Kεφάλαιο 7ο

Περιεχόμενα

Kεφάλαιο 9ο

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8ο.

Τα πρώτα προβλήματα


ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ

Οι ΄΄Μάρτυρες΄΄, με είχαν συμβουλέψει να κρατήσω μυστικές τις επαφές μας, ΄΄ώσπου να εδραιωθώ στην πίστη΄΄, ώσπου ΄΄να ριζώσει στην καρδιά μου ο σπόρος τής αληθείας΄΄, επειδή αλλιώς, ΄΄ο Διάβολος θα έπαιρνε το σπόρο και θα χανόμουν΄΄. Με είχαν προειδοποιήσει πως ΄΄οι εχθροί τού ανθρώπου θα είναι οι άνθρωποι τού σπιτιού του΄΄, και πως κάποια στιγμή, θα είχα ΄΄διωγμό΄΄ για χάρη τής πίστης ΄΄μου΄΄. Εγώ στην αρχή δεν έλεγα τίποτα σε άλλους. Ντρεπόμουν άλλωστε. Τι θα έλεγε ο κόσμος αν μάθαιναν πως κάνω παρέα με τους ΄΄Μάρτυρες΄΄; Αργότερα όμως, θυμόμουν τα λόγια τού Κυρίου: ΄΄Όποιος ντραπεί να με ομολογήσει μπροστά στους ανθρώπους, θα ντραπώ κι εγώ να τον ομολογήσω μπροστά στον Πατέρα μου΄΄. Αυτό, με έκανε σιγά σιγά, ν’ αλλάζω απόψεις, ώσπου με τον καιρό η ντροπή και η δειλία έγιναν θάρρος, και το θάρρος, έγινε υπερβάλλων ενθουσιασμός. Όσο περισσότερα μάθαινα, τόσο περισσότερο ενθουσιαζόμουν, και ήθελα να μοιρασθώ με τους δικούς μου ανθρώπους τις καινούργιες μου απόψεις. Τώρα πια, μπορούσα να καταλάβω καλά πώς ένοιωθε και ο Νίκος, και έκανε τόσο αγώνα για την πίστη του.

Κάποιο βράδυ, μετά από μία γεμάτη ΄΄ευλογίες΄΄ (όπως έλεγα) βραδιά, αφού είχα δαπανήσει αρκετές ώρες διδασκαλίας με τους ΄΄Μάρτυρες΄΄, γύρισα σπίτι ενθουσιασμένος, και αγνοώντας τις προειδοποιήσεις, άρχισα να μιλάω στην έκπληκτη μητέρα μου.

Ήταν ένα εξαιρετικά βροχερό βράδυ, μα εγώ είχα τόση ευφορία, που ούτε το πρόσεξα σχεδόν. Μπαίνοντας στο σπίτι, σιγοτραγουδούσα κάποιον από τους ύμνους τών ΄΄Μαρτύρων΄΄.

-Σήμερα πέρασα πολύ όμορφα! φώναξα στη μητέρα μου, καθώς έβγαζα το αδιάβροχό μου. ...δεν είχα σχολείο, και πήγα με το Νίκο!

-Γιατί δεν είχατε σχολείο; ρώτησε εκείνη.

-Είχαν απεργία οι καθηγητές. απάντησα.

-Και πού πήγες με το Νίκο; ξαναρώτησε.

-Στην εκκλησία τών ΄΄Μαρτύρων τού Ιεχωβά΄΄! απάντησα με τον πιο φυσικό τρόπο. ...Δεν ξέρεις πόσα πράγματα μαθαίνω εκεί!

-Τι; Έχεις ξαναπάει;

-Ναι! Πολλές φορές! Όταν θα έρθεις, θα δεις τι όμορφα που είναι!

Τα τελευταία αυτά λόγια, τα είπα μέσα σ’ ένα πανδαιμόνιο κραυγών και ακατάληπτων ήχων που έβγαιναν από το στόμα της. Προσπαθούσα να της μιλήσω λογικά, όμως δεν έβγαινε αποτέλεσμα. Ήταν εκτός εαυτού.

-Δεν θα ξαναπάς εκεί ποτέ! ξεχώρισα να λέει ανάμεσα σε άλλα.

-Εγώ το πήρα απόφαση! Θα γίνω ΄΄Μάρτυς τού Ιεχωβά΄΄! ΄΄Πρέπει να πειθαρχούμε στον Θεό μάλλον, παρά στους ανθρώπους.΄΄

-Ορθόδοξος γεννήθηκες, Ορθόδοξος θα πεθάνεις! φώναξε.

-Επειδή ακριβώς δεν θέλω να πεθάνω, θα πάψω να είμαι Ορθόδοξος! Τώρα θυμήθηκες την Ορθοδοξία; Τι με δίδαξες για το Θεό τόσα χρόνια; Τίποτα! Και τώρα που βρήκα την αλήθεια θα μ’ εμποδίσεις;

Την ώρα εκείνη μπήκε μέσα ο πατέρας μου.

-Γιατί φωνάζετε; ρώτησε.

-Θέλει να γίνει Γεχωβίτης! φώναξε η μητέρα μου με κλάματα.

-Τι; Καλύτερα να γίνεις τραβεστί! Αν τολμήσεις να γίνεις Χιλιαστής θα σε αποκληρώσω! είπε εκείνος νευριασμένος.

-Δεν μ’ ενδιαφέρουν τα λεφτά σου! Εγώ διάλεξα το δρόμο μου! είπα.

-Αν γίνεις Χιλιαστής, να φύγεις από το σπίτι μου! φώναξε για να με φοβίσει.

Αισθάνθηκα το αίμα μου να βράζει. Ήταν η στιγμή τής δοκιμασίας, η στιγμή τής απόφασης. Τότε στ’ αυτιά μου αντήχησαν τα λόγια τού Κυρίου: ΄΄Όποιος αφήσει μητέρα ή πατέρα ή αδέλφια ή σπίτι για χάρη μου, θα πάρει και σ’ αυτή τη ζωή και στην άλλη πολλαπλάσια΄΄.

Με δάκρυα, φόρεσα το αδιάβροχό μου, τους χαιρέτησα καθώς η μητέρα μου έκλαιγε, και βγήκα από το σπίτι. Περπατούσα στη δυνατή βροχή χωρίς ομπρέλα, και σκεφτόμουν. Πόσο δίκιο είχαν όλοι αυτοί οι ΄΄Μάρτυρες΄΄! Μου είχαν πει να μη μιλήσω ακόμα, αλλά εγώ δεν άκουσα. Μου είχαν πει πως οι δικοί μου θα εναντιώνονταν στην ΄΄αλήθεια΄΄, μα δεν το περίμενα. Νόμιζα πως τους γνώριζα καλύτερα απ’ αυτούς. Κι όμως, βρέθηκα ξαφνικά διωγμένος από τους ίδιους τους γονείς μου!

Αφού βημάτισα πολλή ώρα στη βροχή, κάθισα κουρασμένος και βρεγμένος σ’ ένα παγκάκι μιας πλατείας. Πέρασα εκεί τη νύχτα καθιστός, ανησυχώντας για το πώς θα αισθάνονταν η μητέρα μου και ο πατέρας μου, και ζητώντας από το Θεό βοήθεια.

Δεν ήμουν όμως ο μόνος που αγωνιούσε εκείνη τη νύχτα. Όταν η μητέρα μου συνήλθε από το θυμό της και κατάλαβε το λάθος τους, άρχισε να ανησυχεί για το πού μπορεί να πήγα μέσα στη βροχή και τη νύχτα. Το πρώτο που σκέφτηκε, ήταν να βρει από τον κατάλογο το τηλέφωνο τού Νίκου, και αμέσως τηλεφώνησε κλαίγοντας στο σπίτι του. Σήκωσε το τηλέφωνο η μητέρα του, και όταν ρώτησε ποιος είναι, άκουσε μία συγχυσμένη φωνή.

-Είμαι η μητέρα τού Γιώργου! Πού είναι το παιδί μου; Πού τον έχετε;

-Δεν καταλαβαίνω τι λέτε! απάντησε η μητέρα τού Νίκου.

Η μητέρα μου τής διηγήθηκε τι συνέβει, και αφού απείλησε και παραπονέθηκε, τελείωσε με αυτά τα λόγια:

-Εμένα το παιδί μου ήταν καλό! Τώρα εξ’ αιτίας σας έφυγε από το σπίτι. Θέλω να μου βρείτε πού είναι!

Η μητέρα τού Νίκου, αφού τη διαβεβαίωσε πως δεν ήμουν εκεί, της μίλησε καθησυχαστικά, και της είπε πως μόλις θα με έβλεπαν, θα με έστελναν στο σπίτι μου. Όμως ως το πρωί, δεν γύρισα πίσω, και στο μεταξύ όλοι ανησυχούσαν.

Το πρωί, αποφάσισα να πάω να δω τι κάνει η μητέρα μου. (Ο πατέρας μου ήταν στη δουλειά). Μόλις με είδε, με αγκάλιασε κλαίγοντας, και μου διηγήθηκε τι είχε συμβεί. Εγώ, τηλεφώνησα αμέσως στο σπίτι τού Νίκου για να μην ανησυχούν. Κατόπιν, ξεκαθάρισα στη μητέρα μου πως είμαι ενήλικος και ελεύθερος να διαλέξω την μελλοντική μου πορεία, και πως δεν θα μου ξαναμιλούσε για το θέμα τής θρησκείας. Εκείνη, μου ζήτησε μόνο μία χάρη. Μου είπε πως θα ήθελε να φωνάξει έναν αρχιμανδρίτη συγγενή μας, για να με βοηθήσει να δω το λάθος μου, και αν δεν με έπειθε, θα ήμουν ελεύθερος να κάνω ό,τι θεωρούσα σωστό. Ήταν μία δίκαιη και σωστή αίτηση, γι’ αυτό τη δέχτηκα με χαρά. Και ο πατέρας μου όμως, δεν έφερε αντίρρηση. Συνέχισα λοιπόν τις ΄΄Χριστιανικές΄΄ μου δραστηριότητες, ελεύθερα πλέον, έχοντας μία ενδόμυχη χαρά, πως δοκιμάστηκα χάριν τού Χριστού, και ξεπέρασα επιτυχώς αυτή την πρώτη δοκιμασία.

Η ημέρα που θα ερχόταν ο αρχιμανδρίτης συγγενής μου έφθασε. Εγώ τον περίμενα με την Αγία Γραφή στο τραπέζι, και η μητέρα μου έτριβε τα χέρια της χαρούμενη, βέβαιη πως εκείνη την ημέρα θα σταματούσα κάθε επαφή με τους ΄΄Μάρτυρες΄΄.

Εκείνος κάθισε, και άρχισε με τους γονείς μου κοινωνική συζήτηση. Ήταν φυσικό, μια και είχαν χρόνια να συναντηθούν. Με ρώτησε για το σχολείο μου, για τη δουλειά μου, και για οτιδήποτε άλλο, εκτός από το θέμα τής πίστεως. Έψαχνα απεγνωσμένα να βρω κάποιο κενό, για ν’ αρχίσω μαζί του Χριστιανική συζήτηση, όμως δε μου άφηνε ευκαιρία για κάτι τέτοιο. Αφού πέρασαν αρκετά λεπτά, και εξέθεσαν με τους γονείς μου όλη τους την οικογενειακή κατάσταση, πήρα το θάρρος να ρωτήσω:

-Πάτερ, τι γνώμη έχετε για την Αγία Γραφή;

-Τι τα θέλεις αυτά τώρα; Εδώ έχουμε τόσον καιρό να ειδωθούμε! Αν θέλεις ν’ ακούσεις το ευαγγέλιο, πήγαινε στην εκκλησία. απάντησε, αφήνοντάς μας όλους άναυδους.

Δεν πίστευα στ’ αυτιά μου. Ένας θεωρούμενος αιρετικός άνθρωπος, ο Νίκος, δεν έπαυε να μιλάει για το Θεό, και η πίστη του επηρέαζε όλες του τις ενέργειες. Και τώρα, είχα εδώ μπροστά μου, έναν θεωρούμενο λειτουργό τού Θεού, ο οποίος έβλεπε την Αγία Γραφή ως ανάξιο θέμα για συζήτηση.

Παρά την απάντησή του, σε λίγο πήρα το θάρρος να τον ρωτήσω κάτι ακόμα για την Ορθόδοξη πίστη. Η απάντησή του, μου έκοψε πλέον κάθε παραπέρα επιθυμία για συζήτηση:

-Τι τα θέλεις αυτά τώρα; Άσε ρε παιδί μου τώρα την Αγία Γραφή! Εδώ έχουμε άλλη συζήτηση!

Αυτή τη φορά, είδα τη μητέρα μου και τον πατέρα μου να κατσουφιάζουν. Άρχισαν να καταλαβαίνουν, πως το να είναι κάποιος πρεσβύτερος, δεν εγγυάται την αγάπη του προς το Θεό.

Όταν ο αρχιμανδρίτης έφυγε, η μητέρα μου έμεινε να με κοιτάει με απελπισμένο βλέμμα, μια και δεν είχα καταφέρει να του αποσπάσω ούτε μία λέξη για το Θεό.

-Προφανώς δεν θέλει να παίρνει ΄΄δουλειά΄΄ για το σπίτι! είπα ειρωνικά. ...Φαίνεται πως θεωρεί το Χριστιανισμό επάγγελμα.

Αυτή ήταν η καταλληλότερη στιγμή, για ν’ αρχίσω να μιλάω στη μητέρα μου για την πίστη τής Σκοπιάς. Της μίλησα για τους ανθρώπους εκείνους που χαίρονταν ν’ ακούνε ερωτήσεις για το Θεό και να τις συζητάνε, και που χρησιμοποιούν την Αγία Γραφή σε κάθε τους συζήτηση. Της ζήτησα να μελετήσει την Αγία Γραφή μαζί μου, και θα της έδειχνα γιατί δεν σύμφερε τον παπά να συζητήσουμε για την Αγία Γραφή. Εκείνη δέχτηκε, περισσότερο ΄΄για να δει με τι ασχολούμαι, και τι μου λένε εκεί που πάω΄΄. Έτσι, από εκείνη την ημέρα, άρχισα να μεταδίδω και στη μητέρα μου, τα όσα είχα μάθει από το Νίκο. Και η οικογένεια τού Νίκου όμως, δεν είχε μείνει αδρανής. Η μητέρα του, τηλεφωνούσε συχνά στη δική μου, και ο Νίκος ερχόταν συχνά στο σπίτι μου, και της μιλούσε για τη θρησκεία του. Κάθε τόσο, η μητέρα μου έλεγε: ΄΄Καλό παιδί ο Νίκος! Το μόνο κακό, που είναι Μάρτυρας΄΄. Αυτό το έλεγε, ως τον καιρό που έπαψε να θεωρεί τους ΄΄Μάρτυρες΄΄ αιρετικούς.

Όσο για μένα, δεν κρατιόμουν πλέον. Είχα πάρει τη νέα μου πίστη πολύ ζεστά. Ήθελα να συμμετέχω σε όλες τις δραστηριότητες τών ΄΄Μαρτύρων΄΄. Εκτός από τις συναθροίσεις που σπάνια έχανα, άρχισα να βγαίνω και στο ΄΄έργο΄΄, δηλαδή στην εκστρατεία διακήρυξης τού ΄΄ευαγγελίου΄΄ τών ΄΄Μαρτύρων΄΄, κυρίως από πόρτα σε πόρτα. Ο Νίκος, φρόντισε να με διδάξει ό,τι χρειαζόμουν γι' αυτό, ακολουθώντας τις κατευθύνσεις τής σχολής τής οργάνωσης, και το παράδειγμα και τους τρόπους αυτών που τον είχαν μάθει.

Kεφάλαιο 7ο

Περιεχόμενα

Kεφάλαιο 9ο

Πάνω