| Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας | Κοινωνία και Γεγονότα |
|---|
Οι εθνικές συνέπειες τών Εκκλησιαστικών προβλημάτων
ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ στους Σεβασμιώτατους Μητροπολίτες της Ορθόδοξης Εκκλησίας εντός του ελλαδικού χώρου και στην Ι. Σ. την περί τον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη μας Βαρθολομαίο Α΄:
|
ΦΑΝΑΡΙ – ΑΘΗΝΑ: Πέρα από τη σύγκρουση Μια ερμηνεία και μια πρόταση ενότητας, συμβολή για το μέλλον της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελλάδα, στα Βαλκάνια, την Οικουμένη Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα*. |
Η ΟΟΔΕ ευχαρίστως δημοσίευσε τη μελέτη που μας έστειλε ο εν Χριστώ αδελφός μας, που σκοπό είχε να συμβάλλει στην επίλυση τού ζητήματος που ανέκυψε στις σχέσεις τής Εκκλησίας τής Ελλάδος και τού Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης. Και παρά το ότι το πρόβλημα λύθηκε, η ιστορική ανασκόπηση και οι σκέψεις που υπάρχουν στο άρθρο, είναι πολύ χρήσιμα και κατατοπιστικά σε πολλά ζητήματα. Γι' αυτό διατηρούμε το άρθρο και μετά την επίλυση τού προβλήματος.
Ι. ΕισαγωγήΕρώτηση: «Τι σημαίνει κατ’ αναγωγήν το του Κυρίου παράγγελμα «εάν τις αγγαρεύση σε μίλιον εν, ύπαγε μετ’ αυτού δύο»; (Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, Ερωτήσεις διάφοραι και εκλογαί, Qu.178). Ερμηνεία: Ο αγγαρεύον ημάς εστίν ο Κύριος δια της αυτού διδασκαλίας το εν της αυτού μίλιον. Καλόν ουν ημάς ακούειν αυτού κελεύοντος και υπάγειν δύο μίλια, τουτέστιν υπακούειν της εντολής και προστίθει δια των έργων το άλλο εν μίλιον. Ή και άλλως, αγγαρευόμεθα το της πίστεως μίλιον, απαιτούμεθα δε και τα έργα της πίστεως. Είναι ορατό πια, σε όσους έχουν καθαρά μάτια, ότι η σύγκρουση μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των εθνικών Εκκλησιών στα Βαλκάνια, που έχει τουλάχιστον δύο αιώνες ιστορία, έχει σοβαρές πιθανότητες να κορυφωθεί κατά τον 21ο αιώνα, με άξονα την Ελλαδική Εκκλησία. Αλλά είναι επίσης αποδεκτό, ότι η Μητέρα Εκκλησία (Μ.Ε.), η Εκκλησία της Κων/πολης ως Οικουμενικό Πατριαρχείο, τους δύο προηγούμενους αιώνες τήρησε την αναφερθείσα εντολή του Κυρίου με το παραπάνω. Η μελέτη της πρόσφατης εκκλησιαστικής ιστορίας, μας δείχνει πως μετά από επίπονες διεργασίες, υποχωρήσεις αλλά και ταπεινώσεις, εκφρασμένες σε «Τόμους» και «πράξεις», Πατριαρχικές και Συνοδικές, η Μ.Ε. τελικά συγκράτησε[i] τις θυγατέρες Εκκλησίες των Βαλκανίων από τα χειρότερα, διότι συχνά αυτές προσπάθησαν να γίνουν μητροκτόνες[ii]. Ωθήθηκαν αυτές από πολιτειοκρατικές και εθνοφυλετικές αντιλήψεις και χρησιμοποίησαν πρακτικές προτεσταντικής διαμαρτύρησης[iii]. Να θυμηθούμε τον Αδαμάντιο Κοραή[iv], που θεωρούσε ότι «… η Κωνσταντινούπολη μένει μολυσμένη από την καθέδραν του ανόμου τυράννου….»[v]. Έτσι υπονοείται πως η Εκκλησία μέσα στο καινούργιο ελλαδικό κράτος δεν θα μολύνεται πια, από την εξουσία, πράγμα που αποδείχτηκε μεγάλη πλάνη[vi]!!!
ΙΙ. Μια ιστορική θεώρηση της σύγκρουσηςΗ προσωπική μου γνώμη είναι, πως η στρατηγική και πρακτική του Οικουμενικού Πατριαρχείου μας κατά το 19ο αιώνα έγινε τελικά πανορθόδοξα αποδεκτή. Στο πλαίσιο αυτό η γραμμή των «αυτογνωμόνων και βιαίων»[vii] (κατά τον Αρχιμ. Κωνσταντίνο Οικονόμο εξ οικονόμων[viii]) αποσχίσεων απομονώθηκε. Οι άγευστες από το συνοδικό σύστημα διοίκησης της Εκκλησίας, τόσο σε μικρή (Μητροπολιτική) όσο και σε μεγάλη (Πατριαρχική)[ix] κλίμακα, φωνές και πρακτικές, τόσο του Αρχιμ. Θεόκλητου Φαρμακίδη[x] και των οπαδών του στον Ελλαδικό χώρο, όσο και των «εξαρχικών»[xi] στη Βουλγαρία έχασαν, αλλά όχι ολοκληρωτικά και οριστικά. Έμεινε δηλαδή «η Φαρμακίδειος νοοτροπία και η σχετική επιχειρηματολογία[xii]». Το ελλαδικό σχίσμα των Μάουρερ[xiii] - Φαρμακίδη κράτησε 17 έτη (1833-1850), με τον Αρχιμ. Θ. Φαρμακίδη μόνο του να επιμένει[xiv] μέχρι τέλους εναντίον του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του τόμου της Μεγάλης Συνόδου του 1850[xv]. Κατανόησε βαθιά ότι τελικά η Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος δεν αναγνωρίστηκε, όπως ο ίδιος επεδίωκε, αλλά ανακηρύχθηκε, και μάλιστα με όρους, όπου το Πατριαρχείο έμενε Μ.Ε.[xvi], παρ’ ότι την ονόμασε αδελφή[xvii]. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης υπονοείται ως ο Πρώτος[xviii], αφού από το 1848[xix] στους όρους που ετοίμαζε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ο πρόεδρος της Ι.Σ. θα μνημόνευε τον Πατριάρχη(!!!), αλλά ίσως για λόγους τιμωρίας(;), αλλά μάλλον για λόγους τακτικής και αναμονής για τον μέλλοντα καιρό, στην καλύτερη περίπτωση για άρση του Αυτοκεφάλου ή έστω να μη έχουμε και ελλαδικό Πατριαρχείο. Έτσι λοιπόν το 1850, το θέμα αυτό το άφησαν για ευθετότερο χρόνο[xx]. Έκτοτε οι Αρχιερείς μνημονεύουν τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο, χωρίς να έχουν τον πρόεδρο ως Πρώτο, αλλά την Ι.Σ. ως «Συλλογικό Εναλλασσόμενο Πρώτο[xxi]». Ο δε Μητροπολίτης Αθηνών ή Αρχιεπίσκοπος (μετά το 1923[xxii], χωρίς ιδιαίτερες αντιδράσεις από το Πατριαρχείο[xxiii]) είναι απλά Πρόεδρος και φυσικά δεν είναι πραγματικά, αλλά τιμητικά, «πάσης» Ελλάδος Αρχιεπίσκοπος. Ειδικά μετά την πράξη του 1928 και ακόμη περισσότερο μετά το 1944[xxiv]. Το ζήτημα του Πρώτου λοιπόν είναι «κλειδωμένο[xxv]» στον Πατριαρχικό τόμο. Είναι ζήτημα «χρόνου» να αποκατασταθεί ορατά και ακουστά, μέχρις ότου έλθει ο κατάλληλος εκκλησιολογικός «χωροχρόνος», ώστε να πάρει σάρκα και οστά, «στο πλαίσιο μιας αδελφικής συνοδικότητας» και «ως διακονία πρωτοβουλίας, συντονισμού και προεδρίας, πάντοτε με τη σύμφωνη γνώμη των αδελφών-Εκκλησιών»[xxvi] και ειδικά της «αυτοκέφαλης» Εκκλησίας της Ελλάδος, στην «Παλαιά» Ελλάδα. Το βουλγαρικό σχίσμα διήρκησε πολύ, 85 έτη (1860-1945). Τόσο η Μεγάλη Σύνοδος (με σχεδόν οικουμενικό χαρακτήρα) του 1872, που καταδίκασε τον εθνοφυλετισμό[xxvii], όσο και η Πατριαρχική του 1945[xxviii], οπότε και η βουλγαρική Εκκλησία ζήτησε συγγνώμη και δέχτηκε τους Πατριαρχικούς όρους, είναι (μαζί με τον τόμο του 1850) μεγάλες παρακαταθήκες εκκλησιολογικής συνείδησης για τον δύσκολο 21ο αιώνα. Παρ’ ότι δεν πρόκειται για όμοιες περιπτώσεις, αφού το βουλγαρικό σχίσμα έγινε πριν αποκτήσουν οι Βούλγαροι έθνος-κράτος, άφησε όμως, παρά την ήττα τους, πίσω του μια ιδέα αποσχιστική να πλανάται, ως «αυτοκεφαλαρχία»,[xxix] την οποία θέριευε και θεριεύει[xxx] μέχρι σήμερα ο συνεχόμενος πολυτεμαχισμός του βαλκανικού χώρου. Η Πατριαρχική και Συνοδική πράξη του 1866 (Ιούλιος)[xxxi] δεν καθυστέρησε για την «κατ΄ αφομοίωση» παραχώρηση της Εκκλησίας της επαρχίας των Επτανήσων στην αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος. Όμως είχαμε σημαντικές αντιδράσεις για σοβαρούς εκκλησιολογικούς και εθνικούς λόγους, από μεγάλη μερίδα πιστών. Επικεφαλής ήταν ο Κεφαλληνίας Σπυρίδων (Κοντομίχαλος) και ο πολιτικός Γεώργιος Τυπάλδος Ιακωβάτος[xxxii]. Πιο εύκολα ήλθε η Πράξη του 1882[xxxiii] (Μάιος) για την «κατ’ αφομοίωση» ένταξη στην αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος των επαρχιών Ηπείρου (μικρό μέρος) και Θεσσαλίας (το μεγαλύτερο μέρος). Η περίπτωση των επαρχιών των λεγομένων «Νέων Χωρών» (1913), δεν ήταν –παρ’ ότι αρχικά έτσι εμφανίστηκε - ούτε ίδια, ούτε εύκολη. Η καθυστέρηση[xxxiv] της συμφωνίας μεταξύ Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου για πλήρη χειραφέτηση, δηλαδή για την «κατ’ αφομοίωση» παραχώρηση αυτών των εκκλησιαστικών επαρχιών, πέρασε από μύρια κύματα, και τελικά αποσύρθηκε οριστικά. Έτσι στα 15 χρόνια συζητήσεων και προτάσεων, ακούστηκαν επτά[xxxv] διαφορετικές σκέψεις ή προτάσεις, από τις οποίες συζητήθηκαν οι πέντε[xxxvi]!!! Λόγω όμως του εθνικού διχασμού (1916-1923) και του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου (1914-1918) στην αρχή, της Μικρασιατικής καταστροφής κατόπιν (1922), της αντικατάστασης της Συνθήκης των Σεβρών του 1920 από τη Συνθήκη της Λοζάννης το 1923 και της επιβληθείσα υποχρεωτικής ανταλλαγής των πληθυσμών[xxxvii], η μεγάλη καθυστέρηση λύσης του ζητήματος των Νέων χωρών, για άλλους θα μπορούσε να θεωρηθεί ευλογία και για άλλους τραγικό εθνικό γεγονός!!! Όμως αν δεχτούμε την άποψη πως, τόσο για την Ορθόδοξη Εκκλησία όσο και για τον Ρωμαίικο πολιτισμό και ελληνισμό, αυτή η καταστροφή ήταν χειρότερη[xxxviii] από την Άλωση της Πόλης, τότε θα πρέπει να δεχτούμε το πρώτο. Τα πράγματα, λοιπόν, άλλαξαν άρδην[xxxix] τον 20ο αιώνα με αποτέλεσμα το Οικουμενικό Πατριαρχείο να βρεθεί σε τρομερά δύσκολες συνθήκες[xl]. Επί πλέον στα έθνη-κράτη Σερβίας[xli] και Ρουμανίας[xlii] ήδη είχαν δημιουργηθεί αρχικά αυτόνομες «εθνικές» Εκκλησίες (1831[xliii] και 1859[xliv]) και μετά ανακηρυχθεί κανονικά πια αυτοκέφαλες, 1879[xlv] και 1885[xlvi] αντίστοιχα, κατά το παράδειγμα της ελλαδικής (!!!). Ακολούθησε κατόπιν και η Αλβανία, που αυτοανακηρύχτηκε «αυτοκέφαλη», υπό τον ηγέτη των εθνικιστών Φαν Νόλι[xlvii] το 1921. Από το Οικ.Πατριαρχείο αυτή ανακηρύχθηκε κανονικά το 1937. Η επέκταση του ελλαδικού χώρου στη σημερινή Βόρεια Ελλάδα και στα νησιά του Αιγαίου το 1912-13, η μικρασιατική καταστροφή το 1922, οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, η τεράστια διασπορά του ελληνισμού σ’ όλο τον πλανήτη, η ανάπτυξη της Ουνίας[xlviii] από την Ρωμαιοκαθολική εκκλησία και η δημιουργία εκατοντάδων αυτόνομων προτεσταντικών κινήσεων[xlix] και τον 20ο αιώνα στο χώρο τώρα των υπερατλαντικών κτίσεων (Αμερική, Αυστραλία, κ.λ.π.),[l] φυσικά και θα άλλαζαν σημαντικά την τακτική και ποιμαντική του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Μόνο άνθρωποι στατικοί, μονόχνοτοι και άπειροι δεν θα έκαναν τέτοια αλλαγή[li].
ΙΙΙ. Ο μεταοθωμανικός και μετανεωτερικός κύκλος της ΕκκλησίαςΔεν είμαι ούτε κανονολόγος, αλλά ούτε και ιστορικός. Η εσωτερική μου συνείδηση όμως, αλλά και η όση γνώση και εμπειρία μου έχουν χαριστεί, δείχνουν ότι η οριστική αλλαγή στρατηγικής[lii] στις αρχές του 20ου αιώνα δεν ήταν εύκολη, ούτε χωρίς πειρασμούς για το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο. Ήδη η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας από την εποχή της πολιτικής της Ιεράς Συμμαχίας (1815), είχε μπει στη συζήτηση ενός Ορθόδοξου Οικουμενισμού, παρά τα θεολογικά και κανονικά ζητήματα που εγέρθηκαν τότε από τον Φιλάρετο (1782-1867), Μητροπολίτη Μόσχας (1821-1867)[liii]. Ήδη από το 1872 μπαίνει στη συζήτηση και το Οικουμενικό Πατριαρχείο με το σχέδιο αποκαταστάσεως του «Ορθόδοξου Καθολικισμού[liv]» στη Δύση και το βλέπει ευνοϊκά το 1882. Προβλήματα βέβαια είχε και η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα. Αναδεικνύονται τα ζητήματα με την κίνηση του Απόστολου Μακράκη και τα Ευαγγελικά[lv]. Συμβαίνει να πολεμιέται αργότερα τόσο ευθέως εκκλησιαστικά από τον παλαιοημερολογιτισμό[lvi], όσο και πλαγίως από το πλήθος των (παρα)εκκλησιαστικών οργανώσεων[lvii], αλλά και από τον εναγκαλισμό[lviii] του κράτους, σε όλες τις φάσεις του 20ο αιώνα. Έτσι κατανοώ γιατί οι σκληροί ‘’ελλαδικοί’’ (τις περισσότερες φορές άδικα και άμυαλα) κατηγορούν[lix] το Πατριαρχείο μας για πολλά. Πολλοί ιεράρχες της Εκκλησίας της Ελλάδος θεωρούν αντικανονική[lx] την Πατριαρχική και συνοδική Πράξη του 1928, άλλοι θεωρούν αντικανονικό και τον τόμο του 1850, και κάποιοι λαϊκοί εξυμνούν τους Μάουρερ-Φαρμακίδη[lxi]. Τα τελευταία χρόνια υπαινίσσονται ή το κατηγορούν[lxii] ακόμη και για μη Ορθόδοξο[lxiii] Οικουμενισμό, άλλοι για κρυφο-παπισμό[lxiv]. Στην επίθεση αυτή συμπλέουν όλοι όσοι θεωρούν την Εκκλησία μέρος[lxv] του έθνους (!!!) και όσοι έχουν ένα λανθάνοντα εθνικισμό. Έτσι κάποιοι το κατηγορούν στην πιο κρίσιμη περίοδο της ιστορίας, για δικανισμό[lxvi], κάποιοι για φιλοτουρκισμό[lxvii] και άλλοι για συνοδοιπορία με την παγκοσμιοκρατία[lxviii]. Από την άλλη, πολλοί ελλαδικοί Μητροπολίτες, μεγάλο μέρος του κλήρου, μοναχοί και εμείς οι λαϊκοί κατηγορούμαστε συχνά για τύφλωση[lxix], εκκοσμίκευση[lxx], φονταμενταλισμό,[lxxi] πολιτειοκρατισμό[lxxii], προτεσταντισμό[lxxiii], επαγγελματισμό[lxxiv], ευσεβισμό[lxxv], εθνικισμό[lxxvi] και επαρχιωτισμό[lxxvii]. Τα γεγονότα της μετάβασης της Τουρκίας από τον Οθωμανισμό[lxxviii] στον Νεοτουρκισμό[lxxix]-Κεμαλισμό, γνωρίζουμε πλέον πως οδήγησαν το Οικουμενικό Πατριαρχείο σε νέα δεδομένα. Στο τέλος του 20ου αιώνα πια, το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει χαράξει στο εσωτερικό της Τουρκίας νέο πλαίσιο αναφοράς: «Έτσι οι λαϊκοί, που μετείχαν σε μεγάλο αριθμό στην εκλογή του Πατριάρχη, από εδώ και εμπρός αποκλείονται, όπως και οι μητροπολίτες και επίσκοποι που διαμένουν εκτός Τουρκίας. Από την προηγούμενη κατάσταση μένει μια μόνο περιοριστική ρήτρα: το δικαίωμα της κυβέρνησης, όταν ετοιμάζεται μια Πατριαρχική εκλογή, να διαγράφει όποιον θέλει από τον κατάλογο των εκλογίμων[lxxx]». Επίσης, «Η ελληνο-ορθόδοξη κοινότητα της Κωνσταντινούπολης υπέστη έτσι μια φοβερή αιμορραγία. Εδώ και πενήντα χρόνια, αριθμούσε περισσότερα από 100.000 πρόσωπα, ενώ σήμερα δεν ξεπερνά τις 5.000. Και η θεολογική σχολή της Χάλκης παραμένει κλειστή. Ποιος θα κρατήσει στη ζωή το Πατριαρχείο[lxxxi];…». Στο σημείο αυτό νομίζω ότι χρειάζεται να τονιστεί ότι ήδη περάσαμε από τις αρχές του 20ου στην μεταοθωμανική εποχή στην Ανατολή και πρόσφατα στις απαρχές της μετανεωτερικής[lxxxii] εποχής σε Δύση και Ανατολή. Η φιλοσοφία του διαφωτισμού όμως που κυριάρχησε αργά, αλλά σταθερά, σε όλο το δυτικό κόσμο, επεκτάθηκε και στον ανατολικό, και στη συνέχεια ραγδαία εξαπλώθηκε και στις νέες κτίσεις. Σήμερα αποτελεί τη βάση κυριαρχίας της νεωτερικότητας[lxxxiii], με αιχμή την επιχειρηματική κεφαλαιοκρατία (νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό[lxxxiv]) στο χώρο της οικονομίας, τις νέες τεχνολογίες στο χώρο της επιστημονικής έρευνας, την αποθέωση του ατόμου[lxxxv] στο χώρο της ανθρωπολογίας και τη θεολογία το «θανάτου του Θεού»[lxxxvi] στο χώρο της πίστης. Οι δύο αυτές μεγάλες αλλαγές, είχαν αρχίσει βέβαια να γίνονται και στις χώρες, στις οποίες πριν 200 χρόνια περίπου το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε Αρχιεπισκοπές, Μητροπόλεις, επισκοπές και Ι. Μονές. Δηλαδή πρόκειται για τις χώρες που έγιναν έθνη-κράτη, στην προηγούμενη φάση της νεωτερικότητας. Σ’ εκείνη τη φάση είχαμε τη σύγκρουση με το Πατριαρχείο, τις αποσχιστικές πράξεις και τη νέα ισορροπία με τις αυτοκέφαλες εκκλησίες. Με την λύση του προβλήματος της σχισματικής Εκκλησίας της Π.Γ.Δ.Μ. φαίνεται να τελειώνει οριστικά αυτός ο κύκλος. Τέτοιους ιστορικούς[lxxxvii] κύκλους η Εκκλησία «έκλεισε» και άλλες φορές. Μετά την «πτώση» της αρχικής δημιουργίας, η «εκλογή» του Αβραάμ[lxxxviii] γίνεται η απαρχή μιας νέας δημιουργίας, ενός νέου ιστορικού κύκλου. Αυτή η προ Χριστού Εκκλησία έκλεισε τον κύκλο της φυσιοκρατικής ζωής των ανθρώπων. Η προετοιμασία της Εκκλησίας των απογόνων του ήταν «δυνάμει» γεγονός: «εξήγαγε δε αυτόν έξω και είπεν αυτώ. Ανάβλεψον δή εις τον ουρανόν και αρίθμησον τους αστέρας, ει δυνήσει εξαριθμήσαι αυτούς. Και είπεν. Ούτως έσται το σπέρμα σου. Και επίστευσεν[lxxxix] Άβραμ τω Θεώ, και ελογίσθη αυτώ εις δικαιοσύνην[xc]». Ο νέος ιστορικός κύκλος «κλείνει» με την ενανθρώπιση του άσαρκου Λόγου, δηλαδή του Παλαιού των Ημερών, τη δημιουργία της στενής ομάδας των δώδεκα και των πρώτων πιστών, τη δημόσια εμφάνιση και βίωση μιας νέας «βασιλείας». Σφραγίζεται με την εθελούσια απ’ Αυτόν, αλλά παράλογη στα ανθρώπινα μέτρα πράξη, την Σταύρωσή Του, και επόμενα την θεϊκή Ανάστασή Του. Η Ανάληψη φέρνει την Πεντηκοστή, που είναι η απαρχή μιας Εκκλησίας, που προσδιορίστηκε από τις αιώνιες δωρεές της Τριαδικής Θεότητας και Αυτού του Αγίου Πνεύματος. Προσδιόρισε λοιπόν η Πεντηκοστή «την Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων, δηλαδή της Αγίας Αποστολικής πίστης, της Αγίας Αποστολικής Παράδοσης, της Αγίας Αποστολικής ιεραρχίας, ακόμη και κάθε τι Αποστολικού, που είναι θεανθρώπινο[xci]». Οι τρεις πρώτοι αιώνες πέρασαν μέσα από την κήρυξη και εφαρμογή της πίστης, στο πρώτο (πρόσωπο) και δεύτερο (μικρές κοινότητες) επίπεδο της ανθρωπολογικής κλίμακας. Η πίστη και πράξη αυτή έλαβαν χώρα σε πείσμα μιας κοινωνίας και μιας πολιτείας,[xcii] που είχαν τελείως διαφορετικό θεολογικό, ανθρωπολογικό, κοινωνικό και πολιτικό πρότυπο. «Ο ίδιος ο Σωτήρας είχε δείξει ποια έπρεπε να είναι η στάση των χριστιανών απέναντι στις πολιτικές Αρχές και τους νόμους τους. Είχε απορρίψει με συνέπεια όλες τις εγκόσμιες εξουσίες, πραγματοποιώντας το έργο Του[xciii]». Επειδή οι πιστοί πίστευαν βαθιά τη ρήση του Κυρίου, «κανένας δεν βάζει για μπάλωμα σε παλιό ρούχο ένα καινούργιο ύφασμα. Γιατί, το μπάλωμα θα τραβήξει το παλιό ύφασμα και το άνοιγμα θα γίνει μεγαλύτερο. Ούτε βάζουν καινούργιο κρασί σε παλιά ασκιά, γιατί αλλιώς θα σκάσουν τα ασκιά, θα χυθεί το κρασί και θα καταστραφούν και τα ασκιά. Αλλά το καινούργιο κρασί το βάζουν σε καινούργια ασκιά, κι έτσι διατηρούνται και τα δύο[xciv]», δεν επαναστατούσαν μετωπικά σε όλα τα ζητήματα ενάντια στο κράτος. Παρ’ όλα αυτά η Εκκλησία, στους πρώτους αιώνες, είναι γεμάτη από μάρτυρες και όχι από βιαστικούς ταραχοποιούς ή έστω επαναστάτες χωρίς κανένα υπόβαθρο στα επίπεδα μικρής κλίμακας, αφού έχει γίνει η μετωπική σύγκρουση στο ζήτημα της σχετικότητας της κρατικής εξουσίας ως «θεϊκής»[xcv] υπόστασης. Στην εποχή όμως του Κωνσταντίνου κλείνει και αυτός ο κύκλος. «Το σχήμα των σχέσεων Εκκλησίας και κράτους άλλαξε. Η αλλαγή έγινε με την εισαγωγή στην ιστορία μιας ιδέας πραγματικά καινούργιας, ακόμη και για τους Χριστιανούς. Πρόκειται για την ιδέα του Χριστιανικού Κράτους ή της Χριστιανικής κοινωνίας[xcvi]». Ο πρώτος Χριστιανός αυτοκράτορας ήταν ένας Χριστιανός «εκτός» Εκκλησίας κατά τον Philip Sherrard[xcvii] και ανεξάρτητος απ’ αυτήν. Κατ’ αυτόν, «πήρε την εξουσία του από το Θεό και η Εκκλησία τον αναγνώριζε και αποδεχόταν ολόκληρη[xcviii] την αυτοκρατορία κι όλη την θεοκρατική αντίληψη για το κράτος, που ήταν συνυφασμένη μαζί του. Στην ουσία, αυτό σήμαινε πως για το Βυζάντιο και για τα Ορθόδοξα κράτη που προήλθαν απ’ αυτό, η Εκκλησία έπρεπε να αποδεχτεί ολόκληρη τη Ρωμαϊκή κληρονομιά[xcix] -…- και να της δώσει τη Χριστιανική ευλογία». Ανεξάρτητα αν συμφωνούμε με αυτή την έποψη και σε ποιόν βαθμό, το ζήτημα είναι ότι έχουμε μια νέα απαρχή, μια νέα κατάσταση. Η Εκκλησία προσαρμόστηκε σ’ αυτήν και ειδικά το Οικουμενικό[c] πια Πατριαρχείο, λειτουργεί κατ’ αυτό τον τρόπο μέχρι το 1453, για έντεκα αιώνες, περνώντας από τρεις ενδιάμεσες διαφορετικές φάσεις. Φυσικά και υπήρχαν προβλήματα, όπως οι σχέσεις με την πολιτεία, οι Χριστολογικές αιρέσεις, αλλά και βοήθειες, όπως το μεγάλο κίνημα του νηπτικού και κοινοτικού[ci] μοναχισμού, που μαζί με τις μικρές ενοριακές εκκλησιαστικές κοινότητες, αντιστάθμιζαν[cii] αυτή τη νέα κατάσταση. Για όσο καιρό στην πρώτη φάση (330-641, έως το 7ο αιώνα δηλαδή) τα Πατριαρχεία της Ανατολής (Αντιοχείας, Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων) ήταν ισχυρά, το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως απέκτησε τα ίσα πρεσβεία τιμής με αυτό της παλαιάς Ρώμης. Κατόπιν διευρύνθηκε η αποστολή του, για όσο καιρό ακόμη η Χριστιανοσύνη ήταν αδιαίρετη (τυπικά έως το 1053). Κατά την περίοδο αυτή ήταν πραγματικά Οικουμενικό και έπαιξε έτσι συντονιστικό, αλλά και καθοριστικό ρόλο στους λαούς έξω από την Αυτοκρατορία. Έτσι κατά την διάρκεια της β΄ φάσης της Νέας Ρώμης (641-1204), το 732, που είναι εποχή του Λέοντα Ίσαυρου, υπάγεται η Αρχιεπισκοπή Θεσσαλονίκης, ως Εξαρχία του Ανατολικού Ιλλυρικού, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο έως το 1833 ολόκληρη και ανελλιπώς. Αργότερα επί πατριαρχίας του Μεγάλου Φωτίου (820-871), ξεκίνησε με τους Θεσσαλονικείς αδελφούς Κύριλλο και Μεθόδιο ο εκχριστιανισμός των Σλάβων[ciii]. Κατόπιν έλαβε χώρα ο εκχριστιανισμός των Ρώσων[civ], που έμεναν έκτοτε στενά εξαρτημένοι[cv] από το Οικουμενικό Πατριαρχείο έως το 1452[cvi]. Ακολούθησε μια μεταβατική περίοδος παρακμής[cvii] που έφερε και την λατινική κατάκτηση[cviii] της Πόλης. Η χριστιανική ζωή στην μικρά Ασία «σχεδόν νεκρώθηκε» από τις τουρκικές εισβολές. Άλλοι χριστιανοί κατέφυγαν στα παράλια, οι πιο αδύναμοι προσχώρησαν στο Ισλάμ και οι πιο δυνατοί κράτησαν την πίστη και δημιούργησαν νησίδες Ορθοδοξίας. Η νέα εποχή της Οθωμανοκρατίας άρχισε να ανατέλλει. Μια τελευταία αναλαμπή απέμενε, έως ότου η Μεγάλη Εκκλησία, μπει στον επόμενο κύκλο. Η αυτοκρατορία της Νίκαιας[cix], μια θαρραλέα πνευματική αναγέννηση, η παλαμική θεολογία (δηλαδή η θεολογία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά 1296-1340[cx]) και η σημαντική απόσταση από την λατινική θεολογία (Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός 1392-1443[cxi]), σημάδεψαν το τέλος του κύκλου της ισότιμης συναλληλίας. Ο επόμενος κύκλος της νικήτριας μεν Εκκλησίας, τραυματισμένης μεν ιστορικά από τις προηγούμενες μάχες, αλλά όμως και εφοδιασμένης από τη θεολογία των δύο προηγουμένων μεγάλων θεολόγων της Ορθοδοξίας, με τον μοναχισμό σε σταθερή πορεία και με μοναστικά κέντρα σε ανάπτυξη (όπως το Άγιο Όρος, το Σινά, η Παλαιστίνη και ο Πόντος), αντιθέτως όμως με τα τρία Πατριαρχεία της Ανατολής σε ύφεση, λόγω των αιρέσεων, αποσχίσεων και του Ισλάμ, είχε προδιαγραφεί. «Ο Πατριάρχης αναγνώρισε τον Σουλτάνο σαν εγκόσμια δύναμη μέσα στην κοινωνία, όπου έπρεπε η Εκκλησία να επιτελέσει το έργο της … Ήταν το ίδιο παράδειγμα που ακολούθησαν γενικά οι Χριστιανοί στους αιώνες πριν από την μεταστροφή του Κωνσταντίνου… Σαν συνέπεια έρχεται η αντίληψη, πως το Κράτος είναι υπεύθυνο για ολόκληρη την πολιτική και οικονομική πλευρά της ζωής…, αλλά για τις εσωτερικές υποθέσεις της Εκκλησίας μόνος αρμόδιος είναι αποκλειστικά η ίδια η Εκκλησία[cxii].». Η διαφορά από τον πρώτο αιώνα ήταν, πως η Ορθόδοξη Εκκλησία είχε πίσω της ιστορία, λατρεία, τέχνη, αγιότητα, θεολογία, εμπειρία. Όμως το γεγονός ότι είχε αποδεχθεί στη εποχή της Νέας Ρώμης να γίνει η Ορθόδοξη πίστη, επίσημη «θρησκεία» του Κράτους, στις νέες συνθήκες που διαμορφώθηκαν κατά ακολουθία, δεν μπορούσε παρά να δεχτεί και τα «προνόμια» του Σουλτάνου, αλλά και τους όρους του Εθναρχικού της ρόλου. Οι συχνές εναλλαγές των Πατριαρχών, ο πολλαπλός τους ρόλος, η αδυναμία να βρίσκονται κοντά στο λαό λόγω του Εθναρχικού τους ρόλου, έφερε από τη μια μεριά ένα νέο κύμα νεομαρτύρων[cxiii], αλλά από την άλλη ένα κύμα εξεγέρσεων. Η άκρατη νεωτερικότητα κατά τον 17ο αιώνα, αλλά κυρίως τον 18ο αιώνα στην Ανατολή, απλά ανακόπηκε από τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό και το κίνημα των Κολλυβάδων[cxiv]· η προσπάθεια όμως με τις παραγωγικές κοινότητες είχε όρια[cxv]. Στη συνέχεια όμως οι εξεγέρσεις δεν ήταν δυνατόν να ανακοπούν όπως και η εθνικιστική διάσταση της τότε νεωτερικότητας ήταν αδύνατον να νικηθεί αποτελεσματικά από ένα Οικουμενικό Πατριαρχείο, που άλλαζε Πατριάρχη κάθε τρία χρόνια… Η σύγκρουση των κατά τόπους Εκκλησιών πήρε χαρακτηριστικά εθνικά έως εθνικιστικά ακόμα και εθνοφυλετικά, αλλά και η θεολογία της Δύσης μαζί με τη φιλοσοφία, τον πολιτισμό, την επιστήμη, την τεχνολογία και την οικονομία, που στηρίχθηκε κυρίως σε καλβινικά[cxvi] προτεσταντικά πρότυπα, πέρασαν στη Ρωσία, στα Βαλκάνια και στον ελλαδικό χώρο κατ’ εξοχήν. Η θεωρία του αντιπαπικού μεσαιωνικού επαναστάτη της Πάδουας, Marsiglio[cxvii], που θεωρούσε το εγκόσμιο κράτος σαν την μόνη συνεκτική κι εξαναγκαστική δύναμη, ικανή να δημιουργήσει πολιτισμένη ζωή για τον άνθρωπο στη γη, κυριαρχούσε στη συνείδηση και τη σκέψη της πλειοψηφίας των ανθρώπων της νέας τότε εποχής, δηλαδή της νεωτερικής. Ένας «άθεος[cxviii]» ανθρωπισμός της νεωτερικότητας ξεδιπλώνεται στην δυτική Ευρώπη και εξαπλώνεται στα έθνη-κράτη, που δημιουργούνται και με τη βοήθειά της, στην ανατολική. Ο εκκλησιολογικός αρειανισμός εμφανίζεται καθοριστικά στο προσκήνιο της δυτικής και της ανατολικής Ευρώπης. Το οικουμενικό Πατριαρχείο λόγω της θέσης του μέσα στον Οθωμανισμό, αλλά και της σχέσης του με τους Χριστιανούς, ως διαμεσολαβητικού μέσου - Εθναρχικού κέντρου, δεν μπόρεσε ίσως να προβλέψει και κυρίως να προετοιμαστεί γι’ αυτές τις εξελίξεις. Εξ αιτίας και αυτού πλήρωσε και ακόμη πληρώνει πολλά. Στον νέο κύκλο για την Οικουμενική Ορθοδοξία, που ξεκίνησε στις αρχές του 20ου αιώνα με τον Νεοτουρκισμό-Κεμαλισμό στην Τουρκία και την κορύφωση της νεωτερικότητας με όλα τα θετικά και τα τρωτά[cxix] της στις αρχές του 21ου αιώνα, αλλά και με την εποχή της μετανεωτερικότητας να ανατέλλει δειλά, είναι ανάγκη να βρεθούν το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αλλά και οι άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες αυτήν την φορά πιο μπροστά από τις εξελίξεις, που πλησιάζουν…
ΙV. Μερικές αναγκαίες επισημάνσεις Μέσα στα πλαίσια αυτά, κατά την γνώμη μου, πρέπει να ειδωθεί όλη η προηγούμενη εμπειρία, παράδοση, θεολογία, αλλά και τα παθήματα και τα λάθη από την Οικουμενική Ορθοδοξία. Τα πατερικά κείμενα, οι κανόνες και τα πρότυπα χρειάζονται για να μας φωτίζουν κατά το πνεύμα και όχι κατά το γράμμα[cxx], κυρίως στο επίπεδο της εκκλησιαστικής ιστορίας. Ειδικά η θεμελιώδης, πράγματι, αρχή[cxxi]: «ει δε και τις εκ βασιλικής εξουσίας εκαινίσθη πόλις, ει αύθις καινισθείη (ανακαινίστηκε ή θα ανακαινισθή στο εξής, δηλαδή θα έχει κάποια πολιτική μεταβολή, τοις πολιτικοίς και δημοσίοις τύποις (δηλαδή, πρότυπα) και των εκκλησιαστικών παροικιών (δηλαδή, επαρχιών, διοικήσεων) η τάξις ακολουθήτω»,(17ος καν. της Δ΄οικουμενικής συνόδου, 451 μ. Χ., Χαλκηδών), πάνω στην οποία στηρίχτηκε η σύγκρουση του 19ου και 20ου αιώνα στα Βαλκάνια με το Πατριαρχείο, με τέτοια θεώρηση χρειάζεται να ειδωθεί. Παρά το γεγονός ότι αρκετοί εκκλησιαστικοί[cxxii] διαφωνούν με τον τρόπο που ερμηνεύεται αυτός ο κανόνας, ότι δηλαδή αναφέρεται σε πόλεις και όχι σε έθνη, χρειάζεται πάντως να ειδωθεί και σε ιστορικό πλαίσιο, δηλαδή σε χωροχρονικό[cxxiii] επίπεδο, αφού πια γνωρίζουμε ότι ο χώρος και ο χρόνος είναι διαλεκτικά δεμένοι. Γι αυτούς τους λόγους επισημαίνω και τα παρακάτω: 1. Η οποιαδήποτε λύση του ζητήματος της σχέσης Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος, δεν μπορεί να γίνει μονομερώς[cxxiv]. Για το κανονικό μέρος μπορεί να αρκεί το σχετικό βιβλίο του Σεβ. Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιεροθέου. Εξ άλλου τα ζητήματα στην Ορθόδοξη Εκκλησία λύνονται συνοδικά και οικουμενικά. 2. Με φοβίζει το γεγονός ότι στην Ι.Σ. των Σεβ. Ιεραρχών της Εκκλησίας της Ελλάδος μερικοί εισηγητές μίλησαν με τόση βεβαιότητα για αντικανονικότητα της πράξης του 1928, χωρίς να αναρωτηθούν για το γεγονός ότι στην Εκκλησία μας, εκτός από την οικονομία των κανόνων, υπάρχει ως κανόνας και η οικονομία. Η οικονομία[cxxv] είναι αντικανονική ή κανονική; Δεν συνειδητοποιούν, ότι «πολλές φορές η ακρίβεια για την ζωή της Εκκλησίας σημαίνει βλάβη»; Η φωνή του Παφνούτιου στην ομήγυρη των πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου δεν φτάνει μέχρι τον 21ο αιώνα; «Μη τη υπερβολή της ακριβείας, μάλλον την Εκκλησίαν προσβλάψωσιν».[cxxvi] 3. Με προβληματίζει βέβαια και το γεγονός της υπερβολικής πίεσης που εξασκεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην Εκκλησία της Ελλάδος, χρησιμοποιώντας τα ελληνικά Μ.Μ.Ε.,[cxxvii] αλλά και τα πολιτικά και οικονομικά κενά στα παγκόσμια συμφέροντα, χωρίς απαραίτητα αυτά από μόνα τους να είναι λάθος. Πάντως η πίεση για εκκλησιαστική ενότητα, στην περί τον Μακ. Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πρόεδρο της Ι.Σ. κκ Χριστόδουλο ομάδα των «πενήντα», καλό θα ήταν, κατά την ταπεινή μου γνώμη, να ασκείται κυρίως θεολογικά και εκκλησιολογικά. 4. Με τρομάζει επί πλέον το γεγονός, ότι οι προτάσεις για επίλυση της κρίσης είναι πολύ μικρής κλίμακας, άρα δεν αποτελούν πιθανές λύσεις, αλλά τακτικές κινήσεις. Μία μόνο πρόταση μεγάλης κλίμακας έχει κάνει την εμφάνισή της στις εφημερίδες, η οποία από την μία γίνεται με κάποια παλαιά[cxxviii] ανάλυση, αλλά από την άλλη και εκκλησιολογικά λαθεμένη μου φαίνεται. Νομίζω, ότι μπορώ στο σημείο αυτό, πριν δηλαδή παρουσιάσω την πρότασή μου, να κάνω μερικές θεωρητικές επισημάνσεις, γιατί εκτιμώ ότι οδηγούμαστε σε πιθανή και μεγάλη σύγκρουση και όχι σε ενότητα, όπως εύχονται και οι αγιορείτες πατέρες[cxxix]. Πρέπει εκ των προτέρων να ομολογήσω, πως αυτά που θα εκθέσω, δεν πιστεύω ότι έχουν απόλυτη ισχύ, αλλά είναι η συνείδηση, ή έστω η εντύπωση, που μου έχει δημιουργηθεί για τις κυρίαρχες τάσεις και θέλω δημόσια να εξομολογηθώ. Στην Ελλαδική Εκκλησία λοιπόν, δίνουμε συχνά την αίσθηση ότι έχουμε εγκαταλείψει την εσχατολογική[cxxx] διάσταση της πίστης μας, την πίστη στο «προσδοκώ ανάσταση νεκρών». Μερικά παραδείγματα, όπως τα βιώνω, με πείθουν γι’ αυτό: Α. Ο τρόπος εισόδου κάποιου στον κλήρο γίνεται συνήθως ερήμην του εκκλησιαστικού σώματος, και το «άξιος» κατά την χειροτονία, δεν αποτελεί επομένως συστατικό χαρακτηριστικό της εισόδου. Β. Ο τρόπος εκλογής[cxxxi] των επισκόπων έχει να κάνει με τους συσχετισμούς δύναμης γύρο από τον κάθε φορά Αρχιεπίσκοπο, ενώ πολύ δε περισσότερο στη ελλαδική Εκκλησία, δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν το λαϊκό στοιχείο. Γ. Οι μη εθνοκεντρικοί (π.χ. μαρξιστές, ευρωπαϊστές, κ.λ.π.) Ορθόδοξοι βαπτισμένοι Χριστιανοί, αντιμετωπίζονται από ορισμένους κληρικούς, με ιδεολογικούς[cxxxii] όρους (π.χ. γραικύλοι) και όχι ποιμαντικούς. Δ. Η κατήχηση με την εκκλησιολογική έποψη είναι σπάνιο είδος, ενώ τα κατηχητικά σχολεία[cxxxiii] στις ενορίες παίρνουν πολλές φορές ηθικολογικό και ιδεολογικό χαρακτήρα με συνέπεια ναι τροφοδοτούν τότε την «άρνηση[cxxxiv]». Ε. Το μάθημα των θρησκευτικών στα σχολεία[cxxxv] βρίσκεται σε μια εσωτερική αντίφαση. Από τη μια πλευρά, ούτε ως κατηχητικό μάθημα μπορεί να θεωρηθεί στην πράξη, όσο η προσέλευση στο σχολείο έχει τα χαρακτηριστικά της υποχρεωτικότητας, αλλά όσο και οι καθηγητές θεολόγοι είναι απλά πτυχιούχοι μιας σχολής, χωρίς δηλαδή την εκκλησιαστική προσωπική ευλογία. Από την άλλη, δεν παρέχεται η ευχέρεια να γίνει το μάθημα συμβατό τόσο με το χώρο και τους εκπαιδευτικούς, όσο και με τις συνθήκες της εποχής. ΣΤ. Οι θρησκευτικές οργανώσεις, πέραν του ότι διδάσκουν ακόμα ορισμένες σαφώς μη ορθόδοξες δοξασίες (όπως η θεωρία της «ικανοποίησης της Θείας δικαιοσύνης», η απόλυτη διάκριση ήθους και δόγματος, η υποτίμηση των θείων ενεργειών[cxxxvi] στους μη Ορθοδόξους πιστούς, κλπ), έχουν επηρεάσει πολλούς εκκλησιαστικούς και δημιουργούν πολλές φορές προβλήματα στην ενοριακή μας και ευχαριστιακή[cxxxvii] μας συνύπαρξη[cxxxviii]. Και αυτό μάλιστα σε μια εποχή, που αυτή είναι η αναγκαία συνθήκη Ορθόδοξης πίστης και πράξης, οπότε πρέπει να διαφυλαχθεί ως κόρη οφθαλμού.
V. Μια ερμηνεία του εκκλησιολογικoύ μας χωροχρόνου Εάν η θεώρηση του μακαριστού Αρχιμ. π. Ιουστίνου Πόποβιτς είναι ορθή (προσωπικά την δέχομαι παρά κάποιες άλλες προσεγγίσεις[cxxxix]), ότι δηλαδή ο σημερινός απολυτοποιημένος ανθρωπισμός, σε όλες τις εκδοχές της νεωτερικότητας, τουλάχιστον όπως αναπτύχθηκε στην Ευρώπη, είναι ένας εκκλησιολογικός «αρειανισμός»,[cxl] τότε μπορούμε να δούμε αντίστοιχα σχήματα σε εκκλησιολογικό επίπεδο στο «εσωτερικό» της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι οπαδοί του εθνικισμού και του εθνοφυλετισμού αποβάλουν «συν τοις άλλοις» σιγά-σιγά την ιστορική μνήμη της Οικουμενικότητας. Επί πλέον δεν ενδιαφέρονται, πιθανώς ούτε νοερά, οπότε δεν έχουν οικουμενικό όραμα για τον πλανήτη, ως συλλογικοί α-νόητοι, άρα δεν έχουν και αλληλεγγύη – πράξη, πέραν της «ιδιαίτερης» πατρίδας. Οι επηρεασμένοι και μη αμιγείς, επί το επιεικέστερο, δίνουν απλά προτεραιότητα στην εδαφικότητα[cxli] έναντι της χρονικότητας. Η «ιστορική μνήμη»[cxlii] και το μελλοντικό οικουμενικό νόημα και όραμα όμως σε μας τους βαλκάνιους ενσαρκώνεται, κατ΄ αρχήν, μέσω της σχέσης μας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ας θεωρήσουμε πως η «ιστορική μνήμη» και το «μελλοντικό οικουμενικό όραμα» αντιπροσωπεύει στην ανθρώπινη[cxliii] φύση της Εκκλησίας ό,τι ο νους στην ανθρώπινη φύση του Χριστού. Επί πλέον να θεωρήσουμε πως η «εδαφικότητα», εντός μιας κρατικής οντότητας, των επισκοπών, αντιπροσωπεύει ό,τι το σώμα στην ανθρώπινη φύση του Χριστού.[cxliv] Ας θυμηθούμε τον Χριστολογικό Απολλιναρισμό. Θεωρούσαν οι απολλιναριανοί, ότι ο Χριστός, κατά την ανθρώπινη φύση του δεν είχε νου[cxlv]!!! Εάν δεχθούμε την προτεραιότητα της εδαφικότητας, πόσο μάλλον την κυριαρχικότητά της, έναντι της ιστορικής μνήμης και του μελλοντικού οικουμενικού οράματος, τότε δεν είμαστε στα πρόθυρα ενός ιδιόμορφου εκκλησιολογικού απολλιναρισμού; Αντίστοιχα, οι οπαδοί της «αποθέωσης της ιστορίας»[cxlvi] οδηγούνται στην δική τους μονομέρεια. Οι άκρατοι διεθνιστές ή οικουμενιστές ή οπαδοί κάθε είδους παγκοσμιοποίησης ή παγκοσμιοκρατίας, είτε αυτή που γράφτηκε στο παρελθόν, είτε αυτή που θα γραφτεί στο μέλλον, με τον «άκρατο ακτιβισμό» οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό, οικολογικό, θρησκευτικό ή «εκκλησιαστικό», υποτιμούν το συγκεκριμένο χώρο, την εδαφικότητα. Υποτιμούν δηλαδή και δεν ενδιαφέρονται για την κοινοτική, περιφερειακή και την κρατική εν τέλει τοπικότητα, όπως εκδηλώνεται στους συγκεκριμένους «καιρούς» με τα σύνορα των εδαφών των ενοριών, περιφερειών, μονοεθνικών ή πολυεθνικών πολιτικών ή κρατικών δομών. Έτσι όσοι Ορθόδοξοι αποδέχονται αυτή την αντίληψη και πρακτική, οδηγούνται κοντά σ’ ένα εκκλησιολογικό νεστοριανισμό. Γιατί, τι ήταν ο Χριστολογικός νεστοριανισμός; Ήταν μια αίρεση, που ενώ προσπαθούσε να αποφύγει την μη σωτηρία και της ανθρώπινης νόησης των πιστών, πολεμώντας τον απολλιναρισμό, στρέβλωσε τον τρόπο ένωσης των δύο φύσεων του Χριστού. Η μερίδα αυτή της «Αντιοχειανής Σχολής, από το ένα μέρος επέμενε στην ηθική πλευρά της σωτηρίας και από το άλλο μπόλιασε την ηθική φιλοσοφία στην ερμηνεία του μυστηρίου της σωτηρίας. Η μερίδα αυτή «δεν μπορούσε να δεχτεί την τέλεια, ουσιαστική και φυσική ένωση της θεότητας και ανθρωπότητας. Δέχεται την εξωτερική, ηθική και βουλητική ένωση, έτσι ώστε να μην υπάρχουν «φυσικώς» ενωμένες δυο υποστάσεις ή δυο πρόσωπα, αλλά δυο φύσεις ή δυο υιοί (ο άνθρωπος Ιησούς και ο Λόγος), σε μια σχέση οχήματος-οδηγού[cxlvii]!!! Έτσι οι «ανιστόρητοι» «εθνικιστές» ως «απολλιναρίζοντες», έκαναν το 1924 το δεύτερο, μετά απ’ αυτό του 1833, ελλαδικό σχίσμα, αυτό του παλαιοημερολογιτισμού, αφού φαντάστηκαν το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τον Αρχιεπ. Αθηνών Χρυσόστομο Α΄ (Παπαδόπουλο) ως «ασώματους» «οικουμενιστές». Θεώρησαν λοιπόν πως με ένα ηθικιστικό τρόπο, το Οικουμενικό Πατριαρχείο πρότεινε νέο τρόπο σωτηρίας, και για τους Ορθόδοξους, αλλά και τους Ρωμαιοκαθολικούς, Αγγλικανούς, Ιουδαίους, Μουσουλμάνους, και κάθε είδους ανθρώπους καλής θέλησης, μέσω του οικουμενικού διαλόγου, που τότε ξεκίνησε… Το πρόβλημα αυτού του ιδιάζοντος «νεστοριανισμού» στην προσωπική ζωή των πιστών, ήδη φούντωνε στο ελλαδικό χώρο από τις αρχές του 20ου αιώνα από τη φιλοσοφία και θεολογία των αναπτυσσόμενων θρησκευτικών οργανώσεων. Το αντιφατικό είναι, πως ενώ αυτοί πραγμάτωναν τον ηθικισμό, επί της ουσίας τύχαιναν προβολής απ’ αυτούς τους «ηθικιστές» του ελλαδικού χώρου στους Ιεράρχες του Οικουμενικού Θρόνου, σε μια εποχή που βρίσκονταν σε διωγμό!!! Θεωρούσαν δηλαδή, πως το Οικουμενικό Πατριαρχείο λειτουργεί ως Εκκλησία–οδηγός, πάνω στην ελλαδική Εκκλησία–όχημα. Έτσι αποφάσισαν για να σωθούν, να κατεβούν από το όχημα!!! Η εισαγωγή του νέου ημερολογίου (1924) ήταν η καλύτερη αφορμή και δικαιολογία. Σήμερα οι «απολλιναρίζοντες» οπαδοί των «εθνικών» Εκκλησιών βρίσκονται και «εντός» της ελλαδικής Εκκλησίας. Είναι αμύντορες στους πραγματικούς (άνθρωποι είμαστε όλοι) ή φανταστικούς κινδύνους, που έρχονται από τους άκρατους «ιστορικιστές», οπαδούς της οικουμενικής κίνησης, και είναι έτοιμοι για την κορύφωση της σύγκρουσης. Οι ίδιοι σπρώχνουν[cxlviii] το Οικουμενικό Πατριαρχείο όσο γίνεται μακριά τους και πολύ θα ήθελαν να παίζει ένα τέτοιο ρόλο οδηγού απέναντι στις «εθνικές» Εκκλησίες, ώστε να τις τραβήξουν όσο γίνεται πιο «μακριά» του. Το ζήτημα των Μητροπόλεων των λεγομένων «Νέων Χωρών» είναι μια ωραία ευκαιρία για να ονειρεύονται ένα ελλαδικό Πατριαρχείο[cxlix], μαζί με τα υπόλοιπα των Βαλκανίων…
VI. Τα όρια και οι αδυναμίες των τεσσάρων προτάσεων Οι προτάσεις που συζητούνται μέχρι τώρα ανοικτά για την σχέση της Μητέρας Εκκλησίας και της Εκκλησίας της Ελλάδος, ουσιαστικά είναι μόνο τέσσερις, αλλά έχω την γνώμη ότι όλες πάσχουν λιγότερο ή περισσότερο. Α. Η ανοικτή πρόταση για ενοποίηση του εκκλησιαστικού (ελλαδικού) χώρου, με αφομοίωση όλων των επαρχιών στην Εκκλησία της Ελλάδος, που ακούγεται από Ιεράρχες, κληρικούς και λαϊκούς με ταυτόχρονη απαξίωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ζητά να υποτάξει την Εκκλησία στο έθνος (ελλαδικό). Η διαμάχη στην Αρχιεπισκοπή Αμερικής, όπου η Ελληνορθόδοξη Εκκλησία βρισκόταν στα όρια της υποταγής της στις «εθνικές» επιδιώξεις της κάθε φοράς διπλωματικής γραμμής των «εθνικών» συμφερόντων[cl], ήταν στην πραγματικότητα ένα ίδιο εκκλησιολογικό πρόβλημα, με όρους μειονότητας. Η άποψη αυτή, που παίχτηκε δύο αιώνες στα Βαλκάνια, αφυδάτωσε το ευ-αγγέλιο της σωτηρίας και του ίδιου του έθνους, του κάθε έθνους. Εκκλησιολογικά βλέπει την Εκκλησία, καθαρά ως ανθρώπινο οργανισμό, και είναι κατά την ταπεινή μου γνώμη, ένας καθαρός εκκλησιολογικός «απολλιναρισμός». Νομίζω πως η ανάπτυξη της «αρειανίζουσας αθεΐας», εκτός από αιτία μετατρέπεται και σε αποτέλεσμα, μέσα απ’ αυτή την εκκλησιολογική απόκλιση. Και αυτό επειδή θεωρώ, πως αυτό διδάσκει με τον τρόπο συμπεριφοράς της, κάθε φορά που μια επαρχιακή Εκκλησία γίνεται μέρος του έθνους και όχι η φανέρωση του Ευχαριστιακού Θεανθρώπινου Σώματος του Χριστού[cli]. Δηλαδή αποδέχεται ότι η Εκκλησία είναι κτιστή συλλογικότητα χωρίς «ιστορική οικουμενική μνήμη (νου)», και δεν δείχνει να αποδέχεται «εν τοις πράγμασιν» ότι είναι πλήρως θε-ανθρώπινος οργανισμός. Από την έποψη αυτή, η μέχρι τώρα «πολυδιάσπαση» του ελλαδικού εκκλησιαστικού χώρου, διασώζει[clii] την μη εκκλησιολογική «απολλιναροποίηση», τουλάχιστον σε όσους έχουν ανοικτά μάτια. Οι αντίθετες φωνές «εντός» της Εκκλησίας, απλά εμποδίζουν, ως «ομίχλη», αυτή τη θεία Δωρεά, που σώζεται στα Βαλκάνια από την Ελληνική Ορθοδοξία.
Β. Η νέα εκκλησιαστική γραμμή του Οικουμενικού Πατριαρχείου, της πλήρους δηλαδή εφαρμογής των Ι΄ όρων της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξης του 1928[cliii], ώστε να κρατήσει τα εδαφικά ερείσματα στον ελλαδικό χώρο είναι, κατά την ταπεινή μου γνώμη, και αναγκαία και σοφή. Η ασταθής ισορροπία όμως με την οποία κέρδισε χρονική διάρκεια σχεδόν ενός αιώνα, μετά την σταθεροποίηση των «εθνικών» Εκκλησιών, με έστω μόνο χαλαρή σχέση με το Ορθόδοξο κέντρο, και με το δεδομένο της απώλειας των ερεισμάτων στο χώρο της Μικράς Ασίας (επτά λυχνίες της Αποκάλυψης), δεν μπορεί να συνεχίζεται επ’ άπειρο. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναγκάστηκε για ένα αιώνα να φαίνεται ότι δίνει προτεραιότητα στον ιστορικό[cliv] χρόνο σε σχέση με το χώρο–εδαφικότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι στις αρχές του 20ου αιώνα έκανε νεύμα στη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία, με το ημερολογιακό. Και το ημερολογιακό του 1924, έδωσε την αφορμή για το εσωτερικό σχίσμα με τους «παλαιοημερολογίτες», που αποτελούν ένα άλλο ακόμη ελλαδικό καθεστώς. Έτσι, μετά από μια χιλιετία, έγινε το «μετέωρο[clv] βήμα[clvi]» με την άρση[clvii] των αναθεμάτων, μεταξύ του Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα και του Πάπα Παύλου του ΣΤ΄, αλλά η προσπάθεια ίδρυσης ουνιτικού Πατριαρχείου στην Ουκρανία[clviii], αποδεικνύει τον «μετεωρισμό». Αυτό το πλαίσιο ακολούθησαν λοιπόν και οι επόμενοι δύο Οικουμενικοί Πατριάρχες. Ακολούθησαν επί πλέον, τόσο τα ανοίγματα στην ιστορική Αγγλικανική εκκλησία στη Δύση, όσο και τα ανοίγματα στις παλαιές ιστορικές εκκλησίες της Ανατολής. Κατόπιν, νομίζω, και λόγω της έλλειψης σημαντικών εδαφικών ερεισμάτων, οδηγήθηκε το Οικουμενικό Πατριαρχείο σε ακόμη στενότερη σχέση με τις πολιτικές εξουσίες σ’ όλο τον πλανήτη. Έτσι ο «πειρασμός της Ρώμης»[clix] γίνεται έντονος, σε μια εποχή που ο χρόνος είναι η βάση του νεωτεριστικού[clx] φιλοσοφικού, πολιτικού, οικονομικού και τεχνολογικού υποδείγματος. Πιστεύω όμως πως η ταυτόχρονη επαναφορά στο εκκλησιολογικό προσκήνιο της «θεολογίας της εσχατολογίας[clxi]» (εκκλησιαστικός χρόνος), διαφυλάττει τα πράγματα. Εάν λοιπόν (ο μη γένοιτο), το Οικουμενικό Πατριαρχείο χάσει και αυτά τα κανονικά του ερείσματα στον ελλαδικό χώρο και συνεχίσει να παίζει απλά, αλλά «συγκεντρωτικά» μόνον ένα παγκόσμιο συντονιστικό ρόλο στις Ιερές Αρχιεπισκοπές, Μητροπόλεις και Μονές του, χωρίς λειτουργική και οργανική σύνδεση με πραγματικές επισκοπές μέσω και μόνο του θεσμού των «Τιτουλαρίων»[clxii] Μητροπολιτών, τότε θα οδηγηθεί εκ των πραγμάτων –και όχι εκ πεποιθήσεως- να παίζει το ρόλο του «οδηγού» απέναντι στα «οχήματα», που θα αποτελούν οι αυτοκέφαλες, αλλά και οι αυτόνομες θυγατέρες Εκκλησίες του σ’ όλο τον πλανήτη. Το σχήμα αυτό θυμίζει τον «νεστοριανισμό» στο πρόβλημα της Χριστολογίας. Άρα ο κίνδυνος για μια μελλοντική διολίσθηση της εκκλησιολογίας του Οικουμενικού θρόνου σ’ ένα ιδιότυπο εκκλησιολογικό «νεστοριανισμό γίνεται έτσι πιθανός. Μη ξεχνάμε εξ άλλου, πως ο Χριστολογικός απολλιναρισμός γεννήθηκε από τον Χριστολογικό αρειανισμό, ενάντια του οποίου επινοήθηκε ο Χριστολογικός νεστοριανισμός… Αυτόν λοιπόν τον εκκλησιολογικό νεστοριανισμό τον φέρνει πιο κοντά τόσο η συνεχής μείωση των επισκοπών και ενοριών στην Τουρκία, όσο και ο πόλεμος των ελλαδιτών στα κανονικά του ερείσματα στο χώρο της Ελλάδος. Διότι εντός των πραγματικών ενοριών και επισκοπών, γίνεται «Λειτουργικά» η αντίδοση των ιδιωμάτων, και δεν παρισφρύει εκκλησιολογικά το σχήμα «οδηγός–όχημα»[clxiii]. Ο βασικός του στόχος όμως είναι θεμιτός, γι’ αυτό χρειάζεται να κρατήσει, αλλά και να διευρύνει τα ερείσματα και μάλιστα πιο κοντά του, όπως ανάλογα έγινε τον 20ο αιώνα τελικά με τις Εκκλησίες της διασποράς. Λογικό είναι λοιπόν να μην «απογυμνωθεί από τα κανονικά του δικαιώματα», όχι μόνο στα νησιά (Κρήτη, Δωδεκάνησα, κ.λ.π.), αλλά και στη Βόρεια Ελλάδα. Νομίζω ακόμη, πως ήλθε επιτέλους η ευλογημένη αυτή ώρα να συζητηθεί όλο το ζήτημα του ελλαδικού Αυτοκεφάλου από την αρχή. Αυτή λοιπόν η προσφορά της ελλαδικής Ορθοδοξίας, δεν είναι απλά μια εθνική προσφορά προς το θεσμό του Οικουμενικού Θρόνου, άλλά κυρίως είναι η προσφορά προς στον ίδιο μας τον εαυτό, αφού και οι αιτίες ενός πιθανού εκκλησιολογικού νεστοριανισμού αποφεύγονται, αλλά και ο εκκλησιολογικός απολλιναρισμός που παρασιτικά αναπτύσσεται δύο αιώνες τώρα στα Βαλκάνια έχει πιθανότητες να μαραθεί. Εάν αυτά τα δύο συμβούν, ο ευρωπαϊκός και ο παγκόσμιος εκκλησιολογικός αρειανισμός θα έχουν βρει απέναντί τους ένα πραγματικό αντίπαλο: μια Ορθόδοξη Εκκλησία που θα βιώσει την παλαμική εκκλησιολογία στον 21ο αιώνα. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο λοιπόν, επιδιώκει να κρατήσει –και θα κρατήσει- τα εδαφικά ερείσματά του στον ελλαδικό χώρο, θα ξεφύγει από τον επικίνδυνο νεστοριανισμό που καραδοκεί, οπότε «το ανθρώπινο» των Ορθοδόξων λαών θα αγιάζεται και δεν θα |