Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Κεντρική Σελίδα

Χριστιανική Δογματική

Προηγούμενο // Περιεχόμενα // Επόμενο

Μαθήματα Χριστιανικής Δογματικής

Ορισμός, Πηγές, Περιεχόμενο και Μέθοδος τής Δογματικής, Γνώση, Πίστη, Θεολογία, Χριστολογία και Εκκλησιολογία

Τού σεβ. Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα

Δ΄ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ

2. Η μεταφορά τών όρων "ουσία", "ενέργεια" και "πρόσωπο" στη Θεολογία. (Το πρόβλημα τής ελευθερίας)

Β. Συμβολή τών Καππαδοκών πατέρων - Η πατερική έννοια τού προσώπου

 

 

Τα βασικά στοιχεία που συνεισέφεραν οι Καππαδόκες πατέρες στο δόγμα περί Θεού είναι τα εξής:

Πρώτο, ως προς την ορολογία. Μετατόπισαν τον όρο υπόσταση από την σύνδεσή του με τον όρο ουσία που είχε μέχρι τότε και σήμαινε σχεδόν το ίδιο πράγμα, προς την κατεύθυνση του προσώπου. Ταύτισαν τον όρο υπόσταση με τον όρο πρόσωπο.

Η σημασία αυτής της μετατοπίσεως η θεολογική, έγκειται στο ότι το πρόσωπο το οποίο ήταν ένας όρος ύποπτος για Σαβελλιανισμό, λόγω του ότι σήμαινε στην αρχαία Ελληνική γλώσσα και χρήση, το προσωπείο, την μάσκα που φοράει ο ηθοποιός επάνω στη σκηνή, με το να ταυτιστεί με τον όρο υπόσταση, πήρε ο όρος πρόσωπο, οντολογικό περιεχόμενο. Η υπόσταση σημαίνει ότι κάτι ή κάποιος υφίσταται όντως, ότι πράγματι, αληθινά έχει πραγματική υπόσταση. Το ανυπόστατο είναι αυτό που δεν έχει πραγματική ύπαρξη, αυτό που δεν έχει πραγματική υπόσταση. Ακόμη και σήμερα το λέμε. Π.χ.: "οι φήμες αυτές είναι ανυπόστατες". Κάτι που είναι ανυπόστατο σημαίνει ότι δεν έχει αλήθεια, δεν έχει πλήρες οντολογικό περιεχόμενο.

Η υπόσταση είναι αυτή που δίνει πλήρες οντολογικό περιεχόμενο σε κάποιον ή σε κάτι. Και αυτή είναι η συμβολή των Καππαδοκών πατέρων. Με το να ταυτίσουν, να ονομάσουν τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος υποστάσεις, έδωσαν στο καθένα από τα τρία πρόσωπα πλήρη οντολογική υπόσταση, αποφεύγοντας έτσι τον Σαβελλιανισμό, ο οποίος δεν έδινε πλήρη οντολογική υπόσταση, αλλά έδινε την έννοια του ρόλου τον οποίο ένα και το αυτό πρόσωπο διαδραματίζει.

Το τρίτο στοιχείο της συμβολής των Καππαδόκων πατέρων ήταν ότι, όχι μόνο έδωσαν υπόσταση πλήρη σε κάθε πρόσωπο αλλά κατέστησαν το πρόσωπο του Πατρός αίτιο της υπάρξεως του Θεού. Δηλαδή ανήγαν την αρχή της υπάρξεως του Θεού στο πρόσωπο του Πατρός, σε ένα πρόσωπο.

Επειδή συνεισέφεραν αυτά τα καινούργια στοιχεία (σ.μ. στην ορολογία όχι στο δόγμα) οι Καππαδόκες πατέρες χρησιμοποιούσαν εικόνες και αναλογίες για να αναφερθούν στην Αγία Τριάδα, οι οποίες πάντοτε είχαν το χαρακτηριστικό ότι περιέχουν πλήρη όντα.

Στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, με τη Θεολογία του Αγίου Αθανασίου τονίστηκε πολύ ότι ο Υιός γεννάται εκ της φύσεως ή εκ της ουσίας του Πατρός. Αυτό μπορούσε να θεωρηθεί ως μια προέκταση της ουσίας του Πατρός, όχι σαν πλήρης και αυτοτελής οντότητα. Αν έχουμε τρεις προεκτάσεις της ουσίας του Θεού, τότε πλησιάζουμε πάρα πολύ προς τον Σαβελλιανισμό. Γι' αυτό μια μεγάλη αντίδραση εναντίον του ομοουσίου, προήλθε από εκείνους που φοβόντουσαν ότι το ομοούσιο της Νικαίας εμπεριέχει τον κίνδυνο του Σαβελλιανισμού.

Ο Σαβέλλιος, θεωρούσε τον Θεό ως μια μονάδα η οποία επλατείνετο, επεκτείνετο και ελάμβανε αυτούς τους τρεις ρόλους και στο τέλος θα συνεστέλετο πάλι η ομάδα αυτή και θα  γινόταν πάλι ένα. Θεωρούσε τον Θεό ως ένα ον που πλατείνεται και αποκτά τρεις παραφυάδες της ιδίας ουσίας.

Οι Καππαδόκες θέλουν να αποκλείσουν αυτή την ερμηνεία και γι' αυτό επιμένουν ότι αυτά τα τρία πρόσωπα δεν είναι προεκτάσεις της μιας ουσίας, αλλά είναι τρία αυτοτελή, πλήρη όντα, γι' αυτό τονίζουν την έννοια της υποστάσεως.

Οι εικόνες που χρησιμοποιούν γι' αυτό το σκοπό είναι χαρακτηριστικές. Στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο και στο σύμβολο της Πίστεως υπάρχει η εικόνα του φωτός, για να δειχθεί η ενότητα μεταξύ Πατρός και Υιού. Υπάρχει η εικόνα και η φράση "φως εκ φωτός". Όπως το φως εκπέμπει ακτίνες οι οποίες δεν μπορούν να ξεχωρίσουν από την πηγή τους, ούτε η πηγή τους από τις ακτίνες, έτσι είναι μια πολύ χρήσιμη εικόνα αυτή για να δειχθεί ότι ο Υιός είναι ενωμένος με τον Πατέρα αχώριστα. "Φως εκ Φωτός".

Οι Καππαδόκες Πατέρες βρίσκουν αυτή την εικόνα ανεπαρκή, διότι μπορεί να εκληφθεί με αυτή την έννοια της προεκτάσεως ενός σώματος, να εκληφθεί και σαν ενέργεια του ενός Θεού, ο Υιός. Αντί λοιπόν να λέμε φως εκ φωτός, προτιμούσαν την έννοια των τριών ηλίων. Όχι απλώς φως που προέρχεται από φως, αλλά τρεις ήλιοι, τρεις δάδες αναμμένες. Είναι οι προσφιλείς εικόνες με τις οποίες δηλώνεται ότι έχουμε τρία αυτοτελή πλήρη πρόσωπα τα οποία συγχρόνως με την εικόνα αυτή παρουσιάζονται και ενωμένα. Αλλά εδώ είναι το κρίσιμο σημείο. Ποιο είναι το κοινό που ενώνει τους τρεις ήλιους; Είναι η κοινή ουσία, η κοινή ενέργεια, την οποία έχουν, διότι και οι τρεις ήλιοι εκπέμπουν την ίδια θερμότητα και το ίδιο φως. Συνεπώς είναι κοινή η ενέργεια και η κοινή η Ουσία, η οποία συμβαδίζει με την ενέργεια. Μ' αυτό τον τρόπο δηλώνεται ταυτόχρονα η υποστατικότητα, η πληρότητα κάθε προσώπου και η ενότητα των τριών προσώπων.

Στην αναλογία που χρησιμοποιούμε από τον άνθρωπο, χρησιμοποιούν τρεις ανθρώπους για να δηλώσουν τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Όπως είναι ο Βασίλειος, ο Γεώργιος και ο Ιωάννης τρία πρόσωπα, τρεις άνθρωποι ενωμένοι με την ίδια φύση, με την ίδια ουσία, που είναι η ανθρώπινη φύση, έτσι και τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος μπορούν να δηλωθούν με την εικόνα των τριών ανθρώπων. Η εικόνα αυτή στην περίπτωση του Θεού χρειάζεται προσαρμογή, διότι είναι διαφορετική η περίπτωση των ανθρώπων. Αυτό που χρειάζεται να τονισθεί ως εισαγωγικό για τα παρακάτω είναι ότι οι Καππαδόκες Πατέρες επιμένουν ότι κάθε πρόσωπο της Αγίας Τριάδος έχει πλήρη οντότητα και οι εικόνες που χρησιμοποιούμε θα πρέπει να είναι εικόνες που δηλώνουν πλήρεις οντότητες και όχι προεκτάσεις ενός σώματος. Τρεις ήλιοι, τρία δαδιά, τρεις άνθρωποι. Με τον τρόπο αυτό δηλώνεται η πλήρης υποστατικότητα του κάθε προσώπου.

Αυτό οδηγεί τους Πατέρες σε ένα ειδικό τρόπο αναφοράς στη σχέση των τριών προσώπων, για να δηλωθεί η ενότητα και συγχρόνως η ιδιαιτερότητα και πληρότητα του καθενός. Πρόκειται γι' αυτό που στη δογματική ονομάστηκε περιχώριση των προσώπων. Τα τρία πρόσωπα αλληλοπεριχωρούνται. Το ένα βρίσκεται μέσα στο άλλο πλήρως. Μ' αυτό τον τρόπο διασώζουν και την αυτοτέλεια και την πληρότητα του καθενός αλλά συγχρόνως διασώζεται και η ενότητά τους.

Στην 38η επιστολή του Αγίου Βασιλείου γράφει σχετικά με το θέμα της περιχωρήσεως τα εξής ο Μ. Βασίλειος: "Ότι είναι ο Πατήρ βρίσκεται και στον Υιό. Και κάθε τι που είναι ο Υιός βρίσκεται στον Πατέρα. Ο Υιός στην ολότητά του βρίσκεται στον Πατέρα και αντίστοιχα έχει τον Πατέρα στην πληρότητα του ενός Του. Έτσι η υπόσταση του Υιού είναι η εικόνα και η μορφή με την οποία γνωρίζεται ο Πατήρ. Και η υπόσταση του Πατρός γνωρίζεται στην εικόνα του Υιού". Υπόκειται εδώ η φράση του τετάρτου Ευαγγελίου: "Ο εωρακώς εμέ, εώρακε τον Πατέρα και εγώ εν τω Πατρί και ο Πατήρ εν εμοί". Όποιος βλέπει τον Υιό βλέπει και τον Πατέρα. Είναι ο Πατέρας πλήρως παρών και ο Υιός είναι πλήρως παρών μέσα στον Πατέρα. Μ' αυτό τον τρόπο κάθε υπόσταση, κάθε πρόσωπο γίνεται φορέας ολόκληρης της Ουσίας. Η Θεότης δεν μερίζεται, δεν κομματιάζεται, αλλά κάθε πρόσωπο την φέρει αμέριστη και πλήρη.

Αυτό ακριβώς επιτρέπει στο κάθε πρόσωπο να υπάρχει μέσα στο άλλο πρόσωπο. Ο Γρηγόριος ο Ναζιανζινός λέει: "Αμέριστος εν μεμερισμένοις η Θεότης". Η Θεότης, η φύση, η ουσία, είναι αμέριστος. Κείται όμως εν τη πληρότητά της στα μεμερισμένα πρόσωπα, στα διάφορα πρόσωπα δηλ. στα πρόσωπα που διαφέρουν μεταξύ τους.

Εδώ έχουμε μια μυστηριώδη, παράδοξη έννοια, την οποία βέβαια, (όπως όλο το μυστήριο της Αγίας Τριάδος) θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι μυστήρια, και δεν φροντίζουμε καθόλου να τα κατανοήσουμε. Αλλά όπως κάναμε και με τις άλλες πλευρές αυτού του μεγάλου μυστηρίου της Αγίας Τριάδος, και εδώ θα προσπαθήσουμε να διαφωτίσουμε το μυστήριο.

Πώς είναι δυνατόν, ένα πρόσωπο να είναι φορέας ολοκλήρου της Ουσίας και πώς είναι δυνατόν ένα πρόσωπο να υπάρχει σ' ένα άλλο πρόσωπο, χωρίς να χάσει την ταυτότητά του; Διότι, αν δύο πρόσωπα τα βάλουμε το ένα μέσα στο άλλο, ο κίνδυνος είναι να ταυτισθούν τόσο πολύ, που να χαθεί η ιδιαιτερότητά τους. Εδώ, αντιθέτως, η ύπαρξη του ενός μέσα στο άλλο δημιουργεί ιδιαιτερότητα, το ίδιον, την ετερότητα. Αυτό στην εμπειρία μας δεν είναι δυνατόν, και οι πατέρες το αποδίδουν στο ότι η φύση μας, η ουσία η ανθρώπινη μερίζεται, όταν εμφανίζονται τα πρόσωπα. Κανένας άνθρωπος δεν είναι φορέας ολόκληρης της ανθρώπινης ουσίας, διότι εάν ήταν φορέας ολόκληρης της ανθρώπινης ουσίας, τότε πεθαίνοντας ο ένας άνθρωπος θα έπρεπε να πεθάνουν όλοι οι άνθρωποι, όλη η ανθρώπινη ουσία. Όλη η ανθρώπινη φύση θα έπρεπε να εξαλειφθεί με το θάνατο ενός και μόνου ανθρώπου. Εδώ στην περίπτωση των ανθρώπων έχουμε μερισμό της ουσίας και της φύσεως με την γέννηση του κάθε ανθρώπου. Αυτό οφείλεται στο ότι το κτιστό είναι σύνθετο, έχει αρχή και κινείται μέσα σε χώρο και χρόνο, ο οποίος χώρος και χρόνος διαιρεί και δεν ενώνει. Γι' αυτό είναι και θνητό το κτιστό.

Στον Θεό δεν μπορεί να ισχύσουν αυτές οι συνθήκες, διότι δεν έχει αρχή, δεν έχει θνητότητα. Επομένως δεν έχει μερισμό της ουσίας. Με τα τρία πρόσωπα η Ουσία δεν μερίζεται σε τρία, ώστε να πάρει ένα κομμάτι το κάθε πρόσωπο, αλλά παίρνει όλη την ουσία, έχει όλη την ουσία.

Στην εμπειρία μας, αν κοιτάξουμε την βιολογική υπόσταση του ανθρώπου, θα δούμε ότι δεν ισχύει αυτό, διότι γεννιόμαστε όλοι μ' αυτή την μερισμένη φύση. Εξ ου και ο θάνατος. Παρόλα αυτά στην εμπειρία μας, όταν πρόκειται για περιπτώσεις προσωπικών σχέσεων παρατηρούμε το φαινόμενο να θεωρείται ένα συγκεκριμμένο πρόσωπο ως φορέας ολοκλήρου της ανθρώπινης ουσίας, της ανθρώπινης υπάρξεως. Υπάρχει το παράδειγμα μιας αναγγελίας θυμάτων από μια μάχη στην οποία το ανακοινωθέν του υπουργείου Αμύνης λέει, ότι υπήρξαν δέκα νεκροί. Αυτό για ένα που δεν έχει προσωπική σχέση με αυτούς τους δέκα, είναι δέκα χωριστοί άνθρωποι, που ο θάνατος του καθενός δεν επηρεάζει την ανθρώπινη φύση στο σύνολό της. Υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι, οι οποίοι συνεχίζουν να ζουν και επομένως η ανθρώπινη φύση συνεχίζει να διαιωνίζεται. Ενώ για την μητέρα ενός εξ αυτών ή για κάποιον που έχει μια ξεχωριστή προσωπική σχέση, ο ένας αυτός με τον οποίο υπάρχει προσωπική σχέση είναι φορέας όλης της ανθρώπινης ουσίας. Δεν μπορεί να μετρηθεί σαν ένας εκ των δέκα. Είναι ο ένας, ο άνθρωπος, όλος ο άνθρωπος. Όλη η ανθρώπινη φύση κινδυνεύει να εξαφανισθεί όταν εξαφανισθεί ένας άνθρωπος.

Αυτή είναι η εμπειρία μας στην προσωπική σχέση. Έξω από την προσωπική σχέση δεν μπορούμε να έχουμε αυτού του είδους την εμπειρία. Και γιατί αυτό; Διότι η ενότητα είναι τόσο στενή, αυτών των δύο προσώπων, ώστε αισθάνεται πραγματικά ο ένας τον άλλο ως φορέα πλήρη της ανθρώπινης ουσίας, της ανθρώπινης υπάρξεως.

Ακριβώς με κατηγορίες αυτού του είδους πίσω από το μυαλό μας, μπορούμε να εξηγήσουμε γιατί συμβαίνει αυτό το παράλογο και όχι λιγότερο μυστηριώδες απ' αυτά που είπαμε για την Αγία Τριάδα. Το να θεωρούμε π.χ. ότι ο φόνος ενός ανθρώπου ισοδυναμεί με έγκλημα εναντίον ολοκλήρου της ανθρωπότητος. Στο κάτω - κάτω ένας άνθρωπος σκοτώθηκε, δεν χάθηκε ο κόσμος. Γιατί; Από πού βλαστάνουν αυτές οι ιδέες του να γενικεύουμε, να απολυτοποιούμε ένα ορισμένο πρόσωπο τόσο πολύ; Όλες αυτές οι ιδέες βγαίνουν από την εμπειρία της προσωπικής σχέσεως, από την εμπειρία του προσώπου. Όσο πιο πολύ θεωρούμε τον άλλο πρόσωπο, τόσο πιο πολύ τον θεωρούμε φορέα ολοκλήρου της ανθρωπότητας.

Αυτό το παίρνουμε από την έννοια περί Θεού που έχουμε, γιατί ο Θεός, η Αγία Τριάδα αυτό σημαίνει. Ότι ένα πρόσωπο δεν είναι ένα μέρος της ουσίας, αλλά ολόκληρη η ουσία. Επομένως έχουμε και στην εμπειρία μας ενδείξεις τέτοιας θείας Τριαδικής υπάρξεως. Τέτοιου τρόπου υπάρξεως όπως είναι η Αγία Τριάδα. Και αυτό είναι που κάνει εμάς τους ανθρώπους εικόνες του Θεού. Όταν λέμε ότι ο άνθρωπος είναι κατ' εικόνα του Θεού πρέπει να αναζητήσουμε τις αναλογίες μεταξύ Θεού και ανθρώπου πάνω στις τριαδικές σχέσεις. Γι' αυτό έχει τόση μεγάλη σημασία το δόγμα της Αγίας Τριάδος. Διότι διαφωτίζει την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη.

Συνεχίζοντας αυτήν την ιστορική αναδρομή, είδαμε τι συνεισέφεραν οι Καππαδόκες Πατέρες. Με τους Καππαδόκες το δόγμα της Αγίας Τριάδος ολοκληρώνεται στην Ανατολή. Σχεδόν τίποτα δεν προστίθεται, τίποτε δεν διαφωτίζεται περισσότερο αργότερα. Αν διαιρέσει κανείς τους Πατέρες μετά τους Καππαδόκες, όπως τον Μάξιμο και τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό - ο οποίος για κανένα θέμα δεν συνεισφέρει ουσιαστικά, είναι ένας καλός συνθέτης της πατερικής σκέψεως, - αλλά ειδικά για το δόγμα της Αγίας Τριάδος κανείς δεν συνεισφέρει ουσιαστικά μετά από τους Καππαδόκες Πατέρες. Ενώ εκείνοι συνεισέφεραν ουσιαστικά, έκαναν μεγάλα βήματα και ολοκλήρωσαν έτσι τη διατύπωση του δόγματος της Αγίας Τριάδος.

Η Ανατολή λοιπόν, οι Έλληνες Πατέρες, σταματούν με τους Καππαδόκες ως προς το δόγμα της Αγίας Τριάδος. Όποιος δεν γνωρίζει τους Καππαδόκες, δεν γνωρίζει και το δόγμα της Αγίας Τριάδος. Δεν μπορεί να το μάθει από κανέναν, αλλά μόνο από τους Καππαδόκες. Πριν από τους Καππαδόκες ελέχθηκαν πολλά πράγματα τα οποία όμως χρειάζονταν την συμπλήρωση των Καππαδόκων. Η Ανατολή με τους Καππαδόκες πατέρες έχει το δόγμα περί Θεού ολοκληρωμένο.

Θα ρίξουμε μια ματιά στη Δύση να δούμε τι γίνεται εκεί. Το πρώτο που παρατηρούμε είναι ότι οι Καππαδόκες δεν είναι πολύ  γνωστοί στη Δύση, ούτε επηρεάζουν ουσιαστικά τους Δυτικούς θεολόγους και συγγραφείς. Και όταν λέμε Δύση εννοούμε κυρίως μορφές όπως ο Άγιος Αμβρόσιος του 4ου μ.Χ. αιώνα. Παλαιότερα έχουμε τον Τερτυλλιανό, τον Ιππόλυτο, ο οποίος είναι ελληνοδυτικός, δεν είναι απλώς δυτικός. Όλοι αυτοί είναι οι προθάλαμοι στη θεολογία των Καππαδόκων Πατέρων.

Στη Δύση αυτός που βάζει τη σφραγίδα του στη Δυτική σκέψη και Θεολογία ως προς την Αγία Τριάδα είναι ο Αυγουστίνος. Και ο Αυγουστίνος δεν φαίνεται να γνωρίζει τους Καππαδόκες, ούτε να έχει επηρεαστεί απ' αυτούς. Για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα είναι άγνωστος και στην ίδια την Δύση. Αλλά με την ανάδειξη των Φράγκων, ο Αυγουστίνος γίνεται σημαία της φραγκικής - αρχικά - θεολογίας και στη συνέχεια ολόκληρης της Δυτικής Θεολογίας, και πηγή από την οποία αντλούν οι δυτικοί όλη τους την Θεολογία και ιδιαίτερα την τριαδική Θεολογία. Γι' αυτό έχει μεγάλη σημασία να δούμε τι συνεισέφερε και πώς μίλησε για το δόγμα της Αγίας Τριάδος ο Αυγουστίνος.

Το πρώτο που πρέπει να παρατηρήσουμε είναι ότι ο Αυγουστίνος δεν χρησιμοποιεί την εικόνα των τριών ανθρώπων, τριών όντων για να δηλώσει τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδας. Παίρνει ως βάση ένα μόνο άνθρωπο. Πιστεύει ότι η παρατήρηση ενός ανθρώπου μπορεί να οδηγήσει στις αναλογίες που χρειαζόμαστε για να μιλήσουμε για την Αγία Τριάδα. Εδώ έχουμε μια ριζική διαφορά με τους Καππαδόκες. Παίρνοντας λοιπόν έναν άνθρωπο, προσπαθεί ο Αυγουστίνος να βρει μέσω της παρατηρήσεως ενός και μόνον ανθρώπου, εικόνες οι οποίες να βοηθούν στο να κάνουμε λόγο για την Αγία Τριάδα.

Στο σημείο αυτό ο Αυγουστίνος είναι επηρεασμένος από τον Νεοπλατωνισμό και για να βρει έναν τρόπο στο να διαφωτίσει κάπως το μυστήριο της Αγίας Τριάδος χρησιμοποιεί την Πλατωνική ανθρωπολογία και νομίζει ότι εκεί βρίσκει όλα τα στοιχεία που χρειάζεται γι' αυτές τις αναλογίες.

Κοιτάζοντας τον άνθρωπο η Πλατωνική σκέψη εντοπίζει την ουσία του, αυτό που κάνει τον άνθρωπο να είναι άνθρωπος στο στοιχείο που ονομάζει Νου. Ο νους του ανθρώπου είναι αυτό το κύριο χαρακτηριστικό του. Αυτό που τον κάνει να υπάρχει κατά έναν τρόπο όχι απλώς βιολογικό, αλλά μεταφυσικό.

Εάν αυτό μεταφερθεί στο δόγμα περί Θεού - και το μεταφέρει ο Αυγουστίνος - τότε το αντίστοιχο κατά έναν τρόπο μεταφυσικό, θα είναι να καλέσουμε τον Θεό στο σύνολό τους στην ουσία του: Νου. Η εικόνα αυτή δεν χρησιμοποιείται για πρώτη φορά στον Αυγουστίνο, το ότι δηλαδή ο Θεός είναι Νους. Είναι κάτι που το είχε πει και ο Πλάτωνας, αλλά και πολλοί Χριστιανοί Θεολόγοι, όπως ο Άγιος Ιουστίνος και πολλοί άλλοι. Αργότερα υιοθετούν την ιδέα αυτή και ο Ωριγένης και ο Ευάγριος, ο οποίος συνέχισε και επεξέτεινε τον Ωριγένη. Όλοι αυτοί μίλησαν για τον Θεό με την κατηγορία αυτή του Νου. Ο Θεός είναι ένας Νους, ο κατεξοχήν Νους. Και ο άνθρωπος επειδή και αυτός στη φύση του είναι νους έχει αυτή τη συγγένεια με τον Θεό δια του νου. Επομένως έχουμε εδώ μια αναλογία. Όταν κοιτάξουμε τον άνθρωπο θα δούμε ότι είναι στην ουσία του Νους. Και αυτό ακριβώς το ότι δηλ. ο Θεός στην ουσία του είναι Νους, δηλώνει την ενότητα. Ο ένας Θεός είναι αυτός ο μεγάλος μεταφυσικός Νους.

Προχωρώντας απ' αυτή την βάση και κοιτάζοντας την ανθρώπινη ψυχολογία, βλέπουμε ότι ο νους του ανθρώπου περιέχει τρία βασικά στοιχεία. Το ένα και πρωταρχικό είναι το στοιχείο της Μνήμης. Ο Πλάτων είχε ταυτίσει περίπου τον Νου με το Αγαθό και το Καλό. Καλό σημαίνει ωραίο, όμορφο ("κάλλος"). Έχοντας αυτό σαν βάση ο Αυγουστίνος για να διαφωτίσει το μυστήριο της Αγίας Τριάδος, παρουσιάζει τον Θεό σαν το Αγαθό, το οποίο ως Νους έχει Γνώση. Τι γνώση όμως έχει, αφού δεν υπάρχει εκτός του Θεού τίποτα άλλο; Έχει γνώση του εαυτού Του. Επομένως η γνώση είναι γνώση του Εαυτού Του.

Επειδή το καλό και το Αγαθό ασκούν έλξη - και αυτό είναι βασική Πλατωνική ιδέα - δεν μπορεί το Αγαθό να μη τραβήξει κάποιον που να το αγαπήσει. Γι' αυτό το Καλό και το Αγαθό αγαπώνται. Και η αγάπη στην περίπτωση αυτή είναι αγάπη του Νου του Θεού για τον εαυτό Του. Αγαπά τον εαυτό του, έλκεται από τον εαυτό του.

Σ' αυτά τα τρία στοιχεία τοποθέτησε ο Αυγουστίνος τις αναλογίες για τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Έτσι στη θέση της Μνήμης τοποθετεί τον  Πατέρα, στη θέση της Γνώσης τον Λόγο και στη θέση της Αγάπης το Πνεύμα. Ο Θεός λοιπόν είναι κάτι ανάλογο μ' αυτές τις τρεις ψυχολογικές ιδιότητες τις οποίες βρίσκουμε στον άνθρωπο. Της Μνήμης, της Γνώσης και της Αγάπης. Γι' αυτό το Πνεύμα ονομάζεται ως ο nexus amotis, ως ο δεσμός της Αγάπης μεταξύ του Πατρός και του Υιού. Θα δούμε αργότερα, πόση σημασία έχουν αυτά ειδικότερα για το πρόβλημα του Filoque.

Εκείνο που πρέπει να τονίσουμε είναι ότι βρισκόμαστε εδώ σε εντελώς διαφορετικό κόσμο θεολογικό, απ' εκείνο που έχουμε στους Καππαδόκες και στους Έλληνες πατέρες γενικά. Θα τονίσουμε τώρα τις διαφορές.

Η πρώτη είναι ότι για τους Καππαδόκες χρειαζόμαστε τρία πρόσωπα για να δηλώσουμε την Αγία Τριάδα, τρεις ανθρώπους. Δεν μας φτάνει ένας. Δεν μπορούμε με μια ενδοστρέφεια και παρατήρηση του εαυτού μας να δούμε εικονισμούς της Αγίας Τριάδος. Ο άνθρωπος δεν είναι εικόνα του Θεού διότι έχει τον Νου, την μνήμη, τον λόγο, την αγάπη. Δεν είναι αυτά τα στοιχεία που συνιστούν το κατ' εικόνα, την εικόνα του, ενώ για τον Αυγουστίνο θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτά είναι που συνιστούν την εικόνα, το κατ' εικόνα Θεού του ανθρώπου. Και πολλοί Ορθόδοξοι - βέβαια δεν είναι εντελώς Αυγουστίνια αυτή η θεώρηση του κατ' εικόνα - έχουν την έννοια του λόγου, του λογικού, και τοποθετούν εκεί το κατ' εικόνα Θεού, στον λόγο που έχει ο άνθρωπος.

Εάν δούμε προσεκτικά τα πράγματα θα παρατηρήσουμε ότι για να έχουμε την εικόνα της Αγίας Τριάδος θα πρέπει να έχουμε κοινωνία περισσοτέρων του ενός προσώπων. Δεν αρκεί ένα πρόσωπο. Ένα πρόσωπο ίσον κανένα πρόσωπο. Ο Αυγουστίνος όμως - και αυτό είναι σημαντικό - εννοεί το πρόσωπο σαν το σκεπτόμενο υποκείμενο και μ' αυτό τον τρόπο ανοίγει ένα δρόμο, ο οποίος εξακολουθεί ακόμη να διανύεται στη Δύση, αλλά και σε μάς διότι και εμείς είμαστε επηρεασμένοι από τη Δυτική σκέψη.

Πρόσωπο για τη δυτική σκέψη πλέον δεν είναι αυτό που είναι για τους Καππαδόκες αλλά για να είσαι πρόσωπο θα πρέπει να έχεις τις ικανότητες του λογικού, της αυτογνωσίας, της γνώσεως και μάλιστα της γνώσεως του εαυτού σου. Αυτή τη συνείδηση του εαυτού μας την καλλιεργεί στη συνέχεια όλη η δυτική φιλοσοφία, ο Καρτέσιος κυρίως. Και ακολουθούν όλοι οι άλλοι: Ο Καντ, ο Έγελος, οι Διαφωτιστές. Έτσι όταν στη Δύση - αλλά και σ' εμάς ακόμα - λέμε ότι "αυτός είναι πρόσωπο", εννοούμε κάποιον που έχει ανεπτυγμένη συνείδηση και των άλλων και του εαυτού του. Έτσι το κύριο χαρακτηριστικό του προσώπου για τη δυτική σκέψη είναι η συνείδηση.

Αυτή η ψυχολογική προσέγγιση του προσώπου δημιουργεί το πρόβλημα: "Τι γίνεται μ' εκείνους τους ανθρώπους που δεν έχουν ανεπτυγμένη την ικανότητα της συνειδήσεως; Υστερούν αυτοί οι άνθρωποι από άποψη προσώπου;

Σήμερα συζητείται πάρα πολύ αυτό στην ψυχολογία και η τάση είναι να λεχθεί ότι όντως υστερούν αυτοί οι άνθρωποι. Μάλιστα αναζητείται το σημείο στη ζωή του ανθρώπου κατά το οποίο γίνεται πρόσωπο. Και διερωτώνται, πότε γίνεται ο άνθρωπος πρόσωπο; Βέβαια όχι ως έμβρυο, όχι πριν γεννηθεί, όχι όταν είναι μικρό παιδί που δεν έχει συνείδηση του εαυτού του, αλλά όταν μεγαλώσει και αποκτήσει συνείδηση  του εαυτού του, τότε γίνεται πρόσωπο. Είναι μια διάχυτη αντίληψη, η οποία ανάγεται στον Αυγουστίνο και ανάγεται ακριβώς στην τριαδολογία του. Για τους Ανατολικούς Πατέρες, για την Ανατολική σκέψη, δεν ισχύουν τέτοιου είδους αντιλήψεις περί προσώπου. Κάνουμε τώρα την σύγκριση στο σημείο αυτό ακόμα λεπτομερέστερα.

Για τους Πατέρες της Ανατολής τα τρία πρόσωπα δεν είναι δυνατόν να τα ορίσει κανείς με βάση ιδιότητες και μάλιστα ψυχολογικές, όπως είναι η μνήμη, η γνώση, η βούληση ή η αγάπη. Η γνώση, η βούληση, η αγάπη, όλα αυτά για τους Έλληνες Πατέρες συνδέονται με την μία ουσία του Θεού. Δεν δηλώνουν τρία πρόσωπα. Ποια είναι τα τρία πρόσωπα και με τι τρόπο δηλώνονται αυτά τα τρία πρόσωπα; Δηλώνονται απλώς με τις υποστατικές ιδιότητες που είναι οντολογικής φύσεως. Δηλαδή ο Πατήρ έχει ως υποστατικό χαρακτηριστικό, ως υποστατική ιδιότητα, αρνητικά μεν το ότι είναι αγέννητος, είναι ο μόνος αγέννητος, θετικά δε ότι είναι Πατήρ, το ότι έχει έναν Υιό. Ο Υιός δηλώνεται αρνητικά μεν με το ότι δεν είναι Πατέρας, θετικά δε με το ότι είναι γεννητός. Το Πνεύμα, αρνητικά μεν με το ότι δεν είναι ούτε Πατήρ, ούτε Υιός, θετικά δε με το ότι είναι εκπορευτόν, και το εκπορευτόν σημαίνει κάτι το διαφορετικό από το γεννητό, αλλά ποια είναι η διαφορά δεν μπορούμε να πούμε. Δηλώνει απλώς ότι δεν είναι Υιός, διότι αν εγεννάτο και Αυτός από τον Πατέρα, θα είχαμε τότε δύο Υιούς. Ο Υιός είναι ένας, επομένως ένας είναι ο γεννητός. Πώς θα δηλώσουμε τον άλλο που βγαίνει μεν από τον Πατέρα, αλλά δεν είναι Υιός; Το δηλώνουμε με την έννοια της εκπορεύσεως.

Αυτά τα τρία χαρακτηριστικά της Πατρότητος, της Υιότητος και της Εκπορεύσεως, είναι δηλωτικά οντολογικών σχέσεων. Και τι θα πει "οντολογικών σχέσεων"; Ότι δηλώνουν τον τρόπο με τον οποίο αυτά τα τρία όντα υφίστανται. Δεν δηλώνουν το πώς αισθάνονται, το πώς σκέφτονται, δεν δηλώνουν αγάπη, γνώση, κλπ. Δηλώνουν απλώς τον τρόπο υπάρξεως. Αυτό το ονόμασαν "πρόσωπο" οι Καππαδόκες. Τον τρόπο υπάρξεως, τον τρόπο με τον οποίο το κάθε πρόσωπο της Αγίας Τριάδος υπάρχει, υφίσταται σε ύπαρξη. Ο Πατήρ δεν έρχεται σε ύπαρξη, απλώς υπάρχει, αλλά υπάρχει ως Πατήρ. Και αυτό είναι οντολογικό. Διότι ο Πατήρ σημαίνει ότι φέρνει στην ύπαρξη τον Υιό και το Πνεύμα. Συνεπώς για τους Έλληνες Πατέρες τα ονόματα της Αγίας Τριάδος δηλώνουν οντολογικές διαφορές, οντολογικές ιδιαιτερότητες και όχι ψυχολογικές εμπειρίες.

Έχουμε και αρνητική και θετική πλευρά στις υποστατικές ιδιότητες. Ο Άγιο Κύριλλος Αλεξανδρείας και προ αυτού ο Άγιος Αθανάσιος και οι Καππαδόκες, τονίζουν πάρα πολύ ότι άλλο είναι το αγέννητος και άλλο είναι το Πατήρ. Δηλώνουν βέβαια το ίδιο πρόσωπο, αλλά είναι διαφορετικές έννοιες. Διότι οι Ευνομιανοί έκλειναν να ταυτίσουν το "αγέννητος" με το "Πατήρ". Ο Πατήρ (λέει ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας), είναι έννοια που δηλώνει ότι ο Θεός έχει Υιό. Δεν μπορεί να είναι Πατήρ χωρίς να έχει Υιό. Αυτό είναι διαφορετικό από το να λέμε ότι ο Πατήρ είναι αγέννητος, διότι το αγέννητος σημαίνει ότι δεν γεννήθηκε. Αυτό εξυπηρετούσε τους Αρειανούς και τους Ευνομιανούς να δηλώσουν ότι απλώς είναι αγέννητος. Αλλά όχι, όταν ονομάσουμε τον Θεό Πατέρα, τότε δηλώνουμε κάτι θετικό, ότι έχει Υιό. Επομένως δεν μπορούσε να ήταν Πατήρ χωρίς να έχει Υιό, ούτε μπορούσε να γίνει Πατήρ κάποτε, εφόσον ήταν αϊδίως πάντοτε Πατήρ. Συνεπώς υπήρχε πάντοτε και ο Υιός. Αυτό ήταν το επιχείρημα των Ορθοδόξων έναντι των Αρειανών.

Στην έννοια του Πατρός έχουμε και το αγέννητο, αλλά και το Πατήρ είναι το θετικό. Στην έννοια του Υιού, ο Υιός είναι θετικό, δηλώνει τον τρόπο με τον οποίο ήρθε στην ύπαρξη, τον τρόπο υπάρξεως εκ γεννήσεως, ο οποίος δεν είναι απλώς οντολογική εξάρτηση, αλλά είναι ένας ειδικός τρόπος τον οποίο δεν μπορούμε να καθορίσουμε πώς, αλλά είναι ειδικός. Διαφέρει από το Πνεύμα, γιατί και το Πνεύμα προέρχεται από τον Πατέρα, υπάρχει οντολογική εξάρτηση αλλά είναι άλλος τρόπος υπάρξεως αυτός, άλλος τρόπος με τον οποίο "ήρθε" στην ύπαρξη.

Έτσι λοιπόν, για τους Έλληνες Πατέρες δεν έχουμε ψυχολογικές κατηγορίες για να δηλώσουμε τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, ενώ για τον Αυγουστίνο έχουμε ψυχολογικές κατηγορίες, οι οποίες μας οδηγούν σε μια αντίληψη περί Θεού που επιτρέπει στην εικόνα του Θεού - τον άνθρωπο - να θεωρείται πρόσωπο και όταν ακόμη είναι ένας. Ενώ ως συνέπεια της Θεολογίας των Καππαδόκων δεν μπορεί ένα πρόσωπο να είναι πρόσωπο έτσι. Χρειάζεται να βρίσκεται σε κοινωνία με άλλα πρόσωπα.

Για τη Δυτική Θεολογία μπορεί κανείς να κάνει λόγο για ένα πρόσωπο και έτσι το πρόσωπο ταυτίζεται με το άτομο. Εδώ έχουμε ταυτισμό όχι απλώς λεκτικό, ταυτισμό λέξεων, αλλά ουσιαστικό ταυτισμό του προσώπου με το άτομο. Δηλαδή το άτομο το οποίο για πολλούς Έλληνες Πατέρες χρησιμοποιείται εναλλακτικά με την έννοια πρόσωπο - στον Ιωάννη τον Δαμασκηνό υπάρχει η εναλλαγή των όρων - δεν σημαίνει ποτέ αυτό που σημαίνει το άτομο στη Δυτική σκέψη, στη Δυτική Θεολογία. Το άτομο στη Δυτική Θεολογία σημαίνει το απομονωμένο ον, αυτό που μπορεί να νοηθεί χωρίς σχέση, χωρίς αναφορά με τα άλλα. Ενώ για τους Έλληνες Πατέρες και τους Καππαδόκες το πρόσωπο είναι δηλωτικό σχέσεως και δεν μπορεί συνεπώς να νοηθεί ως άτομο απομονωμένο. Έχουμε συνέπειες ευρύτερες και για την αντίληψη περί ανθρώπου στην τριαδική Θεολογία του Αυγουστίνου. Τις συνέπειες αυτές κυρίως, πριν τις εξετάσουμε ως προς την ανθρώπινη ύπαρξη, θα πρέπει να τις εξετάσουμε ακόμη βαθύτερα ως προς το δόγμα περί Θεού.

Η μνήμη, η γνώση, η βούληση και η αγάπη για τους Έλληνες Πατέρες είναι κοινά και στα τρία πρόσωπα. Είναι, είτε ενέργειες, είτε σχετίζονται με τη φύση, με την ουσία του Θεού. Μ' αυτό τον τρόπο - και εδώ έχουμε ένα πολύ λεπτό θέμα το οποίο συγχέεται, όταν κάνουμε λόγο περί προσώπου - οι Έλληνες Πατέρες μιλούν για τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, χωρίς να προεκτείνουν στον Θεό ανθρωπολογικές, ψυχολογικές εμπειρίες, όπως είναι αυτές (μνήμη, γνώση, αγάπη). Υπάρχει ο κίνδυνος του ανθρωπομορφισμού. Προβάλλουμε στον Θεό ψυχολογικές εμπειρίες του ανθρώπου. Δεν έχουμε στους Έλληνες Πατέρες προβολή αυτών των ανθρώπινων ψυχολογικών εμπειριών, και γι' αυτό τον λόγο πολλοί κάνουν λόγο για αποφατισμό και αποφατικότητα ως προς τα πρόσωπα.

Την παρατήρηση έκανε πρώτος ο Λόσκυ και την ακολουθούν πολλοί Ορθόδοξοι σήμερα, και θέλουν να πουν ότι για τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, έχουμε μια έννοια προσώπου που δεν αντιστοιχεί στην έννοια του προσώπου του ανθρώπου. Αυτοί ξεκινούν από την προϋπόθεση ότι η μόνη δυνατή έννοια προσώπου στον άνθρωπο είναι η ψυχολογική. Είναι ο δυτικός περσοναλισμός ο οποίος δεν βλέπει τον άνθρωπο ως πρόσωπο κατά άλλο τρόπο, παρά σαν αυτό το υποκείμενο που έχει συνείδηση και ψυχολογικές ικανότητες.

Επειδή λοιπόν στη Δύση αναπτύχθηκε αυτή η αντίληψη περί προσώπου η περσοναλιστική, πολλοί Ορθόδοξοι σήμερα θεωρούν κακό το να μιλάει κανείς για πρόσωπο περί Αγίας Τριάδος. Δεν μπορούν βέβαια να το αποφύγουν γιατί είναι μέσα στην ορολογία, αλλά το να βλέπει κανείς αντιστοιχίες στην ανθρώπινη ύπαρξη το θεωρούν επικίνδυνο. Το λάθος βρίσκεται στο ότι ξεκινούν από την προϋπόθεση ότι ο μόνος τρόπος για να μιλήσουμε για ανθρώπινο πρόσωπο είναι ο περσοναλιστικός - αυτός της αυτοσυνειδήσεως. Αλλά η σωστή Θεολογία θα πρέπει χωρίς να πάρει ανθρωπομορφικές, ανθρώπινες εμπειρίες και να τις μεταφέρει στον Θεό, πρέπει να πάρει από την Τριαδική Θεολογία την έννοια του προσώπου, και να την μεταφέρει στον άνθρωπο. Αυτό είναι απαραίτητο διότι αλλιώς δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν του Θεού.

Εδώ ο Αυγουστίνος κάνει τον Θεό κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν του ανθρώπου, γι' αυτό μεταφέρει ψυχολογικές εμπειρίες στον Θεό και γι' αυτό πολύ σωστά ο δυτικός Περσοναλισμός δεν μπορεί να αντιστοιχίσει στην Τριαδική Θεολογία, και αυτής της πλευράς έχουν δίκαιο αυτοί που λένε ότι κακώς γίνεται λόγος περί προσώπου σήμερα από πολλούς που δεν χρησιμοποιούν αυτή την Πατερική έννοια του προσώπου. Το λάθος είναι ότι: "επειδή έχουμε τον δυτικό Περσοναλισμό, άρα δεν επιτρέπεται να έχουμε έννοια του προσώπου που να την παίρνουμε από την Θεολογία των Ελλήνων Πατέρων"!

Ακριβώς αυτή είναι η προσφορά της Ορθόδοξης Θεολογίας. Να αφήσει στην άκρη αυτόν τον δυτικό Περσοναλισμό και να πάρει από την Τριαδική Θεολογία, ιδίως των Καππαδοκών Πατέρων την έννοια του προσώπου. Έτσι ο άνθρωπος γίνεται κατ' εικόνα και ομοίωση του Θεού, και όχι ο Θεός κατ' εικόνα και ομοίωση του ανθρώπου.

Το δόγμα περί Θεού έχει μεγάλη σημασία για την έννοια του προσώπου του ανθρώπου. Στη θέωση ο άνθρωπος δεν γίνεται τίποτε άλλο παρά το πρόσωπο κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν της Αγίας Τριάδος. Δεν μπορούμε να θεωθούμε κατά την φύση. Η φύση μας δεν μπορεί να γίνει Θεός. Η Θεία φύση και η ανθρώπινη φύση μου δεν μπορεί να γίνει Θεός, να γίνει θεία φύση. Δεν μπορεί η κτιστή φύση να γίνει Θεία φύση. Μπορεί όμως ο άνθρωπος να γίνει πρόσωπο, να γίνει Υιός Θεού και να γνωρίζει τον Θεό ως Πατέρα. Όλα αυτά είναι προσωπικές σχέσεις και δεν μπορούμε να τις εννοήσουμε με το δυτικό Περσοναλισμό, αλλά ούτε και με τη βοήθεια του Αυγουστίνου. Πρέπει να τις εννοήσουμε με τη Θεολογία των Καππαδοκών Πατέρων και εδώ η Θεολογία έχει να κάνει πολύ δουλειά.

Δακτυλογράφηση Ν. Μ.

Το άρθρο αυτό στα Αγγλικά

Δημιουργία αρχείου: 23-9-2005.

Τελευταία μορφοποίηση: 4-1-2018.

Τα αρχεία αυτά, έχουν γραφεί από σημειώσεις τών παραδόσεων μαθημάτων τού καθηγητού Ι. Δ. Ζηζιούλα (σημερινού Μητροπολίτου Περγάμου και προέδρου τής Ακαδημίας Αθηνών) στο Τμήμα Ποιμαντικής τής Θεολογικής Σχολής τού Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κατά το ακαδημαϊκό έτος 1984 - 85.

Προηγούμενο // Περιεχόμενα // Επόμενο

ΕΠΑΝΩ