Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας Οικουμενισμός

 

Η ΕΠΙ ΤΩΝ ΔΟΓΜΑΤΙΚΩΝ ΙΕΡΟΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΥΠΟΜΝΗΜΑ

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΣΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ

ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

Φεβρουάριος 2007

http://www.orthodoxnet.gr/pse%20IK/IK-PSE_Ypomnima.php

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Ι. Η ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΙΙ. ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

ΙΙΙ. Η ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΣ ΤΟΥ Π. Σ. Ε. ΣΗΜΕΡΑ

1. Η Εκκλησιολογία

α. Η ενότης της Εκκλησίας (η έννοια Μία Εκκλησία)

β. Η καθολικότης της Εκκλησίας

γ. Η αποστολικότης και η αγιότης της Εκκλησίας

δ. Η πίστις, η ζωή και η ελπίδα της Εκκλησίας

2. Το Βάπτισμα

3. Η ιεραποστολή

4. Ο στόχος της ορατής ενότητος

5. Η “ομολογιακή” και η “διομολογιακή” κοινή προσευχή

6. Η έλλειψις προσανατολισμού προς την Ορθόδοξο Εκκλησία

7. Ηθικά και κοινωνικά θέματα

8. Η στάσις έναντι των άλλων θρησκειών

IV. Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΣΤΟ Π. Σ. Ε.

Α. Τα προβλήματα

1.Στηναδυναμία ουσιαστικής μαρτυρίας της Ορθοδοξίας

2.Στηνκαλλιέργεια ενός οράματος ψευδούς ενότητος

3.Στηνσυνέχισι των συμπροσευχών

4.Στηνφθορά του φρονήματος των Ορθοδόξων

5.Στηνσυντήρησι αιρετικών νοημάτων και βιωμάτων

6. Στις προοπτικές

Β. Το πρόβλημα της συμμετοχής

V. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

VI. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

 

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Ο προβληματισμός για την συμμετοχή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (στο εξής Π. Σ. Ε. ) είναι απολύτως εύλογος. Οι Ορθόδοξες Εκκλησίες από της συστάσεως του Π. Σ. Ε. και εντεύθεν πολλές φορές εξέφρασαν τις ανησυχίες τους για ποικίλες τάσεις και εκδηλώσεις του. Το 1997 απεχώρησε η Εκκλησία της Γεωργίας και το 1998 η Εκκλησία της Βουλγαρίας.ΣτηνΔιορθόδοξο Συνάντησι της Θεσσαλονίκης το 1998 διατυπώθηκε έντονα η πιο πρόσφατη δυσαρέσκεια των Ορθοδόξων Εκκλησιών για τον τρόπο συμμετοχής τους στο Π. Σ. Ε. , οπότε απείλησαν με αποχώρησι οι Εκκλησίες της Σερβίας και της Ρωσίας.

Έργο των υπευθύνων εκκλησιαστικών οργάνων είναι να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, να παρακολουθούν την εξέλιξί τους με αίσθησι ευθύνης και να αντιμετωπίζουν με συνέπεια τα προβλήματα που δημιουργούνται από την συμμετοχή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο Π. Σ. Ε. και σε παρόμοιους σχηματισμούς. Ο πιστός Ορθόδοξος λαός έχει υποχρέωσι να διατηρή γρηγορούσα εκκλησιαστική συνείδησι και δογματική ευαισθησία, ιδίως οι Μοναχοί, οι οποίοι από την φύσι της μοναχικής μας κλήσεως έχουμε αυξημένη ευαισθησία για την ακεραιότητα της Ορθοδόξου Πίστεως και της εκκλησιαστικής Παραδόσεως, εφ’ όσον «έργον Μοναχού το μηδέ το τυχόν ανέχεσθαι καινοτομείσθαι το Ευαγγέλιον». Η καλή αυτή ανησυχία σημαίνει την επαγρύπνησι απέναντι σε κάθε νεωτεριστική γνώμη ή ενέργεια, που δεν είναι σύμφωνη προς την ευσέβεια της Εκκλησίας (Εφ. 4, 14). Αυτή είναι η λειτουργία του υγιούς εκκλησιαστικού αισθητηρίου και κριτηρίου, όπως το βεβαιώνει η μακραίων Παράδοσις της Εκκλησίας και το τονίζει με πολλή έμφασι η Πατριαρχική Εγκύκλιος του 1848. Ο λαός, το σώμα της Εκκλησίας, πράγματι «εθέλει το θρήσκευμα αυτού αιωνίως αμετάβλητον και ομοειδές τω των πατέρων αυτού», γι’ αυτό «παρ’ ημίν ούτε Πατριάρχαι ούτε σύνοδοι εδυνήθησάν ποτε εισαγαγείν νέα».

Σε ένα χρόνο συμπληρώνεται εξηκονταετία από την ίδρυσι του Π. Σ. Ε. και το ερώτημα, αν η συμμετοχή των Ορθοδόξων σε αυτό γίνεται επί ορθών εκκλησιολογικών βάσεων, περιμένει μία εκ νέου απάντησι. Το αίτημα (η ευχή) για την επανένωσι των ετεροδόξων Χριστιανών με την Εκκλησία και η ευθύνη της Εκκλησίας να διακηρύττη την Πίστι της και να βοηθή τους ετεροδόξους να επανεύρουν την χαμένη τους ταυτότητα, παραμένουν η μία πλευρά του ζητήματος. Η άλλη πλευρά είναι η διαπίστωσις ότι ο συμφυρμός με τους ετεροδόξους αλλοιώνει και την ταυτότητα των Ορθοδόξων. Πρέπει να σταθούμε με πολλή περίσκεψι μπροστά στο ενδεχόμενο να αναπτυχθή μεταξύ ημών των Ορθοδόξων ένα φρόνημα διαφορετικό από εκείνο των αοιδίμων πατέρων μας. Η Εκκλησία δεν πρέπει να ζημιωθή στην Πίστι της.

Ι. Η ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.

Η Ορθόδοξος Εκκλησία, η Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, «εκκλησιάζει» τους ανθρώπους, τους καθιστά μέλη του Σώματος του Χριστού και ως εκ τούτου μετόχους της θείας υιοθεσίας και κληρονόμους της αιωνίου ζωής. Προσεύχεται για τους ετεροδόξους να επιστρέψουν στην κοινωνία της, και προσκαλεί τους μακράν ευρισκομένους αλλοθρήσκους να γνωρίσουν την Αλήθειά της. Ως μοναδική οδό προς πραγμάτωσιν «της των πάντων ενώσεως» η Εκκλησία γνωρίζει την ενότητα εν τη Ορθοδόξω Πίστει και Εκκλησία, το οποίο σημαίνει ενότητα εν τη Αληθεία. Η Αλήθεια της Αγίας Ορθοδόξου Εκκλησίας μας είναι ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς Χριστός, όπως τον προείδαν οι Προφήται, όπως τον εκήρυξαν οι Απόστολοι, όπως τον εδογμάτισαν οι Πατέρες, όπως τον παρέλαβε η Εκκλησία δια των αγίων Οικουμενικών Συνόδων. Η Ορθόδοξος Εκκλησία διακηρύσσει αυτήν την ενότητα και στην σημερινή εποχή των οικουμενισμών και των παγκοσμιοποιήσεων, αντιδιαστέλλοντάς την από θρησκευτικές, πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές ενοποιήσεις εγκοσμιοκρατικού χαρακτήρος. Η εμπειρία της από την Εξωτερική Ιεραποστολή και την ποιμαντική της είναι η καλλίτερη απόδειξις ότι δεν θα παύση να έχη πάντοτε τους κατηχουμένους της, όχι μόνο από τους μη χριστιανικούς λαούς αλλά και από τους ετεροδόξους Χριστιανούς, αυτούς που αντιλήφθηκαν ότι το πλήρωμα της χριστιανικής τους ταυτότητος δεν βρίσκεται στις χριστιανικές τους κοινότητες.

Η ιστορία της Εκκλησίας μαρτυρεί ότι ενίοτε εκκλησιαστικοί άνδρες, ακόμη και εκκλησιαστικές σύνοδοι, επεδίωξαν ένωσι των διισταμένων Χριστιανών με την Εκκλησία χωρίς την αληθή και θεοδώρητη ενότητα στην Πίστι. Το Ενωτικόν επί αυτοκράτορος Ζήνωνος, η Έκθεσις επί Ηρακλείου και οι αποφάσεις της Συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα εσφαλμένων ενωτικών προτάσεων. Ο χρόνος απέδειξε ασταθείς και επιζήμιες τις ενώσεις που στηρίχθηκαν σε αυτές τις βάσεις.

Διαλόγους και ενωτικές προσπάθειες επί ορθών βάσεων και υπό Ορθόδοξες προϋποθέσεις έχουν πραγματοποιήσει ιερώτατοι άνδρες και άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας με αγαθά αποτελέσματα ή τουλάχιστον χωρίς επιζήμιες επιπτώσεις στην ενότητα της Εκκλησίας. Είναι χαρακτηριστικά τα δύο παραδείγματα που ακολουθούν. Πρώτον, η επιστροφή ομάδων εκ των Ομοιουσιανών στην κοινωνία της Καθολικής Εκκλησίας επί τη βάσει των αδιασαλεύτων αρχών που έθεσε ο Μέγας Βασίλειος: την αποδοχή της Πίστεως της Νικαίας («μηδεμίαν των εκεί λέξεων αθετείν») και «το μη δείν λέγεσθαι κτίσμα το Πνεύμα το Άγιον, μηδέ κοινωνικούς αυτών είναι τους λέγοντας» (Επιστολές 113, 114)· η ένωσίς τους με την Εκκλησία στηρίχθηκε στην απόλυτη συμφωνία στην Πίστι της Νικαίας και στην διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας με όσους δεν την αποδέχονταν. Δεύτερον, η πρωτοβουλία του Μεγάλου Φωτίου επιστροφή ωρισμένων Αρμενίων στην κοινωνία της Εκκλησίας επί τη βάσει της Πίστεως της Χαλκηδόνος και υπό την προϋπόθεσι ότι οι επιστρέφοντες θα αποκηρύξουν τους μέχρι τότε αιρετικούς διδασκάλους των: «Και γαρ οι την Αρμενίαν οικούντες . . . την μακράν εκείνην πλάνην αποθέσθαι ενεδυναμώθησαν· και λατρεύει σήμερον καθαρώς και ορθοδόξως η των Αρμενίων λήξις την των Χριστιανών λατρείαν, Ευτυχή τε και Σεβήρον και Διόσκορον. . . και πάσαν αυτών την πολύσπορον διασποράν, ως η Καθολική Εκκλησία, μυσαττομένη, και δεσμοίς αλύτοις του αναθέματος υποβάλλουσα».

Η εκκλησιαστική ιστορία έχει καταγράψει και πολλές άλλες ενωτικές πρωτοβουλίες. Τα προβλήματα και οι συνθήκες, μέσα στις οποίες αυτά ανέκυπταν, ήσαν κάθε φορά διαφορετικά, αλλά οι προϋποθέσεις που έθεταν οι Πατέρες για την ένωσι ήσαν αμεταθέτως πάντοτε οι ίδιες. Οι ετερόδοξοι που επιθυμούν την ένωσι με την Καθολική Εκκλησία πρέπει να έλθουν σε πλήρη ενότητα Πίστεως μαζί της και να διακόψουν την κοινωνία με τους πρωτεργάτες της αιρέσεως και με όσους συνεχίζουν να τους ακολουθούν. Ο Μέγας Βασίλειος δεν συμφωνούσε με ενώσεις, στο πλαίσιο των οποίων θα υπήρχε ποικιλία στο φρόνημα, όπως συνήθως λέγεται σήμερα στους διαχριστιανικούς διαλόγους: «unity in diversity». Έγραφε ο άγιος Πατήρ: «Καν μεν πείσωμεν, κοινώς αυτοίς ενωθήναι, εάν δε αποτύχωμεν, αρκείσθαι ημάς αλλήλοις. Τον δε επαμφοτερισμόν τούτον εξορίσαι του ήθους . . . ην γαρ, φησί, των πιστευσάντων καρδία και ψυχή μία» (Επιστολή 128). Εάν δηλαδή δεν επιτευχθή ένωσις με ενότητα στην Πίστι, είναι προτιμώτερο να περιορισθούμε οι ομόδοξοι στην μεταξύ μας κοινωνία. Κατά τον Μέγα Βασίλειο η ένωσις δεν είναι αυτοσκοπός, ούτε η ποικιλομορφία σε θέματα Πίστεως εκφράζει ευαγγελικό ήθος. Εκείνος που πραγματικά πρέπει να αποβληθή είναι ο «επαμφοτερισμός του ήθους», μία κατάστασις που δυστυχώς κατά προτεσταντική επίδρασι αποκτά χαρακτήρα φρονήματος μεταξύ Ορθοδόξων θεολόγων, οι οποίοι δεν θέλουν να κατηγορήται η Ορθόδοξος Εκκλησία για «απομόνωσι» (self-isolation).

ΙΙ. ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ.

Μία ιστορική αναδρομή στις ενωτικές πρωτοβουλίες με τον προτεσταντικό κόσμο κατά το απώτερο και το πρόσφατο παρελθόν βοηθεί στο να αξιολογηθή σωστά η σημερινή σχέσις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με το Π. Σ. Ε.

Ο νεοπαγής Προτεσταντισμός του 16ου αιώνος, αμυνόμενος έναντι της παπικής αντιμεταρρυθμίσεως, είχε κατ’ αρχάς φιλικές –αλλά όχι αθώες ούτε ανιδιοτελείς ούτε ανώδυνες– σχέσεις με την Ορθόδοξο Εκκλησία (Φίλιππος Μελάγχθων και Πατριάρχης Ιωάσαφ Β΄, Βιττεμβέργιοι θεολόγοι και Πατριάρχης Ιερεμίας ο Β΄, Καλβινισταί θεολόγοι της Γενεύης και Πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρις, Μητροφάνης ο Κριτόπουλος και οι τρεις πτέρυγες της Διαμαρτυρήσεως)1. Τον 18ο και 19ο αιώνα όμως οι προτεσταντικές Ομολογίες ανέπτυξαν ανεπίτρεπτες προσηλυτιστικές ενέργειες κατά των εμπεριστάτων Ορθοδόξων. Εν τούτοις Ορθόδοξοι Πατριάρχαι καλλιέργησαν πνεύμα ενωτικό με κοινότητες των Διαμαρτυρομένων, οσάκις αυτές διετύπωναν την πρόθεσί τους για ένωσι (Άγγλοι Ανώμοτοι -Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμίας Γ΄, Αλεξανδρείας Σαμουήλ, Αντιοχείας Αθανάσιος Γ΄, Ιεροσολύμων Χρύσανθος)2. Κατά την διάρκεια τριών αιώνων εγράφησαν αξιόλογα ομολογιακά και αντιρρητικά κείμενα. Στόχος των αοιδίμων Πατριαρχών και όρος ενώσεως ήταν η επάνοδος των προτεσταντικών κοινοτήτων στην Ορθόδοξο Πίστι και την πλήρη ενότητα με την Ορθόδοξο Εκκλησία. Η τακτική τους απαρεγκλίτως ήταν να διακόπτουν τις ενωτικές επαφές, εφ’ όσον διεπίστωναν απροθυμία των Διαμαρτυρομένων να αποδεχθούν τον όρο αυτό.

Μετά τα μέσα του 19ου αιώνος οι Αγγλικανικές εκκλησίες κατεδίκασαν τυπικά τον προτεσταντικό προσηλυτισμό και ανέπτυξαν φιλόφρονες σχέσεις υψηλού επιπέδου με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Εκκλησία της Ελλάδος3, καθώς και “ποιμαντικό” ενδιαφέρον για τις παροικίες των Ορθοδόξων στις αγγλικές αποικίες4. Ταυτόχρονα η μερίδα των Παλαιοκαθολικών (1870) έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ορθοδοξία5. Έτσι δημιουργήθηκαν οι συνθήκες για να τεθή αφ’ ενός θέμα εκκλησιαστικής επικοινωνίας των Ορθοδόξων με την Διαμαρτυρομένη Δύσι, και αφ’ ετέρου ζήτημα περί τα εκκλησιολογικά όρια αυτής της επικοινωνίας. Στο κλίμα αυτό εντάσσονται η Εγκύκλιος του Οικουμενικού Πατριάρχου Ιωακείμ του Γ΄ (1902) και οι έγγραφες επιφυλάξεις των Ορθοδόξων Εκκλησιών στην πρότασι της Εγκυκλίου. Η τραγωδία του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου έδωσε το έναυσμα για το όραμα της παγχριστιανικής ενότητος. Οι Ορθόδοξοι ανταποκρίθηκαν με το «Διάγγελμα» του Οικουμενικού Πατριαρχείου (1920) για την ίδρυσι «Κοινωνίας των Εκκλησιών». Πρέπει να υποσημειωθή στο σημείο αυτό η διαφορά στην εκκλησιολογία των δύο εγκυκλίων του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η Εγκύκλιος του Πατριάρχου Ιωακείμ του Γ΄ ορίζει ότι η Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία «μία εστί πράγματι εν ταυτότητι πίστεως και ομοιότητι ηθών και εθίμων, συνωδά ταις αποφάσεσι των επτά Οικουμενικών Συνόδων, και μία οφείλει είναι, αλλ’ ου πολλαί και διαφέρουσαι προς αλλήλας κατά τε τα δόγματα και τους θεμελιώδεις θεσμούς της εκκλησιαστικής διακυβερνήσεως»6. Το «Διάγγελμα» του 1920 αντιθέτως προτρέπει τις χριστιανικές εκκλησίες να θεωρούν αλλήλας όχι «ως ξένας και αλλοτρίας, αλλά συγγενείς και οικείας εν Χριστώ και “συγκληρονόμους και συσσώμους της επαγγελίας του Θεού εν τω Χριστώ”»7.

Βάσει του «Διαγγέλματος» Ορθόδοξες Εκκλησίες μετέσχον επισήμως στις προτεσταντικής εμπνεύσεως οργανώσεις «Πίστις και Τάξις» (των Αγγλικανικών εκκλησιών) και «Ζωή και Εργασία» (των Λουθηρανικών εκκλησιών) κατά την περίοδο του μεσοπολέμου. Το ρηξικέλευθο «Διάγγελμα» με την εκκλησιολογική του καινοτομία και τις δέκα καταστατικές του προτάσεις εχάραξε την μέχρι σήμερα κρατούσα γενικώς γραμμή στις σχέσεις των Ορθοδόξων Εκκλησιών με τις ετερόδοξες. Πρέπει όμως να σημειωθή ότι οι Ορθόδοξοι θεολόγοι, που μετείχαν στα Συνέδρια των ανωτέρω οργανώσεων (Γενεύη 1920, Στοκχόλμη 1925, Λωζάννη 1927, Εδιμβούργο 1937), έδιναν ομολογουμένως ορθή μαρτυρία της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως της μόνης Μιάς Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.ΣτηνΛωζάννη π. χ. εδήλωσαν ότι «αι τεθείσαι βάσεις προς διατύπωσιν κοινών προτάσεων και επιψήφισιν αυτών υπό του Συνεδρίου αποκλίνουσιν εν πολλοίς των αρχών της Ορθοδόξου Εκκλησίας, την οποίαν αντιπροσωπεύομεν· εντεύθεν και θεωρούμεν έργον συνειδήσεως, όπως απόσχωμεν της επιψηφίσεως των γενομένων εκθέσεων». Και επίσης ότι «αδυνατούμεν να εννοήσωμεν ένωσιν περιοριζομένην εις ελάχιστα κοινά σημεία, διότι, κατά την Ορθόδοξον Εκκλησίαν, όπου ελλείπει ολοκληρία της πίστεως, εκεί ουδεμία δύναται να υπάρξη κοινωνία εν τοις μυστηρίοις»8.

Το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (Π. Σ. Ε. ) ιδρύθηκε το 1948 για να συνενώση τις αυτοτελώς μέχρι τότε εργαζόμενες προτεσταντικές οργανώσεις «Πίστις και Τάξις» και «Ζωή και Εργασία» και να αποτελέση μία πιο δυναμική παρουσία στον κόσμο. Προσκληθείσα η Ορθόδοξος Εκκλησία ανταποκρίθηκε θετικώς υπό τον όρον ότι πρόκειται περί συνεργασίας επί πρακτικών θεμάτων και όχι συμμετοχής σε δογματικές συζητήσεις του Τμήματος «Πίστις και Τάξις» και ότι οι εκπρόσωποί της δεν θα συμμετέχουν σε συμπροσευχές και άλλες λατρευτικές εκδηλώσεις που απαγορεύονται από τους ιερούς Κανόνας9.

Η στάσις των Ορθοδόξων αντιπροσώπων στα πρώτα Συνέδρια του Π. Σ. Ε. και των ιδιαιτέρων τμημάτων του ήταν αξιοθαύμαστα ομολογιακή.ΣτηνΛούνδη (πρώτη σύσκεψις του «Πίστις και Τάξις» εντός των πλαισίων του Π. Σ. Ε. , 1952), εδήλωσαν: «. . . η Ιεραρχία της όλης Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας επιφυλάσσει δι’ εαυτήν και μόνην το δικαίωμα να ορίζη τι είναι σφαλερόν εις θρησκευτικά ζητήματα και τι είναι σύμφωνον ή ασύμφωνον προς την πίστιν αυτής. . . ούτω συνέβαινε πάντοτε, διότι η Ορθόδοξος Εκκλησία γνωρίζει και διακηρύττει, ότι το περιεχόμενον της πίστεώς της δεν είναι ανθρώπινος διδασκαλία και ανθρώπινα εντάλματα, αλλά θεία τοιαύτα, και ουδείς έχει το δικαίωμα να συγχέη αυτά με ατομικάς γνώμας περί αυτών. Αύτη είναι η όλη και μόνη Εκκλησία, το σώμα του Χριστού, ο εντολοδόχος των Αποστόλων»10.

Παρομοία δήλωσις έγινε στην Γεν. Συνέλευσι του Π. Σ. Ε. στο Έβανστον (1954).ΣτηνΓεν. Συνέλευσι μάλιστα του Νέου Δελχί (1961) οι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι εδήλωσαν τα εξής αξιομνημόνευτα: «. . . η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν είναι μία Ομολογία, μία εκ των πολλών, μία μεταξύ των πολλών. Δια τους Ορθοδόξους η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι “η” (καθαυτό) Εκκλησία. Η Ορθόδοξος Εκκλησία έχει την αντίληψιν και συνείδησιν, ότι η εσωτερική της δομή και η διδασκαλία της συμπίπτουσι προς το αποστολικόν κήρυγμα και την παράδοσιν της αρχαίας αδιαιρέτου Εκκλησίας . . . εκ της οποίας προέρχονται δια της οδού της ελαττώσεως (υποβιβάσεως, Reduction) και του αποχωρισμού (Separation) όλαι αι υφιστάμεναι χριστιανικαί ομολογίαι. Εξ Ορθοδόξου επόψεως δύναται η παρούσα οικουμενική προσπάθεια να χαρακτηρισθή ως “οικουμενικότης εν χώρω”, η οποία αποσκοπεί εις συμφωνίαν μεταξύ των χριστιανικών ομολογιών, όπως αύται υφίστανται επί του παρόντος. Η προσπάθεια αύτη είναι εξ Ορθοδόξου επόψεως πλήρως ανεπαρκής και ατελής. . . »11.

Είναι άξιον επισημάνσεως ότι, ενώ όλες σχεδόν οι Ορθόδοξες Εκκλησίες είχαν επιδείξει προθυμία για την συμμετοχή στα συνέδρια των οργανώσεων «Πίστις και Τάξις» και «Ζωή και Εργασία», έδειξαν επιφυλακτικότητα για την συμμετοχή τους στο Π. Σ. Ε. Στο Άμστερνταμ (1948) εκπροσωπήθηκαν μόνο το Οικουμενικό Πατριαρχείο και οι Εκκλησίες της Κύπρου και της Ελλάδος. Εν μέρει βεβαίως δικαιολογεί την επιφυλακτικότητα η κατάστασις, στην οποία περιήλθαν οι σλαβόφωνες Ορθόδοξες Εκκλησίες με την επικράτησι του Κομμουνισμού στις σλαβικές χώρες, και η απόφασις του Συνεδρίου της Μόσχας, κατά την οποία «απεκρούετο η συμμετοχή εις την οικουμενικήν κίνησιν κατά το παρόν στάδιον αυτής»12. Εν τούτοις δεν είναι άνευ λόγου η παρατήρησις, ότι στα συνέδρια των ανωτέρω οργανώσεων είχαν επισημανθή υπό των Ορθοδόξων βασικές και μάλλον ανυπέρβλητες θεολογικές διαφορές προς τις προτεσταντικές θέσεις, μεταξύ των οποίων: «α) περί ορατής και αοράτου Εκκλησίας· β) περί του πολιτεύματος της Εκκλησίας· γ) περί του τις των υφισταμένων Εκκλησιών είναι η γνησία· δ) περί του ιερατείου (εκκλησιαστικού αξιώματος)· ε) περί της ιεράς Παραδόσεως. . . · στ) περί του Συμβόλου της πίστεως, ότι ως τοιούτον είναι μόνον το της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως, άνευ της προσθήκης του Filioque· ζ) περί των μυστηρίων. . . »13. Το αδύνατον της υπερβάσεως των διαφορών αυτών και επομένως το αλυσιτελές της συμμετοχής στην Οικουμενική κίνησι επί τω τέλει της εν τη πίστει ενώσεως, υπήρξε εν τινι μέτρω η αιτία της αποχής πολλών Ορθοδόξων Εκκλησιών από τα πρώτα συνέδρια του Π. Σ. Ε. (Άμστερνταμ, Λούνδη). Άλλωστε το πνεύμα του «Διαγγέλματος» του 1920, καθώς και η προηγηθείσα και η ακολουθήσασα προωθημένη «επικοινωνία» ωρισμένων Ορθοδόξων εκκλησιαστικών ανδρών με τις αγγλικανικές εκκλησίες, είχαν δημιουργήσει αντιδράσεις στο πλήρωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας και γι’ αυτό από πλευράς επισκόπων και θεολόγων τάσεις αυτοκριτικής14.

Μετά την Συνέλευσι του Νέου Δελχί (1961) άρχισε νέα περίοδος σχέσεων των Ορθοδόξων με το Π. Σ. Ε. , περίοδος απομακρύνσεως και πάλι από την Ορθόδοξο εκκλησιολογία. Έπαυσαν οι Ορθόδοξοι να καταθέτουν ιδιαιτέρα δήλωσι. Επεκράτησε η πρότασις του καθηγητού Νικ. Νησιώτη, ότι «η ενότητα πραγματώνεται με τις ενέργειες του τριαδικού Θεού. . . Όλος ο κόσμος δυνάμει βρίσκεται σε τούτη την ενότητα· σχισματικές εκκλησίες δεν υπάρχουν, αλλά μονάχα εκκλησίες σε σχισματική κατάσταση μέσα στη μία αδιαίρετη Εκκλησία. . . Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να καλεί τις άλλες να επιστρέψουν στην αρχαία παράδοση και στους οκτώ πρώτους αιώνες (μια συνεχής μνεία των Δηλώσεων), αλλά μονάχα να τις οδηγεί με τη μαρτυρία και τη διακονία. . . Μιά κλήση για επάνοδο στην αρχαία παράδοση μετατρέπει την Ορθοδοξία (που είναι το πλήρωμα της καθολικότητας και της αποστολικότητας) σε μια ομολογιακή ομάδα που κρατάει για τον εαυτό της την αλήθεια»15. Αυτή η γνώμη, που στις λεπτομέρειές της είναι ακόμη πιο προκλητική για το Ορθόδοξο αισθητήριο (περιελάμβανε πρότασι να ιδρυθούν οικουμενικά συμβούλια σε όλες τις κατά τόπους εκκλησίες με αρμοδιότητες εκκλησιαστικής Συνόδου!), σήμαινε την παραίτησι των Ορθοδόξων από το θεμελιωδέστερο στοιχείο της αυτοσυνειδησίας τους, ότι αυτοί μόνοι από όλους τους Χριστιανούς αποτελούν την Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.

Κατά την περίοδο από την έναρξι των Πανορθοδόξων και των Προσυνοδικών Διασκέψεων (1961-1968 και 1976-1986) και εντεύθεν το σύνολο των Ορθοδόξων Εκκλησιών συμμετέχει στο Π. Σ. Ε. Η παράλληλη όμως ανάπτυξις διμερών διαλόγων με ετερόδοξες εκκλησίες και κοινότητες καθιστά το ζήτημα της συμμετοχής της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο Π. Σ. Ε. μέρος του όλου προβλήματος των οικουμενικών σχέσεων. Τα αποτελέσματα των διμερών διαλόγων φανερώνουν αφ’ ενός τις θεολογικές βάσεις της εν γένει συμμετοχής της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Οικουμενική κίνησι, αφ’ ετέρου επηρεάζουν θετικά ή αρνητικά και τον πολυμερή διάλογο. Το Π. Σ. Ε. είναι ένα από τα πολλά όργανα που εκφράζουν το δαιδαλώδες πλέγμα των οικουμενικών επαφών.

Ιστορικός βέβαια της ανωτέρω περιόδου συμπεραίνει ότι οι διμερείς διάλογοι «εν μέσω παλινδρομήσεων, απογοητεύσεων και συμφωνιών προσεγγίζουν συνεχώς τον απώτερόν των στόχον, τούτ’ έστιν την ένωσιν πάντων επί τη βάσει της αποστολοπαραδότου πίστεως, ως εκφράζεται αύτη υπό του παγίου της θεματοφύλακος, της Ορθοδοξίας. . . χωρίς ουδαμώς να γίνουν παραχωρήσεις εις τον πειρασμόν του συγκρητισμού και μινιμαλισμού»16. Εν τούτοις τα κατωτέρω στοιχεία είναι αρκούντως πειστικά περί του αντιθέτου. Η ένωσις πάντων επί τη βάσει της αποστολοπαραδότου Πίστεως καθίσταται στόχος όλο και πιο απόμακρος.

Πρώτος από τους διμερείς θεολογικούς διαλόγους ωλοκληρώθηκε ο διάλογος Ορθοδόξων και Αντιχαλκηδονίων. Ο ανεπίσημος διάλογος (1964-1971) πραγματοποιήθηκε με την πρωτοβουλία, την εποπτεία και την οικονομική υποστήριξι του Π. Σ. Ε. και κατέληξε σε συμφωνίες που ουσιαστικά επαναβεβαιώθηκαν από τα συμπεράσματα (Κοινές Δηλώσεις και Προτάσεις) του επισήμου Θεολογικού Διαλόγου (1985-1993). Στο Aarhus π. χ. το 1964 συμφωνήθηκε ότι: «Ανεγνωρίσαμε μεταξύ μας τη μία ορθόδοξη πίστη της Εκκλησίας. Δεκαπέντε αιώνες απομονώσεως δεν μας παραπλάνησαν έξω από την πίστη των Πατέρων μας»· και το 1990 με την Β΄ Κοινή Δήλωσι διακηρύχθηκε ότι: «αμφότεραι αι οικογένειαι διετήρησαν πάντοτε πιστώς την αυτήν αυθεντικήν Ορθόδοξον Χριστολογικήν πίστιν και την αδιάκοπον συνέχειαν της αποστολικής παραδόσεως, καίτοι εχρησιμοποίησαν χριστολογικούς όρους κατά διάφορον τρόπον».

Μέ γνώμονα αυτή την συμφωνία προτάθηκε να αρθούν τα αναθέματα των αιρεσιαρχών Διοσκόρου και Σεβήρου, και μάλιστα το Πατριαρχείο Αντιοχείας προχώρησε σε μερική μυστηριακή διακοινωνία από το 1991 με τους Συροϊακωβίτας. Όμως οι συμφωνίες και οι προτάσεις αυτές βρίσκονται σε πλήρη αντίθεσι προς τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄, Ζ΄ και την διδασκαλία εγκρίτων Πατέρων της Εκκλησίας. Μνημονεύουμε αντιπροσωπευτικώς μόνο τον α΄ Κανόνα της Πενθέκτης, κατά τον οποίον η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος «των ιερών της Εκκλησίας περιβόλων εξήλασε . . . Νεστόριον και Διόσκορον, τον μεν της διαιρέσεως, τον δε της συγχύσεως υπερασπιστήν τε και πρόμαχον, τους εκ διαμέτρου της ασεβείας προς εν εκπεπτωκότας απωλείας και αθεότητος βάραθρον».

Ο διμερής διάλογος με τους Αγγλικανούς, που επίσης αναπτύχθηκε διεξοδικώς και με τους καλλίτερους οιωνούς, άφησε πίσω του βαθειά ίχνη ασυμφωνίας. Το τελευταίο κοινώς αποδεκτό κείμενο της Μικτής Επιτροπής, το εν Δουβλίνω Συμφωνηθέν Κείμενον (1984), πέραν της κραυγαλέας διαφοροποιήσεως στο ζήτημα της χειροτονίας γυναικών σε ιερατικούς βαθμούς και της αμφισβητήσεως του κύρους των αγγλικανικών χειροτονιών, τα οποία δεν έχουν επισήμως συζητηθή, επισημαίνει την διάστασι απόψεων όσον αφορά τις έννοιες:

α) της Μιάς Εκκλησίας:

«Οι Αγγλικανοί θεωρούν τας διαιρέσεις των χριστιανών ως υφισταμένας εντός της Εκκλησίας· δεν πιστεύουν ότι μόνοι των αποτελούν την μίαν αληθινήν εκκλησίαν, αλλ’ ότι ανήκουν εις αυτήν [comprehensiveness]. Οι Ορθόδοξοι, απεναντίας, πιστεύουν ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι η μία αληθινή Εκκλησία του Χριστού, η οποία, ως το Σώμα Του, δεν δύναται να διαιρεθή»17·

β) της «κοινωνίας» και «διακοινωνίας»:

«Επιτρέπεται δια τους αγγλικανούς ευχαριστιακή διακοινωνία μετά μελών άλλων εκκλησιών εις ειδικάς οικουμενικάς περιπτώσεις, εις περιπτώσεις ανάγκης ή ακόμη και επί τακτικής βάσεως»18 , και «η έννοια της “διακοινωνίας” (intercommunion) δεν έχει θέσιν εις την ορθόδοξον εκκλησιολογίαν»19·

γ) του Filioque [ως δογματικής διδασκαλίας, όχι ως προσθήκης]:

«Οι αγγλικανοί αντιπρόσωποι θεωρούν το Filioque ως έγκυρον θεολογικήν διατύπωσιν, αν και δεν το δέχονται ως δόγμα. Οι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι θεωρούν την διδασκαλίαν του Filioque ως απαράδεκτον»20·

δ) των Οικουμενικών Συνόδων:

«Ενώ οι αγγλικανοί αντιπρόσωποι προσέδωσαν μεγαλυτέραν έμφασιν εις τας πρώτας τέσσαρας Οικουμενικάς Συνόδους και ολιγωτέραν εις τας πέμπτην, έκτην και εβδόμην, εφαρμόζοντες εις τας συνοδικάς αποφάσεις την αρχήν της “τάξεως” ή της “ιεραρχίας αληθειών”, οι ορθόδοξοι αντιπρόσωποι θεωρούν την αρχήν ταύτην ως αντικειμένην προς την ενότητα της πίστεως εν γένει»21·

ε) της πρεσβείας των Αγίων:

«Αι πλείσται των Αγγλικανικών Εκκλησιών δεν δέονται των Αγίων, ίνα πρεσβεύωσιν υπέρ αυτών, αι δε δεήσεις των υπέρ των κεκοιμημένων δεν είναι κοιναί εις απάσας»22· και,

στ) της διακρίσεως θείας ουσίας και θείων ενεργειών στον Θεό:

«Η κανονική Ορθόδοξος ορολογία περί ουσίας και ενεργειών του Θεού και περί θεώσεως δεν χρησιμοποιείται από την πλειονότητα των αγγλικανών»23.

Περιττό να λεχθή ότι το ζήτημα της χειροτονίας γυναικών και ομοφυλοφίλων διευρύνει ακόμη περισσότερο το υφιστάμενο χάσμα.

Ενδεικτική επίσης του προαναφερθέντος πνεύματος των διμερών διαλόγων είναι και η πρόσφατος αναγνώρισις του Βαπτίσματος των Λουθηρανών της Γερμανίας (συμφωνία του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την Ευαγγελική Εκκλησία της Γερμανίας, Φανάρι 22/9/2004), παρά το ευρύτατο δογματικό και εκκλησιολογικό χάσμα. Λέγεται στο ανακοινωθέν: «Παρότι αι Εκκλησίαι ημών δεν ευρίσκονται εισέτι εις κοινωνίαν, θεωρούμεν εκατέρωθεν τα μέλη ημών ως βεβαπτισμένα και απορρίπτομεν τον επαναβαπτισμόν. Οι συμμετέχοντες εις τον Διάλογον χαιρετίζουν τας προσπαθείας των Εκκλησιών εν Γερμανία (Οικουμενικόν Συμβούλιον των Χριστιανικών Εκκλησιών) δια την προσπάθειαν επιτεύξεως συμφωνίας ως προς την εκατέρωθεν αναγνώρισιν του Βαπτίσματος»24.

Τέλος, ο τόσο αισιόδοξος από πλευράς δογματικής συμφωνίας διμερής διάλογος με τους Παλαιοκαθολικούς συνάντησε σοβαρό εμπόδιο στην εκκλησιολογική του πλευρά λόγω της μυστηριακής διακοινωνίας των Παλαιοκαθολικών με τους Αγγλικανούς και ωρισμένους Λουθηρανούς25.

Συνεκτιμώντας την αρνητική αυτή πλευρά των θεολογικών διαλόγων με την θετική προοπτική που έχει πάντοτε η μέριμνα της Εκκλησίας για την επιστροφή των ετεροδόξων στην ορθοδοξία της και με την θετική επίσης συμβολή πολλών Ορθοδόξων θεολόγων στους διαλόγους, παρατηρεί κανείς ότι δεν αρκούν οι αγαθές τυχόν προθέσεις και οι δηλώσεις των Ορθοδόξων ότι πρέπει να συμμετέχουν στην οικουμενική κίνησι χωρίς «υπέρβασιν ή καταπάτησιν των εκκλησιαστικών ορίων “α έθεντο οι πατέρες ημών”»26. Τα ανωτέρω στοιχεία δείχνουν υπερβάσεις των ορίων· όπως επίσης οι συμπροσευχές και η συμμετοχή σε λειτουργικές εκδηλώσεις μαζί με ετεροδόξους σημαίνουν αθετήσεις της Ορθοδόξου εκκλησιολογίας. Για να εξασφαλισθή η επιστροφή των ετεροδόξων στην Ορθοδοξία απαιτείται προ πάντων πιστότης και συνεχής αναβαπτισμός μας στην Ορθόδοξο Πίστι, που καλλιεργείται με τις καθημερινές ιερές Ακολουθίες, την τιμή των αγίων Ομολογητών Πατέρων, τα συναξάρια των Νεομαρτύρων, την άσκησι των χαριτωμένων Μοναχών, την ταπείνωσι των απλοϊκών αλλά ευσεβών Ορθοδόξων Χριστιανών, γενικώς των μαρτύρων της αγιότητος.

ΙΙΙ. Η ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΣ ΤΟΥ Π. Σ. Ε. ΣΗΜΕΡΑ.

Η θεολογική ταυτότης του Π. Σ. Ε. μεταβάλλεται διαρκώς.Στηνπραγματικότητα το Π. Σ. Ε. αναζητεί μία ταυτότητα. Ωρισμένα καταστατικού χαρακτήρος κείμενα προσδιορίζουν με αρκετή ακρίβεια την ταυτότητα του Π. Σ. Ε. (η Καταστατική Βάσις, η Δήλωσις του Τορόντο, η Δήλωσις του Νέου Δελχί, το κείμενο Β. Ε. Μ. , η Δήλωσις της Καμπέρρα). Σήμερα η ταυτότης του Π. Σ. Ε. δίδεται επαρκώς από τα δύο κοινώς αποδεκτά κείμενα της Θ΄ Συνελεύσεως στο Porto Alegre της Βραζιλίας (Φεβρουάριος 2006), δηλαδή α) την «Τελική Έκθεσι της Ειδικής Επιτροπής για την συμμετοχή των Ορθοδόξων στο Π. Σ. Ε. » (Final report of the Special Commission on Orthodox Participation in the WCC) και β) το «Κείμενο περί εκκλησιολογίας: Κεκλημένοι να γίνουμε η Μία Εκκλησία» (Text on ecclesiology: Called to be the One Church), καθώς επίσης και από το κείμενο με τίτλο «Πρός μία κοινή Κατανόησι και ένα κοινό Όραμα του Π. Σ. Ε. » (Towards a Common Understanding and Vision of the WCC) που είχε υιοθετήσει ήδη η Η΄ Γεν. Συνέλευσις στο Χαράρε το 1998. Αυτά τα τρία κείμενα προϋποθέτουν και τις προαναφερθείσες καταστατικής φύσεως Δηλώσεις.

Όπως προκύπτει από την μελέτη αυτών των κειμένων, η προτεσταντική εκκλησιολογία συνεχίζει να διαμορφώνη το θεολογικό πλαίσιο λειτουργίας του Π. Σ. Ε. , παρά τις όποιες εμφανείς αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας του επέφεραν οι παλαιότερες παρεμβάσεις και οι πρόσφατες αντιδράσεις των Ορθοδόξων. Η ταυτότης του Π. Σ. Ε. είναι προτεσταντική.

Στήν συνέχεια θα αναπτυχθούν βάσει των ανωτέρω κειμένων (και κάποιων συναφών) οι θεολογικές θέσεις που φανερώνουν αυτή την εκκλησιολογική ταυτότητα.

1. Η Εκκλησιολογία.

Το «Κείμενο περί εκκλησιολογίας: Κεκλημένοι να γίνουμε η Μία Εκκλησία» (Text on ecclesiology: Called to be the One Church) εκπονήθηκε από την Επιτροπή «Πίστις και Τάξις» μετά από αίτησι της Κεντρικής Επιτροπής του Π. Σ. Ε. και αποτελεί μία πρόσκλησι προς τις εκκλησίες-μέλη να ανταποκριθούν στα νέα δεδομένα που προέκυψαν από την αποδοχή της «Τελικής Εκθέσεως της Ειδικής Επιτροπής για την συμμετοχή των Ορθοδόξων στο Π. Σ. Ε. ». Σε αυτό το κείμενο οι εκκλησίεςμέλη του Π. Σ. Ε. αναφέρονται σε θεμελιώδη εκκλησιολογικά θέματα, πολύ διαφωτιστικά γύρω από την εκκλησιολογία που προτείνεται να διέπη το Π. Σ. Ε.

Εκ προοιμίου είναι απαραίτητη μία επισήμανσις. Εάν η «Τελική Έκθεσις της Ειδικής Επιτροπής» υπήρξε μία ακόμη εκκλησιολογική πρόκληση27 προς το Π. Σ. Ε. , το υπ’ όψιν κείμενο είναι η τελευταία εκκλησιολογική πρόσκλησις του Π. Σ. Ε. προς τα μέλη του. Έχοντας τον χαρακτήρα προσκλήσεως το κείμενο «Text on ecclesiology: Called to be the One Church», ήδη στον τίτλο αυτό συνοψίζει την προτεσταντική εκκλησιολογία, ότι οι υπάρχουσες χριστιανικές εκκλησίες δεν αποτελούν ούτε καθεμία καθεαυτήν ούτε όλες μαζί στην παρούσα διηρημένη τους κατάστασι την Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, αλλά κινούνται, στοχεύουν, στην αναζήτησί της. Και οι μεν προτεσταντικές εκκλησίες, θα έλεγε κανείς, συνεπείς στην εκκλησιολογία τους έτσι πορεύονται. Γιατί όμως σε αυτή την πορεία συσκευάζονται και οι Ορθόδοξες Εκκλησίες, οι οποίες συναποδέχθηκαν το ως άνω κείμενο;

Είναι ενδιαφέρον ότι σε αυτό το κείμενο δεν γίνεται ειδική μνεία της εκκλησιολογικής πεποιθήσεως των Ορθοδόξων ότι ταυτίζουν εαυτούς με την Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, όπως γίνεται στην «Τελική Έκθεσι της Ειδικής Επιτροπής. . . » (παράγρ. 15)28, και επομένως δεν περιέχεται σαφής δήλωσις (τουλάχιστον ως θέσις των Ορθοδόξων) ότι καθ’ ημάς οι προτεσταντικές εκκλησίες-μέλη του Π. Σ. Ε. πρέπει να προσανατολίζωνται προς αποδοχήν της Πίστεως και της κοινωνίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Μία τέτοια δήλωσις ίσως να μη ήταν δυνατή, αν υπολογίση κανείς ότι η «Τελική Έκθεσις της Ειδικής Επιτροπής. . . » πέρασε στην Κεντρική Επιτροπή με ψήφους 55 υπέρ, 26 κατά, 10 αποχές και με παραίτησι και θορυβώδη αποχώρησι ενός μέλους της Κεντρικής Επιτροπής29. Θα ήταν όμως συνεπής στην Ορθόδοξο εκκλησιολογία και θα υπεδείκνυε τον ορθό προσανατολισμό του Π. Σ. Ε. Η Ορθόδοξος εκκλησιολογία, αν και φαίνεται αυστηρή και δικαιολογεί ακόμη και αποχώρησι από το Π. Σ. Ε. , εν τούτοις η ακεραία προβολή της μπορεί να βοηθήση ουσιαστικά τους ετεροδόξους. Αυτό άφησε να νοηθή κατά την πρόσφατη εισήγησί του στην Θεσ/νίκη ο δρ. Raiser, όταν υπενθύμισε αυστηρές δηλώσεις του π. Φλωρόφσκυ που διέσωσε σε έργοαπολογισμό της θητείας του στο Π. Σ. Ε. ο πρώτος Γεν. Γραμματέας του W. A. Visser’t Hooft)30.

Τα σημαντικώτερα εκκλησιολογικά θέματα που περιλαμβάνονται στο ανωτέρω κείμενο είναι τα ακόλουθα:

α. Η ενότης της Εκκλησίας (η έννοια Μία Εκκλησία).

Η Θ΄ Γεν. Συνέλευσις αναφέρει:

«Ομολογούμε την Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία όπως την εκφράζει το Σύμβολο της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως (381). Η Εκκλησία είναι Μία κατά το πρότυπο της ενότητος του Τριαδικού Θεού εν τη κοινωνία των θείων Προσώπων. Η Θεία Γραφή περιγράφει την κοινότητα των Χριστιανών ως Σώμα Χριστού, στο οποίο η αμοιβαία διαφορετικότητα [των μελών] είναι ουσιαστική για να είναι [το Σώμα] ένα όλον (whose interrelated diversity is essential to its wholeness): “Διαιρέσεις δε χαρισμάτων εισίν, το δε αυτό πνεύμα· και διαιρέσεις διακονιών εισιν, και ο αυτός κύριος· και διαιρέσεις ενεργημάτων εισίν, ο δε αυτός θεός, ο ενεργών τα πάντα εν πάσιν. εκάστω δε δίδοται η φανέρωσις του πνεύματος προς το συμφέρον” (Α΄ Κορ. 12, 4-7). Έτσι ως ο λαός του Θεού, το Σώμα του Χριστού και ο ναός του Αγίου Πνεύματος, η Εκκλησία, καλείται να φανερώνει την μοναδικότητά της μέσα σε ευρεία διαφορετικότητα»31.

Από το απόσπασμα αυτό γίνονται φανερές οι εξής βασικές προτεσταντικές εκκλησιολογικές αρχές:

Πρώτον, η αρχή περί «αοράτου» Εκκλησίας. Οι εκκλησίες-μέλη του Π. Σ. Ε. ομολογούν την Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Συμβόλου Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως, αλλά θεωρούν ότι αυτή η Εκκλησία δεν ταυτίζεται με καμμία από τις υπάρχουσες χριστιανικές εκκλησίες. Η Εκκλησία υφίσταται μόνο ως ένα “αόρατο” (δηλαδή μη συγκεκριμενοποιημένο σε χριστιανική κοινότητα) Σώμα Χριστού, μέλη του οποίου είναι όσοι ομολογούν τον Ιησού Χριστό ως Θεό και Σωτήρα και είναι βαπτισμένοι στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, ανεξαρτήτως της εκκλησιαστικής ομάδος στην οποία ανήκουν.

Δεύτερον, η συναφής αρχή περί διακρίσεως Εκκλησίας (αοράτου) και εκκλησιών (ορατών). Γι’ αυτήν κάνει λόγο και η παράγρ. 9 του κειμένου παραπέμπουσα στην καταστατικής ισχύος Δήλωσι του Τορόντο (1950) με τίτλο: «Η Εκκλησία, οι εκκλησίες και το Π. Σ. Ε. », όπου λέγεται ότι «το ότι είναι κάποιος μέλος της Εκκλησίας του Χριστού είναι κάτι πιο περιεκτικό από το να είναι μέλος της ίδιας της εκκλησιαστικής του ομάδος». Επίσης αυτή την αρχή μνημονεύει και η «Τελική Έκθεσις της Ειδικής Επιτροπής. . . » (παράγρ. 13 και 16)32.

Και τρίτον, η αρχή της ενότητος μέσα στην διαφορετικότητα (unity in diversity). Παρερμηνεύοντας το εδάφ. Α΄ Κορ. 12, 7 οι εκκλησίες-μέλη του Π. Σ. Ε. δηλώνουν ότι «η Εκκλησία καλείται να φανερώνει την μοναδικότητά της μέσα σε ευρεία διαφορετικότητα». Όμως το εδάφιο κάνει λόγο για ποικιλία χαρισμάτων και διακονιών μέσα στην Εκκλησία. Οι διαιρέσεις των χαρισμάτων, των διακονιών και των ενεργημάτων αποτελούν δωρεές του Αγίου Πνεύματος προσφερόμενες στα μέλη της Εκκλησίας. Όπως λέγει ο ίδιος ο απόστολος Παύλος πραγματευόμενος το ίδιο θέμα στην επιστολή του προς Εφεσίους, η διαφορά των χαρισμάτων δίδεται «προς τον καταρτισμόν των αγίων εις έργον διακονίας, εις οικοδομήν του σώματος του Χριστού, μέχρι καταντήσωμεν οι πάντες εις την ενότητα της πίστεως και της επιγνώσεως του υιού του Θεού, εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» (Εφ. 4, 12-13). Δεν πρέπει οι «διαιρέσεις των χαρισμάτων» να εννοούνται ως δογματικές διαφοροποιήσεις, αντιευαγγελικές ηθικές επιλογές και ματαιόφρονες ανθρώπινες πρακτικές, διότι από αυτές ακριβώς ο απόστολος Παύλος θέλει να προφυλάξη τα μέλη της Εκκλησίας λέγοντας στην συνέχεια του εδαφίου: «ίνα μηκέτι ώμεν νήπιοι, κλυδωνιζόμενοι και περιφερόμενοι παντί ανέμω της διδασκαλίας εν τη κυβεία των ανθρώπων εν πανουργία προς την μεθοδείαν της πλάνης» (Εφ. 4, 14). Oι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι φαίνεται να έχουν προσυπογράψει μαζί με το ανωτέρω κοινώς αποδεκτό στην Θ΄ Γεν. Συνέλευσι κείμενο, που ήδη πραγματευόμαστε, και την προτεσταντικής εμπνεύσεως δήλωσι ότι «η Εκκλησία καλείται να φανερώνει την μοναδικότητά της μέσα σε ευρεία διαφορετικότητα»!

Κοινός παρονομαστής αυτών των αρχών είναι η θεωρία των κλάδων, την οποία οι Ορθόδοξοι απορρίπτουμε.

Συνέπεια εξάλλου αυτών των αρχών είναι ότι οι εκκλησίες-μέλη του Π. Σ. Ε. δεν έχουν περιλάβη στις δεσμεύσεις τους (commitments) την υποχρέωσι να εργασθούν κατ’ ιδίαν και από κοινού προς ανεύρεσι της Ορθοδόξου Πίστεως και της κοινωνίας με την Ορθόδοξο Εκκλησία (ως την μόνη αποτελούσα την Una Sancta). Πραγματικά τέτοια δέσμευσις δεν υπάρχει! Αντίθετα παραπέμπουν σε «περαιτέρω διερεύνησι των εξής θεμάτων:

α΄. πως οι εκκλησίες-μέλη κατανοούν την “ορατή ενότητα”, την “ενότητα και διαφορετικότητα” και την δέσμευσί τους “να καλούν η μία την άλλη στον στόχο της ορατής ενότητος”·

β΄. εάν το Βάπτισμα πρέπει να περιληφθή στην καταστατική Βάσι του Π. Σ. Ε. ·

γ΄. ο ρόλος του Π. Σ. Ε. στην ενθάρρυνσι των εκκλησιών να σέβωνται η μία το Βάπτισμα της άλλης και να βαδίζουν προς αμοιβαία αναγνώρισι του Βαπτίσματος·

δ΄. η φύσις της κοινής ζωής που βιώνεται στο Π. Σ. Ε. : ποιά είναι η έννοια του όρου fellowship (κοινωνία) που χρησιμοποιείται σε αυτή την συνάφεια;» (Τελική Έκθεσις της Ειδικής Επιτροπής. . . , παράγρ. 18)33.

β. Η καθολικότης της Εκκλησίας.

Η Θ΄ Γεν. Συνέλευσις σημειώνει:

«Η καθολικότης της Εκκλησίας εκφράζει την πληρότητα, την ακεραιότητα, την ολότητα της εν Χριστώ ζωής της δια του Αγίου Πνεύματος εν παντί καιρώ και τόπω. Αυτό το μυστήριο εκφράζεται σε κάθε κοινότητα βεβαπτισμένων πιστών, στην οποία ομολογείται και βιούται η αποστολική πίστις, κηρύσσεται το Ευαγγέλιο και τελούνται τα [ιερά] Μυστήρια. Κάθε εκκλησία είναι η καθολική Εκκλησία και όχι απλά μέρος της. Κάθε εκκλησία είναι η καθολική Εκκλησία, αλλά όχι ολόκληρη [η καθολική Εκκλησία]. Κάθε εκκλησία πληροί την καθολικότητά της, όταν ευρίσκεται εν κοινωνία με τις άλλες εκκλησίες. Βεβαιώνουμε ότι η καθολικότης της Εκκλησίας εκφράζεται με τον καλλίτερο ορατό τρόπο δια της συμμετοχής στην θεία ευχαριστία και δια της αμοιβαίως αναγνωρισμένης και κατηλλαγμένης ιερατικής διακονίας [ιερατείου]. . .

. . . Ακόμη και τώρα που η συμμετοχή στην ίδια Ευχαριστία δεν είναι πάντοτε δυνατή, οι διηρημένες εκκλησίες εκφράζουν την [μεταξύ τους] αμοιβαία εκτίμησι [mutual accountability] και όψεις της καθολικότητος, όταν προσεύχωνται υπέρ αλλήλων, μοιράζωνται τους πόρους, συμπαρίστανται η μία στην άλλη εν καιρώ ανάγκης, συναποφασίζουν, συνεργάζωνται για την δικαιοσύνη, την καταλλαγή και την ειρήνη, αλληλοεκτιμούν την συμ-μαθητεία που είναι σύμφυτη με το Βάπτισμα, και διατηρούν διάλογο εν όψει των διαφορών, αρνούμενες να ειπούν “χρείαν σου ουκ έχω” (Α΄ Κορ. 12, 21). Ο ένας χωρίς τον άλλον είμαστε πτωχότεροι»34.

Όσα οι εκκλησίες-μέλη του Π. Σ. Ε. ομολογούν περί καθολικότητος της Εκκλησίας στο πρώτο τμήμα του παρατιθεμένου αποσπάσματος, αποτελούν θέσεις της Ορθοδόξου εκκλησιολογίας και εφαρμόζονται μόνο στις Ορθόδοξες Τοπικές Εκκλησίες. Μέ όσα λέγουν στην συνέχεια του ιδίου αποσπάσματος, ακυρώνουν την Ορθόδοξο εκκλησιολογία και την ανατρέπουν. Η καθολικότης, καθό καθολικότης, δεν έχει όψεις που να εκφράζωνται μερικώς. Η καθολικότης δεν μερίζεται, πολλώ μάλλον δεν διασπάται σε άνισα μέρη που να μετέχωνται από “εκκλησίες” χωρισμένες από την Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Η καθολικότης μερίζεται αμερίστως και κατέχεται ολοκλήρως από κάθε τοπική Ορθόδοξο Εκκλησία. Η αποστολική Πίστις και η πατερική Παράδοσις, το Ορθόδοξο βίωμα και η Ορθόδοξος Ιεραποστολή είναι στοιχεία που φανερώνουν την καθολικότητα της Εκκλησίας. Για τον λόγο αυτό δεν υπάρχουν έξω από τα κανονικά όρια της Καθολικής (δηλονότι Ορθοδόξου) Εκκλησίας. Επομένως, όταν οι ετερόδοξοι προσεύχωνται υπέρ αλλήλων, συμπαρίστανται στους εμπεριστάτους, κηρύττουν τον Χριστό και συνεργάζωνται για κοινωνικούς σκοπούς, εκδηλώνουν ευγενείς, ίσως επαινετές, χριστιανικές συμπεριφορές, δεν εκφράζουν όμως όψεις της καθολικότητος της Εκκλησίας

Πάντως η αναφορά σε «συμ-μαθητεία που είναι σύμφυτη με το Βάπτισμα» είναι εντελώς ξένη προς την αυτοσυνειδησία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, εφ’ όσον παραπέμπει ευθέως σε διομολογιακό συγκρητισμό στην βάσι της προτεσταντικής βαπτισματικής θεολογίας.

γ. Η αποστολικότης και η αγιότης της Εκκλησίας.

Η Θ΄ Γεν. Συνέλευσις γράφει:

«Η Εκκλησία ως κοινότης των πιστών δημιουργήθηκε από τον Λόγο του Θεού, διότι με την ακοή του κηρύγματος του Ευαγγελίου αφυπνίσθηκε η πίστις (Ρωμ. 10, 17), δια της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος. Επειδή το ευαγγέλιο, που κηρύχθηκε για να αφυπνίση την πίστι, είναι το ευαγγέλιο που έφθασε μέχρις εμάς δια των Αποστόλων, η Εκκλησία που δημιουργήθηκε δι’ αυτού είναι αποστολική. Θεμελιωμένη επί τω θεμελίω των Αποστόλων και των Προφητών η Εκκλησία είναι οίκος Θεού, άγιος ναός, στον οποίο κατοικεί και ενεργεί το Άγιον Πνεύμα. Μέ την δύναμι του Αγίου Πνεύματος οι πιστοί αυξάνουν “εις ναόν άγιον εν Κυρίω” (Εφ. 2, 21)»35.

Το απόσπασμα δεν εκφράζει την Ορθόδοξο διδασκαλία περί αποστολικότητος και αγιότητος της Εκκλησίας. Μάλλον αντανακλά τις προτεσταντικές απόψεις. Η Εκκλησία δεν είναι απλώς η κοινότης των πιστευσάντων στο αποστολικό κήρυγμα, αλλά είναι κυρίως το σώμα του Αναστάντος Κυρίου. Μέ το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας η κοινότης των πιστευσάντων συγκροτείται σε σώμα Χριστού. Για την συγκρότησί του οι Απόστολοι δεν λειτούργησαν ως απλά εξωτερικά όργανα για την μετάδοσι του Λόγου του Θεού, αλλά ως στύλοι εποικοδομηθέντες επί τον μόνον θεμέλιον (Α΄ Κορ. 3, 11) κατά τον ιερό Χρυσόστομο. Υπήρξαν οι δομικοί λίθοι, «όντος ακρογωνιαίου αυτού Ιησού Χριστού» (Εφ. 2, 20), οι συνεκτικοί της Οικοδομής της Εκκλησίας δια της Χάριτος του Θεού και της ορθής Πίστεως, της οποίας οι ίδιοι μετέσχον και την οποία μετέδωσαν στους διαδόχους των.

Η αποστολικότης της Εκκλησίας δεν εξασφαλίζεται μόνον από το γεγονός ότι το κήρυγμα του Ευαγγελίου «έφθασε μέχρις εμάς δια των αγίων Αποστόλων», αλλά και διότι διατηρήθηκε στην Εκκλησία ακαινοτόμητο υπό των αγίων Πατέρων. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στο εγκώμιό του στον Μέγα Αθανάσιο θεωρεί κριτήριο αποστολικής διαδοχής την Ορθόδοξο Πίστι: «Το μεν ομόγνωμον και ομόθρονον· το δε αντίδοξον και αντίθρονον· και η μεν [διαδοχή στην προεδρία] προσηγορίαν, η δε [διαδοχή στην ευσέβεια] αλήθειαν έχει διαδοχής. Ου γαρ [διάδοχος] . . . ο ταναντία δοξάζων, αλλ’ ο της αυτής πίστεως· ει μη ούτω τις λέγοι διάδοχον, ως νόσον υγιείας, και φωτός σκότος, και ζάλην γαλήνης, και συνέσεως έκστασιν» (PG 35, 1089).

Επιπλέον, ο α΄ Κανών του Μεγ. Βασιλείου (Επιστολή 188) ανατρέπει κάθε ισχυρισμό ότι ετερόδοξες εκκλησίες μπορούν να έχουν κατά διαδοχήν των επισκόπων ενότητα με την Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Γράφει: «Οι της Εκκλησίας αποστάντες, ουκ έτι έσχον την χάριν του αγίου Πνεύματος εφ’ εαυτούς· επέλιπε γαρ η μετάδοσις τω διακοπήναι την ακολουθίαν. Οι μεν γαρ πρώτοι αναχωρήσαντες, παρά των Πατέρων έσχον τας χειροτονίας, και δια της επιθέσεως των χειρών αυτών έλαβον το χάρισμα το πνευματικόν· οι δε αποραγέντες, λαϊκοί γενόμενοι, ούτε του βαπτίζειν, ούτε του χειροτονείν είχον εξουσίαν, ούτε ηδύναντο χάριν Πνεύματος αγίου ετέροις παρέχειν, ης αυτοί εκπεπτώκασι». Πολλές άλλωστε από τις εκκλησίες-μέλη του Π. Σ. Ε. δεν έχουν καν επισκόπους και γι’ αυτό είναι εντελώς αδύνατο να ομιλούν για αποστολικότητα της ομάδος τους.

Οι προτεσταντικές “εκκλησίες” ως ετερόδοξες και αποκεκομμένες από την ενότητα της Μιάς Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας έχουν εκπέσει της αποστολικότητος και της αγιότητός της.

δ. Η πίστις, η ζωή και η ελπίδα της Εκκλησίας.

Στο κατωτέρω απόσπασμα από το ίδιο κείμενο γίνονται σημαντικές εκκλησιολογικές αναφορές:

«Βεβαιώνουμε ότι η αποστολική πίστις της Εκκλησίας είναι μία, καθώς το Σώμα του Χριστού είναι ένα· εντούτοις ενδέχεται να υπάρχουν νόμιμα διαφορετικές διατυπώσεις της πίστεως της Εκκλησίας. Η ζωή της Εκκλησίας ως νέα εν Χριστώ ζωή είναι μία· εντούτοις οικοδομείται μέσα από ποικίλα χαρίσματα και διακονίες. Η ελπίδα της Εκκλησίας είναι μία· εντούτοις εκφράζεται με διαφορετικές ανθρώπινες προσδοκίες. Γνωρίζουμε ότι υπάρχουν διαφορετικές εκκλησιολογικές αφετηρίες και μία ποικιλία απόψεων περί της σχέσεως της Εκκλησίας προς τις εκκλησίες. Κάποιες διαφορές εκφράζουν την Χάρι και την αγαθότητα του Θεού· αυτές πρέπει να αποδοθούν στην Χάρι του Θεού δια του Αγίου Πνεύματος. Κάποιες άλλες διαφορές διαιρούν την Εκκλησία· αυτές πρέπει να ξεπερασθούν δια των χαρισμάτων του Πνεύματος, της πίστεως, της ελπίδος και της αγάπης, έτσι ώστε ο χωρισμός και η απομόνωσις να μη έχουν τον τελικό λόγο. Ο Θεός “προέθετο εν αυτώ εις οικονομίαν του πληρώματος των καιρών, ανακεφαλαιώσασθαι τα πάντα εν τω Χριστώ, τα επί τοις ουρανοίς και τα επί της γης” (Εφ. 1, 10), διορθώνοντας τις ανθρώπινες διαιρέσεις. Ο Θεός καλεί τον λαό του εν αγάπη να επανεύρη τον δρόμο προς την πλήρη κοινωνία»36.

Είναι αξιοπρόσεκτη η ασυνέπεια της προτεσταντικής εκκλησιολογίας, που εκφράζεται στο απόσπασμα αυτό, προς την εκκλησιολογία του Αποστόλου Παύλου, σύμφωνα με την οποία εφ’ όσον ο Χριστός είναι ένας, το Σώμα Του είναι ένα και συνεπώς η πίστις, η ζωή και η ελπίδα αυτού του Σώματος (της Εκκλησίας) είναι μία (Εφ. 4, 4-6). Μέσα στην Μία αυτή κατά Παύλον Εκκλησία δεν υπάρχουν «νόμιμα διαφορετικές διατυπώσεις της πίστεως της Εκκλησίας» αλλά μία καθορισμένη από τις Οικουμενικές Συνόδους. Όλοι οι αγώνες των Πατέρων γι’ αυτό έγιναν, για να αποβληθή η πολυμορφία των δογματικών διατυπώσεων, πίσω από την οποία (όταν χρονίζη και αποδεικνύη ασυμβίβαστες τις διατυπώσεις) κρύπτεται διαφορετικό φρόνημα. Ούτε πάλι οι «διαφορετικές εκκλησιολογικές αφετηρίες και μία ποικιλία απόψεων περί της σχέσεως της Εκκλησίας προς τις εκκλησίες» είναι πράγματα συμβατά με την εκκλησιολογία του Αποστόλου Παύλου. Εάν το εκκλησιολογικό κείμενο του Π. Σ. Ε. «Τext on ecclesiology: Called to be the One Church» συνεχίζει να ομιλή για Εκκλησία και εκκλησίες και μάλιστα εν ποικιλία σχέσεων μεταξύ τους, τότε πολύ απέχει από την εκκλησιολογία του Αποστόλου Παύλου που διακρατεί η Ορθόδοξος Εκκλησία. Εάν το εν λόγω κείμενο απλώς διαπιστώνει τις διαιρέσεις μεταξύ των εκκλησιών-μελών του Π. Σ. Ε. και καλεί σε υπέρβασί τους, τότε ο δρόμος που οδηγεί σε αυτήν είναι η παραίτησις από την προτεσταντική εκκλησιολογία και η εν μετανοία επιστροφή στην ενότητα της αποστολικής Πίστεως που διασώζει η Ορθόδοξος Εκκλησία.

Σχετικά με όλα τα ανωτέρω εκκλησιολογικά θέματα, η ανάλυσις που επιχειρείται από το Τμήμα «Πίστις και Τάξις» του Π. Σ. Ε. στο πολυσυζητούμενο κείμενο εργασίας «Η φύσις και ο σκοπός της Εκκλησίας» (Nature and Purpose of the Church), παράγρ. 9-6737, είναι αξιοπρόσεκτη και αποκαλυπτική του προτεσταντικού πνεύματος που ακόμη διαπνέει τις μη Ορθόδοξες εκκλησίες-μέλη του Π. Σ. Ε. Παραθέτουμε μερικά αποσπάσματα:

Όσον αφορά την αγιότητα της Εκκλησίας:

«Για μερικούς είναι αδύνατο να λεχθεί ότι “η Εκκλησία αμαρτάνει”, επειδή θεωρούν την Εκκλησία δώρο Θεού, και με αυτή την έννοια σφραγισμένη από την αγιότητα του Θεού. . . Άλλοι [σ. σ. εννοούνται οι Προτεστάνται], ενώ δηλώνουν επίσης ότι η Εκκλησία ως δημιούργημα του λόγου και του Πνεύματος του Θεού, ως σώμα Χριστού, κ. λπ. , είναι αγία και χωρίς αμαρτία, συγχρόνως λένε ότι υπόκειται σε αμαρτία, επειδή ορίζουν την Εκκλησία ως την κοινωνία των μελών της. . . Για άλλους, η αμαρτία στην Εκκλησία μπορεί να είναι “ενδημική” και να έχει επιπτώσεις ακόμη και στον θεσμό»38.

Όσον αφορά την ποικιλομορφία εν τη ενότητι:

«Η ποικιλία στην έκφραση του Ευαγγελίου, στις λέξεις και τις πράξεις, εμπλουτίζει την κοινή ζωή. Διαφορετικά σημεία έμφασης εμπεριέχονται σήμερα στη ζωή και τη μαρτυρία διαφορετικών εκκλησιών: για παράδειγμα, η παράδοση της αγιότητας στους Μεθοδιστές, το δόγμα της δικαίωσης μόνο από την πίστη μέσω της χάριτος στους Λουθηρανούς, η ζωή εν Αγίω Πνεύματι από τους Πεντηκοστιανούς, το λειτούργημα του πρωτείου στην υπηρεσία της ενότητας στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, η αξία της περιεκτικότητας στην αγγλικανική κοινωνία, το δόγμα της θέωσης που συνδέεται με αυτό “της συνεργίας” στους Ορθοδόξους, κ. λπ. Κατά πόσο τα διαφορετικά σημεία έμφασης είναι συγκρουόμενες θέσεις ή μια έκφραση θεμιτής ποικιλομορφίας; Το βάρος που τοποθετείται στα διαφορετικά σημεία έμφασης επισκιάζει την πληρότητα του μηνύματος του Ευαγγελίου;»39

Όσον αφορά την αποστολική Πίστι:

«Οι εκκλησίες διαφέρουν σήμερα σχετικά με το ποιά θεωρούν ανεκτά όρια για διαφορετικότητα στην ομολογία της κοινής πίστης. Παραδείγματος χάριν, είναι αιτία διαίρεσης:

§         να κατανοείται η ανάσταση του Χριστού μόνο συμβολικά;

§         να ομολογείται ο Χριστός μόνο ως ένας μεσολαβητής μεταξύ άλλων;

§         να αντικατασταθεί η ιστορία του αρχαίου Ισραήλ, όπως καταγράφεται από την Παλαιά Διαθήκη με την προ-χριστιανική ιστορία κάποιου πολιτισμού ή λαού;

§         να κατανοείται με διαφορετικούς τρόπους η συμβολή και η ευθύνη του ανθρώπινου συγγραφέα στη σύνθεση της Γραφής; [σ. σ. αμφισβητείται η θεοπνευστία της Αγίας Γραφής]

§         να αντιλαμβάνεται [σ. σ. να γίνεται αντιληπτή] με διαφορετικούς τρόπους η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος;»40

Απέναντι σε όλα αυτά είναι αξιοπρόσεκτες οι εύστοχες από Ορθοδόξου απόψεως παρατηρήσεις των Καθηγητών της Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Αποδελτιώνουμε μερικές από αυτές:

«Η φράση “εκτεθειμένη [ενν. η Εκκλησία] στο διφορούμενο χαρακτήρα της ανθρώπινης ιστορίας” υπονοεί τη γνωστή άποψη περί ταύτισης της ανθρώπινης ιστορίας με την αμαρτία, αρνείται την καθολικότητα της ιστορικής-ορατής Εκκλησίας, και γι’ αυτό τη δέχεται και ως εσχατολογική: αρνούμενη την καθολικότητα μέσα στην ιστορικότητά της. . . Η παράγραφος υπαινίσσεται διαφορά μεταξύ ορατής και αόρατης Εκκλησίας» (σχόλιο στην παράγρ. 35)41.

«Η ένωση των εκκλησιών ωστόσο δεν μπορεί να προκύψει μέσα από την πρόταση της Εκκλησιολογίας των κλάδων, την οποία τα σχήματα αυτά προϋποθέτουν» και «Η φράση “πληρέστερη ορατή ενσάρκωση της ενότητας” δεν συνάδει με την ορθόδοξη εκκλησιολογία, αφού για την τελευταία η Una Sancta εκφράζεται ορατά, και εκφράζεται μέσα στην ορθόδοξη Εκκλησία» (σχόλιο στην παράγρ. 38)42.

«Θέλουμε να υπογραμμίσουμε ότι στη σύγχρονη οικουμενική ορολογία η κοινωνία [σ. σ. fellowship] φαίνεται πολλές φορές να διακρίνεται από την ενότητα ή να είναι μικρότερη σε σημασία η πρώτη από τη δεύτερη. . . Κατά τη γνώμη μας ωστόσο είναι σημαντικό στις μέρες μας να απαντηθεί σαφώς το ερώτημα: Όταν γίνεται λόγος στον οικουμενικό διάλογο για κοινωνία, εννοείται η κοινωνία σχέσεων των ομολογιών ή ο σκοπός της ευχαριστιακής κοινωνίας και ενότητας για όλους κάτω από τον παρονομαστή της κοινής [σ. σ. ενν. Ορθόδοξης] πίστης;» (σχόλιο στην παράγρ. 48)43.

«Φυσικά στην παράγραφο αυτή είναι [σ. σ. γίνεται] δεκτή η ορολογία εκκλησία και εκκλησίες, κάτι που από ορθόδοξη άποψη δέχεται αρνητική κριτική. . . Σύμφωνα με την κριτική αυτή, η διαφορετικότητα στην πίστη σημαίνει και έλλειψη κοινωνίας με σωτηριολογικό περιεχόμενο» (σχόλιο στην παράγρ. 58)44.

Έχοντας κανείς υπ’ όψιν όλα αυτά, διερωτάται: Η επί δεκαετίες Οικουμενικών επαφών ακρόασις της φωνής της Ορθοδοξίας στο Π. Σ. Ε. , – αλλά και επί αιώνες ενωρίτερα, εάν υπολογισθούν οι επαφές από της εποχής του Πατριάρχου Ιερεμίου Β΄– ότι αυτή μόνη αποτελεί την Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, και η απροθυμία αποδοχής της από τους Προτεστάντες, δεν σημαίνουν ότι οι προτεσταντικές Ομολογίες κινούνται σε ένα αδιέξοδο κύκλο οικουμενικών επαφών και συζητήσεων στο πλαίσιο του Π. Σ. Ε;

Ίσως προβληθή η ένστασις ότι δεν πρόκειται για αδιέξοδο κύκλο, εάν ληφθούν υπ’ όψιν τα θετικά αποτελέσματα από την συμβολή των Ορθοδόξων στο Π. Σ. Ε. , τα οποία απαρίθμησε ο πρώην Γεν. Γραμματεύς του δρ. Raiser το 2003 σε συνέδριο στην Θεσ/νίκη45, και ωρισμένα άλλα που αναφέρθηκαν στο ίδιο συνέδριο46. Όμως, πέραν του ότι είναι συζητήσιμο πόσο Ορθόδοξη ήταν η συμβολή αυτή των Ορθοδόξων, είναι καταλυτική η παρατήρησις του επισκόπου Ιλαρίωνος Αλφέγιεφ, ότι «η πρόσφατη φιλελευθεροποίηση της διδασκαλίας και της πρακτικής σε πολλές προτεσταντικές εκκλησίες, τις αποξένωσε από τους ορθοδόξους πολύ περισσότερο από όλη την προηγούμενη προτεσταντική παράδοση. . . Αυτό, ισχυρίζομαι, αποτέλεσε ένα πολύ σοβαρό πλήγμα για όλη την οικουμενική κίνηση και βέβαια τον διάλογο ορθοδόξων-προτεσταντών»47. Ο επίσκοπος Ιλαρίων αναφέρεται στην χρήσι της «περιεκτικής γλώσσας», στην χειροτονία γυναικών και στην αποδοχή της ομοφυλοφιλίας από πολλές προτεσταντικές εκκλησίες, τα οποία είναι πρόσφατοι καρποί της παλαιάς προτεσταντικής εκκλησιολογικής ρίζας.

Αλλά και εάν επιπλέον υποστηριχθή ότι δεν είναι εύκολη υπόθεσις να απαγκιστρωθούν οι Προτεστάνται από τα δεσμά του παρελθόντος των –και ομολογουμένως δεν είναι–, γιατί πρέπει οι Ορθόδοξοι να συντηρούμε τον αδιέξοδο κύκλο αποφεύγοντας να πούμε τα πράγματα ως έχουν; Μέ ενδιαφέρον περιμένουμε από τους Ορθοδόξους αντιπροσώπους στο Π. Σ. Ε. μία εκκλησιολογικώς ορθή απάντησι στο ερώτημα της «Ειδικής Επιτροπής», που διατυπώθηκε με τις εξής λέξεις: «Υπάρχει χώρος για τις άλλες εκκλησίες στην Ορθόδοξη εκκλησιολογία; Πως περιγράφετε αυτόν τον χώρο και ποιά είναι τα όριά του;» Από την απάντησι στο ερώτημα αυτό και από την ανταπόκρισι του Π. Σ. Ε. σε αυτήν θα αποκαλυφθή, αν η Ορθόδοξος εκκλησιολογία πρυτανεύση στο Π. Σ. Ε. ή αν συνεχισθή η παρούσα κατάστασις.

2. Το Βάπτισμα.

Οι εκκλησίες-μέλη του Π. Σ. Ε. αναγνωρίζουν το Βάπτισμα ως συστατικό στοιχείο της ταυτότητός τους ως εκκλησιών και μάλιστα το θεωρούν κριτήριο για την εισδοχή μιας χριστιανικής κοινότητος στο Π. Σ. Ε. με την ιδιότητα του μέλους. Εν τούτοις ωρισμένες περί Βαπτίσματος αντιλήψεις φανερώνουν ότι το θεμελιώδες αυτό χριστιανικό Μυστήριο κατανοείται στους κόλπους του Π. Σ. Ε. μέσα από το πρίσμα της προτεσταντικής εκκλησιολογίας και βαπτισματικής πράξεως:

«Όλοι όσοι έχουν βαπτισθή εν Χριστώ είναι ενωμένοι με τον Χριστό στο Σώμα Του: “συνετάφημεν ουν αυτώ δια του βαπτίσματος εις τον θάνατον, ίνα ώσπερ ηγέρθη Χριστός εκ νεκρών δια της δόξης του πατρός, ούτως και ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν” (Ρωμ. 6, 4). Στο Βάπτισμα το Πνεύμα προσφέρει στα μέλη της Εκκλησίας την αγιότητα του Χριστού. Το Βάπτισμα που ενώνει με τον Χριστό καλεί τις εκκλησίες να είναι ανοικτές και τίμιες μεταξύ τους, ακόμη και όταν αυτό είναι δύσκολο: “αληθεύοντες δε εν αγάπη αυξήσωμεν εις αυτόν τα πάντα, ος εστιν η κεφαλή, Χριστός” (Εφ. 4, 15). Το Βάπτισμα προσφέρει στις εκκλησίες την ελευθερία και εν ταυτώ την ευθύνη να προχωρήσουν προς μία κοινή μαρτυρία του Λόγου, ομολογία της μιας Πίστεως, λειτουργία της μιας Ευχαριστίας και πλήρη μετοχή στην μία ιερατική διακονία. Υπάρχουν κάποιοι που δεν αναγνωρίζουν τον τύπο του Βαπτίσματος στο ύδωρ, αλλά μετέχουν της πνευματικής εμπειρίας της εν Χριστώ ζωής.

Το ότι όλοι μας ανήκουμε στον Χριστό δια του Βαπτίσματος εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, καθιστά ικανές και καλεί τις εκκλησίες να συμπορεύωνται, έστω και αν ευρίσκωνται σε ασυμφωνία. Βεβαιώνουμε ότι υπάρχει ένα Βάπτισμα, όπως ακριβώς υπάρχει ένα σώμα και ένα Πνεύμα, μία ελπίδα της κλήσεώς μας, ένας Κύριος, μία πίστις, ένας Θεός και Πατήρ όλων μας (πρβλ. Εφ. 4, 4-6). Εν τη Χάριτι του Θεού το Βάπτισμα φανερώνει την πραγματικότητα ότι ανήκουμε εις αλλήλους, παρότι μερικές εκκλησίες δεν μπορούν να αναγνωρίσουν τους άλλους ως Εκκλησία με την πλήρη σημασία του όρου. Ξαναθυμίζουμε την διακήρυξι του Τορόντο, στην οποία οι εκκλησίες-μέλη βεβαιώνουν ότι “το να είναι κανείς μέλος της Εκκλησίας του Χριστού είναι κάτι πιο περιεκτικό από το να είναι μέλος της ίδιας της εκκλησιαστικής του ομάδος”. Αναζητούν λοιπόν να έλθουν σε ζωντανή επικοινωνία με εκείνους που έξω από τις δικές τους τάξεις ομολογούν τον Ιησού ως Κύριο»48.

Είναι από τα ανωτέρω προφανές ότι οι εκκλησίες-μέλη του Π. Σ. Ε. αλληλοαναγνωρίζουν το ποικιλοτρόπως γινόμενο Βάπτισμά τους, γεγονός που προσκρούει στην θεολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Το Βάπτισμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι ένα και τελείται μόνο από αυτήν με τον συγκεκριμμένο τύπο της τριπλής καταδύσεως στο ύδωρ, στο όνομα και με την ορθή θεολογία των θεαρχικών Υποστάσεων, καθώς και με το θεολογικό περιεχόμενο της συνταφής και της συναναστάσεως εν Χριστώ και δια του Χριστού στην νέα ζωή της Χάριτος. Βαπτίσματα που τελούνται εκτός Εκκλησίας χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις, δεν εισάγουν στο Σώμα του Χριστού. Η Ορθόδοξος Εκκλησία ουδέποτε ανεγνώρισε το Βάπτισμα (όπως και τα λοιπά Μυστήρια) των ετεροδόξων, ενόσω αυτοί δεν επέστρεφαν στην κοινωνία της αποκηρύσσοντας την ετεροδοξία τους. Οσάκις όμως επέστρεφαν στην κοινωνία της ως της μόνης Μιάς Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, αποβάλλοντες δια λιβέλλου την ετεροδοξία τους και ομολογούντες την Ορθόδοξο Πίστι, η Ορθόδοξος Εκκλησία τους εισήγε στην πλήρη μυστηριακή κοινωνία της άλλοτε εξ υπαρχής δια Βαπτίσεως και άλλοτε δια Χρίσματος (7ος της Β΄ Οικουμενικής και 95ος της Πενθέκτης).

Οι υποχρεώσεις για τις εκκλησίες-μέλη του Π. Σ. Ε. , που πηγάζουν από την αλληλοαναγνώρισι των προτεσταντικών Βαπτισμάτων, δηλαδή το «να προχωρήσουν προς μία κοινή μαρτυρία για τον Λόγο, προς ομολογία της μιας Πίστεως, λειτουργία της μιας Ευχαριστίας και πλήρη μετοχή στην μία ιερατική διακονία», δεν είναι αποδεκτές από Ορθοδόξου πλευράς. Δεν είναι σε θέσι οι εκκλησίες αυτές να δώσουν μαρτυρία της μιας Πίστεως της Εκκλησίας και να τελέσουν την μία Ευχαριστία, αν δεν προχωρήσουν πρώτα σε πλήρη δογματική και μυστηριακή ενότητα με την Ορθόδοξο Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Οι Ορθόδοξοι δεν δεχόμεθα ότι «ανήκουμε εις αλλήλους» με όσους τελούν απλώς ένα “χριστιανικό” Βάπτισμα. Πολύ περισσότερο αυτό ισχύει για εκείνους που «δεν αναγνωρίζουν τον τύπο του Βαπτίσματος στο ύδωρ, αλλά μετέχουν της πνευματικής εμπειρίας της εν Χριστώ ζωής», δηλαδή για τις νεο-χαρισματικές προτεσταντικές ομάδες που μετέχουν στο Π. Σ. Ε (π. χ. Πεντηκοστιανοί).

Η Βαπτισματική θεολογία που υποστηρίχθηκε με το κείμενο Β. Ε. Μ. (Βάπτισμα, Ευχαριστία. Ιερωσύνη) στην Λίμα το 1982, δυστυχώς έχει επηρεάσει πολυτρόπως τους Ορθοδόξους θεολόγους. Ένα διορθόδοξο Συμπόσιο στην Βοστώνη θεωρεί «το Β. Ε. Μ. ως αξιόλογο οικουμενικό κείμενο δογματικής σύγκλισης. Πρέπει, επομένως, να συστηθεί ιδιαιτέρως για τη σοβαρή προσπάθειά του να φέρει στο φως και να εκφράσει σήμερα “την πίστη της εκκλησίας δια μέσου των αιώνων”»49. Σε αυτό επίσης παραπέμπουν μεταξύ άλλων καταστατικών αρχών οι συντάκται της «Τελικής Εκθέσεως της Ειδικής Επιτροπής» (παράγρ. 19). Σύμφωνα με σχόλιο Ορθοδόξου θεολόγου στις αποφάσεις της Θ΄ Συνελεύσεως του Π. Σ. Ε. 50 σημαντική είναι η «σύνδεση της επιδιωκόμενης συγκλίσεως των εκκλησιολογιών των Εκκλησιών-μελών με το μυστήριο του Βαπτίσματος». Όμως η εκκλησιολογική σύγκλισις (δηλαδή με άλλα λόγια η αλληλοαναγνώρισις ως εκκλησιών) τόσο ετερόκλητων δογματικώς χριστιανικών εκκλησιών και παραφυάδων βάσει του γεγονότος ότι όλες τελούν ένα τυχόν είδος Βαπτίσματος, δεν βρίσκει έρεισμα στην Παράδοσι της Εκκλησίας και στην διδασκαλία των Πατέρων, καθώς το Βάπτισμα των ετεροδόξων δεν προϋποθέτει την Ορθόδοξο Πίστι. Ο Μέγας Βασίλειος (επιστολή 125) λέγει: «δεί γαρ ημάς βαπτίζεσθαι μεν ως παρελάβομεν, πιστεύειν δε ως βαπτιζόμεθα, δοξάζειν δε, ως πεπιστεύκαμεν, Πατέρα και Υιόν και Άγιον Πνεύμα, αφίστασθαι δε της κοινωνίας των κτίσμα λεγόντων ως φανερώς βλασφημούντων», και δεν αφήνει περιθώρια για εκκλησιολογική σύγκλισι με εκείνους που δεν έχουν κοινή δογματική διδασκαλία.

Είναι χαρακτηριστική η εικόνα, που δίνει το Τμήμα «Πίστις και Τάξις» με το κείμενο εργασίας «Η φύσις και ο σκοπός της Εκκλησίας» (Nature and Purpose of the Church), παράγρ. 75-77, γύρω από τις διαφορές περί το Βάπτισμα που πρέπει να γεφυρωθούν στην προοπτική της ορατής ενότητος των εκκλησιών-μελών του Π. Σ. Ε. : «Παραμένουν διαφορές μεταξύ μερικών χριστιανικών παραδόσεων σχετικά με:

§         την μυστηριακή φύση του βαπτίσματος

§         τη σχέση του βαπτίσματος με την πίστη

§         τη δράση του Αγίου Πνεύματος

§         την ιδιότητα του μέλους της Εκκλησίας

§         το νηπιοβαπτισμό και το βάπτισμα όσων μπορούν να μιλήσουν για τον εαυτό τους

§         το βαπτισματικό τύπο

§         τον τρόπο βαπτίσματος.

Υπάρχουν κοινότητες – χριστιανοί που δεν τελούν την ακολουθία του βαπτίσματος, κι όμως μετέχουν στην πνευματική εμπειρία της ζωής εν Χριστώ [σ. σ. εννοούνται οι Πεντηκοστιανοί]»51.

Η Ορθόδοξος Εκκλησία όμως δεν μπορεί να αναγνωρίση το Βάπτισμα άλλων Χριστιανών που παραμένουν στις ετεροδοξίες τους· ούτε να παρακάμψη τις ανωτέρω διαφορές με τις προτεσταντικές εκκλησίες, για να δικαιολογήση μία επίπλαστη ενότητα μαζί τους. Πολύ περισσότερο αυτό αφορά τους Πεντηκοστιανούς που δεν έχουν καθόλου βαπτισθή σε νερό.

3. Η ιεραποστολή.

Σύμφυτη με την Εκκλησία θεωρείται από τις εκκλησίες-μέλη του Π. Σ. Ε. και η Ιεραποστολή. Στο εκκλησιολογικό κείμενο «Text on ecclesiology: Called to be the One Church», που αποδέχθηκε η Θ΄ Γεν. Συνέλευσις του Π. Σ. Ε. , σημειώνεται:

«Η Ιεραποστολή είναι αναπόσπαστο στοιχείο της ζωής της Εκκλησίας. Η Εκκλησία με την Ιεραποστολή της εκφράζει την κλήσι της να κηρύττη το Ευαγγέλιο και να προσφέρη τον ζώντα Χριστό σε ολόκληρη την κτίσι. Οι εκκλησίες βρίσκονται ενεργά δίπλα σε ανθρώπους άλλων ζωντανών θρησκειών και ιδεολογιών. Ως όργανο του Παντοκράτορος Θεού η Εκκλησία καλείται να αναπτύξη διάλογο και συνεργασία με αυτούς, έτσι ώστε η ιεραποστολή της να επιφέρη το αγαθό όλων των δημιουργημάτων και την ευημερία της γης. Όλες οι εκκλησίες καλούνται να αγωνισθούν κατά της αμαρτίας σε όλες της τις εκδηλώσεις, μέσα στον δικό τους χώρο και έξω από αυτόν, και να εργασθούν μαζί με άλλους για να καταπολεμήσουν την αδικία, να ανακουφίσουν τον ανθρώπινο πόνο, να υπερνικήσουν την βία και να εξασφαλίσουν πληρότητα ζωής σε όλους τους ανθρώπους»52.

Η ιδιαιτερότης της Ορθοδόξου Ιεραποστολής οφείλεται στην αυτοσυνειδησία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ότι αυτή μόνη κατέχει και αυτή μόνη μπορεί να κηρύξη το αυθεντικό ευαγγελικό μήνυμα στον κόσμο. Η ιεραποστολική δραστηριότης των προτεσταντικών εκκλησιών και ομάδων φαίνεται στα μάτια της Ορθοδόξου Εκκλησίας ανεπαρκής να δώση στον κόσμο τον όλο Χριστό, επειδή και η δογματική διδασκαλία των Προτεσταντών και η πολυδιάσπασίς των δεν μαρτυρούν τον Χριστό της Εκκλησίας αλλά τον υποκειμενικό Χριστό της εκάστοτε προτεσταντικής παραφυάδος. Έτσι δεν είναι δυνατόν η Ορθόδοξος Εκκλησία να συμφωνήση σε μία κοινή ιεραποστολική δραστηριότητα. Πολλώ μάλλον που μέχρι σήμερα ο προσηλυτισμός στις μητροπολιτικές Ορθόδοξες χώρες και στον χώρο της εξωτερικής Ιεραποστολής δεν έχει παύσει.

4. Ο στόχος της ορατής ενότητος.

Ο Καταστατικός Χάρτης του Π. Σ. Ε. ορίζει και η Θ΄ Γεν. Συνέλευσις επαναβεβαιώνει ότι,

«Ο πρωταρχικός σκοπός της κοινωνίας των εκκλησιών στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών είναι να καλούν η μία την άλλη προς ορατή ενότητα στην μία πίστι και στην μετοχή στην μία Ευχαριστία εκπεφρασμένη στην λατρεία και την κοινή εν Χριστώ ζωή, δια της μαρτυρίας και της διακονίας στον κόσμο, και να προωθούν αυτή την ενότητα για να πιστεύση ο κόσμος»53.

Η υποχρέωσις των εκκλησιών-μελών του Π. Σ. Ε. να προωθήσουν την πορεία τους προς την ορατή ενότητα, περιγράφεται στο ακόλουθο απόσπασμα από το κείμενο «Text on ecclesiology: Called to be the One Church»:

«Οι εκκλησίες που μετέχουν στο Π. Σ. Ε. παραμένουν δεσμευμένες η μία προς την άλλη να βαδίσουν προς την πλήρη ορατή ενότητα. Αυτή η δέσμευσις είναι δώρο του παναγάθου Κυρίου μας. Η ενότης είναι θείο δώρο και κλήσις. Οι εκκλησίες μας έχουν βεβαιώσει ότι η ενότης, για την οποία προσευχόμεθα, ελπίζουμε και εργαζόμεθα, είναι “μία κοινωνία δεδομένη και εκπεφρασμένη εν τη κοινή ομολογία της αποστολικής πίστεως· μία κοινή μυστηριακή ζωή που αρχίζει με το ένα Βάπτισμα και ιερουργείται ομού στην μία ευχαριστιακή κοινότητα· μία κοινή ζωή, στην οποία τα μέλη και τα ιερατεία αμοιβαίως αναγνωρίζονται και καταλλάσσονται· και μία κοινή αποστολή μαρτυρίας του ευαγγελίου της Χάριτος του Θεού σε όλους τους ανθρώπους και διακονίας όλης της κτίσεως” [The Camberra Statement, 3. 2]. Μία τέτοια κοινωνία πρέπει να εκφράζεται σε κάθε τόπο, και μέσω σχέσεων καταλλαγής μεταξύ των εκκλησιών σε διαφόρους τόπους. Έχουμε ακόμη πολλή δουλειά καθώς μαζί ζητούμε να κατανοήσουμε την σημασία της ενότητος και της καθολικότητος, και πόσο σημαντικό είναι το Βάπτισμα»54.

Η προτεσταντική σύγχυσις είναι προφανής. Η ενότης των «ορατών» εκκλησιών-μελών είναι ταυτοχρόνως δεδομένη και αναζητουμένη. Δεδομένη στην «αόρατη» Εκκλησία δια του αλληλοαναγνωριζομένου Βαπτίσματος και αναζητουμένη πάλι σε μία προσπάθεια ορατής πραγματώσεως της «αόρατης» Εκκλησίας. Πρόκειται για θεολογική σχιζοφρένεια. Είναι βέβαιο ότι οι προτεσταντικές εκκλησίες βρίσκουν στο κείμενο αυτό τον εαυτό τους. Εμείς όμως όχι. Οι Ορθόδοξοι κατέχουμε ως δώρον Θεού εν οστρακίνοις σκεύεσι την ενότητα της Πίστεως και την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος. Η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι αυτή η ενότης και κοινωνία. Αγωνιζόμαστε μόνο να την διατηρούμε και να αυξάνουμε σε αυτήν. Δεν χρειάζεται να συντάσσουμε τους εαυτούς μας στην προτεσταντική θεολογική σχιζοφρένεια προσυπογράφοντας τέτοια κείμενα. Οι πολυδιηρημένες προτεσταντικές εκκλησίες, οι οποίες στερούνται το πλήρωμα της αποστολικής Πίστεως, δικαίως αναζητούν την ενότητά τους στην μελλοντική κοινή ομολογία της αποστολικής Πίστεως, στην μελλοντική τέλεσι της μιας Ευχαριστίας και στην μελλοντική κοινή ιεραποστολική μαρτυρία. Διότι προς το παρόν το μόνο κοινό τους είναι η επιθυμία για ορατή ενότητα. Αλλά αυτή η ενότης ήδη υπάρχει στην συγκεκριμένη, ιστορική, ορατή, Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, την Ορθόδοξο Εκκλησία. Είναι τόσο δύσκολο να γίνη αυτό κατανοητό, ώστε να σταματήσουν οι Προτεστάνται να πορεύωνται από την μία διάσπασι στην άλλη και από το ένα αντιευαγγελικό ήθος στο επόμενο, και να αναζητούν την ενότητά τους μέσα σε αυτή την πολυ-διαφορετικότητά τους;

5. Η “ομολογιακή” και η “διομολογιακή” κοινή προσευχή.

Μία ακόμη ένδειξις ότι το Π. Σ. Ε. δεν προσανατολίζεται προς την κοινωνία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, είναι και οι προτάσεις της «Ειδικής Επιτροπής» για “ομολογιακή κοινή προσευχή” και “διομολογιακή κοινή προσευχή” που υιοθετήθηκαν από την Θ΄ Συνέλευσι. Η πρότασις έχει ως εξής:

«Προτείνεται μία σαφής διάκρισις μεταξύ “ομολογιακής” και “διομολογιακής” κοινής προσευχής στις συγκεντρώσεις του Π. Σ. Ε. “Ομολογιακή κοινή προσευχή” είναι η προσευχή μιας ομολογίας, μιας κοινότητος ή μιας ομάδος μέσα στην ομολογία. Ο εκκλησιακός της χαρακτήρας είναι σαφής. Προσφέρεται ως δώρο στην συναθροισμένη κοινότητα από μια ιδιαίτερη αντιπροσωπεία εξ αυτών, καθώς μάλιστα τους καλεί να μπούν στο πνεύμα της προσευχής. Επιτελείται και έχει προεστώτα σύμφωνα με τον τρόπο που την κατανοεί και την τελεί η [συγκεκριμένη] εκκλησία. Η «διομολογιακή κοινή προσευχή» συνήθως προετοιμάζεται για ειδικά οικουμενικά γεγονότα. Αποτελεί μία ευκαιρία για μια κοινή τελετή, χρησιμοποιώντας στοιχεία από τον πλούτο μιας ποικιλίας παραδόσεων. Μία τέτοια προσευχή έχει τις ρίζες της στην μέχρι τώρα εμπειρία της οικουμενικής κοινότητος, καθώς και σ’ αυτό που κερδίζουν οι εκκλησίες από την μεταξύ τους ανταλλαγή εμπειριών. Πάντως δεν αξιώνει να γίνη η λατρεία μιας δεδομένης εκκλησίας-μέλους ή ενός είδους υβριδικής εκκλησίας ή μιας υπερ-εκκλησίας. Όταν κατανοηθή και εφαρμοσθή κατάλληλα, η διάκρισις αυτή μπορεί να καταστήση ελεύθερες τις παραδόσεις να εκφρασθούν είτε με πιστότητα στην ιδιαιτερότητά τους είτε συνδυάζοντας παραδόσεις, εφ’ όσον είναι αληθές ότι οι Χριστιανοί δεν βιώνουν ακόμη την πλήρη ενότητά τους και ότι τα οικουμενικά σώματα στα οποία μετέχουν δεν αποτελούν εκκλησίες»55.

Και επίσης,

«Σύμφωνα με την διάκρισι ομολογιακής και διομολογιακής κοινής προσευχής, μπορεί να τελούνται ομολογιακές Ευχαριστιακές συνάξεις κατά τις Γεν. Συνελεύσεις ή άλλες μεγάλης σημασίας ευκαιρίες. Η εκκλησία που θα τελεί την Ευχαριστία [hosting church] (ή οι εκκλησίες που μπορούν να την τελούν από κοινού) πρέπει να δίνουν σαφή την ταυτότητά τους»56.

Το όλο πλαίσιο αυτής της προτάσεως (περισσότερες από 20 σελίδες κειμένου) φανερώνει μία ομολογουμένως ευγενεστάτη διευθέτησι του προβλήματος της κοινής προσευχής, ώστε να αποφεύγεται η δυσφορία από τις λατρευτικές εκδηλώσεις με τις οποίες πολλοί στο Π. Σ. Ε. δεν συμφωνούν. Είναι εν τούτοις χαρακτηριστική η επιμονή της «Ειδικής Επιτροπής» στην κοινή προσευχή παρά τα πολλά προβλήματα που δημιουργεί. Αναγνωρίζει μεν την σημασία του κανόνος lex orandi – lex credendi, την σημασία της κοινής πίστεως στην κοινή προσευχή, αλλά παρά ταύτα θεωρεί ότι αυτοί οι παράγοντες «δεν μειώνουν την ανάγκη τέτοιας [κοινής] προσευχής, ούτε την καθιστούν αδύνατη» (Τελική Έκθεσις της Ειδικής Επιτροπής. . . , Παράρτημα Α, παράγρ. 13-14)57. Προφανώς στο όραμα του Π. Σ. Ε. προέχουσα θέσι έχει η κοινή πορεία των εκκλησιών-μελών (το stay together), και αυτήν καλείται να υπηρετήση και η κοινή προσευχή. «Η δυνατότης να προσευχόμαστε από κοινού σε οικουμενικές συγκεντρώσεις είναι επίσης μία νέα πρόκλησις με συγκεκριμένη και ιδιαίτερη αποστολή να συνδράμη και ενισχύση τους Χριστιανούς στην πορεία τους προς την ενότητα» (ένθ' ανωτ. , παράγρ. 37)58, λέγουν οι συντάκται της «Τελικής Εκθέσεως της Ειδικής Επιτροπής. . . » και βεβαιώνουν για τα αγαθά αποτελέσματα της πολυετούς ασκήσεως της κοινής προσευχής (ένθ' ανωτ. , παράγρ. 39)59.

Για το Π. Σ. Ε. λοιπόν η “κοινή προσευχή” είναι πηγή ζωής. Είτε ομολογιακή, είτε διομολογιακή, πάντως να είναι κοινή προσευχή, επειδή αυτό εκπηγάζει από την εκκλησιολογία των προτεσταντών-μελών του. Για τους Ορθοδόξους όμως το ζήτημα είναι εντελώς διαφορετικό, επειδή είναι διαφορετική και η εκκλησιολογία μας. Η συμπροσευχή απαγορεύεται ρητώς υπό των ιερών Κανόνων. Ωρισμένοι Ορθόδοξοι θεολόγοι σχετικοποιούν την σημασία των Κανόνων αυτών ή τους παραθεωρούν, ωσάν να είναι γραμμένοι για άλλες εποχές ή ωσάν να μη διαπνέωνται από αγάπη. Άλλοι πάλι τους παρερμηνεύουν, ότι δήθεν απαγορεύουν μόνο την ευχαριστιακή συμπροσευχή. Όλοι όμως συμφωνούν στην ποιμαντική διάστασι των ιερών Κανόνων, ότι δηλαδή αποσκοπούν στην διαφύλαξι καθαρής της δογματικής συνειδήσεως του πληρώματος της Εκκλησίας60.

Αυτή η τελευταία όμως, η ποιμαντική διάστασις των Ιερών Κανόνων, δίνει νόημα και στην εφαρμογή τους τόσο στην εποχή που γράφθηκαν όσο και σήμερα. Κανείς μας δεν προσφεύγει στους ιερούς αυτούς Κανόνας, αν δεν βλέπη να κινδυνεύη η δογματική συνείδησις της Εκκλησίας από κάποια αιρετική εκκλησιολογία. Και σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, η δογματική συνείδησις του πληρώματος της Εκκλησίας κινδυνεύει να αλλοιωθή από την εκκλησιολογία που καλλιεργείται στο Π. Σ. Ε. Η συμπροσευχές είναι ένα μόνο σημείο εκκλησιολογικής αλλοιώσεως. Όσοι νομίζουν ότι επικαλούμεθα την ισχύ των συγκεκριμένων ιερών Κανόνων από συντηρητισμό ή φονταμενταλισμό, σφάλλουν. Αγνοούν ότι η Εκκλησία προέβαλλε τέτοιους Κανόνες, οσάκις έβλεπε αλλοιουμένη την εκκλησιολογική συνείδησι των μελών της. Σήμερα υπάρχει ανάγκη να τονισθούν οι υπάρχοντες σχετικοί Κανόνες και, αν χρειασθή, να δημιουργηθούν νεώτεροι με το ίδιο πνεύμα, για τον ίδιο σκοπό και με ειδική αναφορά στο Π. Σ. Ε.

Δεν είναι υπερβολή τα λεγόμενα. Ορθόδοξοι θεολόγοι, τα μισά από τα μέλη της «Ειδικής Επιτροπής», προτείνουν διευθετήσεις στο πρόβλημα των κοινών προσευχών στο Π. Σ. Ε. Αυτό είναι το πρώτο λάθος. Η Ορθόδοξος εκκλησιολογία δεν προβλέπει κοινές προσευχές, προβλέπει μόνο Κανόνες που απαγορεύουν τις συμπροσευχές για τον λόγο που προαναφέρθηκε. Εάν οι θεολόγοι της «Ειδικής Επιτροπής» ήθελαν να είναι συνεπείς με την Ορθόδοξο Εκκλησιολογία, έπρεπε να θέσουν ως αδιαπραγμάτευτο όρο περαιτέρω συμμετοχής στο Π. Σ. Ε. την κατάργησι των κοινών προσευχών, επειδή ακριβώς οι κοινές προσευχές στο Π. Σ. Ε. έχουν την αποκλειστική έννοια να προαγάγουν την ορατή ενότητα των εκκλησιών-μελών του με προτεσταντικές εκκλησιολογικές προϋποθέσεις. Επειδή αυτή είναι η αιτία, για την οποία επικαλούμεθα την τήρησι των ιερών Κανόνων στην προκειμένη περίπτωσι, η επίκλησις του γεγονότος ότι ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός συμμετείχε στην εναρκτήρια τελετήπροσευχή στην Φερράρα ή η αναφορά στην συμμετοχή ετεροδόξων του 12ου αιώνος στις Ορθόδοξες λειτουργικές συνάξεις στους Αγίους Τόπους, στο Σινά ή αλλού61, δεν προσφέρονται για να υπερασπίσουν την σημερινή πρακτική των συμπροσευχών. Ο άγιος Μάρκος μετέσχε της εναρκτηρίου προσευχής62, όχι όμως για να προαγάγη την ενότητα υπό παπικές προϋποθέσεις. Απόδειξις τούτου ο σθεναρός του αγώνας, η αποχώρησίς του κατόπιν από τον διάλογο, και εν τέλει η απουσία του από το συλλείτουργο με τον Πάπα, οπότε οι Ορθόδοξοι υποχώρησαν σε όλες τις παπικές απαιτήσεις και υπέγραψαν τον ταπεινωτικό Όρο της Συνόδου63. Επίσης οι προσκυνηταί των Αγίων Τόπων δεν εκινούντο από διάθεσι προβολής μιας αιρετικής εκκλησιολογίας, όπως φαίνεται από την απάντησι του Πατριάρχου Γενναδίου. Στο Π. Σ. Ε. όμως προβάλλεται – όπως αποδεικνύουν τα γεγονότα και τα κείμενα– η προτεσταντική εκκλησιολογία.

Το δεύτερο λάθος είναι η επιβεβαίωσις του “εκκλησιακού χαρακτήρος” των προτεσταντικών Ομολογιών. Εφ’ όσον οι κοινές προσευχές γίνονται εκ προοιμίου αποδεκτές, οι Ορθόδοξοι οφείλουν να μετάσχουν στην “ομολογιακή κοινή” προσευχή ή λειτουργία κάποιας εκ των ποικίλων προτεσταντικών Ομολογιών, στην οποία είναι μάλιστα προσκεκλημένοι. Μία τέτοια συμμετοχή σαφώς και κατηγορηματικώς δεν σημαίνει μετοχή σε κοινό Ποτήριο, είναι όμως επιβεβαίωσις εκ μέρους των Ορθοδόξων του “εκκλησιακού χαρακτήρος” της συγκεκριμένης Ομολογίας.

Το τρίτο λάθος είναι η θεσμοθέτησις (αν και με δυνατότητα βεβαίως αναθεωρήσεως στο μέλλον) “ομολογιακών κοινών” προσευχών ή λειτουργιών, στις οποίες θα προίσταται το πρόσωπο που καθορίζεται από τα θέσμια της συγκεκριμένης Ομολογίας (βλ. «Τελική Έκθεσι της Ειδικής Επιτροπής. . . », παράγρ. 42). Εδώ πρόκειται για επιβεβαίωσι της χειροτονίας των γυναικών, ενδεχομένως και ομοφυλοφίλων. Η «Τελική Έκθεσις της Ειδικής Επιτροπής. . . » (Παράρτημα Α, παράγρ. 30) ορίζει χωρίς περιστροφές: «Όταν η κοινή προσευχή προσφέρεται από συγκεκριμένη ομολογία, η πρακτική αυτής της ομολογίας, αναφορικά με την ηγεσία των γυναικών, θα πρέπει να ισχύει κανονικά. Για την διομολογιακή κοινή προσευχή, καλό θα είναι να υιοθετείται ένα είδος αποκεντρωμένης ηγεσίας και ισότητας στην συμμετοχή, που θα επιτρέπει σε όλους τους συμμετέχοντες, άνδρες ή γυναίκες, κληρικούς ή λαϊκούς, να διαδραματίσουν οποιοδήποτε ρόλο»64.

Ήδη ανοίγει το κουτί της Πανδώρας, όπως ευφυώς παρετήρησε ο επίσκοπος Ιλαρίων Αλφέγιεφ λέγοντας: «Η Ειδική Επιτροπή ολοκλήρωσε τις εργασίες της και έλυσε πολλά προβλήματα, τα οποία, για τις ορθόδοξες εκκλησίες αποτελούσαν εμπόδια για τη συμμετοχή τους ως μέλη του Π. Σ. Ε. Αυτό σημαίνει ότι όλες οι δυσκολίες είναι τώρα πια πίσω μας; Επιπλέον, ποιά θα είναι τα συνεπακόλουθα των συμπερασμάτων της Επιτροπής για την ορθόδοξη συμμετοχή στην ευρύτερη οικουμενική κίνηση; Πρίν από οτιδήποτε άλλο, θέλω να δώσω έμφαση στο γεγονός ότι η Επιτροπή σκόπιμα περιορίσθηκε στη συζήτηση εκείνων των θεμάτων που σχετίζονται άμεσα με τις σχέσεις ορθοδόξωνπροτεσταντών μέσα στο Π. Σ. Ε. Η εντολή της δεν περιελάμβανε συζήτηση του εύρους των θεμάτων σε σχέση με την παρούσα κρίση του Συμβουλίου και της Οικουμενικής κινήσεως γενικότερα. Επιλύνοντας ορισμένα θέματα, ταυτόχρονα άνοιξε το “κουτί της Πανδώρας” βασικών διαφωνιών που υπάρχουν μεταξύ των ορθοδόξων εκκλησιών και των οικουμενικών εταίρων»65.

6. Η έλλειψις προσανατολισμού προς την Ορθόδοξο Εκκλησία.

Είναι φαίνεται θέμα αρχής για τις προτεσταντικές Ομολογίες που αποφασίζουν την συμμετοχή τους στο Π. Σ. Ε. , να μη δεσμεύωνται με κάποια έννοια μεταστροφής στην Ορθοδοξία και αποδοχής των Ορθοδόξων δογμάτων, όπως φαίνεται από κείμενα που ενέκρινε και υιοθέτησε η Θ΄ Συνέλευσις66. Πραγματικά, η σύστασις (αν όχι και απαίτησις) επιστροφής όλων στην Πίστι και την πρακτική της Εκκλησίας των πρώτων επτά Οικουμενικών Συνόδων είναι η μόνη προϋπόθεσις που λείπει από τις προτάσεις της «Ειδικής Επιτροπής» και που θα ήταν ενδεικτική ορθής από Ορθοδόξου πλευράς συμμετοχής στο Π. Σ. Ε.

Το ίδιο το Π. Σ. Ε. προσδιορίζοντας την αυτοσυνειδησία του κάνει λόγο για κοινωνία εκκλησιών:

«Κάθε συζήτησις του Π. Σ. Ε. περί αυτοσυνειδησίας του πρέπει να αρχίζη από την καταστατική Βάσι, επί της οποίας το Π. Σ. Ε. έχει θεμελιωθή και επί της οποίας όλες οι εκκλησίες-μέλη έχουν συμφωνήσει: “Το Π. Σ. Ε. είναι μία κοινωνία (fellowship) εκκλησιών, οι οποίες ομολογούν τον Κύριο Ιησού Χριστό ως Θεό και Σωτήρα, σύμφωνα με τις Γραφές, και αναζητούν να φέρουν εις πέρας την κοινή τους κλήσι για την δόξα του ενός Θεού, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος”»67.

«Παρότι η λέξις “fellowship” ενίοτε χρησιμοποιείται για να αποδώση την ελληνική λέξι κοινωνία, που είναι έννοια-κλειδί κατά τις πρόσφατες οικουμενικές συζητήσεις περί εκκλησίας και της ενότητός της, η σχέσις μεταξύ των εκκλησιών στο Π. Σ. Ε. ως σύνολο δεν είναι κοινωνία με την πλήρη σημασία του όρου (όπως περιγράφηκε π. χ. στην Γεν. Συνέλευσι της Καμπέρρα, “Η ενότης της Εκκλησίας ως Κοινωνίας: Δώρο και Κλήσις”)»68.

Μάλιστα όσο περισσότερο γίνεται αντιληπτή η αδυναμία των εκκλησιών-μελών του Π. Σ. Ε. να προσανατολισθούν προς την Ορθόδοξο Πίστι και την εν αυτή κοινωνία με την Ορθόδοξο Εκκλησία, συντηρείται η τάσις να συμπεριφέρωνται μεταξύ τους ως μέλη μιας έστω επί μινιμαλιστικής βάσεως κοινωνίας (membership) και αυξάνεται η τάσις να αναπτύσσωνται ευρύτεροι κύκλοι συνεργασίας μεταξύ τους με σχέσεις συν-εταιρικές (partnership).

7. Ηθικά και κοινωνικά θέματα.

Τα ανθρώπινα δικαιώματα και η υπεράσπισίς τους είναι στις προτεραιότητες του Π. Σ. Ε. Ενώ όμως σε θέματα καταπιέσεων, κοινωνικής αδικίας, φτώχειας, παρατηρείται απόλυτη συμφωνία, υπάρχει μεγάλη διαφοροποίησις των εκκλησιών-μελών του Π. Σ. Ε. όσον αφορά την στάσι τους απέναντι στα ζητήματα που σχετίζονται με την ανθρώπινη σεξουαλικότητα. Τα κεντρικά συντονιστικά όργανα του Π. Σ. Ε. δεν παίρνουν θέσι υπέρ της μιας ή της άλλης απόψεως. Προτιμούν να δώσουν το βήμα του Π. Σ. Ε. για να αναπτυχθή διάλογος μεταξύ των διαφόρων τάσεων. Τοποθετούν την στρατηγική αυτή στην προοπτική της ενότητος των εκκλησιών-μελών. Αντιγράφουμε από το εισηγητικό προς την Θ΄ Γεν. Συνέλευσι κείμενο «Η απάντησις των εκκλησιών για την ανθρώπινη σεξουαλικότητα» (Churches’ response to human sexuality):