Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας Ενότητες: Δόγματα και Ασυνήθιστα

Ο "Άγγελος Γιαχβέ" και η θέα του Θεού // H Πολυδιαστασιακή ύπαρξη των αγγέλων // Ζουν τα πνευματικά όντα σε άλλο σύμπαν;

Ο κόσμος των Αγγέλων

(Αρχιμανδρίτου Ιωάννου Καραμούζη)

Πηγή: Ιστοσελίδα της Αποστολικής Διακονίας

Η Αγία Γραφή και η λοιπή Ιερά Παράδοση φιλοξενούν πολυάριθμες μαρτυρίες σχετικά με την ύπαρξη και τη δράση των αγγέλων. Μετά από τη πτώση των πρωτοπλάστων άγγελοι φυλάσσουν το Παράδεισο, άγγελοι διδάσκουν στον Αδάμ τον τρόπο καλλιέργειας της γης, ενώ άγγελοι εμφανίζονται στον Αβραάμ, το Λωτ, κατά την έξοδο των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο και σε πολλούς από τους προφήτες. Στο κείμενο της Καινής Διαθήκης οι άγγελοι μνημονεύονται σε πολλά χωρία, εκ των οποίων τα ενδεικτικότερα είναι κατά τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και καθ΄ όλη τη πορεία του Ιησού από τη Γέννηση μέχρι και την Ανάληψή του.

Ενότητες:

 

1. Δημιουργία και σκοπός ύπαρξης των αγγέλων


Οι άγγελοι δημιουργήθηκαν πριν από τον υλικό κόσμο, αφού στο βιβλίο της Π.Δ. «Ιώβ» παρουσιάζεται ο Θεός να μιλά και να ομολογεί ότι μόλις δημιούργησε τα άστρα, όλοι οι άγγελοι τον ύμνησαν με δοξολογίες.


Ενώ και ο Μ. Βασίλειος αναφέρει ότι πριν τη δημιουργία του υλικού κόσμου υπήρχε υπέρχρονη και πρεσβύτερη κατάσταση, που είναι ο κόσμος των αγγέλων.


Ο τρόπος με τον οποίο δημιουργήθηκαν από τον Θεό δεν μας είναι γνωστός. Ωστόσο μπορούμε να λάβουμε μία εικόνα γι΄ αυτόν μέσα από την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ο οποίος λέγει ότι οι αγγελικές δυνάμεις δημιουργήθηκαν μόλις ο Θεός συνέλαβε την ιδέα της δημιουργίας τους. Δηλ. η απόφαση του Θεού να δημιουργήσει τον αγγελικό κόσμο, σήμανε ταυτόχρονα και τη δημιουργία του.


Ο σκοπός της δημιουργίας των αγγέλων δεν έχει να κάνει με κάποια ανάγκη του Θεού. Δεν είναι δυνατό ο υλικός ή ακόμη και αυτός ο πνευματικός κόσμος να μπορεί να προσφέρει κάτι επιπλέον στη δόξα του Θεού.

 

Ο σκοπός της δημιουργίας των αγγέλων φανερώνεται από τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, ο οποίος λέγει ότι ο Θεός τους έδωσε ύπαρξη και ζωή γι΄ αυτούς τους ίδιους, με κίνητρο την «εκστατική» του αγάπη και αγαθότητα και με σκοπό να συμμεριστούν ως λογικά όντα τη μακαριότητά του. Μετέχουν στη Θεία μακαριότητα και τρέφονται με τη διαρκή θέα του προσώπου του Θεού. Ωστόσο αυτή η συμμετοχή στη θεία μακαριότητα ωθεί τις αγγελικές δυνάμεις σε μία συνεχή ανοδική πορεία, σε μία πορεία προς τη πνευματική τελειότητα.

 


2. Φύση και Χαρακτηριστικά των αγγέλων


Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός προσπαθώντας να δώσει έναν ορισμό περί των αγγέλων λέγει ότι είναι φύσεις νοερές, αεικίνητες, αυτεξούσιες, ασώματες. Υπηρετούν τον Θεό και είναι κατά χάριν αθάνατες. Η φύση των αγγέλων είναι πνευματική. Επειδή όμως απολύτως άϋλος και ασώματος νοείται μόνο ο Θεός, γι΄ αυτό το αγγελικό σώμα νοείται ως αιθέριο, πυροειδές, ταχύτατο και πολύ λεπτότερο από τη γνωστή μας ύλη.


Οι άγγελοι ως προς τη προαίρεση είναι ελεύθεροι και τρεπτοί, έχοντας δυνατότητα να προκόπτουν στο αγαθό, αλλά και να τρέπονται στο κακό. Οι νοερές δυνάμεις διαθέτουν σύμφωνα με τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά νου και λόγο, δίχως όμως «πνεύμα ζωοποιό» επειδή δεν έχουν σώμα. Γι΄ αυτό δεν συνάγουν τη θεία γνώση μέσα από τις αισθήσεις ή από αναλύσεις λογισμών, αλλά μένοντας καθαροί από κάθε υλικό στοιχείο συλλαμβάνουν τα νοητά νοερώς και αϋλως.

 

Παρ΄ όλη τη καθαρότητα και απλότητα της αγγελικής φύσης, οι άγγελοι είναι δεκτικοί της κακίας. Έτσι μπορούν να επιλέξουν τη συνεχή προαγωγή στην άνωθεν Γνώση και τη κοινωνία της Αγάπης ή την άρνηση αυτής της Αγαθότητας. Αποτέλεσμα της ελευθερίας τους είναι και η πτώση του τάγματος του Εωσφόρου. Αυτό το αγγελικό τάγμα δεν αρκέστηκε στη θαυμαστή λαμπρότητά του, αρνήθηκε την ιεραρχημένη πρόοδο της θείας γνώσης και θέλησε τη πλήρη και άμεση εξομοίωσή του με τον Θεό. Γι΄ αυτό το λόγο ηθελημένα δόθηκε στη κακία, στερήθηκε την αληθινή ζωή, την οποία μόνο του (το τάγμα των δαιμόνων) αρνήθηκε. Κατ΄ αυτό τον τρόπο έγιναν πνεύματα νεκρά αφού απέβαλαν την αληθινή ζωή και δεν αισθάνονται κόρο από την ορμή τους προς τη κακία προσθέτοντας με άθλιο τρόπο διαρκώς κακία επάνω στην ήδη υπάρχουσα.


Οι άγγελοι όμως που δεν ακολούθησαν τον Εωσφόρο στην αποστασία του, απέκτησαν το
χάρισμα της τέλειας ατρεψίας και ακινησίας προς το κακό. Αυτό συνέβη με την ενανθρώπηση, τη σταυρική θυσία και την ανάσταση του Χριστού, αφού έμαθαν ότι ο δρόμος που οδηγεί στην ομοίωση με τον Θεό δεν είναι η έπαρση, αλλά η ταπείνωση.


Η ακινησία των αγγέλων προς το κακό δεν σημαίνει ότι εξαφανίζεται το αυτεξούσιό τους, αλλά ότι εξαγιάζεται με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.


Οι άγγελοι έχουν μεγαλύτερες και ανώτερες γνωστικές ικανότητες από τους ανθρώπους. Βέβαια δεν είναι ούτε παντογνώστες, ούτε παντοδύναμοι όπως ο Θεός.


Δεν προγνωρίζουν τα μέλλοντα, παρά μόνο αν τους τα αποκαλύψει ο Θεός, ούτε γνωρίζουν τι ακριβώς κρύβεται στη καρδιά κάθε ανθρώπου. Δεν γνωρίζουν πότε θα γίνει η συντέλεια του κόσμου και η Δευτέρα παρουσία του Χριστού. Η μετακίνησή τους γίνεται ταχύτατα, αλλά δεν είναι πανταχού παρόντες. Κάθε φορά βρίσκονται σε συγκεκριμένο τόπο, δίχως να γνωρίζουν το τι συμβαίνει αλλού.


Δεν έχουν φύλο, γιατί η φύση τους είναι πνευματική, ενώ δεν χρειάζονται τροφή για να ζήσουν, ή ανάπαυση για να ξεκουραστούν, αλλά ούτε πεθαίνουν και ούτε πολλαπλασιάζονται. Η αθανασία τους δεν πηγάζει από τη φύση τους, αλλά επειδή μετέχουν «κατά χάριν» στην αγιότητα του Θεού.

 

 


3. Διάταξη των αγγέλων


Ο αριθμός των αγγελικών όντων είναι ανυπολόγιστος και απροσμέτρητος. Ο ίδιος ο Ιησούς ομιλεί στη Γεσθημανή για περισσότερες από δώδεκα λεγεώνες αγγέλων, ενώ ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μαρτυρεί ότι είδε και άκουσε γύρω από το Θεϊκό θρόνο χορωδία από μυριάδες μυριάδων και χιλιάδες χιλιάδων αγγέλων.


Όλοι αυτοί οι αναρίθμητοι άγγελοι είναι οργανωμένοι σε τάγματα ή αλλιώς σε τάξεις.

 

Συγκεντρώνοντας τις αναφορές σε αυτό το θέμα του Προφήτη Ησαϊα, του προφήτη Ιεζεκιήλ, του αποστόλου Παύλου, του αγίου Διονυσίου του αρεοπαγίτη και του Οσίου Νικήτα Στηθάτου, μπορούμε να καταλήξουμε στα εξής:


Τα τάγματα των αγγέλων είναι εννέα, τα οποία ταξινομούνται σε τρεις τρίχορες ιεραρχίες ή ταξιαρχίες, κατά τον ακόλουθο τρόπο:

 

Σεραφείμ, Χερουβείμ, Θρόνοι

Κυριότητες, Δυνάμεις, Εξουσίες

Αρχές, Αρχάγγελοι, Άγγελοι.


Ιδίωμα της πρώτης ιεραρχίας είναι η πύρινη σοφία και η γνώση των ουρανίων, ενώ έργο τους ο θεοπρεπής ύμνος του «γελ». Η δεύτερη ιεραρχία έχει ως ιδίωμα τη διευθέτηση των μεγάλων πραγμάτων και την διενέργεια των θαυμάτων, ενώ έργο τους είναι ο τρισάγιος ύμνος «Άγιος, Άγιος, Άγιος».

 

Τέλος ιδίωμα της τρίτης ιεραρχίας είναι να εκτελούν θείες υπηρεσίες και έργο τους αποτελεί ο ύμνος «Αλληλούϊα».


Πέρα από τα ονόματα των εννέα τάξεων, η Αγία Γραφή μας φανερώνει και τα προσωπικά ονόματα ορισμένων αγγέλων. Γνωρίζουμε το Γαβριήλ, που σημαίνει «ήρωας του Θεού», από την εμφάνισή του στο προφήτη Δανιήλ, στο προφήτη Ζαχαρία και στη Θεοτόκο. Γνωρίζουμε το Μιχαήλ, που σημαίνει «τις ως ο Θεός ημών», ενώ εμφανίζεται πολλές φορές στη Παλαιά Διαθήκη. Ο Ραφαήλ είναι ο τρίτος άγγελος που γνωρίζουμε, το όνομά του σημαίνει «ο Κύριος θεραπεύει» και εμφανίζεται στον Τωβίτ μεταφέροντας τις ανθρώπινες προσευχές στο θρόνο του Θεού. Τέλος γνωστός από την εβραϊκή παράδοση είναι και ο Ουριήλ.

 


4. Έργο των αγγέλων


Οι άγγελοι πραγματοποιούν τριπλό έργο. Πρώτα απ΄ όλα δοξολογούν ακατάπαυστα τον Θεό. Αυτή η δοξολογία δεν τους έχει επιβληθεί ως εντολή, αλλά είναι τελείως αυθόρμητη, που ξεπηγάζει από τους ίδιους, όταν αντικρύζουν το κάλλος του Θεϊκού προσώπου και τα μεγαλεία της δημιουργίας του. Τη νύχτα των Χριστουγέννων π.χ. εμφανίσθηκε πλήθος στρατιάς ουρανίου που αινούσε τον Θεό για το γεγονός της θείας ενσαρκώσεως.


Το δεύτερο έργο τους είναι η διακονία στη Θεία Οικονομία. Νιώθουν τόση αγάπη και ευγνωμοσύνη προς το Πλάστη τους και σφοδρή επιθυμία για τη δική τους πρόοδο, ώστε να διακονούν τα μυστήρια της Θείας Οικονομίας. Τα αγγελικά τάγματα μεταδίδουν ιεραρχικά το φωτισμό και τη γνώση το ένα στο άλλο. Τις αποκαλύψεις του Θεού τις διδάσκουν οι ανώτερες τάξεις στις κατώτερες και όταν επιτρέψει ο Θεός να αποκαλυφθεί κάποιο μυστήριο σε νου αγίου ανθρώπου, αυτό θα γίνει ιεραρχικά.


Το τρίτο έργο των αγγελικών δυνάμεων αφορά τη σωτηρία των ανθρώπων. Με αυτό επιφορτίσθηκαν μετά την δημιουργία του ανθρώπου και το επιτελούν με ιδιαίτερη προθυμία και χαρά, αφού κάθε φορά που μετανοεί ένας άνθρωπος για τις αμαρτίες του, πανηγυρίζουν και χαίρονται στον ουρανό.


Στο αρχαιότατο έργο «
ποιμήν» του Ερμά, γίνεται λόγος για τον προσωπικό φύλακα άγγελο κάθε ανθρώπου. Αυτός μάλιστα είναι τρυφερός, σεμνός, πράος, διδάσκει στην ανθρώπινη καρδιά τη δικαιοσύνη και το δρόμο προς το αγαθό. Και άλλοι πατέρες της εκκλησίας μας διδάσκουν ότι απαραίτητη προϋπόθεση παραμονής του φύλακα αγγέλου δίπλα στον άνθρωπο, είναι ο άγιος βίος, διαφορετικά απομακρύνεται εξ΄ αιτίας των πονηρών και αμαρτωλών έργων. Ο άγγελος αυτός παρηγορεί στις θλίψεις, βοηθά στους πόνους, συμπάσχει με τον άνθρωπο, τον οδηγεί στη μετάνοια και τον προστατεύει από ορατούς και αόρατους εχθρούς.


Εκτός όμως από το φύλακα άγγελο του κάθε ανθρώπου, υπάρχουν και οι φύλακες άγγελοι των εθνών, των πόλεων και των κατά τόπους εκκλησιών. Στη Παλαιά Διαθήκη στο βιβλίο του Δευτερονομίου ο Θεός διαμοιράζει τα έθνη και τοποθετεί τα όρια των εθνών σύμφωνα με τον αριθμό των αγγέλων του. Έπειτα ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος παρατηρεί ότι ο Θεός έχει εγκαταστήσει σε κάθε πόλη στρατόπεδα αγγέλων που αναχαιτίζουν τις επιθέσεις των δαιμόνων. Ενώ τέλος ο άγιος Ιππόλυτος είναι ιδιαίτερα σαφής, όταν παρομοιάζει την εκκλησία με πλοίο που έχει ναύτες τους αγγέλους.

 


5. Τιμή των αγγέλων


Η ορθόδοξη εκκλησία τιμούσε πάντοτε τους αγγέλους. Η δε τιμητική τους προσκύνηση διακηρύχθηκε επίσημα από τη Ζ΄ οικουμενική σύνοδο σε αντιδιαστολή προς τη λατρεία που αφορά μόνο το πρόσωπο του Θεού.


Στον εβδομαδιαίο λειτουργικό κύκλο των ακολουθιών, η Δευτέρα αφιερώνεται στις αγγελικές δυνάμεις. Δύο παρακλητικοί κανόνες αφορούν το φύλακα άγγελο και τις επουράνιες Δυνάμεις.


Ο ετήσιος λειτουργικός κύκλος σηματοδοτείται από έξι εορτές αφιερωμένες στον αγγελικό κόσμο, με κυρίαρχη εκείνη της 8ης Νοεμβρίου, κατά την οποία εορτάζεται η σύναξη των αγγέλων υπό τον αρχάγγελο Μιχαήλ ως αντίσταση κατά της αποστασίας του Εωσφόρου.


Αλλά η κατεξοχήν τιμή των αγγέλων γίνεται στη Θεία Λειτουργία. Εκεί, ο λαός του Θεού στη γη και οι στρατιές του ουρανού με ένα στόμα, σε μία κοινή λειτουργική σύναξη προσφέρουν στον Θεό δοξολογία. Μαζί με τους ιερείς συνέρχονται στο θυσιαστήριο και συλλειτουργούν τη θεϊκή αγαθότητα. Μαζί κυκλώνουν την αγία Τράπεζα και τα τίμια δώρα, δια χειρός αγγέλου αναφέρονται εις οσμήν ευωδίας πνευματικής στο υπερουράνιο και νοερό θυσιαστήριο.


Ωστόσο, εκείνοι που τιμούν ιδιαίτερα τους αγγέλους είναι οι μοναχοί. Μέσα από την διαρκή προσευχή τους, την υπεράνθρωπη άσκησή τους, αγωνίζονται να ομοιάσουν στους αγγέλους και να αναπληρώσουν το εκπεσόν τάγμα των δαιμόνων. Γι΄ αυτό και η ακολουθία της μοναχικής κουράς φέρει το όνομα: «Ακολουθία του μεγάλου και αγγελικού Σχήματος».

 


 

6. Ο κόσμος των Αγγέλων

 
Τα βιβλία της Π. Διαθήκης αναφέρουν επουράνια όντα, ζώντα εις το περιβάλλον του Θεού, αποτελούντα τρόπον τινά την Αυλήν του και εκτελούντα τα προστάγματά του παρά τοις ανθρώποις.


Ονόματα   των   αγγέλων. Τα όντα αυτά σημαίνονται δια πολλών και διαφόρων ονομάτων. Είναι, κατά το εβραϊκόν πρωτότυπον κείμενον:


1) "Υιοί του Θεού", μπενέ ελωχίμ (Γέν. στ´ 14 , Ιώβ α´ 6, β´ 1, λη´ 7) ή μπενέ ελίμ, άλλως όντα ανήκοντα εις τον θείον κόσμον, διότι η λέξις "υιοί" εδώ, όπως και εις άλλα σημεία της Βίβλου (Νεεμ. γ´ 88, Ψαλμ. οα´ [οβ´] 4 κ.λπ.), χρησιμοποιείται όχι υπό την κυριολεκτικήν έννοιαν, αλλά δια να εκφράση το ανήκον εις μίαν συγκεκριμένην τάξιν ή χορείαν. Οι Ο´ μετέφρασαν κατά γράμμα αυτήν την έκφρασιν εις την περίπτωσιν του Γέν. στ´ 1-4.
[*]


2) Η αυτή ιδέα του ανήκοντος εις την υπερφυσικήν τάξιν εκφράζεται και δια των λοιπών κάτωθι ονομάτων: "Άγιοι" εις Ψαλ. πη´ [πθ´] 6, 8, Ιώβ ιε´ 15, Ζαχ. ιδ´ 5, Δαν. δ´ 14. "Υιοί του υψίστου" εις Ψαλμ. πα´ [πβ´]. "Ισχυροί" (αββιρίμ) εις Ψαλμ. οζ´ (οη´) 25. "Υπέρτατοι" (ρανίμ) εις Ιώβ κα´ 22.


3) Μιά άλλη κατηγορία ονομάτων αφορά εις την δραστηριότητα των επουρανίων τούτων όντων: "Δυνατοί ισχύϊ (γιββορίμ), Ψαλμ. ρβ´ [ργ´] 20, Ιωήλ δ´ 11. "Αγρυπνούντες", εις Δαν. δ´ 10,20 και, τέλος, μάλ' άκ, όπερ, κατά γράμμα, σημαίνει "αγγελιαφόρος" και χρησιμοποιείται ενίοτε και δι' αγγελιαφόρους ανθρώπους (Γεν. λβ´ 4, Αριθ. κ´ 14 κ.λπ.), αλλ' ως σημαίνον την συνηθεστέραν δραστηριότητα των υπηρετών τούτων του Θεού, κατέστη το πλέον εν χρήσει όνομά των. Οι Ο´ το απέδωσαν ακριβολόγως δια του "άγγελος", το οποίον έγινεν εις την λατινικήν Βίβλον
angelus και επεραιώθη εκείθεν υπό την μορφήν αυτήν εις όλας τας νέας γλώσσας.


4) Δια να σημάνουν το σύνολον των αγγέλων, τα παλαιοδιαθηκικά κείμενα ομιλούν περί της "στρατιάς του Γιαχβέ" (Ιησ. Ν. στ´ 14, Γ´ Βασ. κβ´ 19, Β´ Παραλ. ιη´ 18, Ψαλμ. ρμη´ 2) της "εκκλησίας του Θεού" (Ψαλμ. πα´ [πβ´] 1) ή περί της "εκκλησίας των αγίων" (Ψαλμ. πη´ [πθ´] 6,8).


5) Τέλος, ωρισμένα ονόματα αφορούν εις ιδιαιτέρας κατηγορίας των όντων τούτων: τα "χερουβίμ" (Γέν. γ´ 24) και τα "σεραφείμ" (Ησ. στ´ 2,6).
 



Α. Η εξέλιξις της παλαιοδιαθηκικής αγγελολογίας


Η περί των αγγέλων αποκάλυψις είναι κατά τρόπον λίαν αισθητόν προοδευτική κατά τον ρουν της παλαιοδιαθηκικής ιστορίας. Δυνάμεθα ούτω να εξετάσωμεν διαδοχικώς την αγγελολογίαν αυτήν προ και μετά την αιχμαλωσίαν.


1)
Προ της αιχμαλωσίας. Εις τα προαιχμαλωσιακά κείμενα οι άγγελοι μνημονεύονται πολύ αραιά. Εμφανίζονται ιδίως καθ' ομίλους (Γέν. λβ´ 2,3, κη´ 12, ιθ´ 1, Γ´ Βασ. κβ´ 19-23, Ησ. στ´ 2-4).


Δραστηριότης και λειτουργήματα των αγγέλων: Εκτός του Γέν. στ´ 1-4, το οποίον περιέχει απόσπασμα αρχαιοτάτου κειμένου και του οποίου η σημασία είναι σκοτεινή, οι άγγελοι παρουσιάζονται ως αποτελούντες την Αυλήν ή την στρατιάν του Γιαχβέ, μερικοί δε εξ αυτών είναι δυνατόν να αποστέλλωνται περιστατικώς εις τους ανθρώπους με ωρισμένην ανάθεσιν (Γέν. ιθ´ 1 κ. εξ., Ιησ. Ν. στ´ 14, Γ´ Βασ. κβ´ 19-23). Ο ρόλος των είναι δυσδιάκριτος. Ουδείς των αγγέλων φαίνεται να έχη λειτούργημα, το οποίον να επιτρέπη να τον διακρίνωμεν σαφώς από τους λοιπούς, εξαιρουμένων, ίσως, του αρχηγού της στρατιάς του Γιαχβέ (Ιησ. Ν. στ´ 14) και μυστηριώδους τινός προσώπου αποκαλουμένου "Άγγελος του Γιαχβέ" ή "Άγγελος του Θεού".


Ιεραρχία των αγγέλων: Εκτός του Ιησ. Ν. στ´ 14, ένθα ο λόγος περί αρχηγού τινός της στρατιάς του Γιαχβέ, τα προαιχμαλωσιακά κείμενα δεν φαίνεται να ομιλούν περί ιεραρχίας εις τον κόσμον των αγγέλων. Αναφέρουν ρητώς τα χερουβίμ (Γέν. γ´ 24) και τα σεραφείμ (Ησ. στ´ 2). Πρόκειται, όμως, περί ιεραρχικής των διακρίσεως; Είναι εν σημείον, επί του οποίου θα επανέλθωμεν.


2) Μετά την αιχμαλωσίαν. Μετά την αιχμαλωσίαν, τα λειτουργήματα των αγγέλων διακριβούνται, διαστέλλονται και ιεραρχούνται. Ούτως, ο Ιεζεκιήλ διακρίνει εις εν των οραμάτων του άγγελόν τινά, ο οποίος φαίνεται να εκτελή χρέη γραφέως (θ´ 2). Ο Ζαχαρίας γνωρίζει αγγέλους αποστελλομένους παρά του Θεού ως περιοδευτάς προς επιθεώρησιν όλης της γης (α´ 8-17), ως και αγγέλους μεσιτεύοντας υπέρ της Ιερουσαλήμ και πάσης της Ιουδαίας (α´ 12). Άγγελοι επίσης μεταδίδουν εις τον προφήτην τους θείους λόγους παρηγορίας (α´ 14, ιδ´).

 

Γενικώς, δια τον Ζαχαρίαν, ο Θεός κυβερνά τον κόσμον μέσω των αγγέλων. Ο προφήτης αναφέρει όλως ιδιαιτέρως τον άγγελον του Γιαχβέ, τον οποίον παρουσιάζει, κατ' αντίθεσιν προς πολυάριθμα προαιχμαλωσιακά χωρία (βλ. επόμ. άρθρον), ως άγγελον όμοιον προς τους λοιπούς, σαφώς διαστελλόμενον από τον Θεόν. Κατά τον Ζαχαρίαν, ο άγγελος του Γιαχβέ έχει υπό τας διαταγάς του αγγέλους (α´ 8, β´ 7,8, γ´ 4). Μεταδίδει εις τον προφήτην, ως και εις τον αρχιερέα, τα προστάγματα του Θεού (α´ 14, γ´ 6 κ. εξ.). Μεσιτεύει υπέρ του λαού και ασκεί την δικαιοσύνην εν ονόματι του Γιαχβέ (γ´ 1,2). Εξαγνίζει τον κατηγορούμενον από την ανομίαν του (γ´ 4). Τέλος, εις το βιβλίον του Ζαχαρίου, οι άγγελοι, επιφορτισμένοι από τον Θεόν με την διακυβέρνησιν του κόσμου, καλούνται εκ τούτου ακριβώς και εις το να καταστήσουν ανάγλυφον την θείαν υπεροχήν.


Ο Δανιήλ γνωρίζει τους προστάτας των λαών αγγέλους. Είναι, πρώτον, ο άγγελος Μιχαήλ, ο προστάτης του Ισραήλ (ι´ 13,21). Ούτος είναι "εις των αρχόντων των πρώτων", κατά δε την συντέλειαν θα αναλάβη την υπεράσπισιν του περιουσίου λαού (ιβ´ 1). Είναι κατόπιν ο άρχων, δηλαδή ο άγγελος του βασιλείου της Περσίας, ως και ο των Ελλήνων (ι´ 13,20. Πρβλ. Δευτερ. λβ´ 8 εις το κείμενον των Ο´ και Σοφ. Σειρ. ιζ´ 18). Δυνάμεθα να ομιλήσωμεν μετά βεβαιότητος περί ταυτότητος των αρχόντων τούτων των εθνών προς τους "αγρυπνούντας", περί των οποίων το αυτό βιβλίον ομιλεί εις τα δ´ 10,14,20 και, ίσως, προς τους επτά οφθαλμούς του Γιαχβέ τους μνημονευομένους παρά του Ζαχαρίου (δ´ 10), οι οποίοι είναι οι δι' ων ο Θεός κυβερνά τον κόσμον άγγελοι.


Εξ άλλου, τα μεταιχμαλωσιακά κείμενα ομιλούν όλως ιδιαιτέρως περί αγγέλων σαφώς αποστελλομένων παρά του Θεού δια να βοηθήσουν ή προστατεύσουν τούτον ή εκείνον τον πιστόν ειδικώς. Τοιαύτα χωρία είναι τα Ψαλμ. η´ [3 α´] 11,12, Ψαλμ. λγ´ [λδ´] 8, Δαν. στ´ 23, Ιουδίθ ιγ´ 20, Τωβ. ε´ 17,22, ιβ´ 12,15 (πρβλ. Γέν. κδ´ 7,40, μη´ 16, Γ´ Βασ. ιθ´ 5,7). Τα εδάφια αυτά παρουσιάζουν επίσης τους αγγέλους μεσιτεύοντας υπέρ των ανθρώπων παρά τω Θεώ. Πρέπει να σημειωθή επίσης, ότι, ως και προ της αιχμαλωσίας (Εξ. ιβ´ 23, Δ´ Βασ. ιθ´ 35), οι άγγελοι εμφανίζονται ωσαύτως και ως εκτελεσταί των θείων αποφάσεων τιμωρίας (Α´ Παραλ. κα´ 12, 16,27. Πρβλ. Β´ Βασ. κδ´ 15-17, Ιεζ. θ´ 9-13, Ψαλμ. λδ´ [λε´] 5), πράγμα, όπερ επιτρέπει εις τον ποιητήν του οζ´ (οη´) Ψαλμού να ομιλή περί αγγέλων "πονηρών", δηλαδή αγγέλων φερόνων δεινά, τους οποίους ο Θεός, εν τη οργή του, εξαπολύει κατά των εχθρών του ή κατά των ασεβών.


Συγχρόνως προς τον βαθμιαίον καθορισμόν των αγγελικών λειτουργημάτων, αποσαφηνίζεται και η ύπαρξις μιας επουρανίου ιεραρχίας. Κατά τον Ζαχαρίαν, ο άγγελος ο αποκαλούμενος "άγγελος του Γιαχβέ" έχει αγγέλους υπό τας διαταγάς του (α´ 8, β´ 7,8, γ´ 4). Το βιβλίον του Δανιήλ κατονομάζει τους ανωτέρους τον βαθμόν αγγέλους (ι´ 21). Η προσωπικότης των διευκρινίζεται και αυτή και εκ του αυτού βιβλίου δέχονται πλέον ίδια ονόματα: ο Μιχαήλ (Μικά έλ, ο οποίος είναι ως θεός, ι´ 13,21), ο Γαβριήλ (Γαβρί έλ, ο ανήρ, άνθρωπος του Θεού, η´ 16, θ´ 21). Το βιβλίον του Τωβίτ μας παρουσιάζει τον Ραφαήλ (Ραφά έλ, ο Θεός ιάται), περί του οποίου αναφέρει, ότι είναι εν εκ των επτά πνευμάτων, των "προσαναφερόντων τας προσευχάς των αγίων και εισπορευομένων ενώπιον της δόξης του αγίου", δηλαδή του Θεού (ιβ´ 15). Τα απόκρυφα βιβλία παρέχουν άλλα ονόματα αγγέλων.


Τέλος, άλλα χωρία πληροφορούν, ότι ο αριθμός των αγγέλων είναι ανυπολόγιστος (Δαν. ζ´ 7, Ψαλμ. ξζ´ [ξη´] 18).


 


Β. Φύσις και προέλευσις των αγγέλων


Η κτιστή φύσις των αγγέλων: Η Π. Διαθήκη δεν ασχολείται με το ζήτημα της προελεύσεως και της φύσεως των αγγέλων. Δεν ομιλεί, ειμή δια το έργον των. Αλλά, παρουσιάζουσα αυτούς ως αγγελιαφόρους του Θεού ή περιγράφουσα τούτους ως σχηματίζοντας την Αυλήν και την στρατιάν του, επαναλαμβάνουσα ότι τον υμνούν (Ψαλμ. κη´ [κθ´] 1,2, ρβ´ [ργ´] 20-21, ρμη´ 1-2, Ιώβ λη´ 7), υπογραμμίζει την πλήρη εξάρτησιν και υποτέλειάν των έναντι του Θεού. Παρά το ότι ανήκουν εις τον θείον κόσμον (όπερ δεικνύουν τα ονόματά των ως υιών του Θεού, υιών του Υψίστου, αγίων), είναι απείρως κατώτεροι του Θεού, ο οποίος και εις αυτούς ευρίσκει σφάλματα (Ιώβ δ´ 18, ιε´ 15, Σοφ. Σειρ. μβ´ 17) να διασαφηνίζη, ότι ο Θεός δίδει εις τα στρατεύματά του την δύναμιν, επιτρέπων εις αυτά να υπάρχουν ενώπιόν του. Εξ όλων τούτων των μαρτυριών προκύπτει, ότι, κατά την Π. Διαθήκην, οι άγγελοι είναι κτίσματα του Θεού, παρ' όλον ότι ουδέν χωρίον βεβαιώνει τούτο ρητώς, ούτε διευκρινίζει πότε ούτοι εκτίσθησαν. Επί του τελευταίου σημείου του Ιώβ λη´ 7 λέγει απλώς, ότι οι άγγελοι υπήρχον προ της Γης.


Η σχέσις των αγγέλων προς τα άστρα: Το ανωτέρω χωρίον, ως και το Ψαλμ. ρμη´ 1-5 (πρβλ. Ιησ. Ν. ε´ 14, Γ´ Βασ. κβ´ 19), πιθανώτατα δε και τα Ησ. κδ´ 21, μ´ 26, με´ 12,21, Ιερεμ. λγ´ 22, Νεεμ. θ´ 6, Ψαλμ. λβ´ [λγ´] 22 φαίνεται να συνδέουν τους αγγέλους προς τα άστρα. Τούτο αποτελεί ένδειξιν, ότι κατ' αρχάς οι Εβραίοι δεν διέστελλον σαφώς τους αγγέλους, από τα άστρα. Ή, απεναντίας, είναι μία απόδειξις, ότι οι μονοθεϊσταί Εβραίοι έθεσαν αποφασιστικώς εις την τάξιν των κτισμάτων ή των υπηρετών του Θεού τα παρά των Βαβυλωνίων και λοιπών λαών της αρχαίας Ανατολής λατρευόμενα ως θεότητας άστρα; Το ζήτημα συζητείται ακόμη υπό των συγχρόνων ειδικών ερευνητών (βλ. W. Eichrodt, Theologie des A. T., Leipzig 1933-35, ΙΙ, σ. 104).


Η πνευματικότης των αγγέλων: Η Π. Διαθήκη θεωρεί τους αγγέλους ως πνευματικά όντα, παρ' όλον ότι εις τας πλείστας των περιπτώσεων εμφανίζονται ούτοι ως άνθρωποι (Γέν. ιη´ 19, Κριτ. ι´ 11, Ιησ. Ν. ε´ 13, Ιεζ. θ´ 3, Δαν. β´ 21, ι´ 5, Τωβ. ε´ 5 κ. εξ.). Δεν είναι ποτέ πτερωτοί, εκτός της περιπτώσεως των χερουβίμ και των σεραφείμ, αλλά κινούνται ταχέως εις τον αέρα (Δαν. θ´ 21, ιδ´ 35,38). Ενίοτε η όψις των είναι φοβερά (Κριτ. ιγ´ 6, Δαν. η´ 17, ι´ 7). Το πρόσωπόν των είναι φωτεινόν, τα δε ενδύματά των εκθαμβωτικά (Δαν. ι´ 5,6, Β´ Μακ. γ´ 25,26). Εις τας αρχαίας διηγήσεις οι άγγελοι ενίοτε μετέχουν εις τα γεύματα των ανθρώπων (Γέν. ιη´ 19. Πρβλ. Ψαλμ. οζ´ [οη´] 25). Αλλ' ήδη το Κριτ. ιγ´ 15-16 διευκρινίζει, ότι οι άγγελοι δεν τρώγουν και το Τωβ. ιβ´ 19 υπογραμμίζει, ότι φαινομενικώς μοιράζονται με τους ανθρώπους τας γηίνας τροφάς και ότι, εις την πραγματικότητα, τρέφονται με αόρατον τροφήν. Παρ' όλον ότι ωρισμένα εδάφια, εξαρτώμενα εκ του μεταγενεστέρου ιουδαϊσμού και ερμηνεύοντα το Γέν. στ´ 1-4, παραδέχονται ότι πρόκειται εκεί περί συζεύξεων των υιών του Θεού, δηλαδή αγγέλων με θνητάς γυναίκας (βλ. εν προκειμένω C. Robert, Les fils de Dieu et les filles des hommes, εν Revue Biblique 1895, σ. 340-374 και 525-552. H. Junker, Die Biblische Uhrgeschichte, Bonn 1932. Του αυτού, Zur Erklärung von Gen. 6, 1-4, εν Biblica 1935, σ. 205-212. P. Joüon, Les unions entre les fils de Dieu et les filles des hommes, εν Revue des Sciences Religieuses 1939, σ. 108-112. G. E. Closen, Die Sünde der Söhne Gottes, Ein Beitrag der Theologie Genesis, Rome 1937. G. Philips, De spiritualitate Angelorum et matrimonio Filiorum Dei, εν Revue Ecclésiastique de Liège 31 [1940], σ. 290-300), τα αυτά, εν τούτοις, κείμενα δεν θέτουν εν αμφιβόλω την παραδοσιακήν αντίληψιν περί της πνευματικής φύσεως των αγγέλων (βλ. λ.χ. Ενώχ ιε´ 6,7. Πρβλ. Μάρκ. ιβ´ 25, Ματθ. κβ´ 30).


Το ζήτημα της πτώσεως των αγγέλων: Παρά το ότι η Π. Διαθήκη γνωρίζει την ύπαρξιν δαιμόνων και παρουσιάζει τον Σατανάν (Ιώβ α´ 6-12, β´ 1-7, Ζαχ. 1-7 ), ως τον αντιστρατευόμενον εις το θείον σχέδιον και προσπαθούντα να καταστρέψη τας σχέσεις Θεού και ανθρώπων, οι ιεροί συγγραφείς δεν έθεσαν εις εαυτούς το πρόβλημα της προελεύσεως των πνευμάτων του κακού και δεν εσκέφθησαν να αναζητήσουν την εξήγησιν αυτής εις γεγονότα αναφερόμενα εις τον κόσμον των αγγέλων. Είναι αληθές, ότι εις την χριστιανικήν γραμματείαν ερμηνεύεται ενίοτε το Ησ. ιδ´ 12 ως υπαινιγμός εις την πτώσιν του πρώτου αγγέλου, ο οποίος ηθέλησε να εξισωθή με τον Θεόν, και ότι η μετάφρασις "Licifer" της Βουλγάτας, η αντιστοιχούσα εις τας λέξεις "λαμπρόν άστρον, υιος της αυγής", κατέστη εν των ονομάτων, τα οποία αποδίδονται εις τον άρχοντα των δαιμονίων (Εωσφόρος, κατά τους Ο´). Οφείλομεν, εν τούτοις, να αναγνωρίσωμεν ότι το γράμμα του Ησ. ιδ´ 12 δεν ομιλεί, ειμή δια την πτώσιν του βασιλέως της Βαβυλώνος, ως συμβαίνει και με το Ιεζ. κη´ 16-17, το οποίον επίσης εξελήφθη ενίοτε κατά παρόμοιον τρόπον, ενώ δεν αναφέρεται ειμή εις την πτώσιν του βασιλέως της Τύρου. Ούτω, πρέπει να αναμείνη τις τα ιουδαϊκά απόκρυφα, δια να ίδη εμφανιζομένην την ιδέαν, καθ' ην οι δαίμονες είναι πεπτωκότες άγγελοι, με συχνόν υπαινιγμόν εις το Γέν. στ´ 1-4, ως ένδειξιν πιθανήν της αιτίας της πτώσεώς των. Όπως και να έχη το πράγμα, μόνον με την Κ. Διαθήκην η δαιμονολογία τίθεται εις πλήρη σχέσιν προς την αγγελολογίαν, η δε τελευταία διασαφηνίζεται εις πολλά σημεία, τα οποία παρέμειναν σκοτεινά υπό τον αρχαίον Νόμον.




Γ. Ιδιαίτεραι κατηγορίαι των αγγέλων

 
Η Π. Διαθήκη είναι ωσαύτως ασαφής και εις την διδασκαλίαν της περί των ιδιαιτέρων κατηγοριών των αγγέλων, ειδικώτερον δε εις ό,τι αναφέρει περί των μυστηριωδών εκείνων όντων, τα οποία είναι τα χερουβίμ και τα σεραφείμ.


Τα χερουβίμ: Ο όρος ούτος, υιοθετηθείς παρά της χριστιανικής ονοματολογίας, είναι ο πληθυντικός της εβραϊκής λέξεως "χερούβ". Η λέξις αυτή πιθανόν είναι δάνειον εκ του ακκαδικού "χαριβού", μία των μορφών του οποίου σημαίνει τον λατρεύοντα την θεότητα πιστόν και επίσης, τον θεόν ή την θεάν, οι οποίοι μεσιτεύουν (P. Dhorme και L. H. Vincent, Les chérubins, εν Revue Biblique 1926, σ. 328-358 και 481-495). Το προσευχόμενον "χαριβού" (ή "χαρουβού") είναι θείον ον, το οποίον ενθυμίζει τους θέσιν φρουρών επέχοντας προ της θύρας των βαβυλωνιακών ναών ή ανακτόρων πτερωτούς ταύρους ("λαμασού", θηλυκόν: "λαμαστού").


Τα χερουβίμ αναφέρονται ονομαστί το πρώτον εις το Γέν. γ´ 24, όπου λέγεται ότι ο Θεός "έταξε τα χερουβίμ και την φλογίνην ρομφαίαν την στρεφομένην φυλάσσειν την οδόν του ξύλου της ζωής", κλείσας ούτω τον Παράδεισον. Ο ρόλος των ως φυλάκων ή προστατών υπογραμμίζεται επίσης εις το Ιεζ. κη´ 14 και 16. Ουδεμία περιγραφή των γίνεται, αλλ' είναι λίαν πιθανόν, ότι παριστώντο υπό μορφήν ανθρωπίνην, ακριβώς ως συνέβαινε με τας δεομένας θεότητας και τους πτερωτούς ταύρους των Βαβυλωνίων. Κάτι το παρόμοιον θα πρέπει να ήσαν τα δύο πτερωτά χερουβίμ, τα κατεσκευασμένα εξ επιχρύσου ξύλου ελαίας, τα οποία, εν τω ναώ του Σολομώντος, ήσαν τοποθετημένα εις τα Άγια των Αγίων, όπου, με τας τεταμένας πτέρυγάς των, εσχημάτιζον εν είδος σκέπης υπέρ την κιβωτόν της Διαθήκης (Γ´ Βασ. στ´ 23-28 και Β´ Παραλ. Γ´ 10-13). Το αυτό δύναται να λεχθή και δια τα "χρυσοτορευτά" και με τεταμένας τας πτέρυγας χερουβίμ, τα οποία, κατά το Εξ. κε´, ήσαν τοποθετημένα επί του καλύμματος της ιεράς κιβωτού, ως και δια τα υφαντά χερουβίμ, τα επί των "αυλαιών" της Σκηνής (Εξ. κστ´ 1, λα´, λστ´ 8,35) ή εκείνα των οποίων αι μορφαί ήσαν "εγκεκολαμμέναι" εις τας επενδύσεις των τοίχων και τας θύρας του σολομωντείου ναού (Γ´ Βασ. στ´ 32,35). Τα χερουβίμ αυτά φαίνεται ότι ήσαν οι φύλακες της κιβωτού και παραλλήλως τα ορατά σύμβολα της παρουσίας του Γιαχβέ, ο οποίος, κατά τα Εξ. κε´ 22 και Αριθ. ζ´ 89, ελάλει εις τον Μωϋσήν "αναμέσον των δύο χερουβίμ, άνωθεν του ιλαστηρίου, ό εστιν επί της κιβωτού του μαρτυρίου".


Άλλα εδάφια ομιλούν περί των χερουβίμ μάλλον ως χρησιμευόντων εις τον Γιαχβέ δίκην θρόνου (Α´ Βασ. δ´ 4, Β´ Βασ. στ´ 2, Δ´ Βασ. ιθ´ 15, Ησ. λζ´ 16, Ψαλμ. σθ´ [π´] 2, κη´ [κθ´] 1, Δαν. γ´ 55) ή υποζυγίου (Ψαλμ. ιζ´ [ιη´] 15, Β´ Βασ. κα´ 11. Πρβλ. Ησ. ιθ´ 1 και Ψαλμ. ργ´ [ρδ´] 3). Εις την αυτήν τάξιν ιδεών έχουν την θέσιν των και τα οράματα του Ιεζεκιήλ (α´ 4 κ. εξ., θ´ 3, ι´, ια´ 22). Τα χερουβίμ περιγράφονται εκεί ως σχηματίζοντα το άρμα ή τον κινητόν θρόνον, επί του οποίου η δόξα του Γιαχβέ καταβαίνει εκ του ουρανού ή αναβαίνει πάλιν. Εις τα οράματα του Ιεζεκιήλ τα χερουβίμ έχουν "ομοίωμα ανθρώπου επ' αυτοίς" (α´ 5). Εν τούτοις, έχουν τέσσαρα πρόσωπα, ήτοι πρόσωπον ανθρώπου, λέοντος, ταύρου και αετού (α´ 10), τέσσαρας πτέρυγας και χείρας ανθρωπίνας υπό τας πτέρυγας, σκέλη δε ορθά με οπλάς ταύρων. Η λάμψις των είναι ως η της αστραπής (α´ 13) και το πνεύμα των κινεί τους τροχούς του άρματος (α´ 15-21). Είναι πολύ δύσκολον να αναπαρασταθή ακριβώς το θέαμα των χερουβίμ, το οποίον περιγράφει ο Ιεζεκιήλ. Πάντως, εκ των όσων λέγει, είναι όντα μικτά, αποτελούμενα από μέλη διαφόρων ζώων, ως και οι πτερωτοί φύλακες των ασσυροβαβυλωνιακών ναών και ανακτόρων.


Δυνάμεθα, λοιπόν, να συμπεράνωμεν, ότι οπωσδήποτε ο Ισραήλ εδανείσθη το όνομα των χερουβίμ και την πλαστικήν των μορφήν εκ Βαβυλώνος. Αλλά και εδώ, ως και αλλαχού, μετεμόρφωσε τα εννοίας. Το "χαριβί" των Βαβυλωνίων και των άλλων λαών της αρχαίας Ανατολής είναι θεότητες δευτέρας τάξεως και δύνανται να ανήκουν είτε εις το άρρεν είτε εις το θήλυ γένος. Τα χερουβίμ είναι άνευ φύλου και υπηρετούν τον μόνον Θεόν. Φανερώνουν την αόρατον παρουσίαν του και συμβολίζουν την ενέργειάν του, δεικνύοντα την θείαν υπεροχήν και παντοδυναμίαν.


Τα σεραφείμ: Ταύτα, ως επουράνια όντα σχηματίζοντα την Αυλήν του Γιαχβέ, δεν μνημονεύονται παρά της Π. Διαθήκης, ειμή εις το Ησ. στ´ 2-6. Πολλά έτυμα προετάθησαν προς εξήγησιν της εβραϊκής ταύτης λέξως. Συνηθέστερον, αύτη ετυμολογείται εκ του ρήματος "σαράφ", καίω. Συνεσχετίσθη όμως επίσης και με την αιγυπτιακήν λέξιν "σερέφ", την σημαίνουσαν τους πτερωτούς κύνας, οι οποίοι φυλάσσουν την είσοδον ωρισμένων τάφων. Εγένετο επίσης συσχέτισις και με μίαν ρηματικήν ρίζαν, η οποία εις την αραβικήν σημαίνει το είναι τινα ευγενή. Πρέπει, όμως, ωσαύτως να σημειωθή ότι η λέξις "σαράφ", ενικός του σεραφείμ, χρησιμοποιείται ως επίθετον παρά το ουσιαστικόν "ναχάς", όφις, εις τα Αριθ. κα´ 6-9 και Δευτερ. η´ 15, όπου σημαίνει τους πυρίνους όφεις, τους οποίους ο Θεός απέστειλε προς τιμωρίαν των υιών Ισραήλ, όταν ούτοι έδειξαν ανυπομονησίαν και ωμίλησαν κατ' αυτού και κατά του Μωϋσέως εν τη ερήμω. Οι όφεις ούτοι εχαρακτηρίσθησαν, φαίνεται, πύρινοι εξ αιτίας του ιδιαιτέρου άλγους, το οποίον προεκάλουν τα δήγματά των. Ας υπενθυμίσωμεν, τέλος, ότι η λέξις "σαράφ" σημαίνει επίσης τον χαλκούν όφιν, τον οποίον ετοποθέτησεν ο Μωϋσής επί ενός κάμακος (Αριθ. κα´ 8), ως και ένα μυθικόν όφιν, καρπόν της λαϊκής φαντασίας, περί του οποίου γίνεται μνεία εις το Ησ. ιδ´ 29 και λ´ 6.


Δια να επανέλθωμεν εις την διήγησιν του στ´ κεφ. του Ησαίου, τα σεραφείμ παριστάνονται εκεί ως όντα περικυκλούντα τον θρόνον του Γιαχβέ, όμοια με τους αγγέλους του Γ´ Βασ. κβ´ 19. Διακηρύσσουν την αγιότητα του Γιαχβέ και είναι επίσης επιφορτισμένα με την απομάκρυνσιν των βεβήλων και την εξάγνισιν εκείνων, τους οποίους ο Γιαχβέ καλεί να τον πλησιάσουν (στ´ 4), φαίνεται να προέρχεται από την αναπνοήν των, πράγμα όπερ επιτρέπει την εικασίαν ότι είναι εμπύρου πράγματι φύσεως, εξ ης και το όνομά των. Η αυτή διήγησις διευκρινίζει, ότι έχουν χείρας, πόδας, ανθρωπίνην φωνήν και τρία ζεύγη πτερύγων. Διετυπώθη η υπόθεσις, επειδή το όνομά των σημαίνει ενίοτε όφεις, ότι είχον σώμα όφεως και ήσαν, κατ' ακολουθίαν, μικτά όντα, ως τα χερουβίμ των οραμάτων του Ιεζεκιήλ. Αλλά το συμπέρασμα τούτο δεν ευσταθεί, διότι η λέξις "σαράφ" σημαίνει πύρινος και προσιδιάσθη εις ωρισμένους όφεις εξ αιτίας του αποτελέσματος, όπερ προκαλείται εκ του δήγματός των. Τα σεραφείμ είναι λοιπόν επουράνια όντα, των οποίων κύριον λειτούργημα είναι η διακήρυξις της αγιότητος του Θεού και ο συμβολισμός της υπεροχής του.


Άγγελος του Γιαχβέ: Άγγελος του Γιαχβέ (μάλ άκ Γιαχβέ) ή άγγελος του Θεού (μάλ άκ Ελωχίμ) είναι το όνομα, το οποίον ωρισμένα βιβλικά εδάφια αποδίδουν εις επουράνιον ον, συχνάκις αποστελλόμενον παρά του Θεού προς μετάδοσιν μηνύματός τινος εις τους ανθρώπους, κατά τον ρουν της ιεράς ιστορίας. Ο εβραϊκός όρος "μάλ άκ" σημαίνει κυριολεκτικώς αγγελιαφόρος. Απεδόθη όμως προ πάντων εις τα πνευματικά όντα, τα οποία καλούμεν αγγέλους και τα οποία περιβάλλουν τον Θεόν και αποστέλλονται παρ' αυτού με διαφόρους εντολάς μεταξύ των ανθρώπων. Δεν θα ήτο δυνατόν να αρνηθή τις, μεταξύ των αγγελιαφόρων τούτων του Θεού και του μάλ άκ Γιαχβέ ή μάλ άκ Ελωχίμ, μίαν αναλογίαν. Ωρισμέναι όμως πλευραί αυτής, τουλάχιστον δια την Π. Διαθήκην, απαιτούν διευκρίνισιν. Τούτο ακριβώς θα επιχειρήσωμεν εις το παρόν άρθρον.

 

(Σημείωση ΟΟΔΕ: Οι παρακάτω θεωριολογίες και απόψεις περί του Αγγέλου Γιαχβέ, για εμάς τους Ορθοδόξους έχουν μόνο εγκυκλοπαιδική αξία, καθώς τόσο εμείς, όσο και ο Ιουδαϊσμός από τον οποίο πήγασε η Χριστιανική πίστη, έχουμε σαφή και καθορισμένη θέση για το ότι ο άγγελος Γιαχβέ ήταν άκτιστος. Εμείς οι Ορθόδοξοι μάλιστα, σαφέστατα ταυτίζουμε τον Άγγελο Γιαχβέ με το πρόσωπο του Θεού Λόγου, τον Κύριο Ιησού Χριστό. Γι' αυτό και το ζήτημα αυτό, χρησιμοποιήθηκε ως αναμφισβήτητο δεδομένο επί του οποίου στηρίχθηκαν ακόμα και διατυπώσεις Οικουμενιών Συνόδων. Οποιαδήποτε αμφισβήτηση της ταύτισης του Κυρίου μας Ιησού Χριστού με τον άγγελο Γιαχβέ, αφορά είτε απληροφόρητους, είτε Χριστιανικές αιρέσεις, οι οποίοι βολοδέρνουν να βρουν απαντήσεις σε ήδη απαντημένα και ξεκαθαρισμένα θέματα, εδώ και αιώνες. Περισσότερα επί του ζητήματος, έχουμε στο σχετικό μας άρθρο).


Ο άγγελος του Γιαχβέ ή του Ελωχίμ εμφανίζεται κυρίως εις τα προαιχμαλωσιακά κείμενα. Εις αυτά, το λειτούργημά του ως αγγελιαφόρου του Θεού καθορίζεται σαφώς. Ο Θεός τον αποστέλλει δια να προστατεύση ή να οδηγήση τον Ισραήλ (Εξ. ιδ´ 19, κγ´ 20, Αριθ. κ´ 26) ή δια να πατάξη τους εχθρούς του (Δ´ Βασ. ιθ´ 35). Ενίοτε επίσης, οδηγεί και προστατεύει ωρισμένα επί μέρους πρόσωπα, ως τον υπηρέτην του Αβραάμ (γέν. κδ´ 7) και τον Ιακώβ (Γέν. μη´ 16). Αυτός πάλιν σταματά εις τον δρόμον τον προφήτην Βαλαάμ (Αριθ. κβ´ 22). Συχνάκις αποστέλλεται με θεία προστάγματα και μηνύματα (Γέν. ιστ´ 7-11, κβ´ 11-25, λα´ 11, Κριτ. β´ 1-4, στ´ 11-24, ιγ´ 3-33, Δ´ Βασ. α´ 3,15). Μίαν φοράν αποστέλλεται δια να τιμωρήση τον πταίσαντα Ισραήλ (Β´ Βασ. κδ´ 16=Α´ Παραλ. κα´ 16). Είναι ευμενής έναντι των προς ους αποστέλλεται, υπερβάλλει τους ανθρώπους εις ισχύν, γνώσιν και σοφίαν, είναι δε δυνατόν να υπολογίζη τις επί της βοηθείας του (Α´ Βασ. ιδ´ 17,20).


Το ερμηνευτικόν και θεολογικόν πρόβλημα το αφορών εις τον άγγελον του Γιαχβέ έγκειται εις το ότι πολλά χωρία παρουσιάζουν τον θείον τούτον απεσταλμένον ομιλούντα και ενεργούντα ως εάν ήτο ο ίδιος ο Θεός, ενώ άλλα φαίνεται να τον διαστέλλουν σαφώς από τον Θεόν. Εις την πρώτην κατηγορίαν ανήκουν μαρτυρίαι ως το Γέν. ιστ´ 7-13 (ο άγγελος του Γιαχβέ εμφανίζεται εις την Άγαρ εν τη ερήμω, της αγγέλλει την γέννησιν του Ισμαήλ και της υπόσχεται πολυαρίθμους απογόνους), το Γέν. κα´ 17 κ. εξ. (ο άγγελος του Θεού απευθύνεται προς την Άγαρ εξ ουρανού και της λέγει· "εις έθνος μέγα ποιήσω αυτό" - δηλαδή το τέκνον σου), τα Γέν. κβ´ 11-12 και 14-18 (ο άγγελος του Γιαχβέ ακινητεί την χείρα του ετοίμου να θυσιάση τον υιόν του πατριάρχου Αβραάμ και του επαναλαμβάνει την θείαν επαγγελίαν), το Γέν. λα´ 11-13 (ο άγγελος του Θεού δηλοί εν ονείρω εις τον Ιακώβ: "εγώ ειμι ο Θεός ο οφθείς σοι εν τόπω Θεού [εν Βαιθήλ, δηλαδή], ου ήλειψάς μοι εκεί στήλην και ηύξω μοι εκεί ευχήν"), το Εξ. γ´ 2-5 (ο άγγελος του Γιαχβέ εμφανίζεται εις τον Μωϋσήν εν τη βάτω τη φλεγομένη, αλλά του ομιλεί αυτός ο Θεός), το Κριτ. β´ 1-4 (ο άγγελος του Γιαχβέ εμφανίζεται εις τους υιούς Ισραήλ και τους λέγει: "ανεβίβασα υμάς εξ Αιγύπτου"), το Κριτ. στ´ 11-24 (ο άγγελος του Γιαχβέ φανερούται εις τον Γεδεών και του δίδει σημείον), το Κριτ. ιγ´ 2-23 (ο άγγελος του Γιαχβέ φανερούται εις τον Μανωέ, ο οποίος, αναγνωρίσας αυτόν, λέγει εις την σύζυγόν του: "θανάτω αποθανούμεθα, ότι Θεόν είδομεν"), το Ωσηέ ιβ´ 4-5 (ο προφήτης ταυτίζει προς άγγελον τον θείον αντίπαλον, μετά του οποίου, κατά το Γέν. λβ´ 25-31, επάλαισεν ο Ιακώβ καθ' όλην την νύκτα επί της όχθης του Ιαβώκ). Πρός αυτά τα κείμενα δυνάμεθα επίσης να παραλληλίσωμεν το Εξ. κγ´ 20-22, ένθα ο Γιαχβέ υπόσχεται εις τον Ισραήλ να του αποστείλη ένα άγγελον ("τον άγγελόν μου", κατά τους Ο´), δια να τον οδηγή, και διευκρινίζει: "το όνομά μου έστιν επ' αυτώ". Το όνομα, κατά την Βίβλον, είναι ισοδύναμον προς το πρόσωπον (Εξ. κ´ 24, Ιερεμ. ιδ´ 9). Επομένως, ο άγγελος ούτος, επί του οποίου είναι το όνομα του Γιαχβέ, ασκεί εξουσίαν επί του Ισραήλ ομοίαν εκείνης του Γιαχβέ. Η φωνή του και τα προστάγματά του είναι αυτού του Γιαχβέ. Ας σημειωθή, τέλος, ότι συσχετίζονται επίσης ενίοτε προς τα εδάφια ταύτα το Γέν. ιη´ (ή ενώπιον του Αβραάμ θεοφάνεια παρά την δρύν του Μαμβρή και η μεσίτευσις του Αβραάμ υπέρ των Σοδόμων) και το Γέν. κη´ 10-15 (εμφάνισις του Γιαχβέ εις τον Ιακώβ κατά το όραμα της κλίμακος, βλ. και Γέν. λα´ 11-13).


Αντιθέτως, η δευτέρα κατηγορία εδαφίων υπογραμμίζει την διαστολήν μεταξύ του Γιαχβέ και του αγγέλου του. Βλέπομεν τούτο εις το Γέν. κδ´ 7 (αυτός ο Γιαχβέ θα αποστείλη τον άγγελόν του προ του υπηρέτου του Αβραάμ εις Μεσοποταμίαν), εις το Β´ Βασ. κδ´ 16 ("Κύριος... είπε τω αγγέλω τω διαφθείροντι εν τω λαώ"), εις το Αριθ. κ´ 16 ("και ανεβοήσαμεν προς Κύριον και εισήκουσε Κύριος της φωνής ημών και αποστείλας άγγελον εξήγαγεν ημάς εξ Αιγύπτου" ) και εις τα Εξ. λβ´ 34 και λγ´ 2. Εις τα δύο τελευταία εδάφια, ο λόγος είναι περί ενός αγγέλου, τον οποίον ο Γιαχβέ, μετά το επεισόδιον του χρυσού μόσχου, διακηρύσσει ότι θα αποστείλη δια να οδηγήση τον Ισραήλ εις την Γην της Επαγγελίας. Ο άγγελος ούτος διαστέλλεται από τον Γιαχβέ και είναι μάλιστα κατώτερός του. Πράγματι, οφείλει να αντικαταστήση τον Γιαχβέ, ο οποίος, τιμωρών τον Ισραήλ δια την αποστασίαν του, αρνείται πλέον να οδηγή αυτοπροσώπως τον λαόν του. Τέλος, ευρίσκομεν την αυτήν διαστολήν μεταξύ Γιαχβέ και αγγέλου του εις το Ησ. ξγ´ 9, εν τη μεταφράσει των Ο´: "ου πρέσβυς ουδέ άγγελος, αλλ' αυτός Κύριος έσωσεν". Ο προφήτης υπαινίσσεται εδώ το εξ. λγ´ 14 και αναμιμνήσκεται της αναφερομένης υπό των στίχων 12-15 του αυτού κεφαλαίου παραδόσεως, κατά την οποίαν ο Γιαχβέ υπεσχέθη εις τον Μωϋσήν να οδηγήση αυτοπροσώπως τον Ισραήλ.


Οι πλείστοι των αρχαίων Πατέρων της Εκκλησίας, έχοντες υπ' όψιν τον Φίλωνα τον Αλεξανδρέα, ο οποίος εταύτισε τον άγγελον του Γιαχβέ με τον Λόγον, ενόμισαν ότι ανεγνώρισαν εις αυτό το πρόσωπον θείαν υπόστασιν και υπέθεσαν μίαν προσωπικήν φανέρωσιν του Υιού του Θεού, προοιμιαζομένην την ενανθρώπησίν του (Ιουστίνος, Πρός Τρύφ. 57-60,
PG VI, 605-613, Ειρηναίος, Κατά Αιρέσ.1. IV, V- VII, PG VII, 983-993, Κύριλλος Ιεροσ., Κατηχ. XIV, 27, PG XXXIII, 861, Μ. Βασίλειος, Κατά Ευνομ. 1. ΙΙ, 18, PG XXIX, 609-612). Αλλ' ο Αυγουστίνος, εκ θεολογικών δεδομένων εκτιθεμένων εις το De Trinitate, 1. II, V, 1. III, PL XLII, 848-886, δεν βλέπει εις τας εμφανίσεις του αγγέλου του Γιαχβέ, ειμή κτιστήν αγγελικήν μορφήν, μεταδίδουσαν τους λόγους του Θεού (αυτόθι 1. ΙΙΙ, XI ή 22 27, στήλ. 882-886. Ηκολουθήθη δε εις την άποψιν αυτήν υπό των δυτικών εκκλησιαστικών συγγραφέων, ιδίως υπό Γρηγορίου του Μεγάλου (Moral., 1, XXVII, I. PL LXXVI, 447 κ. εξ.) και Θωμά του Ακινάτου (Sum. Theol., Iα´, Q XLII, α´ 7).


Οι νεώτεροι ερευνηταί προσεπάθησαν επίσης να λύσουν το πρόβλημα του αγγέλου του Γιαχβέ, βασιζόμενοι όμως κυρίως επί της ερμηνείας του κειμένου. Τρείς θεωρίαι διετυπώθηκαν προς εξήγησιν του συνόλου των αφορώντων εις τον άγγελον του Γιαχβέ δεδομένων. Η πρώτη επανέρχεται εις τα συμπεράσματα του Αυγουστίνου και υποστηρίζει, ότι ο άγγελος του Γιαχβέ είναι αγγελιαφόρος, πράγματι διάφορος του Θεού. Αναπτύσσεται, με παραλλαγάς, ιδίως υπό των
J. Rybinsky (Der mal-akh Jahwe, Paderborn 1930), F. Stier (Gott und sein Engel im A.T., Alttestamentliche abhandlungen, XII, 2, Münster W., 1934) κ.λπ.

 

Οι θιασώται της θεωρίας ταύτης, εκτός των χωρίων ως το Γέν. κδ´ 7, Αριθ. κγ´ 31, Εξ. λγ´ 1-3, Δ´ Βασ. κδ´ 16 και Ησ. ξγ´ 9 (κατά τους Ο´), επικαλούνται προς στήριξιν της θέσεώς των την έννοιαν της λέξεως "μάλ άκ" και υπογραμμίζουν, ότι ο αγγελιαφόρος είναι κατ' ανάγκην άλλος από τον αποστέλλοντα. Πρέπει όμως να παραδεχθή τις, ότι η εν λόγω θεωρία δεν εξηγεί την συχνήν ταύτισιν του Γιαχβέ και του αγγέλου του. Δυνάμεθα επίσης να διερωτηθώμεν αν εις το Γέν. κδ´ 7 πρόκειται πράγματι περί του αγγέλου, ο οποίος αλλαχού αποκαλείται "μάλ άκ Γιαχβέ", και αν εις τα Αριθ. κ´ 6, Εξ. λγ´ 1-3 και 1-3 και Ησ. ξγ´ 9 γίνεται λόγος πράγματι περί του αυτού με τον του Εξ. κγ´ 20 κ.α. αγγέλου.


Επειδή λοιπόν τα χρησιμοποιούμενα προς κατοχύρωσιν της πρώτης θεωρίας εδάφια δεν είναι τόσον πειστικά, όσον φαίνονται, εδόθη ο λόγος εις μίαν άλλην θεωρίαν. Αύτη υποστηρίζει την ταυτότητα Γιαχβέ και αγγέλου του. Την διατύπωσίν της ευρίσκομεν ιδίως εις τους
A. B. Davindson (άρθρ. Angel, εν Hasting- s, Bible Dictionary, I. σ. 93-97), J. Touzard (άρθρ. Ange de Yahveh, εν Dictionnaire de la Bible, Supplément, I, σ. 242-263), B. Stern (Der Engel des Auszugs, εν Biblica, 1939, σ. 286-237) κ.λπ. Κατά τους συγγραφείς αυτούς, με σπουδαίας αποχρώσεις αντιλήψεως, ο άγγελος του Γιαχβέ είναι η προσιτή εις τας αισθήσεις φανέρωσις του αοράτου Θεού. Καθ' όλας δηλαδή τας εμφανίσεις του αγγέλου του Γιαχβέ, πρόκειται περί αυτού τούτου του Θεού, φανερουμένου υπό ορατήν μορφήν ή, γενικώς, διακρινομένου δια των αισθήσεων. Ούτως, εξηγείται διατί εις τα αρχαία κείμενα ο άγγελος του Γιαχβέ εκφράζεται ως ο ίδιος ο Θεός και όσοι τον βλέπουν διακηρύσσουν ότι είδον τον Θεόν. Όσον αφορά εις τον όρον "άγγελος του Γιαχβέ", πρόκειται περί εκφράσεως μιας αρχεγόνου εισέτι θεολογίας, η οποία δεν είναι ακόμη ικανή να διακρίνη μεταξύ αυτής ταύτης της υπάρξεως του Θεού και ωρισμένων εξωτερικών φανερώσεών της.


Νεώτεροί τινες ερευνηταί, ως ο π.
Lagrange (L' Ange de Jahvé, εν Revue Biblique, 1903, σ. 212-223), ο G. Von Rad (Angelos εν Theologisches Wörterbuch zum A.T., I, σ. 72 κ. εξ.), και νεώτερα υπομνήματα εις την Γένεσιν και τους Κριτάς προτείνουν τρίτην θεωρίαν, κατά την οποίαν το πρόσωπον και ο όρος του αγγέλου του Γιαχβέ ή του Ελωχίμ εισήχθησαν "a posteriori" εις τας περί των θεοφανειών διηγήσεις, αι οποίαι αρχικώς ωμίλουν μόνον περί Γιαχβέ και Ελωχίμ. Κατά τους θιασώτας της εκδοχής ταύτης, αι θεοφάνειαι παρίσταντο εις τας αρχαίας διηγήσεις ως εμφανίσεις του Θεού προσιταί εις τας αισθήσεις, αργότερον δε, προς προσαρμογήν των αρχαίων διηγήσεων εις τας απαιτήσεις μιας θεολογίας μάλλον εξειλιγμένης και προς αντιμετώπισιν των ανθρωπομορφισμών, οι οποίοι δεν ενηρμονίζοντο εις την περί υπεροχής του Θεού ιδέαν, διεμόρφωσαν τας θεοφανικάς περιγραφάς δια της αντικαταστάσεως του Θεού με τον άγγελον του Γιαχβέ ή του Ελωχίμ. Αι διορθώσεις αυταί έγιναν με ελαφροτάτην αλλαγήν του κειμένου, πράγμα όπερ εξηγεί τας συχνάς εναλλαγάς μεταξύ Γιαχβέ και του αγγέλου του: ο άγγελος εμφανίζεται, αλλ' ο Θεός ομιλεί κ.λπ.


Το προτέρημα της τρίτης θεωρίας είναι ακριβώς το ότι προσπαθεί να δώση μίαν εξήγησιν εις αυτήν την επί πολλών εδαφίων εναλλαγήν μεταξύ Γιαχβέ και του αγγέλου του. Δυστυχώς όμως η εν λόγω υπόθεσις δεν στηρίζεται εις ό,τι γνωρίζομεν εκ της ιστορίας του βιβλικού κειμένου και εις τας σχετικάς μαρτυρίας. Δεν λαμβάνει επίσης υπ' όψιν το γεγονός, ότι δεν διωρθώθησαν κατά την αυτήν έννοιαν άλλαι αρχαίαι διηγήσεις σχετικαί προς θεοφανείας, ως αι Γέν. ιη´, Εξ. κδ´ 9-11 κ.λπ.


Αναφέρομεν, δια να είμεθα πλήρεις, την επί του θεολογικού πεδίου διατυπωθείσαν εικασίαν υπό του νεωτέρου ορθοδόξου συγγραφέως πρωθιερέως Σεργίου Μπουλγκακώφ εις την αγγελολογικήν πραγματείαν του "Η κλίμαξ του Ιακώβ" (ρωσιστί), Παρίσιοι 1929, σ. 181-193. Κατά τον π. Μπουλγκακώφ, ο άγγελος του Γιαχβέ είναι κτιστή αγγελική μορφή, αλλ' ο ίδιος ο Θεός φανερούται δια του προσώπου της. Το γεγονός ότι οι άγγελοι είναι οι μηνύτορες του Θεού, σημαίνει όχι μόνον ότι μεταδίδουν τους λόγους του, αλλά και ότι εκδηλώνουν την παρουσίαν του, χρησιμοποιούμενοι ως ενδιάμεσοι κατά την προσωπικήν αποκάλυψιν των θείων υποστάσεων. Ούτως, ο π. Μπουλγκακώφ χαρακτηρίζει τας εμφανίσεις του αγγέλου του Γιαχβέ ως "θεοφανικάς αγγελοφανείας", τας οποίας ανατοποθετεί εις τα γενικά πλαίσια της διδασκαλίας περί της φύσεως και του έργου των αγγέλων, ως ταύτα ώρισε και κατέστησεν η δημιουργική θέλησις του Θεού.


Οφείλομεν, πάντως, να προσθέσωμεν ότι, καθ' ό μέτρον προχωρεί η παλαιοδιαθηκική αποκάλυψις, αι αναφερόμεναι εις τας εμφανίσεις του αγγέλου του Γιαχβέ μαρτυρίαι καθίστανται αραιότεραι. Εις τας προφητικάς βίβλους, εξαιρέσει της του Ζαχαρίου, ο άγγελος του Γιαχβέ δεν μνημονεύεται. Η έκφρασις "μάλ άκ Γιαχβέ", είτε εις τον ενικόν (Αγγ. α´ 3, Μαλ. β´ 7), είτε εις τον πληθυντικόν (Ησ. μδ´ 26), σημαίνει εις τα κείμενα αυτά ανθρώπους διαγγελείς: προφήτας (βλ. και Β´ Παράλ. λστ´ 15), και ιερείς (βλ. και Σοφ. Σειρ. ε´ 15). Εις τον Ζαχαρίαν, χρησιμεύει προς δήλωσιν ιδιαιτέρου τινός αγγέλου, αλλ' ο άγγελος ούτος διαστέλλεται σαφέστατα από τον Θεόν. Ούτως, εις τα μεταγενέστερα βιβλία της Π. Διαθήκης, ο άγγελος του Γιαχβέ δεν έχει πλέον τον ρόλον, τον οποίον του αποδίδουν τα αρχέγονα κείμενα. Μετά την αιχμαλωσίαν, διαστέλλεται σαφέστατα από τον Γιαχβέ και παρουσιάζεται πάντοτε ως απλούς μηνύτωρ του Θεού, ως εκτελεστής των προσταγμάτων του.

 

 


7. Ο περί Αγγέλων λόγος στην Καινή Διαθήκη

 

Τηρουμένων των αναλογιών, ο περί αγγέλων λόγος είναι λίαν πυκνότερος εις την Καινήν από ό,τι εις την Π. Διαθήκην. Η σάρκωσις του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος και η δι' αυτού δοθείσα εις τους ανθρώπους χάρις και αλήθεια (Ιω. α´ 14,17), επανασυνέδεσαν τελείως το ανθρώπινον γένος και την ορατήν κτίσιν με τον πνευματικόν κόσμον. Οι πολίται του κόσμου τούτου, τα άϋλα πνεύματα, ήτο άρα επόμενον, δια του Χριστού, να έλθουν εις συχνότερον και ευρύτερον συγχρωτισμόν με τους ανθρώπους και η περί των πνευμάτων τούτων διδασκαλία του Νόμου και των Προφητών να διασαφηνισθή. Η ενανθρώπησις του Υιού του Θεού έχει ούτω μίαν παράλληλον συμπλησίασιν των αγγέλων προς τον ορατόν κόσμον, τόσον εις γεγονότα, όσον και εις αποκαλυπτικότητα.


Αυτός ο Κύριος διακηρύσσει την ύπαρξιν των αγγέλων (Μάρκ. η´ 38, Λουκ. ιε´ 10, ιστ´ 22 κ.α.), κατά δε τα κορυφαία σημεία του βίου του εμφανίζονται ούτοι ως λειτουργοί, υπηρέται και συμπαραστάται της θεανδρικής του φύσεως, αινούντες αυτόν μαρτυρούντες περί αυτού, διακονούντες αυτώ, ενισχύοντες την ανθρωπίνην φύσιν αυτού και παρεμβαίνοντες ως δευτεραγωνισταί. Ούτως, ο Γαβριήλ ευαγγελίζεται την έλευσίν του (Λουκ. α´ 26 κ. εξ.), ο "άγγελος Κυρίου" εμφανίζεται εις τον Ιωσήφ (Ματθ. α´ 20 κ. εξ., β´ 13,19,20) και εις τους ποιμένας (Λουκ. β´ 8 κ. εξ.), στρατιά ολόκληρος δοξολογεί τον Ύψιστον επί τη γεννήσει του Σωτήρος (Λουκ. β´ 13,15), άλλοι διακονούν αυτώ εις την έρημον μετά το πέρας των πειρασμών (Ματθ. δ´ 1