυχα ο Κλάκας.

-Φεύγω! Εδώ ήρθαμε για να μιλήσουμε για το 1914, και εσύ επί μιάμιση ώρα, δεν έχεις αποφασίσει ακόμα αν πρέπει να συζητήσουμε! είπα εκνευρισμένος.

-Έλα! Κάθισε! Εντάξει! είπε, και καθώς καθόμουν πάλι, συνέχισε: ...μήπως όμως θα έπρεπε να το σκεφτούμε αν θα έπρεπε να συζητήσουμε...

-Σας έδωσε άδεια το ΄΄γραφείο΄΄ να συζητήσετε; τον έκοψα.

-Ναι, αλλά...

-Φεύγω! είπα πάλι, και σηκώθηκα.

-Καλά! Καλά! Κάθισε! Θα συζητήσουμε! είπε. ...Μόνο σύντομα, γιατί η ώρα πέρασε...

-Σε αυτό δεν φταίω εγώ! είπα. ...Ας μη χρονοτριβούσες! Τώρα θα ακούσετε τι έχω να πω, αν και τώρα θα πρέπει να τα πω περιληπτικά, και ό,τι προλάβω!

Επί άλλη μιάμιση ώρα, άρχισα (επιτέλους) να αναπτύσσω τις απόψεις μου. Σε όλο αυτό το διάστημα, ο πεθερός μου έβλεπα πως δεν καταλάβαινε τίποτα. Ο Κλάκας κοιτούσε κάθε λίγο το ρολόι του, και ήμουν σίγουρος ότι δεν πρόσεχε όσο θα έπρεπε. Ο μόνος που πρόσεχε, και που τα κατάλαβε όλα, ήταν ο Μιχάλης. Σε κάποια σημεία μάλιστα, με διέκοπτε, και συνέχιζε αυτός τη σκέψη μου, λέγοντας αυτά που θα ήθελα να πω!

Για να δώσω μία εικόνα τού κλίματος που έγινε αυτή η συζήτηση, (στην πραγματικότητα μονόλογος ήταν, μια και δεν είχαν απάντηση, παρά μόνο σε ένα σημείο), θα αναφέρω κάτι από την αρχή τής συζήτησης.

Αναφερόμουν στο εδάφιο Ιερεμίας 25/κε΄ 12. Σε κάθε λίγες φράσεις που διάβαζα, τους ρωτούσα αν συμφωνούν με την ερμηνεία που έδινα. Ήταν τόσο καθαρή η ερμηνεία τών εδαφίων, ώστε μου έλεγαν συνέχεια: ΄΄συμφωνούμε΄΄.

΄΄Και όταν συμπληρωθώσι τα 70 έτη, θέλω ανταποδώσει επί τον βασιλέα της Βαβυλώνος και επί το έθνος εκείνο, λέγει Κύριος, την ανομίαν αυτών, και επί την γην τών Χαλδαίων, και θέλω καταστήσει αυτήν ερήμωσην αιώνιον.΄΄

-Όταν λοιπόν συμπληρώνονταν 70 έτη, δουλείας τών γύρω αυτών εθνών, θα καταστρεφόταν η Βαβυλώνα από τον Κύρο! Συμφωνείτε;

-Συμφωνούμε! απάντησαν όλοι.

-Ε, όχι ΄΄αδελφοί΄΄! δεν μπορεί να συμφωνείτε! Η οργάνωση εδώ λέει άλλα πράγματα! φώναξα με τεχνητή αγανάκτηση, ενώ κρατούσα με δυσκολία τα γέλια μου.

-Τι λέει η οργάνωση; ρώτησαν έκπληκτοι.

Άνοιξα το παρένθεμα τού βιβλίου: ΄΄Ελθέτω η Βασιλεία σου΄΄, και τους διάβασα. Πράγματι, εκεί έγραφε πως τα 70 αυτά χρόνια, συμπληρώθηκαν δύο χρόνια ΜΕΤΑ από την καταστροφή τής Βαβυλώνας. Όλοι μας όμως, είχαμε συμφωνήσει, πως η Αγία Γραφή έγραφε, ότι τα 70 χρόνια, συμπληρώνονταν ΠΡΙΝ από την καταστροφή τής Βαβυλώνας.

-Λοιπόν ΄΄αδελφοί΄΄; Τι πρέπει να πιστέψω; Αυτό που τόσο καθαρά είδαμε όλοι στην Αγία Γραφή, ή αυτό που λέει η οργάνωση; ρώτησα.

-Έλα, συνέχισε! Περνάει η ώρα! είπε ο Κλάκας για να ξεφύγει, κι εγώ δεν τον πίεσα.

Στη συνέχεια, όποτε τους ρωτούσα αν συμφωνούν, ο Κλάκας έλεγε εκ μέρους τών άλλων: ΄΄συνέχισε΄΄. Προφανώς, δεν ήθελε να βρεθεί ξανά στη δυσάρεστη θέση να διαφωνήσει με την οργάνωση. Και ήταν τόσο πολλές οι Αγιογραφικές μόνο αποδείξεις, που χρειάστηκα μιάμιση ώρα, για να τις αναφέρω μόνο περιληπτικά!

-Λοιπόν; Τι λάθος έχω κάνει; Παρακαλώ να μου δείξετε, και θα δεχτώ το 1914 με όλη μου την καρδιά! είπα τελειώνοντας.

-Δεν έχουμε ερευνήσει το θέμα τόσο βαθιά! Θα μελετήσουμε, και θα σε ξανακαλέσουμε. είπε ο Κλάκας εκ μέρους όλων, και φύγαμε. Αυτό όμως, δε συνέβη ποτέ!

Βγαίνοντας, ο Μιχάλης, μου επανέλαβε πως αν με απέκοπταν χωρίς να μου δώσουν απάντηση, θα παραιτείτο από τη θέση του ΄΄πρεσβυτέρου΄΄, πράγμα που όταν συνέβει αυτό, πράγματι έκανε! Εκείνο που δεν μπόρεσα να καταλάβω, ήταν πώς μπόρεσε να παραμείνει στην οργάνωση τόσα χρόνια, μετά απ’ αυτά που άκουσε.

Σύντομα, αντί για την απάντηση από το ΄΄πρεσβυτέριο΄΄, έλαβα ειδοποίηση ότι σύντομα θα με επισκέπτετο μία τριμελής επιτροπή από το ΄΄Μπέθελ΄΄. Ήταν πλέον σίγουρο, πως το θέμα είχε φτάσει στο απροχώρητο. Έπρεπε πάση θυσία να μου κλείσουν το στόμα. Η οργάνωση, δεν ήταν διατεθειμένη να πει την αλήθεια.

Τελείωσα την επιστολή μου, και την φωτοτύπησα σε 100 αντίτυπα. Μετά, έγραψα μία επιστολή, που απευθυνόταν προς τους ΄΄πρεσβυτέρους΄΄ τής συνάθροισής μου. Την φωτοτύπησα σε τόσα αντίγραφα, όσοι ήταν οι εμπλεκόμενοι στην υπόθεση. Εκεί, τους υπενθύμιζα τις υποχρεώσεις τους απέναντι σε Θεό και ανθρώπους. Φρόντισα να βρω κι ένα μικρό κασετόφωνο, με μικροκασέτα, και το έκρυψα μέσα στο χαρτοφύλακά μου. Γνώριζα πως μετά από την τελική επιτροπή, οι μάσκες θα έπεφταν, και θα άρχιζαν τα ψέματα εναντίον μου για το τι συζητήθηκε εκεί.

Όταν η ημέρα εκείνη έφθασε, η γυναίκα μου βρισκόταν σε αθλία ψυχολογική κατάσταση. Με τυφλό φανατισμό, κατηγορούσε εμένα, πως φταίω για ό,τι παθαίνω, γιατί δεν δέχομαι ό,τι μου λέει η ΄΄οργάνωση τού Θεού΄΄. Με μεγάλη αγωνία, περίμεναν τα αποτελέσματα, η μητέρα μου και η γιαγιά μου. Και η δική μου ψυχολογία όμως, δεν ήταν σε καλύτερη θέση. Ήμουν όμως αποφασισμένος. Θα παρέμενα πιστά προσκολλημένος στην αλήθεια, ό,τι κι αν σήμαινε αυτό για μένα και την οικογένειά μου. Η πεθερά μου μάλιστα, με είχε προειδοποιήσει πως αν με αποκόψουν, θα έπρεπε να με διώξει από τη δουλειά.

Μου ζήτησαν να πάω στην αίθουσα τής γειτονικής ΄΄εκκλησίας΄΄. Προφανώς, φοβόντουσαν για κρυμμένα μικρόφωνα. Όμως το κασετόφωνο υπήρχε στην τσάντα μου έτοιμο να διαψεύσει κάθε μελλοντική δόλια προπαγάνδα. Πήγα στην αίθουσα με το μηχανάκι μου, και με πολλά βιβλία. Πρόσεξα μπαίνοντας, στα μάτια τους την κοροϊδία. Προφανώς, δεν θα μου έδιναν την ευκαιρία να τους αποδείξω ψεύτες.

Με ανακούφιση, είδα πως στην επιτροπή θα βρισκόταν ο Μπανάνης και θα συμμετείχε και ο Βλάσης. Τους άλλους δύο δεν τους γνώριζα. Μου συστήθηκαν, και μετά από μία ακόμα προκατειλημμένη προσευχή, η επιτροπή άρχισε.

Ως συνήθως, άρχισαν να μου λένε για την οργάνωση. Μου ξεκαθάρισαν από την αρχή πως δεν θα συζητήσουν για το 1914, επειδή ΄΄αυτή ήταν εντολή τής οργάνωσης΄΄.

Προσπάθησα σκληρά να τους μεταπείσω, μήπως και δεχθούν συζήτηση για το 1914. Αν δεν βεβαιωνόμουν για τις προθέσεις τους, δεν θα μιλούσα καθαρά.

Κάπου κάπου, προσπαθούσαν να μου θυμίσουν πόσο ΄΄καθαρή΄΄ ήταν η οργάνωση από τον έξω κόσμο. Εγώ όμως γνώριζα πως ως το τέλος, στο χωράφι με το σίτο θα υπήρχαν και ζιζάνια! Καθαρή οργάνωση δεν υπήρχε πουθενά. Περισσότερο μιλούσε ο Μπανάνης, με το θάρρος τής συγγενείας μας.

΄΄Έχω τόσα ευλογημένα χρόνια στην οργάνωση!΄΄ μου είπε.

΄΄-Εγώ και εγεννήθην!΄΄ του απάντησα, επαναλαμβάνοντας τα λόγια τού αποστόλου Παύλου, όταν αποκάλυπτε πως ήταν Ρωμαίος πολίτης από τα γεννοφάσκια του.

-Άνοιξε λοιπόν ένα εδάφιο! είπε ο ένας από τους άλλους, προσπαθώντας να αρπαχθεί απ’ αυτό που είπα.

Με πήγε στην Α΄ Ιωάννου 1/α΄ 1-3:

΄΄Εκείνο το οποίον ήτο απ’ αρχής, το οποίον ηκούσαμεν, ...μαρτυρούμεν και απαγγέλομεν...΄΄

...Βλέπεις; μου είπε. ...πρέπει να δεχθείς αυτά που άκουσες από την αρχή, από τους γονείς σου, για την αληθινή οργάνωση τού Θεού!

-Για ένα λεπτό! τον έκοψα. ...Τι λέει το εδάφιο; Για αυτά που άκουσα από τους γονείς μου; Δηλαδή ΄΄όπως τα βρήκαμε έτσι θα τα αφήσουμε΄΄; Αυτό δεν το κατηγοράμε τόσα χρόνια; Όχι! Το εδάφιο λέει άλλο!

Λέει ότι το Ευαγγέλιο πρέπει να μείνει αναλλοίωτο, όπως το δίδαξαν εξ’ αρχής οι απόστολοι!

-Φυσικά! έσπευσε να συμφωνήσει εκείνος.

-Τι δίδαξαν λοιπόν οι απόστολοι; Για το 1914; Όχι! Αυτοί περίμεναν τη δευτέρα παρουσία στο μέλλον! Τι διδάσκουμε όμως εμείς; Ό,τι δίδαξαν οι απόστολοι; Και έχω ξεκάθαρες αποδείξεις, ότι το 1914 είναι ψέμα! είπα, κάνοντάς τον να κοκκινίσει, καταλαβαίνοντας ότι το επιχείρημά του στράφηκε εναντίον του.

Οι άλλοι ήταν πιο προσεκτικοί. Απέφευγαν να μιλήσουν από την Αγία Γραφή. Έτσι, άρχισα να τους λυπάμαι! Αυτοί οι άνθρωποι ήταν δέσμιοι μιας οργάνωσης, που για χάρη της, ήταν πρόθυμοι να πατήσουν την αλήθεια. Ως τη στιγμή εκείνη φοβόμουν την αποκοπή. Τώρα πλέον όμως, θα με απογοήτευε αν δεν με απέκοπταν. Δεν ήθελα πλέον να είμαι μέλος μιας τόσο βρώμικης οργάνωσης, που δεν την ενδιέφερε η αλήθεια. Όλη μου η υπερηφάνεια ως τότε, που ήμουν ΄΄Μάρτυς τού Ιεχωβά΄΄, είχε γίνει αφόρητη ντροπή! Ο αέρας μέσα στην αίθουσα, ανέδιδε βρωμερή υποκρισία και ψέμα! Ήθελα να φύγω, να βγω στον καθαρό αέρα, να νοιώσω ελεύθερος από την καταπίεση. Να μην με αναγκάσει κανείς να ξαναπώ ψέμα!

Θυμήθηκα που μια φορά, αναγκάστηκα κι εγώ να πω ψέματα εν γνώσει μου σ’ έναν Ορθόδοξο. Ήταν ο επίτροπος εκείνος, ο σύντροφος του βλάσφημου ΄΄αντιαιρετικού αγωνιστή΄΄ που έβριζε τον Ιησού Χριστό.

Η συζήτηση τότε, ήταν για το αν πρέπει να κοινωνούν όλοι οι χριστιανοί, ή όχι. Χρησιμοποίησα λοιπόν το εδάφιο που έλεγε ότι ΄΄πρέπει ο άνθρωπος να δοκιμάζει τον εαυτό του πρώτα, και μετά να παίρνει από το ποτήρι΄΄ τής Κοινωνίας.

-Λες ψέματα! Ξέρεις καλά πως δεν είναι έτσι! είχε πει τότε ο επίτροπος, και είχε δίκιο. Πίστευα όμως, πως αν γινόταν ΄΄Μάρτυρας΄΄ αυτός, θα ήταν καλύτερα από την Ορθοδοξία. Με άκουγε και ο συνοδός μου! Έτσι, του είπα εν γνώσει μου ψέματα!

Κάπως έτσι θα ένιωθαν κι αυτοί, γιατί μου δήλωσαν, πως δεν τους ενδιαφέρει αν η οργάνωση έχει δίκιο! Έπρεπε να υποταχθώ.

Από εκείνη τη στιγμή και στο εξής, πέταξα κι εγώ τη μάσκα. Τους ξεκαθάρισα πως ως τότε είχα επαφή με αποκομμένους, και δεν τους θεωρούσα αποστάτες. Αποστάτες για μένα, ήταν όποιοι εν γνώσει τους δίδασκαν άλλο ευαγγέλιο. Τους είπα πως δέχομαι όλες τις ΄΄χριστιανικές΄΄ θρησκείες, ως μέρη τής Εκκλησίας του Θεού, ως σχολεία προς το Θεό.

Μετά απ’ αυτό, η συζήτηση διεξήχθη σε άλλο πλαίσιο και τόνο. Δεν απολογιόμουν πλέον, απλά, έδινα εξηγήσεις για τις μισές αλήθειες που έλεγα τόσον καιρό, ώστε να μη νομίζουν ότι τους κορόιδευα. Ένιωθα ήδη ελεύθερος! Εκείνοι, άρχισαν να κατηγορούν τους ΄΄αποστάτες΄΄ για πολλά, τα οποία διέψευσα, ως κακόβουλες φήμες, εξηγώντας τους την πραγματικότητα. Μέσα σε άλλα, ο Μπανάνης, μου μίλησε για κάτι που είχε πει ο φίλος μου ο Γιώργος, στη δική του επιτροπή. Πως είχε δει σε όραμα τον Ιησού Χριστό!

-Μην τον ακούς αυτόν! Έχει παραφρονήσει! μου είπε.

-Θα τον ρωτήσω! τον διαβεβαίωσα.

Πράγματι, το όραμα αυτό ήταν αλήθεια! Ο Γιώργος μου το επιβεβαίωσε. Όμως δεν είχε τρελαθεί! Στ’ αλήθεια ο Κύριος τον ενίσχυσε μ’ αυτό το όραμα, εν’ όψει τής επιτροπής που τον περίμενε! Τότε όμως, δεν πίστευα στα θαύματα, συνηθισμένος από την πίστη τών ΄΄Μαρτύρων΄΄, γιατί ΄΄όσα δε φτάνει η αλεπού... ΄΄.

Όταν είπαμε ό,τι είχαμε να πούμε, μου ζήτησαν να βγω έξω. Σε λίγο με φώναξε ο Βλάσης, για να μου ανακοινώσουν το αποτέλεσμα. Πριν μπούμε μέσα, ο αγαπητός αυτός φίλος, με αγκάλιασε για τελευταία φορά, και ευχήθηκε ΄΄να μου δώσει ο Θεός ό,τι δεν μπόρεσαν αυτοί΄΄. Και πράγματι, ο Θεός ήταν ο σύντροφός μου στο μακρύ ταξίδι τής αναζήτησής μου, και μου έδωσε πολλαπλάσια απ’ ό,τι ονειρεύτηκα. Ευλογημένο να είναι το όνομά Του!

Μου ανακοίνωσαν ότι θα πρέπει να με αποκόψουν. Θα είχα δικαίωμα εντός μιας εβδομάδας, να ζητήσω έφεση.

-Η επιτροπή έφεσης θα δεχθεί να συζητήσει μαζί μου για το 1914; ρώτησα, και γέλασαν για την επιμονή μου.

-Θέλεις σώνει και καλά να πείσεις την επιτροπή; Γελιέσαι αν νομίζεις κάτι τέτοιο! Ειδικά αυτοί δεν θα συζητήσουν μαζί σου! Η δουλειά τους είναι, να δουν αν η δική μας επιτροπή διεξήχθη σωστά! είπε ο Μπανάνης.

Όλα λοιπόν είχαν τελειώσει! Έπρεπε να πω κάτι, μήπως και ξυπνούσα τις κοιμισμένες τους συνειδήσεις! Ίσως ήταν η τελευταία μου ευκαιρία.

-Γνωρίζετε τι προβλήματα θα δημιουργήσετε στην οικογένειά μου με την αποκοπή μου; ρώτησα.

-Ναι, αλλά έτσι πρέπει να γίνει! είπαν. ...Αν θέλεις, μπορείς να παρακολουθείς τις συναθροίσεις, να κάθεσαι πίσω, χωρίς να μιλάς και να σου μιλάνε, και ίσως κάποτε να γίνουν όλα όπως πριν. είπε κάποιος.

-Ξέρετε καλά, πως αυτό δεν θα γίνει ποτέ! Αν τώρα δεν συζητήσατε μαζί μου αυτό που ζητούσα, θα γίνει τότε; Μόνο εύχομαι, να μη σας ανταποδώσει ο Θεός αυτό που κάνετε! Εγώ βέβαια δεν το πιστεύω αυτό, αλλά εσείς πιστεύετε πως θα πεθάνω στον Αρμαγεδδώνα αν είμαι αποκομμένος.

Αυτό, σημαίνει πως με την αποκοπή με σκοτώνετε, χωρίς να προσπαθήσετε να με βοηθήσετε! Δεν θα ήθελα να είμαι στη θέση σας την ημέρα τής κρίσης! είπα, και δεν μίλησαν.

...Και κάτι άλλο! Έμαθα από την οργάνωση κάτι σωστό. Πρέπει να λέμε στους άλλους την αλήθεια, όταν η θρησκεία τους τους κοροϊδεύει. Τώρα είμαι ελεύθερος! Λυπάμαι, αλλά θα σας δημιουργήσω πολλά προβλήματα. Πρέπει να μάθουν όλοι οι ΄΄Μάρτυρες΄΄ για τα ψέματα που τους λέει η οργάνωση τόσα χρόνια. Αυτή όμως είναι υποχρέωσή μου.

Το βλέμμα τού Μπανάνη σκλήρυνε.

-Τότε θα έχεις τη μεταχείριση αποστάτη! είπε.

-Δεν πειράζει! Ο Θεός θα με ενισχύσει! είπα, και βγήκα στον καθαρό αέρα.

Kεφάλαιο 29ο

Περιεχόμενα

Kεφάλαιο 31ο

Πάνω