Kεφάλαιο 36ο

Περιεχόμενα

Kεφάλαιο 38ο

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 37ο.

Εγκαταλείποντας και αυτή τη σύναξη


ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ

Δεν ονειρευόμουν να γίνω ιδρυτής θρησκείας, όμως τα γεγονότα με οδηγούσαν εκεί. Ήδη υπήρχαν προοπτικές να δημιουργηθεί μια νέα συνάθροισή μας στον Κορυδαλλό, και από εκεί ποιος ξέρει πού. Είχαμε αρχίσει με το Νάσο να σχεδιάζουμε αυτό το ενδεχόμενο, όταν άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με τη συνάθροισή μας. Παντού στην Αγία Γραφή, έβλεπα πως υπήρχαν στις Εκκλησίες Πρεσβύτεροι, Διάκονοι, και λοιποί χαρισματούχοι. Στη δική μας όμως, όχι. Και αν ακόμα διορίζαμε εμείς, με ποιο δικαίωμα θα διορίζαμε; Ακόμα και χωρίς αυτό το διορισμό, ΄΄με ποιο δικαίωμα΄΄ εγώ μοίραζα τον άρτο και τον οίνο όταν κοινωνούσαμε; Με ποιο δικαίωμα βάπτιζα; Παντού στην Αγία Γραφή, όταν δινόταν ένα τέτοιο λειτούργημα, δινόταν από κάποιο πρεσβυτέριο. Εμείς όμως, αυθαιρετούσαμε. Και δεν είχα καμία όρεξη φεύγοντας από μία αίρεση να γίνω εγώ αιρεσιάρχης μιας άλλης.

Ο Νάσος αντιθέτως, δεν προβληματιζόταν από αυτά τα θέματα. Το ότι είχαμε προχωρήσει σε κατανόηση τής πίστης περισσότερο από τις άλλες Προτεσταντικές ομάδες που είχαμε γνωρίσει, τον έκανε να φουσκώνει σιγά σιγά. Πίστευε πως εμείς είχαμε τη σωστή αλήθεια, και ο αδογματισμός μας, σιγά σιγά υποχωρούσε.

Όταν ακόμα ήμουν στους Μάρτυρες, τότε που κατάλαβα πως η ελπίδα τών Χριστιανών είναι ουράνια, εξέφρασα την επιθυμία μου στον Βλάση να κοινωνήσω. Εκείνος όμως με είχε προειδοποιήσει, πως έτσι θα έτρωγα το κεφάλι μου. Λόγω του δόγματος τών Μαρτύρων ότι όλο και λιγότεροι πρέπει να παίρνουν από τον άρτο και τον οίνο, φρόντιζαν οι υπεύθυνοι να αποθαρρύνουν τους θέλοντες να μεταλάβουν. Έτσι, καταφέρνουν να διατηρούν τον αριθμό αυτό χαμηλά. Όταν όμως άρχισα να κοινωνάω είτε στη δική μου συνάθροιση είτε σε άλλες Προτεσταντικές, δεν είχα αναρωτηθεί για το δικαίωμα αυτό. Μόνο για το αν το ψωμί ήταν άζυμο ή όχι ασχοληθήκαμε, και για το κάθε πότε έπρεπε να κοινωνάμε. Είχαμε βρει λοιπόν αποδείξεις από την Αγία Γραφή, ότι οι Χριστιανοί έπρεπε να κοινωνούν όσο συχνά ήθελαν, και όχι απαραίτητα με άζυμο άρτο.

Εδώ και λίγο καιρό, άρχισα να υποψιάζομαι πως ο φίλος μου ο Γιώργος προσέγγιζε την Ορθοδοξία. Αυτά που μου έλεγε, μου θύμιζαν πολλά απ’ αυτόν το χώρο. Έτσι, όταν συναντιόμασταν, προσπαθούσα να τον ΄΄ψαρέψω΄΄, όμως κρατούσε το στόμα του κλειστό. Μια μέρα όμως, καθώς φεύγαμε, του είπα χαριτολογώντας:

΄΄Έτσι όπως πάμε, μας βλέπω Ορθοδόξους μια μέρα!΄΄

-Ο Θεός γνωρίζει! μου είπε, και τον κοίταξα λοξά, αλλά ήταν ανέκφραστος.

Θυμόμουν την ημέρα που με βάπτισε, ότι είχα καλέσει και κάποιον που στη φυλακή ήμασταν μαζί, και ήταν τότε αποκομμένος. Εκείνος είχε εκφράσει την απορία, μήπως θα έπρεπε να ρωτήσουμε την Εκκλησία, για το αν θα έπρεπε να προχωρήσουμε σ’ αυτό το βάπτισμα.

-Για ποια Εκκλησία λέει; ρώτησα τότε τον Γιώργο.

-Για την Ορθόδοξη! μου είπε εκείνος.

Φαινόταν πολύ παράξενο να ακούγονται αυτά τα λόγια από το στόμα ενός πρώην ΄΄Μάρτυρα΄΄. Όλοι μας, έπρεπε φυσιολογικά να θεωρούμε τους Ορθοδόξους ως ειδωλολάτρες!

Τώρα όμως, καθώς συζητούσα με τον Γιώργο, έβλεπα πως κάποια πράγματα ταίριαζαν. Για παράδειγμα, από τη στιγμή που κατάλαβα πως οι ψυχές τών Αγίων συμβασιλεύουν στον ουρανό με τον Κύριο από τώρα, κατάλαβα πως δεν είναι άτοπο να προσευχόμαστε γι’ αυτούς, ούτε ΄΄να ζητούμε τις δικές τους προσευχές΄΄. Είχα συγκρουστεί μάλιστα με το Νάσο γι’ αυτό σε κάποια συνάθροιση. Σιγά σιγά, ανακάλυπτα κι άλλα πράγματα, τα περισσότερα από τα οποία, συζητώντας με το Γιώργο. Εν τέλει, μια μέρα, μου το φανέρωσε, πως έγινε Ορθόδοξος.

-Μα αφού σε βάπτισε ο Παναγιώτης! διαμαρτυρήθηκα.

-Το βάπτισμα ήταν σωστό. Είχε όμως το δικαίωμα; με ρώτησε.

-Μα κι εσύ με βάπτισες ρωτώντας τον Κύριο! Και αυτός το ίδιο! Διαφώνησα.

-Άκου! Και το βάπτισμα που έκανες στους ΄΄Μάρτυρες΄΄ ίσχυε, ως ΄΄βάπτισμα αφιέρωσης΄΄, και το βάπτισμα που κάναμε ως Προτεστάντες, ίσχυε για το σκοπό που το κάναμε, για να πάρουμε μια ώθηση κατά παραχώρησιν τού Κυρίου. Τώρα όμως, πρέπει να εκπληρώσουμε πάσαν δικαιοσύνη, και να κάνουμε το βάπτισμα από εκείνους που διαδέχτηκαν τους αποστόλους.

-Έχεις κάτι να μου δώσεις γι’ αυτό; ρώτησα.

-Έχω μαζί μου δύο βιβλία. Διάβασέ τα, και θα καταλάβεις τι εννοώ! είπε, και μου τα έδωσε.

Επρόκειτο για τα βιβλία: ΄΄Ο κανόνας τής Αγίας Γραφής΄΄, και: ΄΄Η ενότητα τής Εκκλησίας εν τη Θεία Ευχαριστία και τω Επισκόπω κατά τους τρεις πρώτους αιώνες τού Χριστιανισμού΄΄.

Ήταν και τα δύο βιβλία συγκλονιστικά. Το μεν πρώτο, μου αποδείκνυε ότι ήταν άτοπο να δέχομαι την Αγία Γραφή, και όχι αυτούς που καθόρισαν ποιος θα είναι ο κανόνας της, δηλαδή ποιά θα είναι τα βιβλία της. Αν αυτοί θα είχαν λάθος, στον ίδιο βαθμό θα ήταν λάθος και τα βιβλία που επέλεξαν για την Αγία Γραφή. Αν δεχόμουν τα βιβλία αυτά ως θεόπνευστα, έπρεπε να δεχθώ ως θεόπνευστο και εκείνον που καθόρισε ποια θα είναι αυτά. Και αυτός ήταν ο επίσκοπος τής πρώτης οικουμενικής συνόδου, που τόσο τον είχα παρεξηγήσει, ο Άγιος Αθανάσιος!

Μήπως λοιπόν έπρεπε να προσέξω την Ορθοδοξία περισσότερο;

Αν το πρώτο βιβλίο με προβλημάτισε, το δεύτερο με έπεισε. Εκεί, υπήρχαν αρχαία Χριστιανικά κείμενα, όπου φαινόταν καθαρά, η αποστολική διαδοχή, όπως αυτή διατηρήθηκε μέσα στους πρώτους τρεις αιώνες τού Χριστιανισμού. Αυτά τα κείμενα, δεν τα γνώριζαν οι Προτεστάντες, και για το λόγο αυτό αυθαιρετούσαν, βαπτίζοντας, διανέμοντας την Κοινωνία, και διορίζοντας λειτουργούς χωρίς την ευλογία τού τοπικού Ορθοδόξου Επισκόπου, που ήταν ο μόνος που είχε αυτό ΄΄το δικαίωμα΄΄, ως άμεσος διάδοχος τών αποστόλων.

Ενδεικτικό ήταν το κείμενο τού Αγίου Ιγνατίου τού Θεοφόρου, που έγραψε τον 2ο αιώνα: ΄΄όποιος κάνει κάτι λαθραία από τον επίσκοπο, δουλεύει τον διάβολο΄΄. Τότε κατάλαβα πως και η παραβολές του πιστού και φρονίμου δούλου και τών μνων, αναφέρονταν σε επισκόπους. Το θέμα τών επισκόπων ήταν πολύ σοβαρό! Δεν είχαμε δικαίωμα να λειτουργούμε τη συνάθροισή μας!

Το βιβλίο αυτό, μου έλυσε και το παλιό μου πρόβλημα, ΄΄ποιόν θα θεωρώ αδελφό μου΄΄.

Θυμάμαι πως είχα παρεξηγηθεί με αρκετούς, επειδή λόγω κάποιου δόγματος που πίστευαν λάθος, ή λόγω τού ότι θεωρούσα το βάπτισμά τους άκυρο, δεν τους έλεγα ΄΄αδελφούς΄΄. Τώρα όμως, έβλεπα πως ούτε εγώ δεν συμμετέχω στο ένα σώμα τού άρτου τής θείας κοινωνίας, όπως προσφέρεται με την ευλογία του τοπικού Επισκόπου. Ούτε εγώ δεν ήμουν ΄΄αδελφός΄΄! Και όποιος δεν κοινωνούσε από τον ένα αυτό άρτο, ήταν έξω από το σώμα τής Εκκλησίας! (Α΄ Κορινθίους 10/ι΄ 17).

Υπήρχε κάποιος από τα παιδιά τής φυλακής, που στη φυλακή διάβαζε παλιά βιβλία τού Ρώσσελ. Έτσι, όταν βγήκε έξω, έγινε Ρωσσελιστής. Όταν συζητήσαμε για πρώτη φορά, έλεγε πως δεν τον ενδιαφέρουν οι λεπτομέρειες, αλλά η πίστη στον Ιησού Χριστό. Έτσι, δεν ερεύνησε όσο καλά έπρεπε, και κατέληξε σε ένα Ρωσσελιστικό παρακλάδι. Το κριτήριό του για να επιλέξει θρησκεία, ήταν το αν τον δέχονταν ως Χριστιανό, ενώ δεν πίστευε στην Αγία Τριάδα! Εξέδωσε και ένα περιοδικό, στο οποίο σύντομα ασχολείτο με λεπτομέρειες, όπως το τι συμβόλιζαν οι διαστάσεις τής κιβωτού! Επανειλημμένα του υπέδειξα εδάφια που λογικά έπρεπε να τον πείσουν για κάποια πράγματα, όμως τα αγνόησε. Είχε μάλιστα παραπονεθεί ότι δεν τον αποκαλούσα αδελφό, επειδή ήμουν προκατειλημμένος. Τώρα όμως, προκατειλημμένος ήμουν που ούτε τον εαυτό μου μπορούσα να ονομάσω Χριστιανό; Απλά, έπρεπε να συμμορφωθώ με τα πορίσματα τών ερευνών μου, όποια κι αν ήταν αυτά.

Στις επόμενες συναντήσεις μας, βομβάρδισα το Γιώργο με ένα σωρό αντιρρήσεις. Δεν μπορούσα να δεχθώ την ΄΄προσκύνηση΄΄ τών εικόνων, ούτε καν την κατασκευή τους. Εκείνος, μου εξήγησε υπομονετικά, ότι άλλο είναι η προσκύνηση, και άλλο η λατρεία. ΄΄Στις εικόνες, απλώς τιμούμε το εικονιζόμενο πρόσωπο΄΄. μου εξήγησε, και μου έδειξε εδάφια όπως το Αποκάλυψις 3/γ΄ 7-9, όπου ο ίδιος ο Κύριος, δήλωνε ότι θα έκανε ανθρώπους, να προσκυνήσουν έναν άλλο άνθρωπο, τον Επίσκοπο τής Εκκλησίας τής Φιλαδελφείας! Αν η προσκύνηση ήταν λατρεία, ο Κύριος δεν θα το έκανε ποτέ αυτό!

Μου εξήγησε επίσης, ότι όλες οι εικόνες, δεν είναι ΄΄είδωλα΄΄. Είδωλο θεωρείται μόνο η απεικόνιση τού Θεού, και όχι κτισμάτων. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία όμως, δεν επιτρέπονται απεικονίσεις τού Θεού, και μόνο από άγνοια ή αναξιότητα βάζουν κάποιοι Πρεσβύτεροι τέτοιες εικόνες. Σε αυτό όμως δεν φταιει η Εκκλησία, αλλά οι συγκεκριμένοι Πρεσβύτεροι.

Μου εξήγησε για το λεγόμενο ΄΄ειδικό ιερατείο΄΄, πως δεν είναι τίποτα περισσότερο από κάποιο ακόμα λειτούργημα, συνυφασμένο με την κλάση τού Άρτου.

Μου εξήγησε για τη χρησιμότητα τού ράσου, και τών φανταχτερών ρούχων τού Επισκόπου στην Εκκλησία, ως εικόνα τού Βασιλιά Χριστού, και ότι το μούσι δεν είναι υποχρεωτικό, αλλά απλή συνήθεια.

Τέλος, μου εξήγησε ποια είναι τα υπόλοιπα θεόπνευστα συγγράμματα τής Εκκλησίας, εκτός από την Αγία Γραφή. Για πρώτη φορά, κατάλαβα πως το να δέχομαι ΄΄μόνο΄΄ την Αγία Γραφή, ήταν λάθος. Έπρεπε να δέχομαι ως θεόπνευστη όλη την υπόλοιπη ιερά παράδοση τής Εκκλησίας, που ήταν επίσης οι αποφάσεις τών Οικουμενικών Συνόδων, τα εγκεκριμένα από τις οικουμενικές συνόδους κείμενα τών Αγίων, η υμνολογία τής Εκκλησίας, και τα λειτουργικά κείμενα. Το ίδιο δικαίωμα που είχε η Εκκλησία ως ΄΄στύλος και εδραίωμα τής αληθείας΄΄ (Α΄ Τιμόθεον 3/γ΄ 15), να καθορίζει τα βιβλία τής Αγίας Γραφής, ίσχυε και για όλα τα υπόλοιπα θεόπνευστα κείμενα. Και αυτό που ήταν σημαντικό εδώ, ήταν ότι ο στύλος και το εδραίωμα τής αληθείας, τής ίδιας τής Χριστιανικής πίστεως, ήταν όχι η Αγία Γραφή, αλλά η Εκκλησία!

Τότε κατάλαβα, πως ο λόγος που δημιουργήθηκε ο Προτεσταντισμός, ήταν επειδή δεν δεχόταν όλα τα θεόπνευστα συγγράμματα, παρά μόνο την Αγία Γραφή. Αν δεχόταν όλα τα θεόπνευστα κείμενα, δεν θα διέφερε από την Ορθοδοξία. Ο Προτεσταντισμός, ισχυριζόταν ότι στηρίζει την πίστη του στην Αγία Γραφή, (κι ας διαφέρει η μία από την άλλη Προτεσταντική θρησκεία). Η Ορθοδοξία όμως, δεν στηριζόταν, αλλά ΣΤΗΡΙΖΕ την Αγία Γραφή!

Σύντομα κατάλαβα πως όλα εκείνα που θεωρούσα ως διαφορές τής Αγίας Γραφής από την υπόλοιπη Ιερά Παράδοση, ήταν φαινομενικές αντιφάσεις, σαν κι αυτές που υπάρχουν από βιβλίο σε βιβλίο τής Αγίας Γραφής.

Βομβάρδιζα συνεχώς τον Γιώργο με ερωτήσεις, και έπαιρνα συνεχώς ικανοποιητικές απαντήσεις. Όταν κατηγόρησα τους Ορθοδόξους ότι λένε ανθρώπους ΄΄πατέρες΄΄, ενώ ο Κύριος είπε να ΄΄μην ονομάσουμε πατέρα μας επί τής γης΄΄, μου έδειξε εδάφια όπου οι απόστολοι θεωρούσαν τον εαυτό τους ΄΄πατέρα΄΄, όπως το Α΄ Κορινθίους 4/δ΄ 15. Εδάφια που έδειχναν ότι το ψωμί που δινόταν στα μνημόσυνα ήταν Αγιογραφικό, εδάφια που έδειχναν την αποστολικότητα τού ΄΄Xρίσματος΄΄, την αειπαρθενία τής Μαρίας, την Παναγιότητά της, το αποδεκτό να ονομάζεται έτσι, μια και ακόμα και άψυχα αντικείμενα ονομάζονται στην Αγία Γραφή ΄΄πανάγια΄΄.

Για μία ακόμα φορά, η Αγία Γραφή αποκάλυπτε μπροστά μου ένα καινούργιο νόημα, συμπληρώνοντας όσα ως τώρα είχα ανακαλύψει με τη βοήθεια εκείνης τής συνάθροισης που είχαμε ξεκινήσει. Τώρα όμως, έπρεπε να αποχωρήσω από εκεί. Εκείνη η συνάθροιση είχε εκτελέσει το σκοπό της. Με είχε οδηγήσει και προετοιμάσει για την αληθινή και μοναδική Εκκλησία τού Κυρίου, αυτήν που τόσο είχα μισήσει, την Ορθόδοξη.

Έτσι, στην επόμενη κιόλας συνάθροιση, ανακοίνωσα πως θα αποσυρόμουν, για να βαπτιστώ στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Εξήγησα τους λόγους, και κάλεσα και τους άλλους, να ενταχθούμε εκεί σαν σώμα. Δυστυχώς όμως, μόνο οι μισοί από τα μόνιμα μέλη ανταποκρίθηκαν. Οι υπόλοιποι ήταν τόσο προκατειλημμένοι εναντίον τής Εκκλησίας, που δεν θέλησαν να το ερευνήσουν. Έτσι, η συνάθροιση διασπάστηκε.

Όλοι οι πρώην ΄΄Μάρτυρες΄΄ και μια ΄΄Ευαγγελική΄΄, προσχωρήσαμε στην Ορθοδοξία. Οι υπόλοιποι συνέχισαν όπως πρώτα. Αργότερα χωρίστηκαν σε δύο συναθροίσεις λόγω κάποιας διαφωνίας τους, και σήμερα υπάρχει η μία απ' αυτές.

Kεφάλαιο 36ο

Περιεχόμενα

Kεφάλαιο 38ο

Πάνω