Εισαγωγή

Kεφάλαιο 2ο

Περιεχόμενα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3ο

Η καθ’ ημάς ερμηνευτική προσέγγισις

τού Γένεσις 6/στ΄ 1-4

1ο Εδάφιο

2ο Εδάφιο

3ο Εδάφιο

4ο Εδάφιο

Παραπομπές


Αφού, λοιπόν, ολοκληρώσαμε την περιήγησίν μας εις τις κατά καιρούς δοθείσες - χωλαίνουσες όμως καθ’ ημάς - ερμηνείες, εις το Γένεσις 6/στ΄ 1-4 καθώς και την απαραίτητη διευκρίνισιν εις την σχέσιν απόκρυφα - συγγραφείς Καινής Διαθήκης (εις το ΄΄Παράρτημα Ι΄΄ αυτής τής μελέτης), θα προσπαθήσομεν να προσεγγίσομεν το αίνιγμα τού Γένεσις 6/στ΄ 1-4 υπό άλλο πρίσμα. Αυτό δε το τελευταίο, πιστεύομεν, ότι εξομαλύνει, όχι μόνο τούς ερμηνευτικούς σκοπέλους εις τούς οποίους προσκρούουν οι προηγηθείσες ερμηνείες εις τα τέσσερα υπό έρευνα χωρία, αλλά και διαλευκαίνει πλείστες άλλες ερμηνευτικές δυσκολίες που απαντώνται εις το βιβλίον τής Γενέσεως, ιδία δε εις τα πρώτα αυτής κεφάλαια. Ο λόγος περί τής σημασίας τής λέξεως ΄΄αδάμ΄΄.

Παρακαλούμε τον αναγνώστη, προτού προχωρήσει εις την ερμηνείαν, να αναγνώσει το Παράρτημα ΙΙ, περί τών ΄΄δύο ανθρωπολογικών διηγήσεων τής Γενέσεως΄΄, αλλά κυρίως το Παράρτημα ΙΙΙ με θέμα: “Όροι δηλωτικοί τής εννοίας: ΄΄άνθρωπος΄΄” το οποίο και αποτελεί την βάσιν τής ερμηνείας μας. Εκεί υποστηρίζομεν, ότι η λέξις ΄΄αδάμ΄΄ έχει, εκτός τών γνωστών εννοιών, κατ’ εξαίρεσιν εις τα πρώτα κεφάλαια τής Γενέσεως, την έννοιαν ενός επιλεγμένου από το Θεό έθνους.

Η προτεινόμενη ερμηνεία τού χωρίου Γένεσις 6/στ΄ 1 - 4.

Κατόπιν τών ανωτέρω αναγκαίων διευκρινήσεων - απαραιτήτων για την συνέχειαν τής μελέτης μας - ερχόμαστε πλέον να αναλύσομεν εξονυχιστικώς τα όντως μυστηριώδη χωρία Γένεσις 6/στ΄ 1-4 και να τα προσεγγίσομεν από μίαν πρωτότυπον ερμηνευτική σκοπιά.

Εδάφιο 1:

“Και εγένετο ηνίκα ήρξαντο οι άνθρωποι πολλοί γίνεσθαι επί τής γης,

και θυγατέρες εγεννήθησαν αυτοίς”.

Για ποίους ΄΄ανθρώπους΄΄ ποιεί λόγο το ιερό κείμενο; Πολλοί νομίζουν, ότι εννοεί γενικώς το ανθρώπινον γένος, την ανθρωπότητα. Καθ’ ημάς, όμως, συμφώνως προς την έννοιαν που απεδείξαμεν ότι έχει ο όρος ΄΄αδάμ΄΄ (εις το Παράρτημα ΙΙΙ), δε γίνεται λόγος περί τής αυξήσεως τών ανθρώπων γενικώς, αλλά περί τής αυξήσεως τής ΦΥΛΗΣ ΑΔΑΜ ειδικώς. Κι αυτό είναι εμφανές από το ήδη προηγηθέν κεφάλαιο 5/ε΄ όπου περιγράφεται η βίβλος γενέσεως ανθρώπων (εβρ.΄΄αδάμ΄΄), δηλαδή η γενεαλογία τής ΦΥΛΗΣ ΑΔΑΜ και άρα η αύξησις αυτής ειδικώς [Αυτό φαίνεται κι απ’ την σύγκρισιν τού κεφαλαίου αυτού με το κεφ. 4/δ΄ εδ. 17-24, όπου υπάρχει η γενεαλογία τού Κάιν, αλλά οι απόγονοί του δεν αναφέρονται ως ΄΄άνθρωποι΄΄ (εβρ.΄΄αδάμ΄΄)].

Εις ποίαν ΄΄γην΄΄ έλαβε μέρος η αύξησις τής φυλής Αδάμ; (Κι όχι μόνο η αύξησίν της, αλλά και όλα τα γεγονότα όπου αναγράφονται εις τα πρώτα κεφάλαια τής Γενέσεως;) Όχι βέβαια εις την γην με την σημερινήν ευρείαν αυτής έννοιαν, αλλά με την στενήν της έννοιαν, εις την συγκεκριμένην ΄΄γην τής Μεσοποταμίας΄΄ ή και γύρω απ’ αυτήν.

Άξιον απορίας, επίσης, εις το συγκεκριμένον χωρίον είναι το εξής: Γιατί να μνημονεύεται ιδιαιτέρως η γέννησις τών θυγατέρων, αφ’ ης στιγμής οι γεννήσεις, ήτοι η έννοιαν τών γεννήσεων και κατ’ επέκτασιν τών απογόνων, εμπεριέχεται - υπονοείται εις την φράσιν: ήρξαντο οι άνθρωποι πολλοί γίνεσθαι”; Μήπως διότι αυτές οι ΄΄θυγατέρες τού Αδάμ΄΄ [μπενόθ (χα) αδάμ] όπως ονομάζονται εις τον επόμενον στίχον ή αλλιώς ΄΄θυγατέρες εκ τής ΦΥΛΗΣ τού ΑΔΑΜ΄΄ θα διαδραματίσουν κάποιον σημαντικόν ρόλον εις την συνέχειαν τής διηγήσεως;

Εδάφιο 2:

“ιδόντες δε οι υιοί τού Θεού τας θυγατέρες τών ανθρώπων ότι καλαί εισίν, έλαβον εαυτοίς γυναίκας από πασών ών εξελέξαντο”.

Το χωρίον αυτό όντως είναι δύσκολον, γριφώδες, κυριολεκτικώς μυστηριώδες κι έχει αναπτυχθεί (όπως είδαμε) ολόκληρη φιλολογία γύρω απ’ αυτό. Έχουν προσκρούσει εις αυτό, δίκην σκοπέλου, πλείστοι εκ τών ερμηνευτών κι έχουν ταλανιστεί πλείστοι εκ τών εξηγητών, ξένων τε και ημετέρων. Η δυσκολία έγκειται εις το ποίοι είναι οι ΄΄υιοί τού Θεού΄΄, ποίες οι ΄΄θυγατέρες τών ανθρώπων΄΄ και ποίος ο λόγος τής αντιδιαστολής τών ΄΄υιών τού Θεού΄΄ από τούς ΄΄ ανθρώπους΄΄.

Εις την αρχήν τής μελέτης μας, ανεφέραμεν λεπτομερώς, όλες τις υπάρχουσες ερμηνείες που εδόθησαν προκειμένου να αποδοθεί, όσον το δυνατόν ομαλότερα, το γριφώδες αυτό χωρίον. Εδώ, θα περιορισθώμεν εις το να αναφέρομεν μόνον αυτήν που υπεστηρίχθη από τούς περισσοτέρους εξηγητάς και υιοθετήθη από πολλούς εξ’ ημών έως την σήμερον. Είναι η γνωστή εις όλους μας, ότι οι ΄΄υιοί τού Θεού΄΄ ήσαν οι "απόγονοι τής καλής γενεάς τού Σηθ" και οι ΄΄θυγατέρες τών ανθρώπων΄΄ ήσαν οι "Καϊνίτισες", απόγονοι τής γενεάς τού Κάιν.

Όσον αφορά εις την ερμηνείαν, ότι οι ΄΄υιοί τού Θεού΄΄ είναι ΄΄άγγελοι΄΄(!) θα υπενθυμίσομεν εδώ ελάχιστα πράγματα, αφού ησχολήθημεν ήδη μ’ αυτήν εκτενεστέρως, κι αφού αυτή καθ’ εαυτήν είναι αστήρικτος κι αντιγραφική, αφ’ ης στιγμής το αψευδές στόμα τού Θεανθρώπου ρητώς τονίζει, ότι οι άγγελοι ΄΄δεν υπανδρεύονται΄΄ (Ματθ. 22/κβ΄ 30, Μάρκ. 12/ιβ΄ 25, Λουκ. 20/κ΄ 35-36), πολλώ δε μάλλον να τεκνοποιήσουν!

Όσον αφορά εις την γραφήν ΄΄άγγελοι τού Θεού΄΄ τών Ο΄ αντί ΄΄υιοί τού Θεού΄΄ φρονούμε, ότι προέκυψε εξ’ ενός αντιγραφικού σφάλματος εις το χειρόγραφον τής μεταφράσεως τών Ο΄ και είναι προϊόν τού προχριστιανικού Ελληνιστικού Ιουδαϊσμού. Η γραφή αύτη σώζεται εις τούς κώδικες Α3 72 75, αύτη δε έχει και ο ΦΙΛΩΝ ("Περί Γιγάντων" 6, ΄΄Ότι άτρεπτον το θείον΄΄1). Το Εβραϊκόν και ο Θεοδοτίων έχουν όπως και οι Ο΄ ΄΄υιοί τού Θεού΄΄, ο ΑΚΥΛΑΣ ΄΄υιοί τών θεών΄΄ και ο ΣΥΜΜΑΧΟΣ ΄΄υιοί τών Δυναστευόντων΄΄. Ο πληθυντικός αριθμός ΄΄θεοί΄΄ ή ΄΄Δυναστεύοντες΄΄ τών δύο τελευταίων μεταφράσεων, οφείλεται εις την υπερβολικήν πιστότητα τών μεταφραστών εις το Εβραϊκόν κείμενον. Άλλωστε, εις την φιλολογικήν ανάλυσιν εις την οποίαν προέβημεν εις την αρχήν τής μελέτης μας, ανεφέρθημεν και ονομάσαμε, όχι μόνον τούς υποστηρικτάς κάθε γραφής, αλλά και όλους τούς κώδικες και παραλλαγές που απαντά το εν λόγω χωρίο.

Δεν υπάρχει λοιπόν αμφιβολία, ότι το ΄΄άγγελοι τού Θεού΄΄ είναι σφάλμα κάποιου χειρογράφου τών Ο΄, αρχαιότερο τού Φίλωνος, ο οποίος έγραψε και ειδικό βιβλίο ΄΄Περί Γιγάντων΄΄ τών γεννηθέντων (;) εκ τής μίξεως τών ΄΄αγγέλων΄΄ μετά τών ΄΄θυγατέρων τών αθρώπων΄΄. Γνωρίζει δε τη δοξασία αύτη κι ο ΙΩΣΗΠΟΣ: “Πολλοί γαρ άγγελοι τού Θεού γυναιξί συνιόντες υβριστάς εγέννησαν παίδας και παντός υπερόπτας καλού...” (΄΄Ιουδαϊκή Αρχαιολογία΄΄ 1,73, έκδ. Νiese Βερολίνο 1887-1890). Έτσι εξηγείται, κατά την γνώμη μας, γιατί μερικοί από τους πρώτους εκκλησιαστικούς συγγραφείς υιοθέτησαν την γραφήν ΄΄άγγελοι τού Θεού΄΄, αφ’ ης στιγμής είχον υπ’ όψιν τους εσφαλμένο αντίγραφο τής μεταφράσεως τών Ο΄. Οι μεταγενέστεροι, όμως, αφού με την πάροδο τού χρόνου ξεκαθάρισε το θέμα με το εσφαλμένο χειρόγραφο, απέρριψαν και την γραφήν ΄΄άγγελοι΄΄ και την σχετικήν δοξασίαν (1). Kατ’ αυτούς, η ορθή γραφή είναι ΄΄υιοί τού Θεού΄΄? έτσι δε λέγονται οι απόγονοι τού Σηθ εν αντιθέσει προς την εκ τού Κάιν γενεάν τών αποστατών.

Εις ποίαν όμως παράδοσιν εβασίσθη ο αντιγραφεύς τού χειρογράφου τών Ο΄ και αντικατέστησε την γραφήν ΄΄υιοί Θεού΄΄ με την γραφήν ΄΄άγγελοι Θεού΄΄; Ίσως η απάντησις ευρίσκεται, δια μίαν ακόμη φοράν, εις την ΄΄Χρονογραφίαν΄΄ τού ΣΥΓΚΕΛΛΟΥ ο οποίος εις τις σελ. 17,26 λέγει αντιστοίχως τα εξής: “Ο Κάιν χθαμαλός ην από τής κατάρας τού Θεού και πάντες οι εξ αυτού γεννώμενοι. Ώκει δε την γην ήτις εστί τρέμουσα, χαμηλή ούσα, χωρισμένος υπάρχων εκ τού Σηθ, κατά πρόσταξιν τού Αδάμ. Οι εκ τού Σηθ υιοί Θεού λεγόμενοι και εγρήγοροι την υψηλοτέραν γην τής Εδέμ πλησίον τού Παραδείσου κατώκουν. Τω σο΄ έτει τού Αδάμ ο Σηθ αρπαγείς υπό αγγέλων εμυήθη τα περί τής παραβάσεως μέλλοντα έσεσθαι τών εγρηγόρων, και τα περί κατακλυσμού τού ύδατος εσομένου και τα περί τής παρουσίας τού Σωτήρος. Και γενόμενος άφαντος ημέρας μ΄ ελθών εξηγήσατο τοίς πρωτοπλάστοις όσα εμυήθη δι’ αγγέλων. Ην δε τότε ετών μ΄ . Ο Σηθ ευσεβής ην και ευδιάπλαστος σφόδρα και οι εξ αυτού πάντες ευσεβείς και ωραίοι ήσαν. (Να και ο λόγος που ΄΄οι θυγατέρες τών ανθρώπων ήσαν καλαί΄΄) Ούτοι κατά πρόσταγμα τού Αδάμ την υψηλοτέραν γην ώκουν τής Εδέμ, κατέναντι τού Παραδείσου, ΑΓΓΕΛΙΚΩΣ ΒΙΟΥΝΤΕΣ, έως τού χιλιοστού κοσμικού έτους. Τούτων την ενάρετον πολιτείαν μη φέρων ο αρχέκακος βλέπειν, εις την ωραιότηταν τών τότε θυγατέρων τών ανθρώπων αυτούς έτρωσε, περί ων φησί και ο θείος Μωησής ότι ειδόντες οι θιοί τού Θεού τας θυγατέρας τών ανθρώπων ότι καλαί εισίν, έλαβον εαυτοίς γυναίκας εξ αυτών”· και

Η δε Βαβυλωνίων γη και η καθ’ ημάς οικουμένη πάσα πόρρω που κείται τής κατ’ ανατολάς Εδέμ, ένθα τον Παράδεισον κείσθαι φαμέν. Και ίνα τω τοιούτω λόγω μάρτυρά τινα θεοφόρον διδάσκαλον παραστήσωμεν, παρέστω ημίν ο θείος Εφραομ, η ωκεανόβρυτος γλώσσα, φάσκων εν τοίς εις τον Παράδεισον δογματικοίς αυτού λόγοις ούτως: ΄΄πάντων τών υψωμάτων τών ωραίων υψηλότερος ο παράδεισος. Ο δε κατακλυσμός προς τα ίχνη αυτού έφθασεν. Οι δε προ τού κατακλυσμού άνθρωποι ανά μέσον τού ωκεανου και τού Παραδείσου ώκεισαν, η δε γενεά τού Κάιν εις γην καλουμένην Όδ, ήτις μεθερμηνεύεται τρέμουσα, οι δε τού Σηθ εις την υψηλοτέραν εντεταλμένοι υπό τού Αδάμ μη συμμίγνυσθαι εις την γενεάν τού Κάιν τού αδελφοκτόνου. Ην δε η γενεά αυτού χθαμαλοί τη ηλικία δια την κατάραν Κάιν· οι δε τού Σηθ γίγαντες και ως ΑΓΓΕΛΟΙ ΘΕΟΥ εν τη υψηλή χώρα. Ελθούσαι δε αι θυγατέρες τού Κάιν δια μουσικών αυλών και κινυρών κατήγαγον αυτούς εκ τής χώρας αυτών, και έσχον αυτάς, και πληθυνθείσης τής ανομίας αυτών γέγονεν ο κατακλυσμός΄΄…”

Εδώ έχομεν μαρτυρίες, κατά τις οποίες, οι απόγονοι τής γενεάς τού Σηθ διάγουν αγγελικόν βίον. Μήπως λόγω αυτού τού γεγονότος διετηρήθησαν εις την εβραοκήν παράδοσιν ως ΄΄άγγελοι Θεού΄΄ ; Μήπως, ούτως εχόντων τών πραγμάτων, οι αντιγραφείς τής μεταφράσεως τών Ο΄, καλοπροαιρέτως, μετέφρασαν το επίμαχον χωρίον έχοντες υπ’ όψιν την παράδοσιν;

Ας επανέλθομεν, όμως, εις την ερμηνείαν που έγινε σήμερα παρά τών πλείστων αποδεκτή και δύναται φαινομενικά να σταθεί. Εγείρει, όμως, και ορισμένα ερωτήματα.

1. Δεν εξηγεί, πώς εκ τοιούτου γάμου, τών ανδρών όντων ευσεβών και ηπίων, ως ήσαν οι Σηθίτες, προήλθον (;) άνδρες ισχυροί πολεμιστές, ως ήσαν οι ΄΄γίγαντες΄΄ (στ. 4);

2. Και πώς ακόμη οι Καϊνίτες, άνδρες πολεμιστές και σκληροί, ηνέχθησαν την αρπαγήν (;) τών γυναικών των από τούς Σηθίτες; Αυτές δε οι γυναίκες τών Καϊνιτών θα ήσαν εξοπλισμένες με τον οπλισμόν τών ανδρών των ή θα ήσαν εξησκημένες εις την επίθεσιν και δεν θα ήσαν εύκολο να αρπαγούν.

3. Και πώς οι Σηθίτες, δίκαιοι όντες, θα έκαναν μίαν τέτοιαν επίθεσιν; Ακόμη κι αν παρεσύρθησαν, πώς είναι δυνατόν να συνέβει αυτό εις όλους ταυτόχρονα; Αυτό το λέμε, επειδή νομίζουν ορισμένοι ερμηνευτές, ότι ο στίχ. 2 ομιλεί περί αρπαγής: Ιδόντες... έλαβον... ων εξελέξαντο.

Επιπλέον, ας σημειωθεί, ότι πουθενά εις την Παλαιάν Διαθήκην οι άνθρωποι τής καλής γενεάς ονομάσθησαν ΄΄υιοί τού Θεού΄΄. Δίνομεν δε έμφασιν εις το γεγονός αυτό, διότι πολλοί νομίζουν, ότι το τέλος τού 4/δ΄ κεφ. τής Γενέσεως υπονοεί κάτι τέτοιο: Τότε έγινε αρχή να ονομάζονται (οι απόγονοι τής γενεάς τού Σηθ) με το όνομα τού Κυρίου. Ούτως δε, δια μίαν ακόμη φορά, η περίφημος μετάφρασις τού Νεοφύτου Βάμβα γίνεται αιτία να παροδηγηθούν μελετητές τού ιερού κειμένου από την ορθήν ερμηνείαν του (2).

Κι αυτό, διότι, το πρωτότυπον εβρ. κείμενον δεν λέγει:Τότε έγινε αρχή να ονομάζονται...”, αλλάΤότε έγινε αρχή να ΟΝΟΜΑΖΕΙδηλαδή ΄΄να ονομάζει ο Ενώς το όνομα τού Κυρίου΄΄ κι όχι να ονομάζονται, δηλαδή να αποκαλούνται με κάποιο συγκεκριμένο όνομα (όπως ΄΄υιοί τού Θεού΄΄) οι τής γενεάς τού Σηθ. Πέραν τού γεγονότος, ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός μας μπορεί να επιβεβαιωθεί από τον οιονδήποτε που κατέχει τις στοιχειώδεις γνώσεις τής Εβραϊκής γλώσσης και δύναται ν’ αναγνώσει εκ τού πρωτοτύπου, παραθέτομεν την πλέον αξιόπιστον μετάφρασιν τής Παλαιάς Διαθήκης, αυτής τών Ο΄:ούτος (ήτοι ο Ενώχ) ήλπισεν επικαλείσθαι το όνομα Κυρίου τού Θεού. Παρομοίως, επίσης, μετέφρασε ο ΑΚΥΛΑΣ (τότε ήρχθη τού καλείν εν ονόματι) ή συμφώνως προς τον μικρογράμματον κώδικαν τής Βιέννης, [Imp. Libr., Theol. Gr.1 (Nessel 23)] : ούτος ήρξατο τού καλείσθαι εν ονόματι Kυρίου καθώς και η ΒΟΥΛΓΑΤΑ.

Προς επίρρωσιν δε τού ανωτέρω ισχυρισμού παραθέτομεν μερικές υποσημειώσεις ενός εκ τών σπουδαιοτέρων υπομνημάτων εις το βιβλίον τής Γενέσεως. Ο λόγος περί τού Κριτικού και Εξηγητικού Υπομνήματος εις την Γένεσιν” υπό τού καθηγητού τής Παλαιοδιαθηκικής Γλώσσης και Φιλολογίας τού Πανεπιστημίου τού Cambridge JOHN SKINNER τής σειράς “Διεθνές Κριτικόν Υπόμνημα το οποίον εις την σελ. 126 μεταφράζει το επίμαχον χωρίον ως εξής: “Then men began to call…” (ήτοι “Κατόπιν οι άνθρωποι ήρχισαν να επικαλούνται…”) ή καλύτερα κατά την μετάφρασιν τών Ο΄: “He was the first to call on the name of Yahweπρβλ. 9/θ΄ 20, 10/ι΄ 8 [ήτοι “Ούτος (ο Ενώς) ήρχισεν επικαλείσθαι το όνομα τού Κυρίου”]. Εις την συνέχειαν (σελ. 127) το υπόμνημα λέγει ότι “ο Ενώς ήτο ο ιδρυτής τής λατρείας τού Γιαχβέ, πρβλ. 12/ιβ΄ 8, 13/ιγ΄ 4, 21/κα΄33, 26/κστ΄ 25” και ότι “ήτο ο πρώτος που επεκαλέσθη τη Θεότητα με αυτό το όνομα” (η υπογράμμισις δική μας). Ο ανωτέρω ισχυρισμός μας δικαιώνεται επίσης και από το βιβλίο τών ΙΩΒΗΛΑΙΩΝ κεφ. 4, 12: "Ούτος (ο Ενώς) το πρώτον ήρχισε να επικαλείται το όνομα τού Κυρίου επί τής γης" (ΣΑΒΒΑ ΑΓΟΥΡΙΔΗ "Τα Απόκρυφα τής Παλαιάς Διαθήκης" τόμ. Α΄, σελ. 66 ).

Ακόμη, όμως, κι αν απαντηθεί, ότι οι ΄΄ονομαστοί άνδρες΄΄ ή οι ΄΄γίγαντες΄΄ που αναφέρονται εις το εδάφιον 4, δεν έχουν σχέσιν με αυτήν τη γαμικήν ένωσιν, μένει μία ακόμη ένστασις που θα μπορούσαμε να αναφέρουμε όσον αφορά εις την συγκεκριμένην ερμηνείαν. Οι ΄΄υιοί τού Θεού΄΄ (δηλαδή οι υποτιθέμενοι απόγονοι τής γενεάς τού Σηθ) εντυπωσιασμένοι από την ομορφιά τών γυναικών, συνήψαν μόνιμες γαμικάς σχέσεις με τις ΄΄θυγατέρες τών ανθρώπων΄΄ (τις υποτιθέμενες γυναίκες τής αποστατημένης γενεάς τού Κάιν). Κι όπως θα λέγαμε σήμερα, ΄΄ήλθον εις γάμου κοινωνίαν΄΄ καθώς, όπως ανεφέραμεν εις την αρχήν τής μελέτης μας, το ΄΄λαμβάνω εμαυτώ γυναίκα΄΄ (λακάχ ισά), όπως σημειώνει και ο F. DELITZSCH: “A New Commentary on Genesis” (αγγλική μετάφρασις) τόμος Ι, σελ. 225, δε σημαίνει στιγμιαία γαμική σχέση, αλλά διαρκή σχέση νομίμου γάμου. Εις περίπτωσιν δε βιασμού γυναικών (π.χ. Κριταί 21/κα΄ 23) η φράσις θα ήτο ΄΄νασά ισά΄΄ (απάγω γυναίκα).

Συμφώνως, λοιπόν, προς την ανωτέρω διαπίστωσιν, αναφύονται τα εξής ερωτήματα: Τι το επιλήψιμο, τι το μεμπτό, τι το αμαρτωλό διέπραξαν οι τής γενεάς τού Σηθ κι εξήγειραν την μήνιν τού Θεού εναντίον τους; Για ποίον λόγον ετιμωρήθησαν υπό τού Θεού με τον Κατακλυσμόν; Ο Θεός τούς ετιμώρησε δια το είναι αυτούς σάρκας”· θεωρείται, λοιπόν, σαρκολατρεία η ΄΄εις γάμου κοινωνίαν΄΄ και η απόκτησις απογόνων; (΄΄εγεννώσαν εαυτοίς΄΄ στ. 4). Και πότε ενετείλατο ο Θεός εις τους απογόνους τού Σηθ "να εγκρατεύονται και να απέχουν γαμικών σχέσεων" ή πού λέγει η Παλαιά Διαθήκη, ότι έπρεπε να ζήσουν παρθενικήν ζωήν; Κάτι άλλο, λοιπόν, πρέπει να κρύβεται πίσω από την φαινομενικά σαρκολατρικήν πράξιν τών ΄΄υιών τού Θεού΄΄ που δικαιώνει τον τίτλο τής μελέτης μας, ότι πρόκειται όντως περί μυστηριώδους χωρίου.

Καθ’ ημάς, η έκφρασις ΄΄υιοί τού Θεού΄, δεν τίθεται για να χαρακτηρίσει ως καλούς και ευσεβείς τούς ανθρώπους τούς οποίους εννοεί. Κατά το μοναδικό πλήρες ΄΄Εβραιοελληνικόν Λεξικόν τής Παλαιάς Διαθήκης΄΄ τού Ι. ΛΑΟΥΝΔΣ, Μελίτη 1842, σελ. 40-41, η λέξις ΄΄Ελοχίμ΄΄ (εκτός από ΄΄θεοί΄΄ ή ΄΄Θεός΄΄ εις πληθυντικόν μεγαλειότητος) σημαίνει και ΚΡΙΤΕΣ, ΕΞΟΥΣΙΑΣΤΕΣ, ΗΓΕΜΟΝΕΣ, ΑΡΧΟΝΤΕΣ, ΜΕΓΙΣΤΑΝΕΣ π.χ. Έξ. 21/κα΄ 6, 22/κβ΄ 8 κι ότι η έκφρασις ΄΄μπενέ ελοχίμ΄΄ αποδίδεται εις τούς βασιλείς [Ψαλμ. 2/β΄ 7, 82/πβ΄ 6· πρβλ. επίσης (συνεχίζει το λεξικό) Β΄ Σαμ. 7/ζ΄ 14 και Ψαλμ. 89/πθ΄ 27, όπου ο Δαυίδ ονομάζεται ο πρωτότοκος τού Θεού]. Επίσης το ΄΄Πλήρες Εβραϊκό - Αγγλικό Λεξικό΄΄ του R. ALCALAY εις την σελ. 90, λέγει, ότι το ΄΄Ελοχίμ΄΄, εκτός από ΄΄Θεός΄΄, σημαίνει και ΄΄ΚΡΙΤΗΣ΄΄, καθώς και το περίφημον ΄΄Λεξικόν τής Παλαιάς Διαθήκης΄΄ τών επιφανών Εβραϊστών Παλαιοδιαθηκολόγων FRANCIS BROWN, CHARLES A. BRIGGS, S.R. DRIVER (βασισμένο εις το Λεξικόν τού αθανάτου Εβραϊστού WILLIAM GESENIUS) έκδ. Οξφόρδης σελ. 43 που σημειώνει, και μάλιστα ως πρώτην ερμηνείαν (!), ότι ΄΄Ελοχίμ΄΄ σημαίνει ΄΄ΚΥΒΕΡΝΗΤΕΣ΄΄, ΄΄ΑΡΧΟΝΤΕΣ΄΄, ΄΄ΚΥΡΙΑΡΧΟΙ΄΄, ΄΄ΚΡΙΤΕΣ΄΄.

Όσοι λοιπόν τάσσονται (όπως εμείς) υπέρ αυτής τής ερμηνείας, αναζητούν τούς τοιούτους άνδρες μεταξύ τών απογόνων τού Κάιν, καθότι εις το κεφ. 4/δ΄ 17-24 οι Καϊνίτες περιγράφονται ως εφευρέτες πολιτισμού, ως πολεμιστές και ως φιλήδονοι. Οι άνδρες αυτοί, λένε, εδελέασαν τις απλές ΄΄θυγατέρες τών ανθρώπων΄΄ με τα εργαλεία τής τέχνης των, με τα μουσικά των όργανα και την ισχυράν των δύναμιν και έλαβον αυτάς για γυναίκες των. Μάλιστα, οι γυναίκες τών Σηθιτών, βλέποντάς τους αήττητους με τον ισχυρόν οπλισμόν των, τούς εχαρακτήρισαν ως ΄΄υιούς Θεού΄΄. Ως ΄΄θυγατέρες τών ανθρώπων΄΄ δε, εννοούν τις θυγατέρες τών Σηθιτών, τις γυναίκες τής καλής γενεάς. Οφείλουμε εδώ να παραδεχθούμε, ότι αύτη είναι μία ισχυρά ερμηνεία με τα λιγότερα τρωτά. Τασσόμεθα υπέρ αυτής τής ερμηνείας, η οποία απαντά εις το αξιόλογον ερμηνευτικόν υπόμνημαν εις την Γένεσιν τού πατρός ΙΕΡΕΜΙΟΥ ΦΟΥΝΤΑ, με την εξής όμως επιφύλαξιν:

Ο Κάιν, μετά το φόνο τού αδελφού του Άβελ, κατέφυγεν ανατολικώς τής Εδέμ εις την χώραν Ναϊδ ή Νωδ (= Φυγή). Ο Ιερώνυμος υπέλαβε το όνομα ως απλό επίθετο τού Κάιν (= Φυγάς), οι νεώτεροι όμως φρονούν, ότι πρόκειται περί πραγματικής χώρας. Έτσι ο ΒOHLEN ταυτίζει αυτήν προς τις Ινδίες, ο SAΥCE προς την Μανδάν τών σφηνοειδών επιγραφών, ο KNOBEL προς την Κίναν κλπ. [όρα Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (Πυρσού) έκδ. 1932, τόμ. 18, σελ. 601]. Aφ’ ης στιγμής, λοιπόν, ο Κάιν απεκόπη, όπως προανεφέραμεν, κι απεμακρύνθη εκ τής γης τής Μεσοποταμίας ή την γύρω απ’ αυτήν περιοχήν που διαδραματίζονται τα γεγονότα τών πρώτων κεφαλαίων τής Γενέσεως, είναι δυνατόν, ύστερα από τόσα χρόνια, οι απόγονοί του να επέστρεψαν εις την συγκεκριμένην γην και να εμίγησαν με τούς απογόνους τής ΦΥΛΗΣ ΑΔΑΜ; Ακόμη κι εμπορικές σχέσεις να ανέπτυξαν με τούς τελευταίους, τότε λόγω ποίας ιδιότητάς των αποκαλούνται ΄΄υιοί ελοχίμ΄΄; Με τα ανωτέρω, δεν απορρίπτομεν την εν λόγω ερμηνείαν, απλώς θέλομεν να εκφράσομεν ορισμένας επιφυλάξεις ως προς την ορθότητά της. Άλλωστε, όπως προαναφέραμεν, έχει ολίγα τρωτά.

Ως είναι γνωστόν εκ τής ιστορίας, την εποχήν που διαδραματίζονται τα γεγονότα που ερευνούμε, υπήρχον εις την Μεσοποταμίαν ανεξάρτητες πόλεις - κράτη, με πυκνάς εμπορικάς σχέσεις μεταξύ των, με ισχυρότερη - πιθανότατα - την Ουρούκ (όρα: "Άτλας τών Αρχαίων Πολιτισμών" έκδ. Καθημερινής, σελ. 8). Γιατί λοιπόν οι ΄΄υιοί ελοχίμ΄΄ να μην είναι οι ΄΄κυβερνήτες΄΄, οι ΄΄άρχοντες΄΄, οι ΄΄δυνάστες΄΄, οι ΄΄κριτές΄΄ (όπως μεταφράζουν την επίμαχην λέξιν τα Λεξικά που προανεφέραμεν), αυτοί που είδον τις ΄΄θυγατέρες τών ανθρώπων ότι καλαί εισίν κι έλαβον εαυτοίς γυναίκας από πασών, ων εξελέξαντο΄΄; (στ. 2) (Ας ληφθεί δε υπ’ όψιν, ότι έτσι μεταφράζουν την λέξιν και η μετάφρασις τού Ν. Βάμβα εις το Έξοδος 21/κα΄ 6, αλλά και το TARGUM NEOFITI 1 εις την Γένεσιν by Martin Mc Namara, σελ. 71).

Mήπως, τελικά, θα πρέπει να αναζητήσομεν τούς μυστηριώδεις ΄΄υιούς ελοχίμ΄΄ εις τα πρόσωπα τών ΄΄κυβερνητών - αρχόντων΄΄ τών γύρω ισχυρών πόλεων - κρατών; Επίσης με την φράσιν ΄΄μπενέ (χα) ελοχίμ΄΄ ίσως έχομεν να κάνομεν με έναν ακόμη εβραϊσμόν [πρβλ. ρήση Θεανθρώπου: ΄΄Υιός τού ανθρώπου΄΄ = ΄΄άνθρωπος΄΄ ή την φράσιν: ΄΄μπενέ (χα) αδάμ΄΄ = ΄΄υιοί τών ανθρώπων΄΄ = ΄΄άνθρωποι΄΄ εις το χωρίον Γένεσις 11/ια΄ 5, καθώς επίσης και τα: Αριθμ. 23/κγ΄ 19, Ιώβ 16/ιστ΄ 21, 25/κε΄ 6, 35/λε΄ 8, Ψαλμ. 8/η΄ 5, 79/οθ΄ (80/π΄ Μασωρ.): 18, 145/ρμε΄ (146/ρμστ΄ Μασωρ.): 3, Ησ. 51/να΄ 12, (Ησ. 56/νστ΄ 2), Ιερεμ. 29/κθ΄ 18 (49/μθ΄ Μασωρ.), 30/λ΄ 11 (49/μθ΄ 33 Μασωρ.), 27/κζ΄ (50/ν΄ Μασωρ.): 40, 28/κη΄ (41/μα΄ Μασωρ.): 43, Ιεζ. 2/β΄-47/μζ΄ 6 (93 κις), Δανιήλ 8/η΄ 17, 10/ι΄ 16)]. Τότε δεν θα πρέπει να αναζητήσομεν απογόνους κάποιας συγκεκριμένης γενεάς, άρα καταρρίπτεται αυτομάτως η ερμηνεία περί απογόνων τού Κάιν. Κι αυτό, διότι δεν θα ερμηνεύσομεν το ΄΄μπενέ (χα) ελοχίμ΄΄ ως ΄΄υιοί ισχυρών΄΄ (δηλαδή ΄΄απόγονοι΄΄ αυτών), αλλά απλώς ΄΄ισχυροί΄΄, οπότε δι’ αυτής τής σκέψεως εξομαλύνονται κατά κάποιον τρόπον οι δυσκολίες, όσον αφοράν εις την επίμαχην φράσιν, και κερδίζει έδαφος η ερμηνείαν περί τών ΄΄ισχυρών΄΄ τών γύρω πόλεων - κρατών τής Μεσοποταμίας.

Όσον αφορά τώρα εις την άλλην επίμαχην και εξίσου μυστηριώδην φράσιν ΄΄θυγατέρες τών ανθρώπων΄΄, λέγεται, ότι αφορά τούς απογόνους τών Σηθιτών, διότι γι’ αυτούς κάνει λόγο το υπό εξέτασιν κεφάλαιο. Περί τών Καϊνιτών δεν ενδιαφέρει τον ιερόν συγγραφέα. Οι περί αυτών πληροφορίες ετελείωσαν, λένε, εις το 4/δ΄ κεφ., εις την αρχήν δε τού 5/ε΄ κεφ. (στ. 3) ο Σηθ λαμβάνει την θέσιν τού πρωτοτόκου, ο δε Κάιν ουδόλως μνημονεύεται αν και πρωτότοκος. Περί τών Σηθιτών, λένε λοιπόν, ότι γίνεται εδώ λόγος και περί τής διαφθοράς αυτών ομιλεί το υπό έρευναν κεφάλαιο, διότι οι απόγονοι τού Κάιν ήσαν ήδη διεφθαρμένοι.

Ως προς την τοιαύτην ερμηνείαν θα απαντήσομεν μόνον εις το εξής: “Γιατί οι ΄΄υιοί τού Θεού΄΄ ΑΝΤΙΔΙΑΣΤΕΛΛΟΝΤΑΙ από τις ΄΄θυγατέρες τών ανθρώπων΄΄”; Αφού αμφοτέρων τών περιπτώσεων ομιλούμε περί ανθρώπων, περί απογόνων κάποιας γενεάς, γιατί να υπάρχει αυτός ο διαχωρισμός; Ένα ερώτημα εις το οποίον η υπό εξέτασιν ερμηνεία δεν έχει απαντήσει ικανοποιητικώς. Αυτός δε ο διαχωρισμός είναι και ο λόγος που πολλοί εκ τών ερμηνευτών, ξένων τε και ημετέρων, εξέλαβον τούς υιούς τού Θεού΄΄ ως ΄΄αγγέλους΄΄ ή ΄΄θεία όντα΄΄ που εμίγησαν με ΄΄ανθρώπινα όντα΄΄ κι έτσι ΄΄υποχρεωτικά΄΄ εγεννήθησαν υπερμεγέθη όντα, οι ΄΄γίγαντες΄΄, αφού γι’ αυτούς κάνει λόγο αμέσως μετά το ιερόν κείμενον, κι έπρεπε, δι’ αυτής τής ερμηνείας, να εξηγηθεί η εμφάνισις αυτών τών όντων, έστω κι εκβιαστικά, αφού το κείμενον δεν λέγει, ότι οι ΄΄γίγαντες΄΄ εγεννήθησαν εκ τής τοιαύτης μίξεως, αλλά ότι ΄΄ΗΣΑΝ επί τής γης΄΄. Αυτό όμως, θα το σχολιάσομεν εκτενέστερα εις την συνέχειαν τής μελέτης μας.

Ολίγον προ τής εκτυπώσεως τού παρόντος εσκέφθημεν επίσης, ότι, υπό το πρίσμα τής Καινής Διαθήκης, η προαναφερθείσα αντιδιαστολή ίσως να είναι δικαιολογημένη. Εις τον περίφημον πρόλογον τού Ευαγγελίου τού Ιωάννου εις τούς στίχους 12-13 λέγει τα εξής: “Όσοι δε έλαβον αυτόν έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι, τοίς πιστεύουσιν εις το όνομα αυτού, οι ουκ εξ αιμάτων, ουδέ εκ θελήματος σαρκός, ουδέ εκ θελήματος ανδρός, αλλ’ εκ Θεού εγεννήθησαν”. Εις το συγκινητικό αυτό χωρίο ο Ευαγγελιστής τής αγάπης ποιεί λόγο περί τού δικαιώματος, τού προνομίου (αυτή δε την έννοιαν έχει η λέξις ‘εξουσία’) που έδωσε ο Θεός (με τον τρόπον τής πνευματικής γεννήσεως) εις αυτούς που εγκολπόθησαν τον Χριστόν, εις τούς πιστούς δηλαδή. Τούς εποίησε ‘τέκνα Θεού’ ήτοι ‘υιούς Θεού’ κι υπενθυμίζει αυτό που αναφέρεται εις την Θείαν Λειτουργίαν προ τής απαγγελίας τού ‘Πάτερ ημών’: “…τολμάν επικαλείσθαι Σε τον Επουράνιον Θεόν Πατέρα και λέγειν”.

Εις τον επόμενον δε στίχον αναφέρεται ο τρόπος με τον οποίον έγιναν ‘τέκνα Θεού’. Δεν εγεννήθησαν εκ θελήματος – επιθυμίας ανθρώπου, αλλ’ εκ Θεού εγεννήθησαν. Αντιδιαστέλλεται δηλ. η πνευματική γέννησις, η ανώτερη, από τη σαρκική, την κατώτερη. Οι μετέχοντες τής πρώτης ονομάζονται ‘υιοί Θεού’ ενώ οι μη μετέχοντες απλώς ‘άνθρωποι’. Με βάση αυτό το σκεπτικό, δυνάμεθα να εννοήσομεν, γιατί οι απόγονοι τής μιας φυλής αποκαλούνται ‘υιοί Θεού’ (ως πιστών και δικαίων) ενώ οι τής άλλης ‘θυγατέρες ανθρώπων’ (ως αποκεκομμένων εκ τής φυλής εξ ης θα προήρχετο ο Μεσσίας ως άνθρωπος ή ως απίστων εάν τελικά πρόκειται περί τών ισχυρών τών γύρω εθνών)!

Καθ’ ημάς, όλες οι δυσκολίες αίρονται, εάν μεταφράσομεν ορθώς την επίμαχην εβραϊκήν λέξιν ΄΄αδάμ΄΄ εις την φράσιν ΄΄μπενόθ (χα) αδάμ΄΄ (΄΄θυγατέρες τών ανθρώπων΄΄) με την ερμηνείαν - κλειδί που προτείνομεν εις την παρούσα μελέτη μας. Δι’ αυτής τής ερμηνείας, λοιπόν, το κείμενον δεν ποιεί λόγον περί θυγατέρων τού ΄΄ανθρωπίνου γένους΄΄, ήτοι περί ΄΄θνητών γυναικών΄΄ εν αντιδιαστολή με κάποια άλλα θεία όντα υπερκόσμια ή μυθολογικά, κι ως εκ τούτου αθάνατα, ή περί τών απογόνων τού Σηθ και περί τής διαφθοράς αυτών, διότι οι απόγονοι τού Κάιν ήσαν ήδη διεφθαρμένοι, ή επειδή δεν ενδιαφέρει τον ιερόν συγγραφέα, διότι οι περί αυτών πληροφορίες ετελείωσαν εις το 4/δ΄ κεφ. κ.ο.κ. Εις την πραγματικότηταν γίνεται λόγος περί ΄΄θυγατέρων τού ΑΔΑΜ΄΄, ήτοι ΄΄απογόνων τής ΦΥΛΗΣ ΑΔΑΜ΄΄. Κι όπως εξηγούμε εις άλλο σημείον τής μελέτης μας, συμφώνως προς την εβραϊκήν συνήθειαν, το όνομα τού προπάτορος εχρησιμοποιείτο κι ως όνομα τών απογόνων, ούτω δε οι απόγονοι τού Αδάμ ονομάσθησαν ΄΄Αδάμ΄΄, κατά τον ίδιον τρόπον που οι απόγονοι τού Ισραήλ ονομάσθησαν ΄΄Ισραήλ΄΄ (όρα “Παράρτημα ΙΙΙ”).

Δι’ αυτής δε τής εξηγήσεως, η ερμηνείαν τού μυστηριώδους χωρίου ευωδούται άριστα, διότι δεν έχομεν αντίθεσιν μεταξύ ΄΄ανθρώπων΄΄ και ΄΄υιών τού Θεού΄΄ (ήτοι ΄΄θείων όντων΄΄) συμφώνως προς την επικρατούσαν, εσφαλμένην καθ’ ημάς, ερμηνείαν ή μεταξύ ΄΄ανθρώπων΄΄ και ΄΄Σηθιτών΄΄ κατ’ άλλην ερμηνείαν ή μεταξύ ΄΄ανθρώπων΄΄ και ΄΄Καονιτών΄΄.

Έχομεν αντίθεσιν μεταξύ τής ΄΄φυλής Αδάμ΄΄ και τών ΄΄υιών τών ισχυρών΄΄ ήτοι τών μη ανηκόντων (ισχυρών τής περιοχής) εις την φυλήν εξ ής θα προήρχετο ο Μεσσίας ως άνθρωπος.

Συμπερασματικά λοιπόν, έχομεν να είπωμεν, ότι οι ποικίλες ερμηνείες που προέκυψαν, καθώς και η όλη φιλολογία που ανεπτύχθη, γύρω από την αινιγματικήν ενότητα Γένεσις 6/στ΄ 1-4, οφείλεται, καθ’ ημάς, εις την άστοχον απόδοσιν τών εβραϊκών όρων ΄΄ελοχίμ΄΄ και ΄΄αδάμ΄΄.

Εδάφιο 3:

“Και είπε Κύριος ο Θεός:΄΄Ου μη καταμείνη το πνεύμα μου εν τοις ανθρώποις τούτοις εις τον αιώνα δια το είναι αυτούς σάρκας, έσονται δε αι ημέραι αυτών εκατόν είκοσιν έτη΄΄”.

Ευρισκόμεθα ενώπιον ενός ακόμη δυσερμηνεύτου χωρίου τού οποίου η έννοιαν πρέπει να αναζητηθεί, κατά την γνώμην μας, εις την σωστήν απόδοσιν τής εβραϊκής λέξεως ΄΄γιαδόν΄΄. Δια μίαν ακόμη φοράν θα συμβουλευθώμεν το πλέον έγκυρο ΄΄Λεξικόν της Παλαιάς Διαθήκης΄΄ τών επιφανών εβραϊστών Παλαιοδιαθηκολόγων ΒROWN - BRIGGS - DRIVER, έκδοσις Οξφόρδης, σελ. 192, εις το οποίον, εκτός από την μετάφρασιν τού ρήματος ΄΄ντιν΄΄ (διοικώ, κυβερνώ, διέπω, όταν βέβαια αυτό είναι μεταβατικό, όπως συμβαίνει και εις την περίπτωσίν μας), βρίσκομεν να γίνεται ειδική μνεία και για το υπό εξέτασιν χωρίο (Γένεσις 6/στ΄ 3) με την διαπίστωσιν, ότι πρόκειται για ένα δύσκολο χωρίο. Ακολουθούν 4 παρατηρήσεις:

1. Οι Ο΄, η Βουλγάτα, η Συριακή Μετάφρασις καθώς και το Ταργκούμ OnKelos ΄΄διαβάζουν΄΄ γιαδούρ ή (Α. Κuenen) γιαλούν (ήτοι “θα διαμείνει” “θα κατοικήσει” - “Το Πνεύμα μου δε θα διαμείνει εις τον άνθρωπον για πάντα). Αυτό χρησιμοποιείται αντί τού γιαδόν(“θα κρίνει”) τού ρήματος ντιν(“κρίνω”), πρβλ. σελ. 189 τού αυτού Λεξικού εις το λήμμα ντούρ(“κατοικώ”). Αυτή η μετάφρασις ταιριάζει εις το κείμενον, αλλά το γιαδούρ ως Αραμαϊσμός, είναι αμφίβολος (σχόλιο Λεξικού).

2. Οι Α. Knobel, Franz Delitzsch, E. Schrader και η Αναθεωρημένη Μετάφρασις το αποδίδουν: “διοικώ”, “διέπω”, “κυβερνώ”, το οποίο υποστηρίζεται κι εκ τού Ζαχαρίου 3/γ΄ 7: “τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ? (προς τον Ιησούν τον μέγαν ιερέαν) εάν εν ταις οδοίς μου πορεύη και εάν τα προστάγματά μου φυλάξης, και συ διακρινείς (θέλεις κρίνει μετάφρασις Ν.Βάμβα ή ταδίν εβραϊκόν κείμενον) τον οίκον μου.

3. Οι W. Gesenius εις τον “Θησαυρόν τής Εβραϊκής Γλώσσης”, Η. Ewald και A. Dillmann αποδίδουν θα ταπεινώνεται υποστηριζόμενη, όμως, αυτή η μετάφρασις υπό αραμαϊκής χρήσεως, όχι υπό εβραϊκής.

4. Η απόδοσις αγωνίζομαι μετής Εξουσιοδοτημένης αλλά και τής Αναθεωρημένης Μεταφράσεως δεν (ή δύσκολα) δικαιώνεται.

Εις δε το μοναδικόν πλήρες Εβραιοελληνικόν Λεξικόν τής Παλαιάς Διαθήκης” τού Ι. ΛΑΟΥΝΔΣ, έκδ. ΜΕΛΙΤΗΣ 1842 διαβάζομεν τα εξής εις την σελίδαν 171: ντουν ή ντον ίσως αντί τού ντιν = “κρίνω”, “αποφασίζω”· και ακόμη “κυβερνώ”, “διευθύνω”, “εξουσιάζω” (εξ’ ου και “Αδών” = “Κύριος”). Γένεσις 6/στ΄ 3:Το Πνεύμα μου δεν θέλει πάντοτε κυριεύσει εις τον άνθρωπον, δηλαδή “δεν θέλει ενεργήσει πάντοτε εις αυτόν, δια να τον κρατήσει ζωντανόν· θέλω τον αφανίσει”. Το Πνεύμα τού Θεού απ’ εδώ, καθώς κι εκ τού Ψαλμ. 103/ργ΄ (104/ρδ΄ Μασωρ.) : 30 εξαποστελείς το Πνεύμα σου, και κτισθήσονται και ανακαινιείς το πρόσωπο τής γης, φαίνεται ως η ζωοποιός αρχή εις τα πλάσματα. Η μετάφρασις τών Ο΄ έχει:να καταμείνη, η Βουλγάτα permanebit. Άλλοι, αποδίδοντες εις το ντον την Αραβικήν έννοιαν καταφρονώ, λέγουν: δεν θέλει καταφρονηθεί πάντοτε κ.τ.λ. Νεώτερες μεταφράσεις έχουν ως εξής: Αγγλική: strive, Γαλλική: plaidera, Ιταλική: contendera και rimmarra από τη Βουλγάτα και Ισπανική: permanecera. Άλλοι: Το πνεύμα μου δεν θέλει κάμει ποτέ απόφαση εναντίον τών ανθρώπων.

Από τις παραθέσεις τών λεξικών παρατηρούμε το πλήθος τών μεταφράσεων που έχουν προταθεί για το επίμαχο χωρίο προκειμένου να αποδοθεί, όσο το δυνατόν τελειότερα, το νόημά του. Προσθέτομεν δε και αυτήν τού ΣΥΜΜΑΧΟΥ (κρίνει) καθώς και τού Ταργκούμ τού Ιωνάθαν [8ου αιώνος μ.Χ.] (έκδ. Ginsburger, 1903) που συμπίπτει μ’ αυτήν τού ΣΥΜΜΑΧΟΥ. Για το πόσο έχει ταλαιπωρήσει, το υπό εξέτασιν χωρίο, τούς ερμηνευτές, ενδεικτικά παραθέτομεν την εξήγησιν που προτείνει ο U. CASSUTO εις το "Υπόμνημά εις το βιβλίον τής Γενέσεως", έκδ. Ιερουσαλήμ, σελ. 296, η οποία μόνο μειδίαμα μπορεί να προκαλέσει: “Το Πνεύμα μου, το πνεύμα τής ζωής που ενεφύσησα εις τούς ρώθωνες τού ανθρώπου, δε θα διαμείνει εις τον άνθρωπον για πάντα, [δηλ. εις τα παιδιά (ή εις τούς απογόνους) που εγεννήθησαν από την ένωσιν τών υιών τού Θεού με τις θυγατέρες τών ανθρώπων, καθότι είναι ανθρώπινα όντα από την πλευρά τής μητέρας τους], και δεν θα είναι αθάνατοι όπως οι πατέρες τους [κι εδώ πατέρες εννοούνται οι ΄΄υιοί τού Θεού΄΄ δηλαδή οι "άγγελοι" (!)], αλλά θα πεθάνουν όταν έλθει το πλήρωμα τού χρόνου, όπως όλα τα μέλη τής ανθρωπίνης φυλής” (!!!) (Ελεύθερη απόδοσις υπό τού γράφοντος).

Φρονούμε ότι τα σχόλια περιττεύουν κι ότι ο καθένας δύναται να εξάγει τα συμπεράσματά του για την ερμηνευτικήν σύγχισιν που επικρατεί εις το όντως δυσερμήνευτο χωρίο που εξετάζoμεν.

Ως ΄΄πνεύμα΄΄ δε τινές εννοούν την θείαν πνοήν, το θείο εμφύσημα το δοθέν εις τον άνθρωπον κατά το Γένεσις 2/β΄ 7, δια τού οποίου εγένετο ούτος ζώσα ύπαρξις. Το θείο στοιχείο, δηλαδή, το οποίο έδωσε ζωήν εις τον άνθρωπον, αντιπαλεύει προς τα φθοροποιά στοιχεία τού θανάτου και συγκρατεί τον άνθρωπον εις την ζωήν. Όσοι δε τάσσονται υπέρ τής μεταφράσεως “κυβερνά”, ερμηνεύουν, ότι ο Θεός απειλεί τώρα ότι θ’ αφαιρέσει την θείαν πνοήν, το ΄΄πνεύμα΄΄ του από τον άνθρωπον, ώστε δε θα “κυβερνά”, δε θα εμποδίζει τα εντός του φθοροποιά στοιχεία τού θανάτου και θα πεθάνει.

Και αύτη η ερμηνεία έχει τα τρωτά της, καθότι η ΄΄άρσις΄΄ τού Πνεύματος τού Θεού από τον άνθρωπον δεν έχει σχέσιν με την υπερίσχυσιν τών φθοροποιών στοιχείων τού θανάτου εις τον τελευταίον και κατά συνέπειαν τον ΄΄πρόωρον΄΄ θάνατον αυτού, κι αυτό διότι μετά τον κατακλυσμόν ευρίσκομεν ανθρώπους ζώντες άνω τών 200 ετών (πρβλ. Γένεσις 11/ια΄ 10-23). Αυτό τι σημαίνει; Μήπως ο Θεός επανεμφύσησε (!) πνεύμα ζωής εις τους ανθρώπους κι έτσι υπερίσχυσε η ζωή, που προέρχεται εξ’ αυτής τής εμφυσήσεως, έναντι τών φθοροποιών στοιχείων τού θανάτου, κι όχι μόνο συγκρατείται ο άνθρωπος εις την ζωήν, αλλ’ επανήλθεν κι η μακροζωίαν εις αυτόν; Ή μήπως μόνον εν μέρει ο Θεός αφαιρούσε το ζωοποιόν του πνεύμα επί αιώνες από τούς ανθρώπους, ώστε σιγά σιγά ζούσαν όλο και λιγότερο; Μα τότε ποίο το νόημα τής ΄΄άρσεως΄΄; Τότε επρόκειτο περί ΄΄μειώσεως κι όχι περί ΄΄άρσεως΄΄! Είναι σαφές, ότι αυτά είναι ανυπόστατα και κάπως διαφορετικά θα πρέπει να αναζητήσομεν την ορθήν ερμηνείαν τού δυσερμνεύτου αυτού χωρίου.

Καθ’ ημάς, η ορθή ερμηνείαν τού εβραϊκού ντουν ή ντιν, είναι “κρίνω”, “κυβερνώ”, “διοικώ”, γι’ αυτό και τασσόμεθα υπέρ αυτής εφ’ όσον δικαιώνεται κι εκ τού Ζαχαρίου 3/γ΄ 7:τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ? (προς τον Ιησούν τον μέγαν ιερέαν) εάν εν ταις οδοίς μου πορεύη και εάν τα προστάγματά μου φυλάξης, και συ διακρίνεις (΄΄θέλεις κρίνει΄΄ μετάφρασις Ν. Βάμβα ήταδίνεβρ. κείμενον) τον οίκον μου. Πώς δε εννοείται η διακυβέρνησις τού Θεού επί τών ανθρώπων; Την απάντησιν εις το ερώτημα αυτό, δίνει για μία ακόμη φοράν, η ερμηνείαν που για πρώτην φοράν προτείνεται με την παρούσαν μελέτην, εις την λέξην - κλειδί για την κατανόησιν πολλών δυσκόλων σημείων εις το βιβλίο τής Γενέσεως. Ομιλούμε φυσικά περί τής λέξεωςαδάμ.

Ο Θεός, λέγων αυτά τα λόγια, δεν απευθύνεται, καθ’ ημάς, γενικώς εις τούς ανθρώπους, ήτοι εις το ανθρώπινον γένος, αλλά ειδικώς εις τούς “ΑΔΑΜ ήτοι εις την ΄΄ΦΥΛΗΝ ΑΔΑΜ΄΄, τον ΄΄ΛΑΟΝ ΤΟΥ ΑΔΑΜ΄΄. Αυτόν τον λαόν εξεχώρισε, αυτόν καθοδηγούσε, μ’ αυτόν (τρόπω τινά) συνειργάζετο προς τον απώτερον σκοπόν τής γεννήσεως, εξ αυτού τού λαού, τού Μεσσίου. Αυτοί όμως (οι ΄΄Αδάμ΄΄), ανέκαθεν δεν εσυμμορφούντο, ανεμειγνύοντο με τα γύρω έθνη και απετύγχανον να γίνουν ο ξεχωρισμένος λαός Του. Κι έτσι ο Θεός αποφασίζει να άρει την ΄΄διακυβέρνησιν΄΄ Του επ’ αυτών (πρβλ. στ. 3 ΄΄ανθρώποις ΤΟΥΤΟΙΣ και ΄΄ημέραι ΑΥΤΩΝ΄΄ όπου οι συγκεκριμένες εμφάσεις μάς βάζουν εις υποψίαν, ότι ο Θεός ΄΄ασχολείται΄΄, ΄΄νοιάζεται΄΄ ΜΟΝΟΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ κι αυτούς τιμωρεί δια τού (τοπικού) Κατακλυσμού!) αφήνοντας έτσι ένα διάστημα 120 ετών προς μεταμέλειά των, όπως αργότερα έπραξε το ίδιο με τούς Νινευϊτας (Ιωνάς 3/γ΄ 4), αλλά η έμπρακτος μεταμέλειά των, ήλλαξε την ειλημμένην απόφασιν τού Θεού, όπως το αυτό συνέβει και με τον βασιλέαν Εζεκίαν (Ησαίας 38/λη΄ 1-5).

Το γεγονός, λοιπόν, ότι ο Θεός αποφασίζει την καταστροφήν τού ΄΄λαού Αδάμ΄΄ δια τού κατακλυσμού, θυμίζει ανάλογην απόφασίν Του, να καταστρέψει τον λαόν Ισραήλ, κατά τον καιρόν τής περιπλανήσεως αυτού εις την έρημον, και να δημιουργήσει ένα νέο έθνος, εκ τού Μωϋσέως πλέον, με σκοπό να συνεχισθεί εξ αυτού πια, το σχέδιο τής σωτηρίας τού ανθρώπου, ήτοι η έλευσις τού Μεσσίου (Έξοδος 32/λβ΄ 9-10). Τον καιρόν τού Κατακλυσμού, όμως, δεν υπήρχε κάποιος ηγέτης ως τον Μωυσήν για να μεσιτεύσει υπέρ αυτών και να τούς επαναφέρει εις την τάξιν, με αποτέλεσμα να χαθούν ως λαός. Έτσι, εξέλεξε τον Νώε, ως προπάτορα εθνών, ώστε εις τον κατάλληλον καιρόν να επιλέξει εκ τού σπέρματός του ένα νέο έθνος, όπερ και εγένετο. Αυτά, κατά την γνώμην μας, ευρίσκονται πίσω από την φράσιν: δια το είναι αυτούς σάρκας. Δεν είναι μόνον η σαρκολατρείαν ο λόγος που οργίσθη ο Θεός, (εφ’ όσον ο γάμος δεν είναι σαρκολατρεία ή αμάρτημα), αλλά η επιμειξία τού λαού Αδάμ, τού λαού Του, με τούς ισχυρούς τών γύρω εθνών.

Τελειώνοντας την ανάλυσιν τού παρόντος χωρίου θέλομεν απλώς να σχολιάσομεν μίαν ακόμην ερμηνείαν που έχει προταθεί εις το υπό έρευναν χωρίον. Επειδή το εβρ. κείμενον εις την λέξιν μπε-σα-γκαμ, το γκαμ σημαίνει “επίσης”, μερικοί μεταφράζουν ως εξής: Δεν θα καταμείνει το πνεύμα μου μετά τού ανθρώπου, διότι και αυτός είναι επίσης σάρκα. Λένε, ότι εδώ ίσως να υποδηλούται, ότι και οι Σηθίτες έγιναν σαρκικοί ως οι Καϊνίτες ή ότι ούτοι έγιναν “σάρξ” εντελώς, ως και τα ζώα. Αν και ο άνθρωπος έλαβε ειδικά χαρίσματα εκ τού Θεό να ζει μίαν ανωτέραν πνευματικήν ζωήν, όμως τα ενδιαφέροντά του έγιναν εντελώς χοϊκά, σαρκικά, ως τών ζώων. Οι ενστάσεις εις αυτήν την ερμηνείαν είναι οι εξής:

  1. Το αναφορικό ΄΄σα΄΄ (= αυτός) δεν απαντά πουθενά εις την Πεντάτευχον ως αναφορικόν μόριον, είναι δε πολύ σπάνιον εις την αρχαίαν φιλολογίαν (πρβλ. Κριτ. 5/ε΄ 7, 6/στ΄ 17, 8/η΄ 26), ενώ συνθέσεις ως το μπε δεν εμφανίζονται προ τού Εκκλησιαστού (π.χ. 2/β΄ 16), και
  2. Το γκαμ (= επίσης) κείται ανίσχυρο, δεν υπάρχει κάτι που να χρησιμεύει ως αντίθεσις εις το χου[ = αυτός (δια το είναι αυτούς σάρκαΟ΄)].

Ο Wellhausen παρατηρεί, ότι το ΄΄μπε΄΄ πρέπει να αντιπροσωπεύει ένα αιτιολογικόν μόριον και πιθανώς τίποτα επιπλέον. Οι παλαιές μεταφράσεις π.χ. Ο΄ (“δια το είναι αυτούς”), Συριακή μετάφρασις, Βουλγάτα καθώς και Τargum of OnKelos (2ου αιώνος μ.Χ.) έκδ. Berliner, 1884, φαίνεται να έχουν την ίδιαν γνώμην. Είναι δε αξιοσημείωτο, ότι καμία απ’ αυτές δεν επεχείρησεν να αποδώσει το εβραϊκόν γκαμ εις “επίσης” (όρα JOHN SKINNER “Κριτικόν και Εξηγητικόν Υπόμνημα εις την Γένεσιν” εις το "Διεθνές Κριτικόν Υπόμνημα" έκδ. 2α, Εδιμβούργο σελ. 144).

Εδάφιο 4:

Οι δε γίγαντες ήσαν επί τής γης εν ταις ημέραις εκείναις· και μετ’ εκείνο, ως αν εισεπορεύοντο οι υιοί τού Θεού προς τας θυγατέρας τών ανθρώπων και εγεννώσαν εαυτοίς· εκείνοι ήσαν οι γίγαντες οι απ’ αιώνος, οι άνθρωποι οι ονομαστοί”.

Ήλθεν όμως η ώρα να αναλύσομεν το τελευταίο χωρίο τής αινιγματικής ενότητος Γένεσις 6/στ΄ 1-4. Μία πρώτη παρατήρησις που δυνάμεθα να κάνουμε είναι, ότι γίνεται λόγος εντελώς ξαφνικά, αιφνιδιαστικά θα λέγαμε, περί ΄΄γιγάντων΄΄, κι αυτό οφείλεται εις το μεταβατικό ΄΄δε΄΄. Και για να ακριβολογούμε, όχι απλώς περί ΄΄γιγάντων΄΄, αλλά περί ΄΄ΤΩΝ γιγάντων΄΄. Εις την αρχήν τής μελέτης μας ανελύσαμεν λεπτομερώς τις υπάρχουσες ερμηνείες που εδόθησαν εις το συγκεκριμένον θέμα. Τασσόμεθα αναφανδόν υπέρ τής πρώτης ερμηνείας, ότι δηλαδή οι ΄΄γίγαντες΄΄ ήσαν ιστορικές υπάρξεις που έζησαν κατά τούς αρχεγόνους χρόνους, αλλά και εις μεταγενέστερες εποχές. Εις το σημείον αυτό, θα αρκεσθούμε να αναφέρομεν περί αυτών μερικά συμπληρωματικά στοιχεία που η έρευνα έφερε εις την επιφάνειαν.

Συνεχίζοντας, λοιπόν, την ανάλυσίν μας, όσον αφορά εις την γλωσσικήν διατύπωσιν τού χωρίου, παρατηρούμε ότι η φράσις ΄΄οι δε γίγαντες ήσαν επί τής γης΄΄, δεν αφήνει περιθώρια άλλης ερμηνείας, εκτός αυτής που έρχεται εις τον νουν οποιουδήποτε απλού αναγνώστου· ότι δηλαδή ΄΄οι γίγαντες΄΄ ΥΠΗΡΧΟΝ ΄΄επί τής γης΄΄ κάποια χρονική στιγμή εις το παρελθόν. Τονίζεται, δηλαδή, καθ’ ημάς, η ΥΠΑΡΞΙΣ τών συγκεκριμένων προσώπων, κι όχι ο ΤΡΟΠΟΣ ή ο ΛΟΓΟΣ τής υπάρξεως αυτών.

Το κείμενον είναι ξεκάθαρο. Δεν μάς λέγει, δηλαδή, ότι τα όντα αυτά εγεννήθησαν ή προήλθον εκ τής σαρκικής ενώσεως τών ΄΄υιών τού Θεού΄΄ μετά τών ΄΄θυγατέρων τών ανθρώπων΄΄, ούτε βέβαια ταυτίζει τούς ΄΄γίγαντες΄΄ με τούς ΄΄υιούς τού Θεού΄΄ όπως θέλει κάποια άλλη αυθαίρετος ερμηνεία που δεν αξίζει σχολιασμού, αφού ως ΄΄επιπόλαιη΄΄ είναι ο επιεικέστερος χαρακτηρισμός που μπορεί να τής αποδοθεί. Απορούμε δε, πώς οι υπομνημαστιστές τού υπό εξέτασιν χωρίου, ξένοι τε και ημέτεροι, ΄΄είδαν΄΄ τούς συγκεκριμένους γίγαντες ως απογόνους τών ΄΄υιών τού Θεού΄΄ και τών ΄΄θυγατέρων τών ανθρώπων΄΄ (!!!) Μήπως παρεσύρθησαν από την δεικτικήν αντωνυμίαν ΄΄εκείνοι΄΄ υποθέτοντες, ότι αναφέρεται εις το αμέσως προηγούμενον ΄΄εγεννώσαν εαυτοίς΄΄; Κάτι τέτοιο απορρίπτεται ευθύς εξ αρχής, εφόσον:

1. Θα πρέπει εμείς να εννοήσομεν ή υπονοήσομεν εις τι αναφέρεται η εν λόγω αντωνυμία (π.χ. ΄΄οι απόγονοι΄΄) λέξις, βέβαια, που απουσιάζει απ’ όλην την συγκεκριμένην ενότητα. Έχομεν δε την εντύπωσιν, ότι έτσι (΄΄εγεννώσαν εαυτοίς απογόνους΄΄ ) εκβιάζομεν υπέρ το δέον το ιερόν κείμενον.

2. Εάν ο συγγραφεύς ήθελε να παρουσιάσει τούς ΄΄γίγαντες΄΄ ως απογόνους τής εν λόγω επιμειξίας, δεν θα εξέφραζε τον λόγον του με την συγκεκριμένην αντωνυμίαν ΄΄εκείνοι΄΄, αλλά με την ΄΄ούτοι΄΄ ή την ΄΄αυτοί΄΄, εφόσον αυτές οι δύο αναφέρονται εις αμέσως προηγηθείσες έννοιες, ενώ η αντωνυμία ΄΄εκείνοι΄΄, λέγει το συντακτικόν, ότι αναφέρεται εις τι απώτερον κείμενον ή ως απώτερον νοούμενον ή εις τι απώτερον ευρισκόμενον. Εις δύο τινά, μόνον, δυνάμεθα να θεωρήσομεν ότι αναφέρεται η εν λόγω αντωνυμία: Α. Eις τούς ΄΄υιούς΄΄ (τού Θεού) και Β. Εις τούς ΄΄γίγαντες΄΄ (τού εδαφίου 4α ). Το πρώτον απορρίπτεται, όπως προείπωμεν, ευθύς εξ αρχής, εφόσον το χωρίον ποιεί εμφανώς διάκρισιν μεταξύ ΄΄γιγάντων΄΄ και ΄΄υιών τού Θεού΄΄. (Η διάκρισις γίνεται και εννοιολογικά κάνοντας συμφραζομενικήν μελέτην, αλλά και με το μεταβατικό ΄΄δε΄΄).

3. Πώς είναι δυνατόν να εγκωμιάζει η Γραφή τούς απογόνους μίας επιμιξίας, (΄΄οι γίγαντες οι απ’ αιώνος, οι άνθρωποι οι ονομαστοί΄΄) την οποίαν, όχι μόνον δεν εγκρίνει ο Θεός, αλλά και γίνεται αιτία να θανατωθούν (δια τού Κατακλυσμού) πολλοί άνθρωποι;

4. Επίσης απορρίπτεται και εκ τής διαπιστώσεως, ότι το χωρίον ποιεί μνείαν ΜΟΝΟΝ για ΤΟΥΣ ΄΄γίγαντες΄΄, κι απλώς αναφέρει το γεγονός τής επιμειξίας για να τονίσει μίαν λεπτομέρειαν που αφορά και πάλι τούς ΄΄γίγαντες΄΄ (για το ποίαν είναι αύτη η λεπτομέρειαν θ’ αναφερθώμεν εις την συνέχειαν). Κι αφού, λοιπόν, γίνεται λόγος ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟΝ περί ΄΄ΤΩΝ γιγάντων΄΄, εις ένα και μόνον πράγμα θα ηδύνατο να αναφέρεται η αντωνυμία ΄΄εκείνοι΄΄, εις τούς ΄΄γίγαντες΄΄ τού εδαφίου 4α.

Αφού, λοιπόν, απορρίπτεται η ερμηνείαν τής προελεύσεως τών ΄΄γιγάντων΄΄ εκ τής επιμειξίας τών ΄΄υιών τού Θεού΄΄ μετά τών ΄΄θυγατέρων τών ανθρώπων΄΄, τότε για ποίον λόγον αναφέρονται οι ΄΄γίγαντες΄΄ συναρτήσει τής εν λόγω επιμειξίας; Τι κατά βάθος προσπαθεί να εκφράσει ο συγγραφεύς τής Γενέσεως κάνοντας αναφορά εις τούς ΄΄γίγαντες΄΄ εν συνδυασμώ με την επιμειξίαν που έλαβεν χώρα εις την περιοχήν τής Μεσοποταμίας; Εκτός τής εσφαλμένης εξηγήσεως περί τής προελεύσεως τών ΄΄γιγάντων΄΄ εκ τής σαρκικής αυτής μίξεως, δεν έχει δοθεί άλλη ικανοποιητική απάντησις, εξ όσων έχομεν υπ’ όψιν, εις την ανωτέρω δικαιολογημένη ερώτηση. Εμείς, με την παρούσα μελέτη, θα προτείνομεν ορισμένες ερμηνείες, κι άλλοι, αρμοδιότεροι ημών, ας κρίνουν καλοπροαίρετα τών εξηγήσεων το ασφαλές.

Κατά την μεν μίαν ερμηνείαν, λέξεις ή φράσεις κλειδιά που ενέχουν δυσκολίαν και πρέπει, καθ’ ημάς, να αποδοθούν ορθώς, είναι το ΄΄και μετ’ εκείνο΄΄, καθώς και η αμέσως επόμενη πρότασις ΄΄ως αν εισεπορεύοντο οι υιοί τού Θεού προς τας θυγατέρας τών ανθρώπων, και εγεννώσαν εαυτοίς΄΄. Μάς δημιουργεί δε εντύπωσιν, γιατί να γίνεται ιδιαίτερη μνεία, δια τού ΄΄εγεννώσαν εαυτοίς΄΄, εις την γέννησιν παιδιών εκ τής τοιαύτης μίξεως, αφού η τελευταία προεμνημονεύθη και εις τον στ. 2, άνευ ιδιαιτέρας μνείας εις απογόνους.

Άλλα ερωτήματα, που εγείρονται επίσης εκ τού συγκεκριμένου χωρίου, είναι και τα εξής: Μετά την επιμιξίαν τών δύο φυλών - η οποία μάλλον διήρκησε όλο το χρονικό διάστημα τής μακροθυμίας τού Θεού, δηλαδή 120 έτη (ίσως δε αυτό το γεγονός υπαινίσσεται ο Θεάνθρωπος λέγων ώσπερ γαρ ήσαν εν ταις ημέραις ταις προ τού κατακλυσμού τρώγοντες και πίνοντες, γαμούντες και εκγαμίζοντες, άχρις ης ημέρας εισήλθε Νώε εις την κιβωτόν Ματθ. 24/κδ΄ 38) - έχομεν τον κατακλυσμόν τού Νώε, ο οποίος κατά την κρατούσαν άποψιν, ήτο παγκόσμιος. Εάν, λοιπόν, ήτο πράγματι παγκόσμιος, τότε πώς εννοείται η ύπαρξις τών γιγάντων (και μάλιστα τής συγκεκριμένης φυλής, τών "Νεφιλείμ")΄΄μετ’ εκείνο΄΄, ήτοι μετά το τέλος τής εν λόγω επιμιξίας, εν άλλαις λέξεσι, μετά τα 120 έτη; (!!!) [πρβλ. το γεγονός που αναφέρεται εις τούς Αριθ. 13/ιγ΄ 34, όπου οι κατάσκοποι τού Μωυσέως μαρτυρούν, ότι εις την γην Χαναάν ΄΄εώρακαν ΤΟΥΣ γίγαντας΄΄ (εβρ. ΄΄ΧΑ Νεφιλείμ΄΄) ήτοι τούς συγκεκριμένους, τούς ήδη γνωστούς εις αυτούς ΄΄γίγαντες΄΄]. Μήπως εδώ ο συγγραφεύς υπαινίσσεται την τοπικότητα τού κατακλυσμού, αφ’ ης στιγμής μάλιστα οι απόγονοι τών γιγάντων, οι Ραφαείμ (Δευτ. 2/β΄ 11,20 κ.ά.), ΔΕΝ αναφέρονται ως απόγονοι τού Νώε, καθώς ΔΕΝ αναφέρονται εις το Γένεσις 10/ι΄ κεφ. εις το οποίο αναφέρονται οι λαοί που κατάγονται από το Νώε; (Όσοι δε εκ τών αναγνωστών ενδιαφέρονται να εμβαθύνουν εις το θέμα τού Κατακλυσμού, τούς παραπέμπομεν εις την ειδικήν μελέτην ημών με θέμα: ΄΄Ήταν ο Κατακλυσμός Παγκόσμιος;΄΄ την οποίαν δύνανται να εύρουν και εις το διαδύκτιον.

Καθ’ ημάς, λοιπόν, συνεχίζοντας την ανάπτυξιν τής πρώτης ερμηνείας που προτείνομεν, εις την φράσιν ΄΄και μετ’ εκείνο΄΄, φρονούμε, ότι ο σύνδεσμος ΄΄και΄΄ έχει επιδοτικήν σημασίαν κι ως εκ τούτου μεταφράζεται ΄΄ακόμη και΄΄. Εις δε την άλλην φράσιν ΄΄ως αν εισεπορεύοντο οι υιοί τού Θεού προς τας θυγατέρας τών ανθρώπων, και εγεννώσαν εαυτοίς΄΄, ενώ έχει ήδη προηγηθεί εις το εδάφιο 2, εδώ παρατηρούμε να επαναλαμβάνεται με την προσθήκην όμως ΄΄εγεννώσαν εαυτοίς΄΄. Άρα, κατά την γνώμην μας, εις το μεν εδάφιο 2 η έμφασις είναι εις την επιμιξίαν που διηνεργήθη, εις δε τον παρόντα στίχο (4β) η έμφασις είναι εις την αύξησιν τού πληθυσμού που έλαβε μέρος εις την γην που διαδραματίζονται τα υπό εξέτασιν γεγονότα. Δι’ αυτών δε τών αποδόσεων που προτείνουμε αίρονται αμέσως οι δυσκολίες και η ερμηνείαν τού σχετικού μέρους τού χωρίου ευοδούται άριστα.

Μεταφράζομεν, λοιπόν, το επίμαχον χωρίον ως εξής: “Οι δε γίγαντες υπήρχον επί τής γης κατ’ εκείνες τις ημέρες ακόμη και μετά την αύξησιν τού πληθυσμού που οφείλεται εις την ένωσιν τών υιών τού Θεού μετά τών θυγατέρων τών ανθρώπων”. Τονίζεται δηλαδή η επιβίωσις τής φυλής τών γιγάντων ακόμη και μετά απ’ αυτό το έκτακτο, αλλά και δυσμενές γι’ αυτούς γεγονός. Γι’ αυτό και αμέσως μετά ο συγγραφεύς αναφέρει εις τι οφείλεται η επιβίωσις αυτών τών ανθρώπων· εκείνοι ήσαν οι γίγαντες οι απ’ αιώνος, οι άνθρωποι οι ονομαστοίή κατά την μετάφρασιν τού Μασωριτικού κειμένου, που καθ’ ημάς είναι και πιο ακριβής: εκείνοι ήσαν οι δυνατοί, οι έκπαλαι άνδρες ονομαστοί.

Και μια που γίνεται λόγος περί τού Μασωριτικού κειμένου, μελετώντας το, παρατηρούμε, ότι επιβεβαιώνει την συγκεκριμένην ερμηνείαν μας εις το κείμενον τών Ο΄. Έχει δε ως εξής: ΄΄Κατ’ εκείνας τας ημέρας ήσαν οι γίγαντες επί τής γης, και έτι, [ εβρ. ΄΄γκαμ΄΄ ( = επίσης)] ύστερον, ( ενν. ΄΄ήσαν΄΄) αφού οι υιοί τού Θεού εισήλθον εις τας θυγατέρας τών ανθρώπων …΄΄. Φαίνεται, λοιπόν, ξεκάθαρα, ότι οι γίγαντες υπήρχον και προ τής επιμιξίας (΄΄ΗΣΑΝ επί τής γης΄΄) και ΄΄ύστερον επίσης΄΄ απ’ αυτήν (΄΄αφού οι υιοί τού Θεού εισήλθον εις τας θυγατέρας…΄΄). Επρόκειτο, λοιπόν, για ανθρώπους ξακουστούς, για ανθρώπους με φήμη και μάλιστα πολεμικήν. Γι’ αυτό και δεν κατόρθωσαν να τούς εξοντώσουν, ούτε οι ΄΄υιοί τού Θεού΄΄ ήτοι ΄΄οι υιοί τών ισχυρών΄΄, δηλαδή οι ΄΄ισχυροί άρχοντες-κυβερνήτες τής Μεσοποταμίας΄΄, ούτε και οι ισχυροί απόγονοί των, παρόλο το μακρύ διάστημα που μεσολάβησε έως τού Κατακλυσμού.

Να λοιπόν, γιατί ο ιερός συγγραφεύς τής Γενέσεως, ποιεί λόγο εμβολίμως περί τών γιγάντων, συναρτήσει με την επιμιξίαν που διηνεργήθη. Θέλει δηλαδή να πληροφορήσει τούς ομοεθνείς του, ότι ΄΄οι Νεφιλείμ΄΄, που είδον οι κατάσκοποι εις την γην Χαναάν και συγκεκριμένα ΄΄οι υιοί Ανάκ εκ ΤΩΝ Νεφιλείμ΄΄ (Αριθ. 13/ιγ΄ 33 Μασ.), ήσαν απόγονοι αυτών τών ΄΄Νεφιλείμ΄΄ που επεβίωσαν εκ τού δυσμενούς γεγονότος τής αυξήσεως τού ισχυρού πληθυσμού εις την γην τής Μεσοποταμίας. Δίδει, λοιπόν, ο συγγραφεύς, έμφασιν εις το διάστημα προ τού κατακλυσμού, κατά το οποίο, ΄΄οι Νεφιλείμ΄΄, παρόλες τις αντίξοες συνθήκες που συνήντησαν, επεβίωσαν.

Ο ιερός δηλαδή συγγραφεύς, εθεώρησε, ότι οι ΄΄Νεφιλείμ΄΄ διέτρεξον μεγαλύτερον κίνδυνον αφανισμού εκ τής αυξήσεως τού ισχυρού πληθυσμού τής γης (τής Μεσοποταμίας) παρά εκ τού κατακλυσμού που ηκολούθησε. Κι αυτό ίσως να οφείλεται εις το γεγονός, ότι κατά τον συγγραφέα, θεωρείται δεδομένο (και άρα γνωστό εις τούς ομοεθνείς του) ο τοπικός χαρακτήρ τού κατακλυσμού κι ότι, ακόμη κι αν επνίγησαν αρκετοί εκ τών ΄΄Νεφιλείμ΄΄, θα ηδύναντο να επιβιώσουν ορισμένοι εξ’ αυτών [όπως πράγματι συνέβει, εις την ΒΑΣΑΝ που ονομάζεται ΄΄γη γιγάντων΄΄ (Δευτ. 3/γ΄ 13), καθώς επρόκειτο για μια ορεινή περιοχή ανατολικά τής Θαλάσσης τής Γαλιλαίας, κατάλληλη για επιβίωση λαών από τον Κατακλυσμό που έπληξε τη χαμηλότατη κοιλάδα τής Μεσοποταμίας και τον λαό Αδάμ (κατά το ΄΄λαός Ισραήλ΄΄) (για περισσότερες περί τού "λαού Αδάμ" όρα το Παράρτημα ΙΙΙ κεφ. Β)].

Προχωρούμε τώρα, εις την ανάπτυξιν τής δευτέρας ερμηνείας που προτείνομεν εις το υπό έρευναν αινιγματικό χωρίο: Και είπε Κύριος ο Θεός· ου μη καταμείνη το Πνεύμα μου εν τοις ανθρώποις τούτοις (ήτοι ΄΄εις τούς Αδάμ΄΄)... έσονται δε οι ημέραι αυτών (ήτοι ΄΄τών Αδάμ΄΄)...” ή κατά το Μασωριτικό:Δεν θέλει καταμείνει πάντοτε το Πνεύμα μου μετά τού ανθρώπου (ήτοι τού ΄΄λαού Αδάμ΄΄)... αι ημέραι αυτού (ήτοι ΄΄τού λαού΄΄)...”

Προκειμένου, λοιπόν, ο συγγραφεύς να τονίσει, ότι ο Θεός είχε σκοπό να τιμωρήσει ΜΟΝΟΝ (ή κυρίως) ΤΟΝ ΛΑΟ ΑΔΑΜ, όπως δεικνύουν οι ανωτέρω εμφάσεις, λόγω τής επιμιξίας που διηνήργησε με τα γύρω έθνη [άγνωστο εάν ετιμώρησε και τούς γύρω λαούς, ήτοι τούς ΄΄ισχυρούς΄΄, (εβρ. ΄΄ελοχίμ΄΄), αν και φαίνεται σχεδόν βέβαιο, ότι και αυτοί επίσης, ως κάτοικοι τής Μεσοποταμίας και ως συμμέτοχοι τής επιμιξίας, επλήγησαν], ΚΙ ΟΧΙ ΟΛΗ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ (που άλλωστε δεν ευθύνετο για τα διαδραματιζόμενα εις την γην τής Μεσοποταμίας), παραθέτει ως αψευδείς μάρτυρες ΄΄ΤΟΥΣ Νεφιλείμ΄΄.

Τονίζομεν συχνά το άρθρον, διότι δι’ αυτού δεικνύεται, ότι τα πρόσωπα αυτά ή κατ’ ακρίβειαν οι απόγονοι τών προσώπων αυτών, ήσαν γνωστοί εις τούς ομοεθνείς τού συγγραφέως (πρβλ. Αριθμ. 13/ιγ΄ 34). Ίσως εδώ αναρωτηθεί κάποιος, γιατί να γίνει μνεία ειδικώς αυτής τής φυλής κι όχι π.χ. τών Χορραίων ή Χουριτών (που εξολοθρεύθησαν από τους απογόνους τού Ησαύ, όρα Δευτ. 2/β΄ 12) που κι αυτοί είναι μια πανάρχαια φυλή τής έκτης χιλιετηρίδος π.Χ. (3) και δεν μνημονεύονται, ούτε κι αυτοί, ως απόγονοι τού Νώε.

Ο λόγος είναι, ότι αφ’ ενός, αυτοί δεν ζούσαν (ή δεν ήσαν σημαντικοί) εις την περιοχήν τού λαού Αδάμ για τον οποίον γίνεται λόγος, αφ εταίρου, δεν ήσαν σημαντικοί για τον Μωυσήν και τούς Ισραηλίτες, μια κι ευρίσκοντο εις την περιοχήν τών Εδωμιτών και όχι εις την υπό κατάληψιν γην, όπως οι "Νεφιλείμ". Οι γίγαντες ή όσοι επεβίωσαν εξ’ αυτών, ζούσαν κοντά εις τούς Ισραηλίτες ακόμη και την εποχήν τού Δαυίδ (Α΄ Βασιλ. ή Α΄ Σαμ. 17/ιζ΄ 4). Η ύπαρξις, λοιπόν, τών ΄΄Νεφιλείμ΄΄, αυτή καθ’ εαυτήν, είναι μία τρανή απόδειξις τής τιμωρίας ΜΟΝΟΝ κυρίως) ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΑΔΑΜ, αλλά και τρανή απόδειξις τού ΤΟΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΟΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΥ, εφ’ όσον, τινές εκ τών Νεφιλείμ, διεσώθησαν διεσπαρμένοι εις τις γύρω περιοχές τής Μεσοποταμίας π.χ. εις την Βασάν ή ΄΄γη γιγάντων΄΄ (Δευτ. 3/γ΄ 13), όπου τούς συναντούμε και κατά την εποχήν τού Αβραάμ (Γένεσις 14/ιδ΄ 5), πλήθος τών οποίων εξολόθρευσαν οι απόγονοι του Λώτ (Δευτ. 2/β΄ 10-11, 20-21).

Η σκέψις, ότι ίσως να μην αναφέρονται ως απόγονοι τού Νώε εις το Γένεσις 10/ι΄ κεφ. όπου αναφέρονται οι λαοί που κατάγονται από το Νώε, επειδή είναι ίσως νεώτεροι λαοί, δεν ευσταθεί, εφόσον αναφέρονται εις το Γένεσις 14/ιδ΄ 5 ως λαός ήδη από την εποχήν τού Αβραάμ και συνεπώς είναι αρχαιότεροι λαοί απ’ αυτούς που αναφέρονται ως απόγονοι τού Νώε! Μετά δε την εγκατάστασιν τών Ισραηλιτών εις την γην τής Επαγγελίας, οι υψηλόσωμες αυτές φυλές (Ανακείμ ή Ενακείμ, Ραφαείμ, Εμμαίοι και Ζομζομμείμ ή Ζαμζουμμείμ) εξολοθρεύθησαν. Κατέφυγον εις την Γάζαν, εις την Γαθ και εις την Άζωτον, όπου έμειναν αναμεμειγμένοι με τούς Φιλισταίους (Ιησούς τού Ναυή 11/ια΄ 21-22). Ένας απ’ αυτούς ήταν ο Γολιάθ εκ τής Γεθ (Ο΄) ή Γαθ (Μασωρ.) που εφονεύθη από τον Δαυίδ (Α΄ Βασιλ. ή Α΄ Σαμ. 17/ιζ΄ 4). Τον καιρό δε τού Δαυίδ, μάλλον, πρέπει να εξολοθρεύθησαν και οι τελευταίοι γίγαντες.

Συνοψίζοντας, λοιπόν, την δευτέραν μας ερμηνείαν, διαπιστώνομεν, ότι η φυλή τών Νεφιλείμ δεν έμενε ολόκληρη εις την κοιλάδαν τής Μεσοποταμίας, αλλά, τινές εξ’ αυτών, διεσπάρησαν εις τις γύρω περιοχές. Το ότι δε όσοι έμεναν εις τα ορεινά, γύρω από την πληγείσαν περιοχήν, επεβίωσαν, φαίνεται ξεκάθαρα εκ τού Γένεσις 7/ζ΄ 20πέντε και δέκα πήχεις υπεράνω υψώθη το ύδωρ...” όπου το ύψος τού ύδατος τού Κατακλυσμού έφθασε τα 8-9 μέτρα, δηλαδή όσο χρειάζεται για να καλύψει τις υψηλότερες περιοχές τής Μεσοποταμίας, κι όχι βεβαίως ολόκληρον τον πλανήτην (!) Άλλωστε ο Κατακλυσμός έγινε, όπως προείπομεν, για τιμωρίαν τού λαού Αδάμ κι όχι άλλων λαών, όπως επίσης φαίνεται και εκ τού Γένεσις 6/στ΄ 5-7 όπου η λέξις που χρησιμοποιείται εις το εβρ. κείμενον για να ονομάσει αυτούς με τούς οποίους οργίσθη ο Θεός είναι ΄΄αδάμ΄΄:Ιδών δε Κύριος ο Θεός ότι επληθύνθησαν αι κακίαι ΤΟΥ ΑΔΑΜ (ήτοι τού συγκεκριμένου λαού)...και ενεθυμήθη ο Θεός ότι εποίησε ΤΟΝ ΑΔΑΜ... απαλείψω ΤΟΝ ΑΔΑΜ (ήτοι τον συγκεκριμένον λαόν)... και πράγματι, κατά το Γένεσις 7/ζ΄ 21 ΜΟΝΟΝ ΤΟΝ ΑΔΑΜ ΑΠΗΛΕΙΨΕΝ:Και απέθανε πάσα σαρξ κινουμένη επί τής γης... και ΠΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ (εβρ. ΄΄αδάμ΄΄). Όταν δε το ιερόν κείμενον κάνει λόγο για άλλους λαούς, δεν ποιεί χρήσιν τής λέξεως ΄΄αδάμ΄΄, αλλά τής λέξεως ΄΄ενώς΄΄ (όρα Παράρτημα ΙΙ).

Συμφώνως, λοιπόν, προς την δευτέραν αυτήν ερμηνείαν, το ΄΄και μετ’ εκείνο, ως αν εισεπορεύοντο οι υιοί τού Θεού προς τας θυγατέρας τών ανθρώπων και εγεννώσαν εαυτοίς΄΄, δεν υπονοεί την αύξησιν τού πληθυσμού τής Μεσοποταμίας, αλλ’ αναφέρεται γενικώς εις το διάστημα τών 120 ετών μετά από το οποίο (΄΄μετ’ εκείνο΄΄ Ο΄ ή ΄΄έτι ύστερον΄΄ Μασ.) εξηκολούθουν να υπάρχουν οι γίγαντες ως έθνος, επιβιώσαντες, όχι μόνον από τον κίνδυνον τής αφομοιώσεώς των εκ τών άλλων πληθυσμών τής Μεσοποταμίας, αλλά και από τον (τοπικόν) κατακλυσμόν· εξ’ ου και ο χαρακτηρισμός των ως ΄΄οι γίγαντες οι απ’ αιώνος΄΄ κατά τούς Ο΄ και ΄΄εκείνοι οι δυνατοί, οι έκπαλαι άνδρες ονομαστοί΄΄ κατά το εβραϊκόν.

Κατακλείοντας την παρούσαν μελέτη, αισθανόμαστε την ανάγκην να επαναλάβομεν αυτό που εσημειώσαμεν και εις τον πρόλογον: Εί τι ορθόν εν τη μελέτη ταύτη, αποδοτέον τω Θεώ, όστις έδωκεν τον νουν και ΄΄διανοίγει τον νουν τού συνιέναι τας γραφάς΄΄ (Λουκάς 24/κδ΄ 45). Εί τι εσφαλμένον, αποδοτέον τη ανθρωπίνη ατελεία. Το τέλειον απόκειται εις την τελείωσιν (Α΄ Κορ. 13/ιγ΄ 9 10). Ευχόμεθα δε, όπως η ερμηνευτική αυτή προσπάθεια γίνει αφορμή προς καλλιτέραν έρευναν, ερμηνείαν και μετάφρασιν τού αιωνίου Βιβλίου τού Θεού και ιδία τής μυστηριώδους ενότητος Γένεσις 6/στ΄ 1-4.

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΝ. ΤΣΙΜΠΙΡΙΔΗΣ

 


Παραπομπές

1. Π.χ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: “Υπόμνημα εις την Γένεσιν” 22,2 (Ρ.G. τόμ. 53, σελ. 188), ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΚΥΠΡΟΥ: “Κατά αιρέσεων” 26, 13 (Ρ.G. τόμ. 41, σελ. 353ab), KYΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ: “Γλαφυρά εις την Γένεσιν” 2,2 (6,2) (P.G. τόμ. 69, σελ. 52cd) και ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ Β΄ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ: Ερωτήσεις και αποκρίσεις” (P.G. τόμ. 89, σελ. 552bc).

2. Ειρήσθω εν παρόδω κάτι που είναι άγνωστο, ότι η εν λόγω μετάφρασις - που τινές εξ ημών την εγκωμιάζουν και την έχουν περί πολλού - έχει ΤΡΕΙΣ ΦΟΡΕΣ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΘΕΙ, μάλιστα προ τής δημοσιεύσεώς της, το 1851! (Τότε εμφανίζεται η πρώτη επίτομος έκδοσις ολοκλήρου τής Μεταφράσεως, ήτοι Π. και Κ.Διαθήκης) Δύο φορές (1836 και 1839) υπό τής Συνόδου τού Οικουμενικού Πατριαρχείου (!!!) διά τών πατριαρχικών εγκυκλίων τού Γρηγορίου τού ΣΤ΄ και μία υπό τής Συνοδικής εγκυκλίου τών Αθηνών τής 2ας Απριλίου 1835 (όρα ΙΩΑΝΝΟΥ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ, αειμνήστου αναπληρωτού καθηγητού τής Θεολογικής Σχολής τού Πανεπιστημίου Αθηνών: “Η Νέα Μετάφρασις τής Καινής Διαθήκης εις την Νεοελληνικήν Γλώσσαν” Αθήναι 1986, σελ. 20, Θ.Η.Ε. έκδ. 1964, τόμ. 4, σελ. 677 καθώς και ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ: “Συλλογή τών Εγκυκλίων τής Ιεράς Συνόδου τής Εκκλησίας τής Ελλάδος έκδ. 1901, σελ. 443).

3. Όρα αειμνήστου καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών ΛΕΩΝΙΔΟΥ ΦΙΛΙΠΠΙΔΟΥ: “Ιστορία τής θρησκείας τού αρχαίου Ισραήλ” τόμ. Α΄, Αθήνα 1938, σελ. 423

Kεφάλαιο 2ο

Περιεχόμενα

Πάνω