![]() |
Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας | Κατάλογος ψηφιακών βιβλίων |
|---|
Επιστροφή στην ενότητα: Ιστορικά θέματα
|
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Οι σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων μετά την απόβαση του Ελληνικού Στόλου στη Σμύρνη τον Μάιο του 1919 ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ ΔΡΙΤΣΑ Α. Ε. Μ.: 3012 ΙΟΥΝΙΟΣ 1999 Ηλεκτρονική παραγωγή: www.ierosolymitissa.org |
ΕΙΣΑΓΩΓΗΣτην εργασία αυτή, βασισμένη κατά κύριο λόγο σε μαρτυρίες προσφύγων, ερευνάται η σχέση των Τούρκων και των Ελλήνων της Μ. Ασίας, μετά την απόβαση του ελληνικού στόλου στη Σμύρνη τον Μάιο του 1919. Για να γίνει κατανοητή η πορεία των σχέσεών τους μετά την ημερομηνία αυτή, στην εργασία παρουσιάζεται η σχέση των δύο λαών και πριν την αποβίβαση. Έτσι χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο παρουσιάζει τις σχέσεις τους και τον τρόπο ζωής τους πριν την απόβαση και το δεύτερο παρουσιάζει την κοινή πορεία τους μετά απ’ αυτή, έως τη μικρασιατική καταστροφή, το 1922. Στο δεύτερο μέρος, εκτός από την πορεία των Ελλήνων και των Τούρκων, γίνεται λόγος για τα αίτια που αλλοίωσαν ή όχι τις σχέσεις τους αρκετά διεξοδικά, βασισμένα στις μαρτυρίες των προσφύγων και τη σχετική βιβλιογραφία. Επίσης, στο τέλος υπάρχει παράρτημα με απομαγνητοφωνημένα αποσπάσματα μαρτυριών προσφύγων, αναφορικά με το θέμα. Το υλικό προήλθε από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, την Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών καθώς και από το Ιστορικό Αρχείο Προσφυγικού Ελληνισμού του Δήμου Καλαμαριάς. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να ευχαριστήσω για την πολύτιμη βοήθειά του τον Jose Rodnguez, ιστορικό ερευνητή. Οι περιοχές που επιλέχθηκαν γι’ αυτή τη μελέτη είναι οι περιοχές των δυτικών παραλίων της Μ. Ασίας. Αναλυτικότερα περιλαμβάνονται οι εξής περιφέρειες: Σμύρνης, Ερυθραίας, Κόλντερε, Χατζηλερί, Ερίκιοϊ, Χορόσκιοι, Περγάμων, Αϊδινίου, Νατλίου, Σωκίων, Αδραμωττίου, Μπαλούκεσερ, Κερμαστής, Κγεϊβέ – Ορτάκιοϊ, Πανόρμου και Κωνσταντινουπόλεως. Προτού ξεκινήσουν τα δύο κύρια μέρη της εργασίας, προηγείται μια σύντομη ιστορική αναδρομή του μικρασιατικού χώρου, σχετική κυρίως με το πολιτικό κλίμα της Τουρκίας, το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούσαν οι δύο λαοί, Έλληνες και Τούρκοι, ώστε να είναι πιο κατανοητά τα επόμενα κεφάλαια, τα οποία ασχολούνται με τις σχέσεις των δύο αυτών λαών, αποκλείοντας (στο μέτρο του δυνατού) τις πολιτικές και διπλωματικές σχέσεις τους.
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗΤο 1922 συνιστά ένα εθνικό ορόσημο τόσο στην ελληνική όσο και στην τουρκική ιστορία. Η νεώτερη ελληνική ιστορία έχει χωριστεί ουσιαστικά σε δύο περιόδους, πριν και μετά τη χρονολογία αυτή. Γεγονός που ακόμα συζητείται και ερευνάται στις μέρες μας, συγκεντρώνει τη μεγαλύτερη βιβλιογραφία από κάθε άλλο θέμα στην Ελλάδα. Αποτελεί εθνική ήττα και το άδοξο τέλος της Μεγάλης Ιδέας, η οποία αποτελούσε πολιτική επιδίωξη και συναισθηματικό δράμα για γενιές Ελλήνων. Κι όπως αναφέρει ο Οικουμενικός Πατριάρχης Μελέτιος στον Ε. Βενιζέλο (στις 7/9/22) «… ο Ελληνισμός της Μ. Ασίας, το ελληνικό κράτος και σύσσωμο το ελληνικό Έθνος έπεσαν […] σε μια βαθιά χαράδρα από την οποία καμία δύναμη δεν θα είναι ικανή να τους ανασύρει και να τους σώσει». Από την άλλη μεριά (την απέναντι πλευρά του Αιγαίου), οι Τούρκοι θεωρούν ότι το 1922 αποτελεί την ημερομηνία – ορόσημο της εθνικής τους ολοκλήρωσης και απελευθέρωσης. Αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης πολιτικής δεκαετιών, προσεκτικών βηματισμών, η μικρασιατική καταστροφή είναι η «μέρα που το «εθνικό έδαφος εξαγνίστηκε, ο Άλλος (ο Έλληνας) εκδιώχθηκε από την αιώνια πατρίδα» (Τ. Artunkal, “La figure du grec dans les manuels scolaires tures” στο S. Vaner (επιμ.), “Le different greco – ture, Paris 1988, σελ. 225). Το 1922, λοιπόν, συνιστά ένα εθνικό ορόσημο τόσο στην ελληνική όσο και στη τουρκική ιστορία, ένα ορόσημο σε μια διαδικασία νομιμοποίησης, ακόμα και αναδρομικής, της εθνικής αντιπαλότητας.1 Ο ελληνισμός της Μ. Ασίας, εγκατεστημένος εκεί από δύο χιλιάδες και πλέον χρόνια, ήταν πάντα στοιχείο που διακρίνονταν για την σε μεγάλο βαθμό δραστηριότητά του. Η δεινότητά του στο εμπόριο ήταν φημισμένη, όπως και η πολιτιστική του ανάπτυξη. Η περιοχή της Μ. Ασίας και ιδίως τα δυτικά της παράλια εποφθαλμούνταν από πολλούς κατά τη διάρκεια της ιστορίας της (Φράγκοι, Οθωμανοί κ.τ.λ.) για τα εύφορα εδάφη της και τη σημαντική γεωγραφική της θέση. Από τον 10ο αι. μ.Χ. τα αλλεπάλληλα κύματα Οθωμανών εξ ανατολών και η εξάπλωσή τους στο μικρασιατικό χώρο, είχαν ως αποτέλεσμα τον εξισλαμισμό – βίαιο κατά κανόνα – ολόκληρων μαζών, στη μεγαλύτερή τους σύνθεση ορθοδόξων Χριστιανών.2 Ο πληθυσμός όμως που είχε έντονη την συνείδηση την ελληνική, παρέμεινε πιστός στις παραδόσεις και στην ιστορία του. Γι’ αυτό άλλωστε συναντάμε το φαινόμενο των κρυπτοχριστιανών ακόμα και σήμερα.3 Ο ξεσηκωμός το 1821, που στη προετοιμασία του, στους σκοπούς του και στην αποφασιστικότητα της διεξαγωγής του δεν έμοιαζε με τις προηγούμενες εξεγέρσεις του ελληνισμού εναντίον των καταχτητών, δεν άφησε ασυγκίνητους τους Έλληνες της Μ. Ασίας. Οι Έλληνες της Μ. Ασίας δέχθηκαν εξ’ αιτίας εκείνου του αγώνα, το βάρος των σφαγών, των ανελέητων διωγμών, και ποικίλων άλλων ταπεινώσεων. Οι Τούρκοι ήταν σίγουροι πώς οι μικρασιάτες Έλληνες, αν και δεν κρατούσαν όπλα στο χέρι, και δεν είχαν ανοίξει μέτωπο δικό τους, την ψυχή τους την είχαν στραμμένη στον αγώνα των αδελφών τους στην ηπειρωτική Ελλάδα και στα νησιά. Ο ΙΘ’ αι. επιδείνωσε ακόμα περισσότερο την αποσυνθετική κρίση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εκτός από τη δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, το Μαυροβούνιο, η Σερβία, η Ρουμανία και η Βουλγαρία ανακηρύχθηκαν επίσης ανεξάρτητα εθνικά κράτη, αποτέλεσμα των ρωσοτουρκικών πολέμων και ιδιαίτερα εκείνου του 1877-1878. Του τελευταίου αυτού πολέμου συνέπεια στάθηκε η επέκταση της Ελλάδας με τη προσάρτηση της Θεσσαλίας και του νομού Άρτας (1881). Από την πλευρά της Ελλάδας, η ιδέα της εθνικής ολοκλήρωσης συμπορευόταν στη φάση αυτή με τη Μεγάλη Ιδέα, που αναμφισβήτητα αντιμετώπισε ευνοϊκό κλίμα από την άποψη της εξωτερικής πολιτικής της για την εθνική υπόθεση. Σ’ όλη αυτή την περίοδο ο Μικρασιατικός ελληνισμός δεν περνούσε συχνά δοκιμασίες. αντίθετα, οι δραστηριότητές του στον τομέα της οικονομίας αυξάνονταν και δημογραφικά αναπτύσσονταν, ιδιαίτερα στα δυτικά παράλια. Προβλέποντας στο εθνικό Κέντρο, έκανε ότι μπορούσε για την ανύψωση του βιωτικού και πολιτιστικού επιπέδου της ζωής του. Έκτισε εκκλησίες, ίδρυσε σχολεία (από Νηπιαγωγεία, ως Γυμνάσια και Διδασκαλεία) που επανδρώθηκαν με εξαίρετους δασκάλους, τελειοποιώντας την οργάνωση και λειτουργία των κοινοτήτων του μέσα σ’ ένα πνεύμα ανεξαρτησίας. Αυτό εκδηλώθηκε στις περισσότερες πόλεις και χωριά, στα βόρεια παράλια της Μ. Ασίας, στο εσωτερικό (περιοχή Καππαδοκίας) αλλά κυρίως στα δυτικά της παράλια. Στην Τουρκία, αρχές του 20ου αι. πραγματοποιείται η έκφραση του τουρκικού εθνικισμού (στη 1η δεκαετία του) με την οργάνωση «Ένωση και Πρόοδος» που συγκεντρώνει τα πιο προοδευτικά και συγχρονισμένα στοιχεία της τουρκικής κοινωνίας.4 Το κίνημα αυτό στρέφεται ενάντια στο σουλτανικό καθεστώς εσωτερικά, και αρχικά σε μια πρώτη φάση επαναστάτησε (1908) κατά του Σουλτάνου Αβδούλ – Χαμίτ Β’, αναγκάζοντάς τον να επαναφέρει σε ισχύ το Σύνταγμα που είχε παραχωρήσει το 1876 και αναστάλει το 1878. Τον επόμενο χρόνο ξέσπασε φιλοσουλτανική επανάσταση, η οποία όμως απέτυχε. Ο προσανατολισμός της «Ένωσης και Προόδου» δεν ήταν ριζοσπαστικός. Το σύνταγμα πάντως των Νεοτούρκων μιλούσε για ελευθερία, ισοτιμία, για εγκαθίδρυση κοινοβουλευτισμού, δημιούργησε αρκετές αυταπάτες στον Μικρασιατικό ελληνισμό. μερικοί μάλιστα έσπευσαν να το χαιρετίσουν ως γεγονός «χαρμόσυνου και ανεκτίμητου αξίας» και ως εγγύηση «ελευθερίας και ελευθέρας δράσεως».5 Δεν θ’ αργήσουν να αντιληφθούν ότι η αιχμή του νεοτουρκικού κινήματος στρεφόταν εναντίον των μειονοτήτων και ιδιαίτερα του ελληνισμού. Στο Συνέδριο των Νεοτούρκων στη Θεσσαλονίκη (Σεπτέμβριος 1911) «εξετάσθη το δυνατόν της τοιαύτης ή τοιαύτης βιαίας ή εθελουσίας απομακρύνσεως ολοκλήρου του ελληνικού πληθυσμού, από τα εδάφη της αφομοίωσης και συσσωμάτωσίς του εις το τουρκικόν σύνολον»6 Ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος (5/18 Οκτωβρίου 1912), που ένωσε τους Έλληνες τους Σέρβους, τους Μαυροβούνιους και τους Βουλγάρους εναντίον των Τούρκων, είχε ως αποτέλεσμα ν’ απαλλαγούν από τον τουρκικό ζυγό των τελευταίων η υπόλοιπη Ήπειρος, η Μακεδονία και η Δ. Θράκη, και να παραχωρηθούν στα κράτη της Βαλκανικής Συμμαχίας.7 Μετά το 1914 (αλλά και αρκετά πριν) ο Μικρασιατικός ελληνισμός, σε σύνολο δύο εκατομμυρίων περίπου, ζούσε μέσα σε συνθήκες αδιάκοπης καταπίεσης και κατατρεγμών. Το ελληνικό κράτος από τη μεριά του δεν μπορούσε να αδιαφορήσει για την κατάσταση αυτή, συνεπώς, η αναμέτρηση μεταξύ των δύο χωρών, ήταν τουλάχιστον δύσκολο να αποφευχθεί. Η πρακτική του τρόμου, μόνιμο χαρακτηριστικό της οθωμανικής εξουσίας, σε βάρος υπηκόων ξένης γλώσσας, θρησκείας και πολιτισμού, πήρε στην περίοδο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου ασυνήθιστες διαστάσεις. Ακόμη, όμως, μεγαλύτερη έξαρση παρουσίασαν οι διωγμοί του Θρακικού και Μικρασιατικού ελληνισμού στην περίοδο του πολέμου, με πρόσχημα τις ανάγκες και τις σκοπιμότητές του. Δεν είναι τυχαίο που αρχηγός τότε του τουρκικού στρατού ήταν ο Γερμανός Λίμαν Φον Σάντερς. Θεωρούσε τις ξένες εθνότητες, που ζούσαν στο έδαφος του τουρκικού κράτους, επικίνδυνες για τη διεξαγωγή του πολέμου και υπέδειξε τη λήψη καταλλήλων μέτρων. Ο Τ. Ενεπεκίδης εξάλλου, στο βιβλίο του αναφέρει κατηγορηματικά ότι «ο εμπνευστής και ρυθμιστής των διωγμών υπήρξε όχι το ανάκτορο του Γιλδίζ αλλά η Βίλχεμστράσσε εις το Βερολίνο». Στη συνέχεια, αποσπάστηκε η ευθύνη των σχολείων από το Πατριαρχείο και τις τοπικές Μητροπόλεις, για να τεθούν αυτά κάτω από τον έλεγχο του τουρκικού Υπουργείου Παιδείας. Τότε η διδασκαλία της τουρκικής γλώσσας στα ελληνικά σχολεία έγινε υποχρεωτική. Αφαιρέθηκε επίσης από το Πατριαρχείο και τις Μητροπόλεις το δικαίωμα να ρυθμίζουν τις εσωτερικές υποθέσεις της Εκκλησίας και των λειτουργών της, όπως και τις υποθέσεις των χριστιανών που αφορούν το οικογενειακό δίκαιο8. Η Τουρκία από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα, βρίσκονταν σε μια κατάσταση διάλυσης. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία συρρικνώνονταν συνεχώς. Το ρόλο της συνείδησης του απειλούμενου με διάλυση τουρκικού Έθνους θα τον παίξει ο Μουσταφά Κεμάλ διακεκριμένος αξιωματικός του τουρκικού στρατού.9
Επίλογος: Αυτό ήταν το κλίμα και το περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσονταν οι σχέσεις μεταξύ των εθνοτήτων στο χώρο της Μ. Ασίας. Στη συνέχεια αναλύονται οι σχέσεις αυτές (κυρίως μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων) στα δύο μέρη της εργασίας αυτής που ακολουθούν.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ1. Σία Αναγνωστοπούλου, «Μικρά Ασία, 19ος αι. – 1919, οι ελληνορθόδοξες κοινότητες, Από το Μιλλέτ των Ρωμιών στο Ελληνικό Έθνος». Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1997. 2. Ι.Κ. Βιγιατζίδης, «Εκτουρκισμός και εξισλαμισμός των Ελλήνων, Ιστορικαί μελέται», Θεσ/νίκη 1933, σελ. 3-60. 3. Ν. Ανδριώτης, «Κρυπτοχριστιανική Φιλολογία», Θεσ/νίκη 1953. Ν. Α. Μηλιώρης, «Κρυπτοχριστιανοί», Αθήνα 1962, Sp. Vryonis, σελ. 363. 4. Εμ. Χ. Εμμανουηλίδης, «Τα τελευταία έτη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας», Αθήνα 1924, σελ. 15. Δ. Ζακυνθηνού, «Πολιτική Ιστορία της Νεοτέρας Ελλάδος», Αθήνα 1965, σελ. 93 (Αρχείο Κ.Μ.Σ., Φακ. Καισάρεια, αριθ. Καππαδοκία 4β). 5. Εφημ. Κων/πόλεως «Ταχυδρόμος» 12 Σεπτ. 1908, από επιστολή του ιερομονάχου Διονυσίου από την Καισάρεια Καππαδοκίας. 6. Α. Αιγίδης, «Η Ελλάς χωρίς τους πρόσφυγες», Αθήνα 1934, σελ. 15. 7. Συνθήκη του Λονδίνου (17/30 Μαϊου 1913). Σ.Θ. Λάσκαρη, Διπλωματική Ιστορία της Ελλάδος 1821-1914», Αθήνα 11947, σελ. 225. 8. Α’ τόμος «ΕΞΟΔΟΣ» σελ. ξ’ (έκδοση Κ.Μ.Σ.). 9. R. Martan, “Histoire de la Tarquie” Pan’s, P.U.F. 1952, page 115.
A’ MEΡΟΣ - ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΩΝ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΑΠΟΒΑΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΤΟΛΟΥ ΣΤΗ ΣΜΥΡΝΗ ΤΟΝ ΜΑΪΟ ΤΟΥ 1919Το κλίμα για τους μη μωαμεθανικούς πληθυσμούς, όπως προαναφέρθηκε, στις αρχές του 20ου αι. ήταν ιδιαίτερα δύσκολο. Ειδικά για τον ελληνικό πληθυσμό, ο οποίος βρίσκονταν μονίμως στο στόχαστρο της πολιτικής των Νεοτούρκων, που δεν ήταν άλλη από την πολιτική των εθνικών εκκαθαρίσεων. Μαζικές σφαγές, βασανισμοί, ατιμώσεις γυναικών, αρπαγές περιουσιών ήταν φαινόμενα συνηθισμένα που οι Έλληνες όλης της Μ. Ασίας ζούσαν και γνώριζαν καλά. Το χειρότερο όμως απ’ όλα ήταν τα περίφημα Τάγματα Εργασίας (Αμελέ Ταμπουρού). Σ’ αυτά αναγκάστηκαν να συμμετέχουν άντρες ηλικίας 20-45 ετών, όλοι τους χριστιανοί, με επίσημο σκοπό τη κατασκευή έργων οδοποιίας κυρίως, σε διάφορα μέρη της Τουρκίας. Στα Τάγματα αυτά πέθαναν εκατοντάδες χιλιάδες από τους εργάτες, εφόσον οι συνθήκες διαβίωσης ήταν πανάθλιες και εξαντλητικές. Όλα τα παραπάνω ήταν μέτρα, που είτε προβλήθηκαν άλλες αφορμές γι’ αυτά, είτε όχι, εφάρμοζε το επίσημο Τουρκικό κράτος, με σκοπό τον αφανισμό του ελληνικού στοιχείου από την Τουρκία. Παρ’ όλες τις κακοτυχίες του όμως ο Έλληνας της Μ. Ασίας φαίνεται να αντέχει και να υπομένει την κατάσταση αυτή. Δεν έχει άλλωστε άλλη επιλογή, εφόσον με κάθε τίμημα επιθυμεί να κατοικεί στη γη των προγόνων του και να τους τιμά, τηρώντας τα ίδια ήθη και έθιμα. Μέσα από τους αιώνες της υποδούλωσης, γνώρισε τον κατακτητή του και έμαθε να ζει μ’ αυτόν. Οι σχέσεις των δύο λαών, σύμφωνα με το δείγμα των μαρτυριών που μελετήθηκε, είναι πολύ ομαλές. Έλληνες και Τούρκοι ζουν μαζί, στις ίδιες κοινότητες, ίδιες γειτονιές, δουλεύουν μαζί, συνεργάζονται με άψογο τρόπο και απόλυτη αρμονία. Δεν υπάρχει ούτε ένας ο οποίος φέρει διαφορετική άποψη. Σ’ όλες τις συνεντεύξεις ο Τούρκος αναφέρεται συχνά σαν «αδερφός», «φίλος» και «σύντροφος». Πάντα με καλά λόγια έχουν να χαρακτηρίσουν τους ανθρώπους εκείνους που άφησαν πίσω για πάντα μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Οι δεσμοί τους ήταν στενοί και δυνατοί πολλές φορές. Προβλήματα αποφεύγονταν να δημιουργηθούν ή δεν υπήρχαν καθόλου. Ο καθένας κοίταζε τη δουλειά του ξεχωριστά και δεν προσπαθούσε να ανακατευτεί με τις υποθέσεις του άλλου. Συνεπώς τα πράγματα βρίσκονταν στη θέση τους, σε μια – σχεδόν – φυσική τάξη. Και οι δύο λαοί διακρίνονταν για τα αισθήματα σεβασμού και φιλοτιμίας που έδειχναν ο ένας στον άλλο. Δεν υπήρχε διάθεση ή πρόθεση κακόβουλη. Από την άλλη πλευρά βέβαια, ο Έλληνα δεν ξεχνούσε ότι βρίσκονταν στη θέση του κατακτημένου και του υπόδουλου. Δεν είχε πραγματική ελευθερία. Ζούσε με τα δικαιώματα και τα προνόμια που του παραχωρούσε ο κατακτητής του. Το αντίστοιχο συμβαίνει και με τον Τούρκο, που γνωρίζει ότι είναι ο κατακτητής και ο αφέντης πλέον άλλου έθνους. Αυτό σκίαζε τις σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων. Δεν γίνονταν φανερό, υπέβοσκε όμως στις συνειδήσεις όλων και τις δηλητηρίαζε. Η εικόνα του «βάρβαρου και άγριου» Τούρκου συνυπάρχει χωρίς προβλήματα απ’ ότι φαίνεται με την εικόνα του Τούρκου, του φίλου και αδελφού. Το ίδιο ισχύει και για την εικόνα του Έλληνα στη συνείδηση των Τούρκων» … Οι Τούρκοι ήταν βέβαια τα σκυλιά, αλλά οι Τούρκοι για τη Λωξάντρα ήταν μια έννοια πολύ μπερδεμένη. Οι Τούρκοι ήτανε μια μάστιγα της ανθρωπότητας, μια θεομηνία. Σαν να λέγαμε χολέρα, σεισμός […]. Τι σχέση είχανε όμως αυτά τα πράγματα με τον Αλή ή με τον αυγουλά της το Μουσταφά, που όταν έβγαζε καλαγκάθι ερχότανε και της γύρευε αγίασμα απ’ το Μπαλουκλί».1 Την ίδια εικόνα παίρνουμε και μέσα απ’ τα παιδικά χρόνια της Αλίκης Μάγης στο βιβλίο «Μέσα στις φλόγες» της Διδούς Σωτηρίου, καθώς και στο βιβλίο της «Ματωμένα Χώματα». Συνεπώς, άλλες φορές πιο τυπικές κι άλλες φορές πιο ένθερμες κι αυθόρμητες, οι σχέσεις των δύο λαών μπορούν να χαρακτηριστούν πολύ καλές. Οι κοινωνικές επαφές ήταν ομαλές, που σπανίως έφταναν σε οριακό σημείο. Συνήθως αυτές οι εμπλοκές και προβλήματα προκαλούνταν από άτομα με εθνικιστικές τάσεις και φανατισμό, τόσο από το ένα μέρος όσο κι από το άλλο. Επίσης σπάνιο φαινόμενο αποτελούσαν οι έρωτες και οι γάμοι μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων. Πιο συχνά οι Έλληνες επέτρεπαν τον γάμο με άλλες χριστιανικές εθνότητες (π.χ. Αρμενίους, Φράγκους, Ιταλούς κ.τ.λ.) παρά με Τούρκους. Παρ’ όλα αυτά όμως, υπήρχαν φορές που συνέβαινε κι αυτό. Εκτός του ότι αναφέρεται σε ελάχιστες από τις μαρτυρίες που μελετήθηκαν, το συναντάμε και σε λογοτεχνικά βιβλία, όπως στα «Ματωμένα χώματα» που προαναφέρθηκε, και «Το νούμερο» του Η. Βενέζη. Τελικά, Έλληνες και Τούρκοι δεν είχαν τίποτε να χωρίσουν σαν λαοί έως ενός σημείου. Είχαν κοινά χαρακτηριστικά και οι δύο, συνεπώς η συμβίωση μεταξύ τους ήταν εφικτή κι όμως ο πολιτικός ανταγωνισμός ανάμεσα στα αντίστοιχα εθνικά του κράτη τους έφεραν σε μια αντίθεση, η οποία από την εποχή των Βαλκανικών πολέμων και μετά, ουσιαστικά ήταν αναπόφευκτη.
2. ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ, ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑΕίναι λογικό, μετά από αιώνες κοινής συμβίωσης, οι λαοί να ανταλλάσσουν μεταξύ τους πολιτιστικά στοιχεία. Μέσα από τις αφηγήσεις των προσφύγων αντλούνται πολλές πληροφορίες πάνω στο θέμα αυτό. Έλληνες και Τούρκοι παρουσίαζαν αρκετές διαφορές. Ας μη ξεχνάμε ότι ανήκαν και οι δύο σε διαφορετική θρησκεία, γεγονός το οποίο τους έφερνε μονίμως αντιμέτωπους. Η ιστορία τους, αν και κοινή από ένα σημείο και μετά, ήταν τελείως διαφορετική. Και ο τρόπος ζωής του καθενός ορίζονταν από τους δύο παραπάνω παράγοντες: θρησκεία και ιστορία. Σύμφωνα μ’ αυτά, ορίζονταν η θέση τους στο χώρο και στο χρόνο, καθώς και ο ρόλος που είχαν να διαδραματίσουν. Η μακραίωνη όμως συμβίωση, όπως προαναφέρθηκε, είχε αμβλύνει αρκετές από τις παραπάνω διαφορές, και γεφύρωνε το χάσμα με τον τρόπο της. Με την πάροδο του χρόνου, ο ένας λαός άρχισες να σέβεται τον άλλο. Βάσει των μαρτυριών, οι Τούρκοι προσκυνούσαν τον Άγιο Γεώργιο και τον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο. Όποτε γίνονταν πανηγύρια προς τιμή τους, πήγαιναν και χαιρετούσαν την εικόνα τους. Έπαιρναν αγιασμό και τον φιλούσαν. Τον χρησιμοποιούσαν σαν φάρμακο2 και το θεωρούσαν ιερό. Εντυπωσιακή είναι η ιστορία που διαδίδονταν στην περιοχή της Απολλωνιάδας,3 και η οποία φαίνεται να είναι αληθινή. Εκεί, οι Τούρκοι κάποτε ξεκίνησαν την κατασκευή ενός τζακιού. Για να το κάνουν αυτό, γκρέμισαν μια από τις τέσσερις εκκλησίες της περιοχής, αφιερωμένη στην Αγία Παρασκευή. Στα θεμέλιά της λοιπόν, προσπαθούσαν να ανεγείρουν το δικό τους κτίσμα. Μόλις όμως αυτό χτίζονταν, αμέσως γκρεμιζόταν. Διαδόθηκε η φήμη ότι έφταιγε η κατεδάφηση της χριστιανικής εκκλησίας. Αποφασίστηκε λοιπόν, να μπει πάνω στον μικαρέ ένα χριστιανικό σημάδι, ένας σταυρός. Έκτοτε το τζαμί δεν ξαναγκρεμίστηκε. Τέτοιου είδους αφηγήσεις οι οποίες είτε βασίζονται σε αληθινά γεγονότα είτε όχι, δείχνουν να έχουν μεγάλη απήχηση τόσο σε Έλληνες όσο και σε Τούρκους. Κάτι παρόμοιο αφηγείται η Δέσποινα Καλαϊτζή από τα Λύγδα του Οδεμάσιου. Μεγάλες γιορτές, όπως τα Χριστούγεννα και ιδίως το Πάσχα, οι Τούρκοι, παίρνουν μέρος στους εορτασμούς. Η Κατερίνα Αραβανοπούλου – Αγγελίδου μας πληροφορεί ότι το «Πάσχα, τα παιδιά των Τούρκων παίρνανε αρνί …», ενώ ο Γιώργος Βουζουνάρος υποστηρίζει ότι οι Έλληνες πήγαιναν και γιόρταζαν μαζί με τους μωαμεθανούς το ραμαζάνι. Τον Άγιο Ιωάννη, οι Τούρκοι στην Ιωνία τον αποκαλούσαν «Ντεντέ», δηλαδή άγιο, γιατί πιστεύανε στα θαύματά του. Οι χριστιανοί εκτός του «Ντεντέ», τον λέγανε «Αποκεφαλιστή». Χιλιάδες Ορθόδοξοι και πολλοί Τούρκοι, από την παραμονή και ανήμερα, πηγαίνανε στη «Χάρη του».4 Εκτός από τις θρησκευτικές εορτές όμως, υπήρχε και η εθνική εορτή των Ελλήνων, στις 25 Μαρτίου. Η γιορτή αυτή είχε βέβαια και το θρησκευτικό της σκέλος (είναι η μέρα του Ευαγγελισμού), κυρίως όμως αντιπροσώπευε την επανάσταση του 1821. Ο ελληνισμός της Μ. Ασίας, είχε βέβαια κι αυτός τον κρυφό πόθο και ελπίδα της απελευθέρωσης, κι όλες του τις προσδοκίες τις εξέφρασε μέσα από τον εορτασμό της ημέρας αυτής. Η κυρία Γεωργία Καλουμένη από τη Σμύρνη αναφέρει τα εξής σχετικά με το θέμα: «… οι Έλληνες είμαστε ορθόδοξοι. Αυτοί είχανε τους Πασάδες κι εμείς έχουμε το βασιλιά μας, καθένας είχε το δικό του». Και οι υπόλοιποι αφηγητές, αναφορικά με το θέμα αυτό, στο ίδιο επίπεδο κυμαίνονται. Υπήρχε ανοχή, και ο εορτασμός της ελληνικής εθνικής γιορτής γίνονταν ουσιαστικά δίχως περιορισμούς. Επίσης, μεταξύ των άλλων κοινωνικοθρησκευτικών εκδηλώσεων υπήρχαν και οι γάμοι μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων. Φαινόμενο εξαιρετικά σπάνια, ήταν δύσκολο έως αδύνατο να πραγματοποιηθεί. Μια τέτοια περίπτωση περιγράφει σε λίγες γραμμές η Χρύσα Γόμπου από τη Σμύρνη. Στο μυθιστόρημα «Ματωμένα Χώματα» περιγράφεται ένας τέτοιος έρωτας, ο οποίος όμως είχε άδοξο τέλος. Το ίδιο συμβαίνει και στο βιβλίο του Η. Βενέζη «Το νούμερο». Αυτοί οι έρωτες και οι γάμοι, έπαιρναν πάντα μεγάλες διαστάσεις, το γεγονός έμενε στην ιστορία και κατέληγε σε μορφή μύθου. Διαδίδονταν εύκολα από στόμα σε στόμα, και τα άτομα που εμπλέκονταν στην ιστορία έπαιρναν μυθικές διαστάσεις. Ουσιαστικά, το εμπόδιο για τους γάμους αυτούς, ήταν η πλήρης αντίθεση στις απόψεις των δύο λαών, στο θρησκευτικό τομέα, όπου ο γάμος με αλλόθρησκο –η, απαγορεύονταν ρητά, καθώς επίσης και το γεγονός ότι οι σχέσεις των δύο λαών ήταν σχέσεις κατακτητή και κατακτημένου. Τέλος, στα λαϊκά παραμύθια της περιοχής της Ιωνίας5 δεν αναφέρεται ποτέ στη θέση του κακού ήρωα ο Τούρκος. Ουσιαστικά δεν υπάρχει και δεν αναφέρεται καθόλου. Ίσως επειδή δεν δόθηκε ουσιαστικά η αφορμή για να γίνει κάτι τέτοιο, ώστε να χρησιμοποιηθεί ο Τούρκος ως φόβητρο στα ελληνικά λαϊκά παραμύθια για παιδιά. Εάν υπήρχε κάτι τέτοιο, θα αναφέρονταν στο λαϊκό παραμύθι, εφόσον μέσα απ’ αυτό εκφράζονταν ο απλός κόσμος και έφερνε στην επιφάνεια τις φοβίες του, τις ελπίδες του και τους πόθους του.
3. ΤΑ «ΠΡΟΝΟΜΙΑ» ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝΜετά την άλωση της Σμύρνης από τους Οθωμανούς επί του Σουλτάνου Μωάμεθ του Α’ (1416) και την μετέπειτα κατάλυση του βυζαντινού κράτους από τον Μωάμεθ τον Β’ τον Πορθητή, παραχωρήθηκαν στον υποδουλωμένο ελληνισμό «προνόμια» τα οποία ίσχυαν μέχρι τη Συνθήκη της Λωζάνης. Το κυριότερο των προνομίων ήταν η αναγνώριση στους Έλληνες Ορθοδόξους6 του δικαιώματος της εκλογής του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως και Οικουμενικού Πατριάρχου. Έτσι, δεν ήταν πλέον μόνο ανώτατος θρησκευτικός άρχοντας της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, αλλά και ο Εθνάρχης όλου του αλύτρωτου ελληνισμού. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης αντιπροσώπευε απέναντι στην Υψηλή Πύλη τόσο την Ελληνική Εκκλησία όσο και την ομογένεια. Κατά συνέπεια, και οι επί μέρους μητροπολίτες και επίσκοποι δεν ήταν μόνο θρησκευτικοί αρχηγοί των επαρχιών της Μ. Ασίας (και του πανταχού ελληνισμού) αλλά και κυβερνήτες αυτών, όσον αφορά τους ελληνικούς πληθυσμούς τους. Το σύνολο των ομογενών ανά επισκοπική επαρχία αποτελούσε την Κοινότητα, και πρόεδρος της ήταν ο Μητροπολίτης της. Το συμβούλιο της Κοινότητας το αποτελούσαν σύμβουλοι, συμπάρεδροι και πρόκριτοι, απαρτίζοντας τη Δημογεροντία. Στην περίπτωση της Σμύρνης, κοντά στη Δημογεροντία λειτουργούσε και ο θεσμός της Κεντρικής Επιτροπής, όπου μπορούσε κάθε Έλληνας Ορθόδοξος να εισέλθει, ανεξαρτήτου υπηκοότητας. Σε κάθε άλλη περίπτωση, τα μέλη της Δημογεροντίας έπρεπε να είναι οπωσδήποτε Οθωμανικοί υπήκοοι. Η Δημογεροντία και η Κεντρική Επιτροπή είχαν την εποπτεία των εσωτερικών θεμάτων των Ελλήνων Ορθοδόξων και των σχέσεών τους με το τουρκικό κράτος. Συνέπεια των δικαστικών προνομίων που το τουρκικό καθεστώς είχε παραχωρήσει στους αρχηγούς του ελληνισμού, αποτελούσαν τα Μικτά Δικαστήρια, για να επιλύσουν τις διαφορές των Χριστιανών Ελλήνων προς ομογενείς και αλλόθρησκους. Τα ειδικά δικαστήρια που προορίζονταν για τους Έλληνες Ορθοδόξους, στα οποία προέδρευε ο Μητροπολίτης, ήταν δύο: i) To Πνευματικόν και το ii) Μικτόν. Η διαφορά τους βρίσκεται στη σύνθεση των επιτροπών τους (το πρώτο απαρτίζεται από αξιωματούχους της Εκκλησίας, ενώ το δεύτερο και από κληρικούς και από λαϊκούς, υπό την Προεδρία πάντοτε του Μητροπολίτη). Υπήρχε επίσης η Εκκλησιαστική Επιτροπή, υπεύθυνη για την εκδίκαση υποθέσεων, κυρίως μεταξύ κληρικών. Ο Μητροπολίτης αντιπροσώπευε την Κοινότητα απέναντι στις τουρκικές αρχές. Αποτελούσε δηλαδή τον υπουργό των Εξωτερικών, ρυθμίζοντας τις διοικητικές σχέσεις της Ομογένειας, καθώς και τις διπλωματικές του υποθέσεις. Ήταν επίσης υπεύθυνος για την Παιδεία, σαν υπέρτατος διοργανωτής και επιθεωρητής των σχολών, πρόεδρος των εφορειών, των καθηγητών συλλόγων και πηγή για κάθε εκπαιδευτική κίνηση. Μεριμνούσε για την Κοινωνική Πρόνοια και Αντίληψη ως πρόεδρος των εφορειών, επόπτης των φιλανθρωπικών καταστημάτων, νοσοκομείων, βρεφοκομείων, ορφανοτροφείων κ.τ.λ. Φρόντιζε για τη Συγκοινωνία και το δίκτυό της, και όπως προαναφέρθηκε, επομίζονταν το έργο της Δικαιοσύνης. Αυτά ήταν, σε λίγες γραμμές, τα κυριότερα δικαιώματα που είχε ο ελληνισμός της Μ. Ασίας συγκεντρωμένα στα χέρια του, και μ’ αυτά είχε επιτύχει τα τόσα έργα στην πορεία του μετά την υποδούλωσή του από το Οθωμανικό Κράτος, έως την ολοκληρωτική εκδίωξή του το 1922. Ειδικά στην περιοχή της Σμύρνης, όπου η ελληνική κοινότητα βρίσκονταν σε έξαρση δημογραφική, πολιτιστική και οικονομική, δίνοντας την ψευδαίσθηση της ελληνικής πόλης στην Ανατολή. Δεν είναι τυχαία άλλωστε η προσωνυμία της από τους Τούρκους ως Γκιαούρ – Ισμίρ (Σμύρνη η Άπιστη ή Σμύρνη των Απίστων).
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ1. Μ. Ιορδανίδου, «Λωξάντρα», 30η εκδ. Αθήνα 1990, σελ. 45-46. 2. Ίδιο (Μ. Ιορδανίδου, «Λωξάντρα»). 3. Β. Δεληγιάννης «Ο Σταυρός επάνωσε μιναρέ» σελ. 446, περιοδ. «Μικρασιατικά Χρονικά» τόμος 8, 1959. 4. Στέλλα Επιφανίου – Πετράκη, «Λαογραφικά της Σμύρνης», σελ. 100, εκδ.: Το Ελληνικό Βιβλίο. 5. Κ. Π. Δεμερτζής, «Παραμύθια της Σμύρνης», εκδ.: ΠΑΤΑΚΗ. Μ. Π. Δελησάββας, «Λαογραφικά Μάκρης και Λιβισίου Λυκίας Μ. Ασίας». 6. Λεωνίδας Ι. Φιλιππίδης, «Τα «προνόμια» και η ελληνική ορθόδοξος κοινότης Σμύρνης» σελ. 10, περιοδ.: «Μικρασιατικά Χρονικά», τόμος 2, 1939. Β’ ΜΕΡΟΣ- ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΩΝ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΒΙΒΑΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΤΟΛΟΥ ΣΤΗ ΣΜΥΡΝΗ ΤΟΝ ΜΑΪΟ ΤΟΥ 1919Μετά την αποβίβαση του ελληνικού στόλου στη Σμύρνη, αρκετά πράγματα άλλαξαν στις σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων. Ήταν άλλωστε αναπόφευκτο, εφόσον εισέβαλαν σε έδαφος της Τουρκίας και αποτελούσαν την ακεραιότητά της, αναπτερώνοντας τις ελπίδες του ελληνισμού της Μ. Ασίας για ανεξαρτησία. Το πόσο ο ελληνισμός της Μ. Ασίας περίμενε να γίνει κάτι τέτοιο, φαίνεται από τις μαρτυρίες που αφορούν την ημέρα αυτή, στις 2 Μαϊου 1919, και περιγράφουν την υποδοχή του κόσμου απέναντι του πληρώματος του ελληνικού στόλου. Ο προορισμός της υνιοπομπής, όσο και η άφιξή της στη Σμύρνη ήταν άγνωστη στους πάντες, πλην την ιθυνόντων της εκστρατείας αυτής.1 Μόνο φήμες κυκλοφορούσαν στην πόλη της Σμύρνης. Αυτό δεν εμπόδισε τους κατοίκους της να δεχθεί τους στρατιώτες με άκρατο ενθουσιασμό. Σ’ όσες μαρτυρίες γίνεται λόγος για την υποδοχή του στόλου, θυμίζουν περισσότερο υποδοχή ηρώων και απελευθερωτικού στρατού. Σε λίγες μόνο μαρτυρίες αναφέρεται μια συγκράτηση και μια υποψία, όπως της Βιολέτας Αμοργιανού από το Αϊδίη.2 Σε κάποιες άλλες μαρτυρίες, αναφορικές με τον ελληνικό στρατό, εκφράζεται μια δυσαρέσκεια για περιστατικά που προκλήθηκαν εξ’ αιτίας του ελληνικού στρατού. Λόγου χάρη η Αγλαϊα Κοντού από τη Μαινεμένη3 πιστεύει ότι δυσαρεστήθηκαν οι Τούρκοι από τη συμπεριφορά των Ελλήνων στρατιωτών και αργότερα (το 1922) ξέσπασαν σε διωγμούς και αντίποινα. Την ίδια περίπου άποψη εκφράζουν κι άλλοι πρόσφυγες. Σίγουρα η συμπεριφορά των Ελλήνων στρατιωτών δεν ήταν αγγελική. Όμως οι Τούρκοι, είχαν μια συγκεκριμένη πολιτική εξόντωση του ελληνοχριστιανικού στοιχείου από το χώρο της Μ. Ασίας, που δεν μπορεί να συγκριθεί μ’ αυτή των Ελλήνων στρατιωτών, οι οποίοι είχαν μεμονωμένη συμπεριφορά. Κανένας πάντως από τους πρόσφυγες δεν αρνείται τον ενθουσιασμό που επικρατούσε, την έξαρση των εθνικών αισθημάτων και την αναπτέρωση της ελπίδας που όλοι οι Έλληνες της Μ. Ασίας κρύβουν μέσα τους. Το γεγονός της απόδοσης αυτής χαιρετίστηκε και στον χώρο της μητροπολιτικής Ελλάδας. Ο τύπος αναφέρεται σ’ αυτή σαν το πρώτο βήμα για την «απελευθέρωση των υπόδουλων αδελφών μας στη Μ. Ασίας».4 Καθ’ όλη τη διάρκεια της ελληνικής κατοχής της Σμύρνης, την περίοδο 1919-1922, η διοίκηση της πόλης, καθώς και της ευρύτερης περιοχής της που καθόριζε η Συνθήκη των Σεβρών (η περιοχή που ορίζονταν από τη Συνθήκη των Σεβρών το 1920 περιλάμβανε: παραλιακά και δυτικά την περιοχή από το Αδραμύττιον έως και την Έφεσο. Ανατολικά απλώνονταν έως την κοιλάδα του Μαιάνδρου, το Σαλιχλί, το Κιρκαγάτς)9 τα πράγματα είχαν βελτιωθεί αισθητά. Έως τότε, η τουρκική εξουσία επέβαλε ένα καθεστώς περιοριστικό και ασφυκτικό. Σύμφωνα με τον George Horton, τον Αμερικανό Πρόξενο στη Σμύρνη κατά την περίοδο αυτή «η ελληνική διακυβέρνηση των Ελλήνων στη Μ. Ασία ήταν η μόνη πολιτισμένη και ενεργητική, που η χώρα αυτή είχε δει από τους ιστορικούς χρόνους […] γνωρίζω απόλυτα τι λέγω».5 Δεν αναφέρονται πουθενά διωγμοί τουρκικού πληθυσμού ή δημεύσεις περιουσιών αυτών. πράγμα που σημαίνει ότι κατά την περίοδο 1919-1922 και υπό τη διακυβέρνηση του ύπατου αρμοστή Σμύρνης Αρ. Στεργιάδη, υπήρχε σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κι αυτά εφαρμόζονταν στην πράξη6. Μετά τη σταθεροποίηση της κατάστασης στην περιοχή, που πραγματοποιήθηκε λίγο καιρό (λίγους μήνες) μετά την απόβαση, τίποτα δεν έδειχνε να έχει αλλάξει. Σύμφωνα με την πλειοψηφία των αφηγητών, τα πράγματα μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων δεν παρουσίαζαν ιδιαίτερες αλλαγές. Η ζωή των περισσοτέρων δείχνει να συνεχίζεται όπως είχε. Λίγοι ήταν αυτοί που δημιουργούσαν προβλήματα. Κυρίως από σκληροπυρηνικούς και φανατισμένους, που προέρχονταν και από τις δύο πλευρές, και προσπαθούσαν να παρασύρουν κι άλλους. Ο πρόσφυγας Ευάγγελος Γκάλας από το Κόλντερτ της Αιολίδας αναφέρει πως μετά την ελληνική εισβολή, διώξαν (οι Έλληνες κάτοικοι) τους Τούρκους της περιοχής τους. Η Μυρσίνη Καψάλη7 από την περιφέρεια του Μπαλούκεσερ μας πληροφορεί ότι μετά την εισβολή, οι Έλληνες υιοθέτησαν χωρίς να υπάρχει ουσιαστικά λόγος, μια υπεροπτική συμπεριφορά απέναντι στον τουρκικό πληθυσμό. Οι περιπτώσεις αυτές ήταν μεμονωμένες και όχι καθολικές. Σίγουρα πολλοί Έλληνες υπερέβαλαν στη συμπεριφορά τους απέναντι των Τούρκων, λόγω του ενθουσιασμού τους, δεν αντικατοπτρίζεται όμως σε τέτοια γεγονότα η σχέση των Ελλήνων και των Τούρκων. Τα παραπάνω συμβάντα δεν είναι αντιπροσωπευτικά της περιόδου 1919-1922. Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού λοιπόν, συνέχισε να συμβιώνει αρμονικά και ομαλά, όπως συνέβαινε και προτύτερα. Το κλίμα μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων ήταν ήπιο. Οι εργασίες, οι συνεργασίες, οι δουλειές ανάμεσά τους, συνέχιζαν να υφίστανται. Οι αλλαγές ήταν ελάχιστες, εφόσον δεν παρατηρούνταν συστηματικά κακοποιήσεις εις βάρος του τουρκικού πληθυσμού, παρά μόνο από τον ελληνικό στρατό όπως προαναφέρθηκε σε περιορισμένη κλίμακα (μεμονωμένα περιστατικά, που οφείλονταν σε πράξεις ακραίες και σε αντίποινα). Η αλληλοβοήθεια8 στις δύσκολες στιγμές που περνούσαν και οι δύο λαοί, εφόσον στην περιοχή της Μ. Ασίας για δεκαετίες η κατάσταση ήταν έκρυθμη και ασταθής, ήταν ιδιαίτερα έντονη. Πολύ πιθανό, να είχαν υποσυνείδητα καταλάβει το όλο «παιχνίδι» που παίζονταν πίσω από την πλάτη τους και εις βάρος τους, από ξένες δυνάμεις, που ήθελαν να ονομάζονται «προστάτριες», προκειμένου να εξασφαλίσουν τα δικά τους συμφέροντα στην περιοχή της Μ. Ασίας. Κι αυτό έφερνε τους δύο λαούς κοντά, εφόσον η μοίρα τους ήτανε έως τότε κοινή. Όσο περνούσε όμως ο καιρός, πολλοί αφηγητές παρατηρούν ότι οι Τούρκοι είχαν αρχίσει να αγριεύσουν και να γίνονται περισσότερο επιθετικοί. Σε αρκετές μαρτυρίες αναφέρονται οι διαφορές μεταξύ «Νεότουρκων» και «Παλαιότουρκων». Οι πρώτοι ήταν εθνικιστές και έντονα επιθετικοί, ενώ οι δεύτεροι πιο ήπιοι. Γίνεται λόγος μάλιστα για φόβο που είχαν οι Παλαιότουρκοι στους Νεότουρκους. Ο διαχωρισμός αυτός, γίνεται με κριτήριο τον ασπασμό της ιδεολογίας του κινήματος του νεοτουρκισμού. Σύμφωνα μ’ αυτή, κάθε μη μουσουλμάνος στον μικρασιατικό χώρο, αποτελούσε επικίνδυνο εχθρό του τουρκικού κράτους, και έπρεπε είτε να αφομοιωθεί, είτε να απομακρυνθεί από το «πάτρια εδάφη». Όσο περνούσε ο χρόνος, όλο και περισσότεροι Τούρκοι ασπάζονται την ιδεολογία αυτή, και άρχισαν να εχθρεύονται τον ελληνικό πληθυσμό σε βαθμό ανησυχητικό. Αρκετοί από τους αφηγητές σε οικογενειακούς φίλους Τούρκους, οι οποίοι στο τέλος απέκτησαν μια προδοτική στάση. Άλλοι, παράλληλα με τους πρώτους, αναφέρονται σε φίλους Τούρκους οι οποίοι παρ’ όλη τη σύγχυση που επικρατούσε εκείνη την εποχή, ούτε εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση, αλλά δεν δίστασαν να διακινδυνέψουν ακόμα και τη ζωή τους, προκειμένου να βοηθήσουν τους Έλληνες συντρόφους τους. Οι σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων, καθώς πλησίαζε το 1922 και τα φοβερά γεγονότα που το χαρακτηρίζουν, άρχισαν να αποκτούν μια ένταση, σε άλλες περιπτώσεις ενεργετική, και σε άλλες επιβλαβή. Όσο περνούσε ο καιρός, το διήλημα «πατρίδα ή συνάνθρωπος» γίνονταν σίγουρα βασανιστικό τόσο για τους μεν όσο και για τους δε. Οι φιλίες, οι γνωριμίες, οι σχέσεις και οι επαγγελματικές επαφές πάντα έπαιζαν καταλυτικό ρόλο, προς τη μία ή την άλλη μεριά της πλάστιγγας. Παρατηρείται λοιπόν, μια φθίνουσα πορεία στην ποιότητα των σχέσεων μεταξύ των δύο λαών, μετά την απόβαση του ελληνικού στόλου στη Σμύρνη. Η πορεία αυτή μπορεί να δικαιολογηθεί, λόγω των έντονων καταστάσεων που οι άνθρωποι ζούσαν καθημερινά, των προηγούμενων εμπειριών τους καθώς και της ιστορικής διαδρομής τους. Οι δυσκολίες που γνώρισαν ήταν φυσικό, άλλοτε να δημιουργούν εχθρικό κλίμα, κι άλλοτε φιλικό. Οι δύο πληθυσμοί είχαν μάθει σε τοπικό επίπεδο να συζούν για μεγάλο διάστημα σε πολλές περιπτώσεις αρμονικά, αλλά τα κράτη που εκπροσωπούσαν τα έθνη τους βρίσκονταν σε ανταγωνισμό για τα ίδια εδάφη. Η απόβαση στη Σμύρνη είχε σαν προοπτική να αλλάξει τους ρόλους του κυρίαρχου και του κυριαρχόμενου απότομα. ήταν φυσικό να δημιουργηθούν καχυποψίες και εντάσεις στις σχέσεις των δύο αυτών πληθυσμών.
ΑΙΤΙΑ ΠΟΥ ΟΔΗΓΗΣΑΝ ΣΤΗΝ ΑΛΛΟΙΩΣΗ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΩΝΣ’ αυτό το μέρος της μελέτης, γύρω από τις σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων στα δυτικά παράλια της Μ. Ασίας, γίνεται μια μικρή αναφορά και ανάλυση των αιτιών που οδήγησαν στην αλλοίωση των σχέσεών τους. Τα αίτια αυτά, είναι από τη φύση του θέματος πολλά σε εύρος και πολύπλοκα στη δομή τους. Παρατίθενται εδώ τα σημαντικότερα μόνο απ’ αυτά, τα οποία είναι τα εξής τέσσερα: i) Για πολλές δεκαετίες πριν τη καταστροφή του 1922, το επίσημο τουρκικό κράτος είχε ξεκινήσει μια εκστρατεία παραποίησης της ιστορίας, εις βάρος της θέσης των Ελλήνων, πράγμα που συνεχίζει να κάνει και στις μέρες μας.10 Μ’ αυτόν τον τρόπο, «διαφώτιζε» τον τουρκικό πληθυσμό της Μ. Ασίας και του δημιουργούσε ψευδαισθήσεις όσον αφορά το παρελθόν του και τον ρόλο του στον μικρασιατικό χώρο. Η προπαγάνδα αυτή βασίζονταν στην παραπληροφόρηση και δημιουργούσε σύγχυση μεταξύ των πληθυσμών. Η έννοια «πάτρια εδάφη» είχε αρχίσει να παίρνει μια ιδιάζουσα σημασία για τον καθένα. Για τους μεν Έλληνες αποτελούσαν τις μακραίωνες εστίες τους, για τους δε Τούρκους ήταν εδάφη που είχαν κατακτήσει και ήταν πλέον δικά τους. Μέσα στα πλαίσια της ίδιας προπαγάνδας, γίνονταν προσπάθειες να αυξηθεί το εθνικιστικό αίσθημα των Τούρκων με κάθε μέσο, προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός τους, που δεν ήταν άλλος από την εξαφάνιση ξένων εθνών από το χώρο της Μ. Ασίας. Έφτασαν μάλιστα σε σημείο να ωθούν τον Τουρκικό λαό, έναντι κάθε ξένου έθνους (και ιδιαίτερα του ελληνικού) αφήνοντας στη κρίση τους τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να τους αντιμετωπίσουν, δηλαδή να τους αφανίσουν ή όχι.11 Μοίραζαν όπλα σε απλούς πολίτες (Τούρκους) και δημιουργούσαν επεισόδια στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπως η Κωνσταντινούπολη,12 μετά την απόβαση του ελληνικού στόλου στη Σμύρνη. Το μιλλέτ των Νεοτούρκων, που το 1909 είχε δώσει τόσες ελπίδες στα έθνη της Μ. Ασίας, αναφέρθηκε13 πολύ γρήγορα. Με τη νέα πολιτική τους, «όχι μόνο αποκλείουν τους μη – μουσουλμάνους από την υπό διαμόρφωση τουρκική κοινωνία, αλλά πρωτίστως, εξουδετερώνουν όλους τους μηχανισμούς ενσωμάτωσης των μη – μουσουλμάνων στην κοινωνία, ως σύνολο με τα δικά τους εθνοθρησκευτικά χαρακτηριστικά».14 Επίσης, τα γνωστά «Τάγματα Εργασίας (Αμελέ Ταμπουρού), τα οποία αποτελούσαν ουσιαστικά «Τάγματα θανάτου», αποτελούσαν μέρος της πολιτικής αυτής. Το ίδιο συνέβαινε και με τις επιστρατεύσεις του αρσενικού πληθυσμού και την εξαγορά της έναντι αρκετά μεγάλων ποσών. Η διαδικασία αυτή των επιστρατεύσεων επαναλαμβάνονταν όποτε το τουρκικό κράτος έκρινε αναγκαίο, με οποιαδήποτε δικαιολογία. Το αποτέλεσμα ήταν πάντα τραγικό: όσο προσπαθούσαν οι Έλληνες να εξαγοράσουν την επιστράτευση αυτή, χάνουν όλη τους την περιουσία, κι όταν αυτή χάνονταν, προσπαθούσαν να διαφύγουν το μαρτύριο που τους περίμενε με κάθε τρόπο. Δημιουργήθηκε λοιπόν, ένα μεγάλο κύμα λιποτακτών σ’ όλη τη Μ. Ασία, το οποίο κυνηγούσαν ανελέητα οι Τουρκικές αρχές.15 Στο πλευρό των Τούρκων και ένθερμοι υποστηρικτές της πολιτικής των Νεοτούρκων, ήταν οι Γερμανοί. Τόσο απροκάλυπτα υποστήριζαν τους διωγμούς των Ελλήνων, που αρκετοί πρόσφυγες αναφέρουν το γεγονός αυτό, και κυρίως το εντοπίζουν στο πρόσωπο του Γερμανού αρχηγού του τουρκικού στρατού Λίμιαν Φόν Σάντερς. ii) Άλλη αιτία που οδήγησε στη ρήξη των σχέσεων Ελλήνων και Τούρκων, ήταν ο θρησκευτικός φανατισμός των δεύτερων. Η θρησκευτική διαφορά των δύο πληθυσμών, αποτελούσε επί μονίμου βάσεως σημείο αναφοράς και αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ τους. Αποτελούσε διαφορά πολιτιστική και καμία από τις δύο πλευρές δεν ήταν διατεθειμένη, ούτε είχε την πρόθεση να την καλύψει με κάποιο τρόπο. Στοιχείο που όξυνε τη διαφορά αυτή, ήταν το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο των μουσουλμάνων, καθώς και οι υπερβολικοί περιορισμοί που τους επιβάλλονταν από τη θρησκεία τους. Όλα τα παραπάνω, διαμόρφωναν έναν ιδιαίτερα τρωτό χαρακτήρα και προσωπικότητα στον τούρκικο πληθυσμό, με αποτέλεσμα να αποτελεί έρμαιο του κάθε δημαγωγού που σκόπιμα τον τρομοκρατούσε και τον παραπλανούσε με επιχείρημα το Κοράνι. Ο φανατισμός της μουσουλμανικής μάζας, ίσως να αποτελούσε το ισχυρότερο μέσο, για την επίτευξη των στόχων της Νεοτουρκικής πολιτικής, την περίοδο 1919-1922. Από τις αφηγήσεις των προσφύγων μπορεί κανείς να διακρίνει τον φανατισμό αυτό, ο οποίος γίνονταν εντονότερος όσο πλησίαζε ο καιρός της καταστροφής. iii) Η αγανάκτηση του ελληνικού πληθυσμού, λόγω των χρόνιων διωγμών, ακόμα από την εποχή του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ Χαν του Β’,16 βρήκε βαλβίδα εκτόνωσης κατά τη διάρκεια της ελληνικής κατοχής της Σμύρνης. Οι κακουχίες, οι δημεύσεις περιουσιών, οι διωγμοί, οι θάνατοι και τα τόσα δεινά που ο ελληνισμός όλης της Μ. Ασίας είχε υποστεί έως τότε, έδειχναν πώς με την απόβαση του ελληνικού στόλου τελείωναν πλέον οριστικά. Κανένας τότε δεν μπορούσε να προβλέψει το μεγάλο κακό που πλησίαζε, χειρότερο απ’ όλα όσα είχαν περάσει στο παρελθόν. Οι ελπίδες όλου του μικρασιατικού ελληνισμού είχαν αναπτερωθεί, μπροστά στην πιθανότητα να προσκολληθούν, τμηματικώς έστω, στη μητροπολιτική Ελλάδα και να κινούνται ελεύθερα, χωρίς περιορισμούς. Χαρακτηριστική είναι η έκφραση της Αγλαϊας Κόντου από τη Μαινεμένη: «Αίμα είδαμε τους Έλληνες, νομίσαμε πια ότι είδαμε το Θεό». Η ενθουσιώδης συμπεριφορά διήρκισε για μήνες μετά την απόβαση. Το διάστημα 1919-1922, έδωσε για λίγο στον ελληνισμό της Μ. Ασίας την αίσθηση του κυρίαρχου. Φυσικό επακόλουθο ήταν λοιπόν, η αλλαγή της συμπεριφοράς απέναντι στους Τούρκους, και μάλιστα η αλλαγή έτεινε προς την υπεροψία και την περηφάνια. Ο μεγαλοϊδεατισμός βρίσκονταν στην ακμή του, κι ο πρώην κατακτητής, στα όρια του αφανισμού. Η περιφρόνησή του ήταν δεδομένη. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, οι σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων σε πολλές περιπτώσεις έδειχναν να διαλύονται, ενώ σε άλλες όχι. Πέρα από τις αντιλήψεις, τις πεποιθήσεις, τις ιδεολογίες και κάθε άλλη διαφορά που τους χώριζε, ο ανθρώπινος παράγοντας έμοιαζε κάποιες φορές να υπερτερεί. Συχνά, στις αφηγήσεις, Τούρκοι και Έλληνες αλληλοβοηθιούνται, καλύπτονται μεταξύ τους στις δύσκολες ώρες. Ταυτόχρονα όμως, δείχνουν και ένα απάνθρωπο πρόσωπο, γεμάτο μίσος μεταξύ τους. Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι είχε επέλθει μια σύγχυση στις συνειδήσεις των ανθρώπων, κι ότι η κρίση τους εμφανίζεται εσφαλμένη σε πολλές περιπτώσεις. Το συμφέρον και οι αυταπάτες που όλοι φέραν μέσα τους εκείνη την ταραγμένη περίοδο, θόλωναν το μυαλό και την καρδιά τους, και τους οδηγούσαν σε λανθασμένες πράξεις. iv) Τέλος, αιτία που οδήγησε στη ρήξη των σχέσεων Ελλήνων και Τούρκων, μπορεί να θεωρηθεί έως ένα σημείο η ανάρμοστη συμπεριφορά του ελληνικού στρατού. Σε πολλές αφηγήσεις, γίνεται αναφορά σε πράξεις του, είτε κατά την προέλασή του προς το εσωτερικό της Μ. Ασίας, είτε κατά την αποχώρησή του λόγω της διάσπασης του μετώπου τον Αύγουστο του 1922. Τέτοια περιστατικά αναφέρει ο Βρέττος Μενεξόπουλος από την Χήλη της Κωνσταντινουπόλεως και η Αγλαϊα Κόντου από τη Μαινεμένη.17 Οι Έλληνες στρατιώτες δεν διακρίνονταν για πράξεις βιαιότητας. Η πιθανότερη εξήγηση της συμπεριφοράς τους έχει προφανώς να κάνει με υπερβάλλοντα ζήλο και εφαρμογή αντιποίνων. Δεν ήταν κατευθυνόμενη, ούτε τα όσα συνέβησαν εξ’ αιτίας τους ήταν εφαρμογή διαταγών. Οι συνθήκες του πολέμου – του κάθε πολέμου – είναι που φέρνουν τους ανθρώπους σε οριακό σημείο και τους ωθούν να υιοθετήσουν μια ενστικτώδη συμπεριφορά. Πάραυτα όμως, προκαλούσαν την οργή του τουρκικού πληθυσμού, ο οποίος ήταν αποδέκτης της συμπεριφοράς αυτής, ή μάλλον των περιορισμένων αυτών περιστατικών. Αποτέλεσμα της κατάστασης ήταν η ολοένα φθίνουσα πορεία των σχέσεων Ελλήνων και Τούρκων. Το κλίμα μεταξύ τους ήταν ήδη επιβαρημένο, και κάθε κίνηση του ελληνικού στρατού προς την κατεύθυνση αυτή χειροτέρευε τα πράγματα. Η καχυποψία και η έλλειψη εμπιστοσύνης κυριαρχούσαν. Όλες οι παραπάνω αιτίες, καθώς και πολλές άλλες ευθύνονταν για την κακή πορεία των σχέσεων Ελλήνων και Τούρκων, που το αποκορύφωμά τους απετέλεσε η μικρασιατική καταστροφή. Παρά τα πολλά παραδείγματα αρμονικής συμβίωσης σε τοπικό βαθμό, η αντίθεση ανάμεσα στις εθνικές τους επιδιώξεις οδήγησαν τελικά, με την ανταλλαγή των πληθυσμών, στο οριστικό τέλος αυτής της συμβίωσης.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ1. «Ιστορία του ελληνικού έθνους», σελ. 116-117, τόμος ΙΕ’. 2. Βλ. παράρτημα. 3. Βλ. παράρτημα. 4. «Εφημερίς των Βαλκανίων» Άρθρο, 3/05/1919. 5. Δρα Π. Στυλιανός, «Οι τουρκικές σφαγές στη Σμύρνη στο 1922», σελ. 23, Λευκωσία 1984. 6. Βλ. Παράρτημα. 7. Βλ. Παράρτημα. 8. Φ. Ν. Κλεάνθης, «Η ελληνική Σμύρνη, σελίδες από την Ιστορία της, εικόνες από τη ζωή της και πλήρης εξιστόρηση της τραγωδίας του 1922», σελ. 34, εκδ.: ΕΣΤΙΑ, Αθήνα. 9. «Ιστορία του ελληνικού Έθνους», σελ. 120, τόμος ΙΕ’. 10. Παύλος Χιδίρογλου (Καθηγητής Ιονίου Παν/μίου) «Τουρκικές αντιλήψεις περί μικρασιατών Ελλήνων», από τα πρακτικά του επιστημονικού Συμποσίου που πραγματοποιήθηκε στις 16-17/10/92 στη Θεσσαλονίκη με θέμα «Όψεις του μικρασιατικού ζητήματος. Ιστορική θεώρηση και προεκτάσεις». 11. Ν. Παπαδόπουλος «Τουρκικά ντοκουμέντα για τη μικρασιατική καταστροφή», Αθήνα 1985. 12. Ν. Παπαδόπουλος, «Τουρκικά ντοκουμέντα για τη μικρασιατική καταστροφή», σελ. 47, Αθήνα 1985. Στο βιβλίο του ο Ν. Παπαδόπουλος παρουσιάζει τους αξιωματούχους του Νεοτουρκικού – Κεμαλικού κινήματος, να δρουν και να σκέφτονται ως τρομοκρατική οργάνωση κι όχι ως προοδευτικοί εκπολιτιστές της Μ. Ασίας, όπως ήθελαν να ονομάζονται. Στόχος τους ήταν η πλήρης εξόντωση του ελληνοχριστιανικού στοιχείου της περιοχής, με τον πλέον βάναυσο τρόπο. Ο Παπαδόπουλος βασίζεται σε απόρρητα έγγραφα του κινήματος, τα οποία προμηθεύτηκε, όπως ισχυρίζεται, από κρυπτοχριστιανούς ανώτατους αξιωματούχους του Νεοτουρκισμού. Αφήνει επίσης να εννοηθεί, ότι ο άτακτος στρατός, δηλαδή οι επωνομαζόμενοι Τσέτες, εξοπλίζονταν και εφοδιάζονταν απ’ αυτούς. 13. Μαρία Ανεμοδούρα, «Αμελέ Ταμπουρού: Τάγματα καταναγκαστικής εργασίας», σελ. 24, περιοδικό: «ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ», τεύχος 262, Απρίλιος 1990. Στο άρθρο αυτό, αναφέρεται ότι ο Ταλαάτ – Πασάς, Υπουργός Εσωτερικών της Τουρκίας το 1910, σε ομιλία του αναιρεί «το Σύνταγμα που διακηρρύσει την ισότητα μεταξύ Μουσουλμάνων και Γκιαούρηδων […] που αντιδρούν πεισματικά σε κάθε προσπάθεια εξοθωμανισμού τους». Η στάση αυτή των Ελλήνων Χριστιανών, αποτελούσε «ανυπέρβλητο εμπόδιο για την επιβολή πραγματικής ισότητας». 14. Σία αναγνωστοπούλου, «Μικρά Ασία, 19ος αι. – 1919, οι ελληνορθόδοξες κοινότητες. Από το Μιλλέτ των Ρωμιών στο ελληνικό Έθνος», σελ. 526, εκδ.: Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1997. 15. Μαρία Ανεμοδούρα, «Αμελέ Ταμπουρού: Τάγματα καταναγκαστικής εργασίας», περιοδικό: «ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ», τεύχος 262, Απρίλιος 1990. 16. Κώστας Π. Ψαλτήρας, «Αβδούλ Χαμίτ, ο τελευταίος βάρβαρος ηγεμόνας της Ευρώπης», περιοδικό: «ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ» σελ. 106, τεύχος 288, Ιούνιος 1992. 17. Βλ. παράρτημα.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - Μαρτυρίες προσφύγων της Μ. ΑσίαςΕΙΣΑΓΩΓΗΟι μαρτυρίες προσφύγων που ακολουθούν, προέρχονται από: i) τον Α’ τόμο της «ΕΞΟΔΟΥ» του κέντρου Μικρασιατικού Ελληνισμού, ii) μαγνητοφωνημένες διηγήσεις του Ιστορικού Αρχείου Προσφυγικού Ελληνισμού του Δήμου Καλαμαριάς (Θεσσαλονίκη) και iii) το βιβλίο της Ελένης Κατραγκούλη «Εκεί που τα ρόδα δεν είχαν αγκάθια» εκδ.: ΩΡΕΣ, 1995. Το δείγμα των μαρτυριών αυτών προέρχεται από κατοίκους των δυτικών παραλίων της Μ. Ασίας αποκλειστικά, από τις περιοχές που περιγράφονται στην εισαγωγή της μελέτης. Είναι 54 στον αριθμό: 34 από την «ΕΞΟΔΟ», 19 από το Ιστορικό Αρχείο Προσφυγικού Ελληνισμού και 1 από το βιβλίο της Ε. Κατραγκούλη. Οι μαρτυρίες που προέρχονται από την «ΕΞΟΔΟ» αναφέρουν το όνομα του πρόσφυγα, την περιφέρεια και την περιοχή από την οποία κατάγονται, και τον τίτλο με τον οποίο φέρεται στο βιβλίο. Οι μαρτυρίες του Ιστορικού Αρχείου Προσφυγικού Ελληνισμού αναφέρουν το όνομα του πρόσφυγα, τον τόπο καταγωγής του και την ημερομηνία γέννησής του. Η μαρτυρία από το βιβλίο της Ε. Κατραγκούλη αναφέρει μόνο το όνομα και τον τόπο καταγωγής της προσφύγου. Οι μαρτυρίες δεν μεταφέρθηκαν αυτοτελείς στο παράρτημα αυτό, παρά μόνο τμήματά τους, ενδεικτικά και σε σχέση με το θέμα της μελέτης. Στα αποσπάσματα των μαρτυριών, αν και μικρό το δείγμα, προβάλλεται πληθώρα θεμάτων, τα οποία θα μπορούσαν να αναλυθούν σε βάθος. Στην παρούσα μελέτη δεν αναφέρονται όλα, παρά μόνο όσα επιλέχθηκαν και έχουν να κάνουν αποκλειστικά με τις σχέσεις των Ελλήνων και των Τούρκων, πριν και μετά την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη. Οι περισσότερες μαρτυρίες προέρχονται από τη Σμύρνη και την ευρύτερη περιοχή της. Αυτό έγινε γιατί στην οριζόμενη από τη Συνθήκη των Σεβρών, ελληνική ζώνη, συμβιώνουν Έλληνες και Τούρκοι υπό ελληνική διοίκηση. Συνεπώς στην περιοχή αυτή δόθηκε περισσότερη προσοχή, δεν μελετάται όμως ξεχωριστά από τις υπόλοιπες (π.χ. Αιολίδα, Καρία κ.τ.λ.), εφόσον δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν στη μελέτη αυτή ο παράγοντας των διπλωματικών και πολιτικών σχέσεων των δύο λαών. Τα περισσότερα αποσπάσματα συνοδεύονται από σημειώσεις, οι οποίες έχουν διευκρινιστικό και επεξηγηματικό ρόλο για τα όσα αναφέρονται.
Η ΕΞΟΔΟΣΕπιμέλεια Φ.Δ. Αποστολοπούλου Τόμος Α’. «Μαρτυρίες από τις επαρχίες των δυτικών παραλίων της Μικρασίας»
Οι μαρτυρίες είναι καταταγμένες ανά περιφέρεια και περιοχή
1. Περιφέρεια Σμύρνης Σμύρνη1.1.1α Μαρτυρία Αλέξη Αλεξίου «Το κεφάλι λίγο πιο πέρα το τσιμπολογούσαν οι αδέσποτες κότες». Σελ. 6 «Δύο Μαϊου του 1919 έγινε η ελληνική κατοχή. Πήγα στο «Quai» με τους γονείς μου. Όλη η Σμύρνη γιόρταζε, ήταν σαν Πάσχα, ακούγονταν κανονιές από τα καράβια, παντού κυμάτιζε η γαλανόλευκη. Όλοι φορούσαμε στο στήθος μας εθνικές κονκάρδες. Όλοι φορούσαμε στη προκυμαία κοπάδια κοπάδια. ξεφώνιζαν και τραγουδούσαν. Όλοι βιάζονταν να δούνε τα ευζωνάκια, τον ελληνικό στρατό, τα ελληνικά καράβια τον «Αβέρωφ», τον «Ατρόμητο», το «Λέοντα». Εκφράζεται ο ενθουσιασμός του κόσμου για την «απελευθέρωση» της Σμύρνης από τα ελληνικά στρατεύματα. «Κάναμε γιορτές κάθε 25 Μαρτίου ντυνόμασταν τσολιάδες και με άλλες εθνικές ενδυμασίες τα κορίτσια. Αφού βέβαια ο διευθυντής της Σχολής Νεστορίδη έβαζε φύλακες όξω από το σχολείο». Αυτά συμβαίνουν πριν την απόβαση. Λαμβάνονται μέτρα ασφαλείας για να εορταστούν η εθνική επέτειος των Ελλήνων σε τουρκικό έδαφος. «… Καταφέρανε να φύγουνε από τη Σμύρνη, γιατί ο παππουλής μου ήταν παιχνιδιάτορας και ήταν γνωστός και αγαπητός στους Τούρκους και βρέθηκε κάποιος που τον γνώριζε και τον γλίτωσε». Υπάρχουν αρκετά καλές σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, που κατά τη διάρκεια της καταστροφής εξακολουθούν να υφίστανται.
Σεβδίκιοϊ 1.1.2. Μαρτυρία Κλειώς Νικολήνταγια «Τι κάθεσαι; θα ΄ρθουν οι Τούρκοι και θα σε πετσοκόψουν». Σελ. 20 «… θα ‘ρθουν οι Τούρκοι και θα σε πετσοκόψουνε. – Δε φεύγω μικρέ, της είπα. Εδώ θα καθίσω. Ο Τούρκος θα ‘ρθει με το γάντι». Δεν υπάρχει ιδιαίτερος φόβος για τους Τούρκους. Θεωρούνται μάλιστα από την αφηγήτρια ευγενικοί. Νυμφαίο
1.1.5. Μαρτυρία Άννας Καραμπέτσου «Ποιος θα με πειράξει εμένα;» Σελ. 31 «Ο πατέρας μας με το νοικοκύρη του σπιτιού δεν φοβούνταν. Κι άλλο δεν έλεγε: «Ποιος θα με πειράξει εμένα; Όλους τους είχα φίλους». Μια κοπέλα, μέσα από τις πολλές, κοίταζε από την κλειδαρότρυπα, και είδε ένα γνωστό της Τούρκο. Του φώναξε: «Αλή, Αλή». Ο Αλής ήρθε κοντά, έριξε μια ματιά και της είπε: «Πάω και θα ‘ρθω, τώρα έχω δουλειά». Γύρισε και την πήρε. Ποιος ξέρει τι να απόγινε!» Ακόμα και στις δύσκολες στιγμές όπου τα παραπάνω διαδραματίζονται, υπάρχει η ελπίδα ότι οι Τούρκοι θα σταθούν αλληλέγγυοι στους Έλληνες.
Σελ. 32 «… Όσους πήραν, πήγαιναν να τους σκοτώσουν. Από ένα καφενείο, καθώς περνούσαν, κάποιος φίλος Τούρκος γνώρισε τον πατέρα μου. Τον πόνεσε η ψυχή του και του φώναξε: «Δήμο, Δήμο». Ο κακομοίρης ο πατέρας μου. Γύρισε να δει. Γιατί να γυρίσει; Τον χτύπησε ο φρουρός με τη ξιφολόγχη. Τρέχει ο Τούρκος τον φτάνει, τον αγκαλιάζει. Ήταν καϊμακάμης στο Νυμφαίο πριν την ελληνική κατοχή. Τον παρακαλούσε να τον πάει στο σπίτι του να τον κρύψει. Στο περιστατικό αυτό, ο Τούρκος παρουσιάζει φιλάνθρωπο πρόσωπο, που οφείλεται σε μακρόχρονη φιλία. «… Από μικρά παιδιά φίλοι. «Μη φοβάστε», μας είπε (ο πατέρας), «είναι ο Τσιναριώτης ο φίλος μου». «Γκέλ Γκιαούρ, από τα χέρια μου θα περάσεις», απείλησε ο Τούρκος. Τι τον παρακαλούσε, τι κοίταζε να του θυμίσει τα περασμένα να τον συγκινήσει! Εκείνος τίποτα. - Εμένα το λες αυτό, του φίλου σου; Πουθενά ν’ ακούσει ο Τσιναριώτης! Ούτε φιλία λογάριασε, ούτε ευγνωμοσύνη…» Εδώ, ο Τούρκος, παρά τη μακρόχρονη φιλία, στις δύσκολες ώρες γίνεται εχθρικός. Λουτζάκι 1.1.7. Μαρτυρία Ανέστη Μπαρουτόπουλου «Δεν έχει μείνει κανένας στα χωριά». Σελ. 46 «Καθώς περνάγαμε από τα χωριά, δεξιά κι αριστερά στο δρόμο, καθόντουσαν οι Τούρκοι σε παράταξη κι όσους γνωρίζανε τους τραβάγανε και τους σκοτώνανε». Απάνθρωποι οι Τούρκοι. Σκηνή από τα «Αμελέ Ταμπουρού» (Τάγματα Εργασίας), τις πορείες των αιχμαλώτων έως τη Μαγνησία.
Παλιές Φώκιες 1.1.8. Μαρτυρία Γιώργου Τζίτζιρα «Ήρθε τούρκικος στρατός κι έβαλε σφαή τσι Φώκιες». Σελ. 49 «… Ένας ζανταρμάς πήε να μας σκοτώσει. - Βρε! του λέει ο πατέρας, ο μπαρμπα Γιάννης είμαι, του πατέρα σου ο φίλος. Μετά, μας πήε με μια βάρκα και μας μπάρκαρε στο παμπόρ (βαπόρι)». Μια παλιότερη γνωριμία, είναι αρκετή στη σκηνή αυτή για να σωθούν οι ζωές των Ελλήνων (το παραπάνω συμβάν είναι προγενέστερο του 1919). Γκερένκιοϊ 1.1.9. Μαρτυρία Αναστάση Χαρανή «Μπαμπά, πάς να μας παραδώσεις στους Τούρκους»; Σελ. 52 «… Άλλοτε, όταν τον έβλεπαν οι Τούρκοι, έτρεχαν και του έπαιρναν τ’ άλογο. Αυτή τη φορά κανείς δεν επλησίασε». Σκηνή από την επίσκεψη αρχιερατικού επιτρόπου σε αγάδες, πριν το 1919. Ενώ παλιότερα υπήρχε κάποιος σεβασμός σε πρόσωπα με μεγάλο αξίωμα, όσο πλησίαζε ο καιρός του διωγμού χάνονταν.
Σελ. 60 «Ζήτησα (νερό) από ένα Τούρκο του χωριού αυτός έκανε να μου δώσει, ένας άλλος όμως του είπε: «Βρε, στον γκιαούρ δίνεις; «Έμεινα με τη δίψα». Η συμπεριφορά των Τούρκων ποικίλει. Άλλοτε δείχνουν ανθρώπινο πρόσωπο, κι άλλοτε όχι.
Μαινεμένη 1.1.10 Μαρτυρία Αγλαϊας Κόντου. «Όταν συνήλθα, μου ‘λειπε το παιδί κι έκλαιγα». Σελ. 63 «Άμα είδαμε τους Έλληνες, νομίσαμε πια ότι είδαμε το Θεό. Κάναμε καμάρες και βάζαμε τις φωτογραφίες του βασιλιά και του Βενιζέλου, για να περάσει ο στρατός. Λέγαμε πως θα μείνουν για πάντα εκεί και δεν λογαριάζαμε κανένα. Τα έβλεπαν αυτά οι Τούρκοι και μας έλεγαν: - Γιατί, βρε Έλληνες; Έχετε κανένα παράπονο; Καλά δεν περνάτε; Δικό μας το βασίλειο και δικιά μας η μαχαίρα. Αυτά κάναμε και τους δυσαρεστήσαμε. Πήγαιναν οι αξιωματικοί και γλεντάγανε με τις Τουρκαλίτσες στην Πέργαμο. Αλόγατα της Μαινεμένης κουβαλάγανε τρόφιμα για το στρατό και μετά γυρίζανε φορτωμένα χαλιά κι άλλα πράγματα από τουρκόσπιτα». Η συμπεριφορά των Ελλήνων στρατιωτών, σύμφωνα με την αφηγήτρια, δεν ήταν αγγελική. Προσπαθεί να δώσει μια ερμηνεία για τις μετέπειτα καταστροφές και τη θηριωδία των Τούρκων. Όμως οι Τούρκοι είχαν μια συγκεκριμένη πολιτική, ενώ οι Έλληνες στρατιώτες είχαν μεμονωμένη συμπεριφορά.
1.2. Περιφέρεια Ερυθραίας Σαζάκι1.2.3. Μαρτυρία Νικολάου Παπανικολάου «Είχαν μείνει μόνο τα ζώα». Σελ. 74 «Πριν φτάσουμε στα Μουρτουβάνια, συναντάμε έναν Τούρκο και τον ρώτησα ποιο δρόμο να πάρουμε. - Από ποιο χωριό είσαι; μου είπε. - Από το Σοβάκι, του απάντησα. - Ποιανού παιδί; - Του Παπανικολάου. - Επειδή γνωριζόμαστε με τον πατέρα σου, σου λέω, για το καλό σας, να πάτε από το βουνό. Πάλι, παλιότερες γνωριμίες, κάνουν τον Τούρκο φιλικό προς τον Έλληνα.
Σελ. 75 «Πριν να φτάσουμε στο Σαϊπι, είναι ένα χωριό Αμπάρσεκι. Εκεί βλέπουμε μια ομάδα από Τούρκους και Έλληνες συναδελφωμένους. - Τι κάνετε εσείς εδώ; τους ρωτήσαμε. - Εμείς συναδελφωθήκαμε και πήραμε απόφαση να μείνουμε. - Κακώς κάνατε, τους είπαμε. Όλη η Μικρασία άδειασε …» Υπήρχαν έντονοι φιλικοί δεσμοί μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, ακόμα και κατά τη διάρκεια της καταστροφής.
Κόλντερε 2.2.2. Μαρτυρία Ευαγγέλου Γκάλα «Θα φύγω μπροστά κι ελάτε!» Σελ. 109 «… Βάζαμε εργάτριες Τουρκάλες και μας δούλευαν. δούλευαν όλο το χρόνο και τους δίναμε τα μισά». Συνεργασία σε καιρούς ειρήνης, ιδιαίτερα αρμονική. Μοιράζεται ο μισθός μισά – μισά μεταξύ του Έλληνα εργοδότη και των Τουρκάλων εργατριών. «Είχαμε ένα ρέμα στο Κόλντερε που μας χώριζε από τους Τούρκους. Σαν έγινε η ελληνική κατοχή τους διώξαμε πέρα για πέρα. Ποιος ξέρει σε ποια τουρκοχώρια τρύπωσαν». Οι Έλληνες διώχνουν το τουρκικό στοιχείο από την περιοχή τους, προφανώς για λόγους υπερηφάνειας, διότι ο ελληνικός στρατός κατέλαβε τα μέρη εκείνα: ένοιωθαν πλέον τους Τούρκους παχύσαρκους.
Χατζηλερί 2.2.3. Μαρτυρία Φιλιώς Σεϊτανίδου «Φέρε μου καλύτερα φαρμάκι». Σελ. 115: «Εκεί γνώρισα μερικές Τουρκοκρητικές, που τις είχαμε εργάτισσες στα ελιόδεντρά μας και μας μάζευαν τον καρπό. Λαχτάρισε η καρδιά μου. «Αχ» τους είπα «να θέλατε να με πάτε μέχρι το σπίτι της θείας μου! Γιατί φοβούμαι. Χάθηκα. Από τα χέρια σας δεν θα με πάρουνε οι Τούρκοι. Τι θα γίνω μέσα στο δρόμο μονάχη;» Τότες μια απ’ αυτές η πιο παλικαρού, μου είπε: «Δύσκολα τα πράγματα κόρη μου. Δε θα μπορέσουμε να σε προστατέψουμε». Στις δύσκολες στιγμές η κοπέλα ελπίζει σε εργάτριες Τουρκάλες για βοήθεια, κι αυτές ευγενικά την αποθαρρύνουν. «… Μου βγάλαν με το δίσκο νερατζάκι γλυκό. Ακόμα το θυμούμαι. Η κυρά βρήκε καιρό και με ρώτησε: «Πώς βρέθηκες μαζί μ’ αυτούς;» «Άστα, άστα» της είπα. «Τι γλυκό μου δίνεις; Φέρε μου καλύτερα φαρμάκι». Οι Αρμένηδες όπως φάνηκε, καλοδεχτήκανε αυτούς τους κλεφταράδες για να γλιτώσουν εμένα». Η κοπέλα κρατείται από Τούρκους στρατιώτες που τη μεταφέρουν σε αρμένικο σπίτι. Διακρίνεται η αλληλεγγύη μεταξύ των κατατρεγμένων Ελλήνων και Αρμένιων.
Ερίκιοϊ 2.2.4. Μαρτυρία Σαρούλας Σκύφτη «Από τη μια η φωτιά κι από την άλλη ο Δεσπότης». Σελ. 119 «… Όπως περπατούσαμε, ένας γνωστός μας Τούρκος πήγαινε με το κάρο του στη Μαγνησία και μας λέει: «Μπείτε στο κάρο!» […] Γειτόνοι είμασταν, τ’ αμπέλια μας ήταν κοντά. Ήταν πολύ φοβισμένος κι ήρθε κοντά μου και μου ‘πε: «Να χαρείς. Σαρούλα, πές μου τι συμβαίνει; Γιατί είν’ όλος ο κόσμος στο δρόμο;» Τότες του είπα: «Παππού – Μεμέτ αυτό που ξέρω θα σου πώ, έρχεται πολύς στρατός στο χωριό μας γι’ αυτό φεύγουμε». Τότες αναστέναξε κι είπε «Βάι, τι θα γίνουμε!» Εδώ υπάρχει αλληλοβοήθεια μεταξύ Ελληνίδας και Τούρκου, και κυρίως αλληλεγγύη ως προς τα συναισθήματα του φόβου και της φυγής. Μοιάζουν να έχουν καλές προηγούμενες σχέσεις, από την προσφώνηση «παππού» της γυναίκας.
Χορόσκιοϊ 2.2.6. Μαρτυρία Ευριπίδη Λαφαζάνη «Οι Τούρκοι που ήταν φίλοι μας, γίναν εχθροί μας». Σελ. 131: «Οι Τούρκοι που ήταν φίλοι μας, γίναν εχθροί μας». Υπήρχε μια ομαλότητα στις σχέσεις Ελλήνων – Τούρκων, που διαταράσσονταν καθώς πλησιάζουν τα γεγονότα της καταστροφής.
Σελ. 133: «Κάποια ώρα παρουσιάστηκε ο παλιός μου φίλος. Είχε τα χέρια του μέσα στο παλτό του… Είχαν τόσο φόβο οι Παλιότουρκοι τους Νεότουρκους που δεν λέγεται. Όσο μπορούσε πιο κρυφά μου ‘βαλε μέσα στο χέρι μου λίγο τσάϊ και λίγη ζάχαρη κι έφυγε έκανε. τον περαστικό […] Είχα έναν Τούρκο φίλο, με γνώριζε καλά … Τότες μου απάντησε: «Αυτό δεν το αρνείται κανείς. Είστε τιποτένιοι, πρόστυχοι, αλαφρόμυαλοι, ελεεινοί. Βρε συ, εσύ, τι σας έλειψε στο χωριό; Εκκλησία είχατε, παπά είχατε, σχολείο είχατε. Ήρθε ποτέ κανείς να σας ρωτήσει τι κάνετε; Τι θέλετε από μας και σηκώσατε τα όπλα και μας σκοτώσατε;» Αναφέρονται δύο διαφορετικά περιστατικά. Στο πρώτο, η φιλία και η αλληλεγγύη διατηρούνται στις δύσκολες ώρες. Κυρίως από τους Τούρκους που απείχαν από το κίνημα του Νεοτουρκισμού. Στο δεύτερο, ο Τούρκος εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για την εισβολή των Ελλήνων το 1919, η οποία διατάραξε τις ομαλές σχέσεις των Τούρκων με τους Έλληνες. Στη συνέχεια της διήγησης, εξιστορείται περιστατικό που έδεσε αυτούς τους δύο άντρες παλιότερα. Επίσης, με Τούρκο στρατηγό, περιγράφεται συνομιλία που τον θέλει (τον στρατηγό) αντίθετο με την πολιτική του Κεμάλ, αλλά υπαίτιους της συμφοράς τους Έλληνες. Όλη η μαρτυρία αυτή, αναφέρει τις φοβίες και τις σκέψεις των Τούρκων, δίνει μια εικόνα που αμφιταλαντεύεται μεταξύ φιλάνθρωπης και απάνθρωπης συμπεριφοράς εκ μέρους των Τούρκων. Μάλιστα, αναφέρει και τους φόβους των Τούρκων προς τους Τούρκους ανωτέρους.
2.3. Περιφέρεια Περγάμου Πέργαμος 2.3.1. Μαρτυρία Δημήτρη Καμπούρη «Περιμένουν τηλεγράφημα να φύγουν».
|