| Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας | Ενότητες: Παπισμός και Οικουμενισμός |
|---|
1ο μέρος της εργασίας // Ο Παπισμός είναι ΑΙΡΕΣΗ // Τα πραγματικά αίτια του σχίσματος
|
Μέρος 2ο «Oυ δει αιρετικοίς ή σχισματικοίς συνεύχεσθαι» Προσεγγίζοντας την κατ’ οικονομία πράξη της Εκκλησίας
Τι σημαίνει «συνεύχεσθαι»; Γιατί «ου δει συνεύχεσθαι»;
π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος
Εφημέριος Ι. Ν. Αγ. Νικολάου Πατρών. |
Το παρόν άρθρο αποτελεί το 2ο μέρος της έρευνας για τη συμπροσευχή.
|
Στις προηγούμενες παραγράφους1 είδαμε ότι σύμφωνα με την κατ’ ακρίβεια πράξη της Εκκλησίας μας η συμπροσευχή με αιρετικούς ή σχισματικούς είναι εντελώς ανεπίτρεπτη, τα δε επιτίμια που ορίζουν οι Ιεροί Κανόνες για τους παραβάτες είναι πολύ βαριά: καθαίρεση για τους κληρικούς, αφορισμός για τους λαϊκούς.
Όμως «τα εκκλησιαστικά πράγματα θεωρούνται κατά δύο τρόπους, κατ’ ακρίβεια και κατ’ οικονομία, και όταν δεν μπορούν να γένουν τα κατά ακρίβειαν, γίνονται τα κατά οικονομίαν» τονίζει χαρακτηριστικά ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Δοσίθεοςi συγκεφαλαιώνοντας την μακραίωνη ποιμαντική παράδοση της Εκκλησίας μας.
Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: μήπως κάποιες φορές «κατ’ οικονομία»ii επιτρέπεται η συμπροσευχή, χωρίς να έχουμε παράβαση των Ι. Κανόνων και χωρίς να επικρέμανται οι κανονικές συνέπειες;
1. Η Εκκλησιαστική Οικονομία και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της Κατά τον καθηγητή του Κανονικού Δικαίου και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Ιερώνυμο (Κοτσώνη) «οικονομία είναι ή έστιν ότε εξ ανάγκης ή χάριν μείζονος ωφελείας τινων ή της καθ’ όλου Εκκλησίας αρμοδίως και υπό ορισμένας προϋποθέσεις επιτρεπομένη προσωρινή ή μόνιμος εκ της «ακριβείας» απόκλισις, εφ’ όσον ταυτοχρόνως παραμένει αλώβητος η ευσέβεια και η του δόγματος ακεραιότης» iii Με άλλα λόγια η οικονομία είναι θεσμός του Κανονικού Δικαίου που «δεν αποσκοπεί εις την κατάλυσιν της κανονικής τάξεως και της εν γένει παραδόσεως της Εκκλησίας, αλλά εν εσχάτη αναλύσει εις την εμπέδωσιν αυτής»iv. Δεν είναι λοιπόν περιφρόνηση και αναίρεση της κανονικής τάξεως, καταστρατήγηση των Ιερών Κανόνων και αυθαιρεσίαv, αλλά «καρπός της ποιμαντικής και θεραπευτικής διακονίας της Εκκλησίας». vi Η χρήση της μάλιστα δεν περιορίζεται στα όρια του Κανονικού Δικαίου, καθώς είναι ευρύτατη – από την Αποστολική ακόμα εποχή – για όλο το φάσμα της Εκκλησιαστικής ζωής (λατρεία, διοίκηση, ποιμαντική)vii. Τα όρια στην εφαρμογή της βρίσκονται σε θέματα «εν οις η ευσέβεια ου λυμαίνεται»viii και κατά τον Αλεξανδρείας Ευλόγιο «ότε το δόγμα της ευσεβείας ουδέν παραβλάπτεται. ου συγχωρεί δε συγκατάβασις εις τα της Ορθοδόξου πίστεως. … (του δόγματος) γαρ ακράτου και ακαπηλεύτου μένοντος, η οικονομία περί των τε έξωθεν αυτού χώραν ευρίσκει συνίστασθαι»,ix. Η εκκλησιαστική οικονομία πηγάζει από το πνεύμα της αγάπης και του ελέους του Θεού προς τον άνθρωπο και θεμελιώνεται στη θεία ενανθρώπηση και το όλο απολυτρωτικό έργο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. x Μάλιστα ο Πατριάρχης Κων/πόλεως Άγ. Νικόλαος ο Μυστικός διευρύνει την οικονομία λέγοντας: «οικονομία εστί μίμησις της θείας φιλανθρωπίας»xi. Παρά την ευρύτατη χρήση της όμως δεν υπάρχουν καθορισμένοι κανόνες για την εφαρμογή της,xii αλλά μόνο ένα πλαίσιο εντός του οποίου ο ασκών την οικονομία οφείλει να ενεργεί xiii. Αυτό ενέχει τον σοβαρότατο κίνδυνο να παρεκκλίνει κάποιος στην αυθαιρεσία και την παράβαση της εκκλησιαστικής τάξεως εξ απροσεξίας ή και σκοπιμότητος πολύ εύκολα με συνέπειες σοβαρές για την εκκλησιαστική ζωή. Επ’ αυτού σημειώνει ο καθηγητής Αμίλκας Αλιβιζάτος: «ουχί σπανίως οδηγεί εις κατακριτέας καταχρήσεις, πολλάς τη Εκκλησία προξενούσας ζημίας, ουδείς δύναται να αμφισβητήση, ουχί δε σπανίως η κατάχρησις αύτη γίνεται επί σκανδαλισμώ και συνεπώς εξεγέρσει της χριστιανικής κοινωνίας». xiv
Συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι για να εφαρμοσθεί η οικονομία μεταξύ άλλων:
1. Πρέπει να υπάρχει αδήριτος ανάγκη ώστε εκ της παραλείψεως της εφαρμογής της να απειλείται σοβαρή πνευματική ζημιά,xv ή να επιδιώκεται η επίτευξη ωφελείας για τα μέλη ή το σύνολο της Εκκλησίας που αλλιώς δεν θα ήταν δυνατόν να επιτευχθεί, καθότι «η Εκκλησία εφαρμόζουσα την οικονομίαν αποβλέπει εις την μείζονα πνευματικήν ωφέλειαν, ήτις δύναται να προέλθη εκ της εφαρμογής ταύτης»xvi
Ο Πατριάρχης Αντιοχείας Κύριλλος Δ΄ σημειώνει: «οι πνευματικώς προϊστάμενοι μεταχειρίζονται εξ ανάγκης ενίοτε οικονομίαν και συγκατάβασιν, εν οις η ευσέβεια ου λυμαίνεται, δια να αποφύγωσι τα μεγαλύτερα κακά και τα επακολουθούντα και επηρτημένον τοις χριστιανοίς ψυχικόν όλεθρον και τούτο πάλιν να γίνηται με στοχασμόν ακριβή και όσον είναι αναγκαία και εύλογος οικονομία και συγκατάβασις, δια να μη γίνηται απλώς και ως έτυχε παράλυσις και ανατροπή εις τας εγγράφους νομικάς διατάξεις και κεκρατηκυίας εκκλησιαστικάς παραδόσεις και συνηθείας και ακολούθως πρόσκομμα ειπείν και απώλεια». xvii
2. Οι κατ’ οικονομία ενεργούντες οφείλουν να ενεργούν «εν πλήρει συναισθήσει, ότι τούτο απετέλει παρέκκλησιν από της «ακριβείας» xviii. Αυτό σημαίνει ότι η χρήση της οικονομίας δεν δημιουργεί εθιμικό κανόνα δικαίου που να αναιρεί την κατ’ ακρίβεια πράξηxix. Κατά συνέπεια με την οικονομία δεν περιφρονείται, αλλά μάλλον κρατύνεται έτι πλέον η ισχύς των Ι. Κανόνων: «ο προβαίνων εις την εκκλησιαστικήν οικονομίαν πράττη τούτο διατηρών αμείωτον τον προς την καθεστηκυίαν εκκλησιαστικήν τάξιν σεβασμόν … Εντεύθεν εξηγείται η προσπάθεια των όντως κατ’ οικονομίαν ενεργούντων, όπως υπογραμμίσουν, ότι τα υπ’ αυτών λαμβανόμενα μέτρα δεν παραβλάπτουν το κύρος των Ι. Κανόνων και των Πατερικών Διατάξεων»xx Όταν η οικονομία χορηγείται εγγράφως είναι σύνηθες να μνημονεύεται στο έγγραφο η κατ’ ακρίβεια πράξη και διδασκαλία της Εκκλησίας καθώς και οι λόγοι που επιβάλλουν την παρέκκλιση από αυτήxxi. Συνεπεία των ανωτέρω, ο ενεργών κατ’ οικονομίαν οφείλει να κατανοεί και να απονέμει το δέοντα σεβασμό στους θέλοντας την ακρίβεια. Οι επιζητούντες την ακρίβεια δεν νοείται να στιγματίζονται με ακραίους χαρακτηρισμούς εξ αυτού και μόνου του λόγου, αλλά αντιθέτως κατά τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίοxxii «η Εκκλησία ως αληθής μητέρα «επαινεί σφόδρα (τους) μετά τοσαύτης ακριβείας θέλοντας ζειν» όπως σημειώνει ο Άγ. Κύριλλος Αλεξανδρείας xxiii. Αντίθετα, όταν δεν πληρούται η ανωτέρω προϋπόθεση, αλλά «ει τις των δοκούντων τοις θεοφόροις Πατράσι σαλεύει τι, ουκ έστι τούτο οικονομία κλητέον, αλλά παράβασις και προδοσία δόγματος και περί το θείον ασέβεια» λέει κατηγορηματικά ο Αγ. Κύριλλος Αλεξανδρείας. xxiv.
3. Για να θεωρείται η απόκλιση από την ακρίβεια ως εκκλησιαστική οικονομία θα πρέπει να «χορηγείται με μεγάλη περίσκεψη και σύνεση»xxv ώστε να μην δημιουργεί περισσότερα προβλήματα στο Σώμα της Εκκλησίας από όσων επιδιώκει τη θεραπεία. xxvi
4. Τέλος, είναι απολύτως απαραίτητο, η συνείδηση της Εκκλησίας να αποδέχεται την απόκλιση από την ακρίβεια ως κατ’ οικονομία γενομένη. Διότι τελικός κριτής επί της γης όλων των αποφάσεων των εκκλησιαστικών οργάνων είναι «Η ΚΟΙΝΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΙΣ»xxvii – κλήρου και λαού. Κατά τον Μ. Βασίλειο «αι περί τας εκκλησίας οικονομίαι γίνονται μεν παρά των πεπιστευμένων την προστασίαν αυτών, βεβαιούνται δε παρά των λαών». xxviii Δεν πρέπει να μας διαφεύγει αυτό που τονίζει ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, ότι αυτή η συνείδηση της Εκκλησίας «και αυτής της οικουμενικής συνόδου ανωτέρα είναι»xxix, γι’ αυτό και χαρακτήρισε ως ληστρικές και άκυρες ακόμα και Συνόδους οι οποίες πληρούσαν όλα τα κριτήρια και είχαν συγκροτηθεί ως Οικουμενικές (βλ. Φερράρας-Φλωρεντίας). «Υπεράνω της υπό των νόμων και των ιερών κανόνων παρεχομένης αρμοδιότητος, υπάρχει η ηθική αρμοδιότης του συνόλου πληρώματος της Εκκλησίας, η οποία είναι αδέκαστος … Διατάξεις αι οποίαι προβλέπουν περί «κατ’ οικονομίαν» ενεργειών της Εκκλησίας … δέον όπως αύται ευρίσκωνται εν αρμονία προς την καθολικήν της Εκκλησίας συνείδησιν, η οποία και εν προκειμένω, καθοδηγουμένη υπό του Αγίου Πνεύματος, αποτελεί το ύπατον επί της γης περί της «εκκλησιαστικής οικονομίας» κριτήριον». xxx Οι λόγοι του Οικουμενικού Πατριάρχου Δημητρίου συγκεφαλαιώνουν την εκκλησιαστική παράδοση: «Η τελική κρίσις εφ’ όλων των εν τω διαλόγω διεξαγομένων και των εν τέλει επιτευχθησομένων απόκειται μεν εις τας Εκκλησίας, ως διοικούντα και αποφαινόμενα όργανα θείας εμπνεύσεως, αλλά και εις αυτόν τον πιστόν λαόν του Θεού. Ούτος, με το αλάνθαστον κριτήριον της εαυτού πίστεως και την συμμμαρτυρίαν της εαυτού συνειδήσεως, αποδέχεται μεν τα θεαρέστως αποφασιζόμενα, απορρίπτει δε τα μη θεοπρεπώς κατασκευαζόμενα» xxxi
Είναι χαρακτηριστικό εν προκειμένω το περιστατικό που συνέβη επί Πατριαρχίας του Κπόλεως Γερμανού Β΄ (1222-1240), όταν η Πατριαρχική Σύνοδος θέλησε να φανεί προς στιγμήν επιεικής και να επιτρέψει στη Κυπριακή Ιεραρχία «κατ’ οικονομίαν» να συμμορφωθεί με ορισμένους όρους που έθεσαν οι Λατίνοι κατακτητές. Μόλις έγινε γνωστή η απόφαση εξοργισμένα πλήθη κληρικών, μοναχών και λαϊκών εισόρμησαν στην αίθουσα της συνεδριαζούσης Συνόδου και αφού δήλωσαν ότι τη συμμόρφωση αυτή τη θεωρούν άρνηση της πίστεως απαίτησαν από τον Πατριάρχη την ανάκληση της αποφάσεως. Η Πατριαρχική Σύνοδος σεβομένη την συνείδηση του πιστού λαού ανακάλεσε την κατ’ οικονομία ληφθείσα απόφασή της!xxxii Είναι λοιπόν απολύτως σαφές ότι όταν δεν πληρούνται οι ανωτέρω προϋποθέσεις έχουμε «νόθο»,xxxiii «άτοπον»xxxiv «κακή και επίπλαστο» οικονομία, «ουκέτι, σύγγνωθι, οικονομίας τρόπος, αλλά παρανομίας και παραβάσεως των θείων κανόνων όφλημα», κατά τον όσιο Θεόδωρο Στουδίτη. xxxv
2. Συμπροσευχή με αιρετικούς και εκκλησιαστική οικονομίαΈχει ήδη αναφερθεί ότι η οικονομία δεν περιορίζεται μόνο στην εσωτερική ζωή της Εκκλησίας, αλλά, όπως σημειώνει ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, «το θέμα της οικονομίας δεν είναι απλώς θέμα πειθαρχίας και τάξεως του Κανονικού Δικαίου, αλλ’ έχει και μίαν θεολογικήν και δη εκκλησιαστικήν διάστασιν, ήτις ουδόλως είναι δυνατόν να παροραθή. Εντός των πλαισίων της εκκλησιολογικής ταύτης διαστάσεως της οικονομίας, επιδιώκεται η εφαρμογή αυτής εις τας σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τους εκτός αυτής ευρισκομένους Χριστιανούς»xxxvi. Ασφαλώς στα πλαίσια της παρούσας εργασίας δεν είναι δυνατόν να εξετασθεί στην πληρότητά του το ερώτημα της εκκλησιαστικής οικονομίας στις διαχριστιανικές σχέσεις (πχ. αναγνώριση «μυστηρίων»xxxvii, intercommunion, εισδοχή αιρετικών, επανένωση στην μία Εκκλησία, διατύπωση δογμάτων), αλλά θα περιοριστούμε αυστηρά στο επιτρεπτό ή μη της συμπροσευχής με τους ετεροδόξους. Μελετώντας τα σχετικά κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας και των εγκρίτων κανονολόγων εύκολα διαβλέπουμε ότι είναι ιδιαίτερα πρόθυμοι να εφαρμόσουν πολλαπλώς την οικονομία όταν κάποιος αιρετικός αρνηθεί την πλάνη και θελήσει να επιστρέψει στην Εκκλησία,xxxviii ενώ αντίθετα είναι εξαιρετικά φειδωλοί έως και εντελώς αρνητικοί στη χρήση της οικονομίας για τη συμπροσευχή με αιρετικούς. Μάλιστα είναι πολύ πιο αυστηροί και κατηγορηματικοί στην απαγόρευση της μεταβάσεως των Ορθοδόξων σε Ναό αιρετικών για συμπροσευχή μαζί τους σε οποιαδήποτε περίπτωση και ανάγκη, ενώ ορισμένοι είναι κάπως ανεκτικοί και κατ’ οικονομία δέχονται τους αιρετικούς να παρίστανται στην Ορθόδοξη λατρεία. Πάντως ποτέ και σε καμία περίπτωση δεν είναι αποδεκτή η οποιαδήποτε συμμετοχή των αιρετικών στη λατρευτική πράξη. Η κατ’ οικονομίαν ανεκτική αυτή στάση των Ορθοδόξων ποιμένων έχει καθαρά ποιμαντική προοπτική: «προτιθέμενοι την οικονομίαν, προς το μη καταβαλείν, αλλά κερδήσαι ηρέμα και κατά μικρόν τους αδελφούς, υπέρ ων ο κοινός Σωτήρ και Δεσπότης ημών το εαυτού αίμα εξέχεεν»xxxix
Ας δούμε πιο αναλυτικά ορισμένες περιπτώσεις: 1. Μήπως «η στενοχωρία του τόπου» επιτρέπει την κατ’ οικονομίαν συμπροσευχή με αιρετικούς; Όχι! λέει ο Πατριάρχης Αντιοχείας και «των ιερών κανόνων διασημότατος εξηγητής»xl Θεόδωρος Βαλσαμών. Σε ερώτηση του Αλεξανδρείας Μάρκου εάν λόγω της «στενοχωρίας του τόπου», δηλ. της ελλείψεως επαρκούς αριθμού Ορθοδόξων Ναών και της πληθώρας των αιρετικών, «ακινδύνως ιερουργήσει τις ή συνεύξεται μετά αιρετικών … εις την εκκλησίαν αυτών, είτε μην και ημετέραν;» ο Βαλσαμών αφού παραθέτει τους κανόνες ΞΔ΄ των Αγ. Αποστόλων και Στ΄, ΛΓ΄ και ΛΔ΄ της εν Λαοδικεία επισημαίνει: «Έστωσαν ουν ανάθεμα οι απερχόμενοι προς αυτούς. Δια τοι τούτο και ημείς ψηφιζόμεθα, μη μόνον αφορισμώ και καθαιρέσει καθυποβάλλεσθαι τους λαϊκούς και κληρικούς, συνευχομένους εν Εκκλησία Ορθοδόξων ή αιρετικών, ή οπουδήποτε συνευχομένους αυτοίς ιερατικώς … αλλά και μειζόνως κολάζεσθαι, κατά των ρηθέντων κανόνων περίληψιν» και καταλήγει «η γαρ στενοχωρία των τόπων, και ο των αιρετικών πληθυσμός, της Ορθοδόξου πίστεως ου μετήμειψε την ακεραιότητα». xli 2. Όταν δεν υπάρχει ορθόδοξος Ναός επιτρέπεται κατ’ οικονομίαν η συμπροσευχή με αιρετικούς; Όχι! απαντά ο Πατριάρχης Κπόλεως Αγ. Νικηφόρος ο Ομολογητής προτείνοντας μία διέξοδο στο πρόβλημα της μη υπάρξεως Ορθοδόξων Ναών: επιτρέπει, αν υπάρχει ανάγκη, να χρησιμοποιείται Ναός που έχει καθιερωθεί από αιρετικούς, αλλά θα πρέπει ο Ναός αυτός να αντιμετωπίζεται ως «κοινός οίκος»: «τας Εκκλησίας τας υπό των αιρετικών ενθρονισθείσας, παρακελευόμεθα ως εις κοινόν οίκον κατά ανάγκην εισιέναι και ψάλλειν, πήξαντας εν μέσω Σταυρόν. εν δε τω θυσιαστηρίω, μήτε εισέρχεσθαι, μήτε θυμιάν, μήτε ευχήν επιτελείν, μήτε κανδήλαν ή λύχνον άπτειν»xlii. Προκύπτει αστασίαστα ότι και αυτός δεν συγχωρεί την συμπροσευχή με αιρετικούς, αλλά τη χρησιμοποίηση του Ναού τους ως απλού χώρου για την τέλεση Ορθοδόξου ακολουθίας. Η πρακτική αυτή εφαρμόζεται σήμερα στη διασπορά, όπου χρησιμοποιούνται χώροι λατρείας ετεροδόξων, αλλά με τη χρήση ιερού αντιμηνσίου για την τέλεση Ορθοδόξου Θ. Λειτουργίας, όπως θα χρησιμοποιείτο το αντιμήνσιο «εις κοινόν οίκον κατά ανάγκην». 3. Μήπως «βίας επειγούσης» επιτρέπεται κατ’ οικονομίαν η συμπροσευχή με αιρετικούς; Όχι! ισχυρίζεται ο Νικηφόρος Γρηγοράς (ιδ΄αι. ). Στην ερώτηση του μαθητού του Αγαθαγγέλου «ει εξείη … των ετεροδόξων ενίοις συνεύχεσθαι και βίας επειγούσης» απαντά κατηγορηματικά: «Βέλτιον εν υπαίθροις και ερημίαις και όρεσι ακίβδηλον Θεώ προσάγειν τον ύμνον ή δυσσεβών κοινωνία χρωμένους χρυσώ κεκοσμημένοις και πλακών στιλπνότητι προσέχειν τεμένεσιν»,xliii δηλαδή καλύτερα στην ύπαιθρο, στις ερημιές και στα βουνά να προσφέρουμε γνήσια και ανόθευτη λατρεία στο Θεό, παρά έχοντας επικοινωνία με τους δυσεβείς αιρετικούς να πηγαίνουμε στους μεγαλοπρεπείς και χρυσοστόλιστους Ναούς τους! 4. Ο Αγ. Ιωάννης της Κλίμακος προτρέπει τους χριστιανούς που είναι «δυνατοί και θερμοί και σταθεροί στην Πίστη» και προσκαλούνται από αιρετικούς που τους σέβονται και τους ευλαβούνται, κατ’ οικονομία να διατηρούν επικοινωνία μαζί τους ακόμα και να συντρώγουν με απώτερο σκοπό να τους ωφελήσουνxliv. Δεν αναφέρει όμως τίποτα σχετικά με τη χρήση της οικονομίας στη συμπροσευχή με τους αιρετικούς. 5. Σε ποιες όμως περιπτώσεις κατ’ οικονομίαν επιτρέπεται η παρουσία Ορθοδόξων στους Ναούς αιρετικών και η συμμετοχή στη λατρεία τους; i. Όπως αναφέραμε στο πρώτο μέρος της εργασίας, απαγορεύεται η είσοδος σε Ναούς αιρετικών «προσεύξασθαι» ή «ευχής ή θεραπείας ένεκα» (κανών ΞΔ΄ Αγ. Αποστόλων και Θ΄ της εν Λαοδικεία). Κατά συνέπεια, όχι μόνο κατ’ οικονομίαν αλλά και κατ’ ακρίβεια δεν απαγορεύεται «η παρακολούθησις της λατρείας των ετεροδόξων εκ μέρους απλών μελών της Ορθοδόξου Εκκλησίας (η οποία) θα ηδύνατο να ερμηνευθή και ως πράξις φιλοφροσύνης»xlv ή για εθιμοτυπικούς ή κοινωνικούς και μόνο λόγους. ii. Ο Αγ. Νικηφόρος Ομολογητής αναφέρει ότι επιτρέπεται η είσοδος εις τα «κοιμητήρια αγίων», ήτοι εις τα Μαρτύρια, έστω και αν αυτά κατέχονται υπό αιρετικών, για την προσκύνηση των Ι. Λειψάνων και όχι για την συμπροσευχή με τους αιρετικούς, «ει μη τι αν εξ ανάγκης, κατά μόνον το ασπάσασθαι το του Αγίου λείψανον η είσοδος γένοιτο». xlvi iii. Ο πνευματικός κυρ Γρηγόριος (μέλος της Ορθοδόξου αντιπροσωπείας στη Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας) λέει χαρακτηριστικά: «εγώ ότε εις ναόν εισέλθω Λατίνων, ου προσκυνώ τινά των εκείσε αγίων, επεί ουδέ γνωρίζω τινά. Τον Χριστόν ίσως μόνον γνωρίζω, αλλ’ ουκ οίδα πως περιγράφεται, αλλά ποιώ τον σταυρόν μου και προσκυνώ. Τον σταυρόν ουν, ον αυτός ποιώ, προσκυνώ και ουχ έτερον τι των εκείσε θεωρουμένων μοι». xlvii 6. Σε ποιες όμως περιπτώσεις κατ’ οικονομίαν επιτρέπεται η παρουσία αιρετικών στην Ορθόδοξη λατρεία μας; Επαναλαμβάνουμε ότι ενώ για την συμμετοχή των Ορθοδόξων στη λατρεία των αιρετικών η κανονική Παράδοση της Εκκλησίας μας είναι κατηγορηματικά αρνητική, εν τούτοις είναι πιο διαλλακτική στην κατ’ οικονομίαν είσοδο των αιρετικών σε Ορθοδόξους Ναούς: i. Η κατ’ ακρίβεια πράξη, όπως προελέχθη, απαιτεί την συμμετοχή στη λατρευτική πράξη της Εκκλησίας μας μόνο των μελών της και όχι των αβαπτίστων ή αιρετικών. Κατ’ οικονομίαν όμως έχει επιτραπεί αιρετικοί ή και μη Χριστιανοί να παρακολουθούν την Ορθόδοξη λατρεία – ακόμα και τη Θ. Λειτουργία – όταν υπάρχει εκ μέρους τους διάθεση γνωριμίας της λατρευτικής ζωής της Εκκλησίας μας. Χαρακτηριστικότερη περίπτωση είναι η παρακολούθηση της Θ. Λειτουργίας στον Ι. Ν. Αγ. Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη από την αντιπροσωπεία των ειδωλολατρών Ρώσων και ο εκχριστιανισμός στη συνέχεια ολοκλήρου του Ρωσικού λαού. ii. Επίσης, ο Ι. Χρυσόστομος προσκαλεί τους αιρετικούς στο Ναό όπου ομιλούσε με την ελπίδα της επιστροφής τους στην αλήθεια της Εκκλησίας: «ενταύθα μοι τον αιρετικόν κάλει. Εάν τε παρή, εάν τε μη παρή. Εάν τε γαρ παρή παρά της ημετέρας φωνής παιδευέσθω. Εάν τε μη παρή, δια της υμετέρας ακροάσεως μανθανέτω». xlviii iii. Διευρύνοντας την προαναφερθείσα πρόταση του Αγ. Νικηφόρου του Ομολογητού για την είσοδο σε Ναούς αιρετικών προς προσκύνηση των εκεί ευρισκομένων Ι. Λειψάνων, μπορούμε να δεχθούμε ότι επιτρέπεται και η είσοδος των ετεροδόξων σε Ορθοδόξους Ναούς προς προσκύνηση των Ι. Λειψάνων τα οποία φυλάσσουμε και τα σέβονται και αυτοί. Μία τυχόν απαγόρευση της εισόδου και προσκυνήσεως των Ι. Λειψάνων θα ήταν ασφαλώς μακριά από το γνήσιο εκκλησιαστικό πνεύμα. Και ασφαλώς όταν οι ετερόδοξοι «επιστρέφουν» στην Εκκλησία μας Ι. Λείψανα λόγοι φιλοξενίας καθώς και ευχαριστίας επιβάλλουν την κατ’ οικονομία παρουσία τους στις σχετικές εκκλησιαστικές εκδηλώσεις, ασφαλώς χωρίς ενεργό λειτουργική συμμετοχή στην Ορθόδοξη λατρεία μας. iv. Οι Πατριάρχες Κπόλεως Γεννάδιος Σχολάριοςxlix και Ιεροσολύμων Δοσίθεοςl και ο Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος (Βουλγαρίας) Δημήτριος Χωματιανόςli αναφερόμενοι σε όσους εκ των αιρετικών έρχονται με σεβασμό να παρακολουθήσουν την Ορθόδοξη λατρεία μας και ζητούν την ευλογία μας, προτείνουν να μην τους αποπέμπουμε, αλλά αντιθέτως να τους προσφέρουμε και αντίδωροlii και τον αγιασμό μας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Γεννάδιος ενώ επιτρέπει στους Ορθοδόξους να δίδουν την ευλογία σε αιρετικούς, τους αποτρέπει όμως να ζητούν την ευλογία και τον αγιασμό των αιρετικών! «Αρκετόν ουν εστίν, ότι υμείς ου ζητείτε ουδέ αγιασμόν παρ’ αυτών, διότι εισίν ετερόδοξοι κεχωρισμένοι». Ο Αχρίδος Δημήτριος αισθάνεται την ανάγκη να αιτιολογήσει την πρότασή του αυτή λέγοντας ότι «η τοιαύτη συνήθεια δύναμιν έχει κατά μικρόν μεθελκύσαι αυτούς καθόλου προς τα καθ’ ημάς ιερά ήθη και δόγματα». liii v. Μία άλλη περίπτωση όπου αιρετικοί επιτρέπεται κατ’ οικονομία να συμμετέχουν σε Ορθόδοξη Ακολουθία έχουμε στην κατ’ οικονομία τέλεση Εξοδίου Ακολουθίας και ταφής ετεροδόξου υπό Ορθοδόξου Ιερέως, όταν δεν υπάρχουν ποιμένες του δόγματος του κεκοιμημένου,liv καθώς και κατά την τέλεση του μυστηρίου του Γάμου, όταν το ένα μέλος τυγχάνει ετερόδοξο (μικτός Γάμος). lv vi. Ασφαλώς σήμερα με την αλλαγή των κοινωνικών συνθηκών όλο και συχνότερα και στις ενορίες παρατηρείται προσέλευση ετεροδόξων στην Ορθόδοξη λατρεία. Οι σκέψεις του αειμνήστου π. Επιφανίου Θεοδωροπούλου αποτελούν την πλέον ενδεδειγμένη αντιμετώπιση από τους υπευθύνους ποιμένες: «αν … θελήση αιρετικός τις να εισέλθη, τότε βεβαίως δεν θα διακόψωμεν την λατρείαν, ούτε θα καλέσωμεν την Αστυνομίαν. Θα συνεχίσωμεν την λατρείαν και μετά το πέρας αυτής θα πλησιάσωμεν τον ετερόδοξον και μετ’ ευγενείας θα είπωμεν εις αυτόν τι λέγουσιν εν προκειμένω οι ιεροί κανόνες της Ορθοδόξου Εκκλησίας και θα υποδείξωμεν ότι άλλοτε οφείλει να φέρηται προς αυτούς μετά σεβασμού. Ημείς ουδέποτε θα εισέλθωμεν εις ετερόδοξον Ναόν εν ώρα λατρείας, τηρούντες εν απολύτω ακριβεία τους ι. Κανόνας. Περί την είσοδον όμως ετεροδόξων ετεροδόξων εις τους ημετέρους Ναούς μικρά τις ελαστικότης, εν τω πνεύματι της εκκλησιαστικής οικονομίας, δεν βλάπτει»lvi.
3. Εξαιρέσεις από την κανονική παράδοσηΕξαίρεση στην ομόφωνη στάση των εκκλησιαστικών συγγραφέων σχετικά με την κατ’ ακρίβεια ή κατ’ οικονομία απαγόρευση συμπροσευχής με αιρετικούς αποτελούν οι κατά τα τέλη του ιβ΄ αι. κανονολόγοι Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος (Βουλγαρίας) Δημήτριος Χωματιανός ή Χωματηνός και ο Ιωάννης Κίτρου. Πιο συγκεκριμένα: 1. Κατά τον Δημήτριο Χωματιανόlvii: α. είναι αποδεκτή η χειροτονία Ορθοδόξου κληρικού από αιρετικό Επίσκοπο: «αιρετικών … χειροτονίαι τοις Ορθοδόξοις δεκταί εισί, κατά την των Πατέρων παράδοσιν, Ορθοδόξων ή όντων ή γινομένων των υπ’ αυτών χειροτονουμένων» lviii! β. δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα Ορθόδοξοι κληρικοί ή λαϊκοί να προσεύχονται σε Ναούς των Λατίνων και να απονέμουν τιμητική προσκύνηση στους Αγίους τους («εν οις (Λατίνων Ναοίς) ημέτεροι εισερχόμενοι εκ τε της ιερατικής μερίδος και της λαϊκής, προσευχάς τε ποιούνται προς τον Θεόν, και τοις εν αυτοίς τιμωμένοις αγίοις την σχετικήν προσκύνησιν και τιμήν απονέμουσιν . και πρόκριμα εντεύθεν ουδόλως υφίστανται, εφ’ οις δηλαδή υπό τους Λατίνους εισί ναοίς»lix γ. η άποψη ότι δεν επιτρέπεται η μετάδοσις της Θ. Κοινωνίας σε Λατίνους (την οποία υποστηρίζει ο Βαλσαμών) δεν είναι αποδεκτή ως «οία πολύ εχούση το απηνές και ιταμόν και μη προσήκον μέμψει Λατινικών τύπων τε και εθών». lx δ. δεν προτείνεται το Κοινό Ποτήριο διότι «αδύνατος εφ’ εκατέροις έσται η των οικείων εθών παράβασις,»lxi. Δηλαδή απλώς είναι θέμα διαφοράς εθίμων και τίποτα περισσότερο …
α. Ο Χωματιανός παρουσιάζεται ως αποδεχόμενος ότι μοναδική σοβαρή διαφορά με τους Λατίνους είναι «η εν τω της Πίστεως Συμβόλω καινοτομία, ην εποιήσαντο». Οι λοιπές διαφορές υπάγονται στα «έθη … (τα) εμπαγέντα ταις δυτικαίς Εκκλησίας . ων ουδέν διασπάν ημάς δύναται». lxii β. Είναι προφανές λοιπόν ότι παρότι είναι ιδιαίτερα αυστηρός για την πλάνη του filioque, δεν θεωρεί τους Λατίνους αιρετικούς,lxiii διότι «πολλοί των ελλογίμων … φασίν, ου διεγνώσθησαν ταύτα συνοδικώς . και ουδ’ αυτοί, ως αιρεσιώται, απόβλητοι δημοσία γεγόνασιν . αλλά συνεσθίουσιν ημίν και συνεύχονται». Για τον Χωματιανό υπάρχουν απλώς κάποιες μη ουσιώδεις εθιμικές διαφορές που ορισμένοι τις δικαιολογούν «τω ακαμπεί του έθνουςlxiv φρονήματι» ή «το του έθνους ειδότες σκληρόν και αγέρωχον και βαρβάροις ως τα πολλά συναναχρωννύμενον ήθεσιν»lxv. γ. Οι απόψεις αυτές του Χωματιανού αποτελούν το θεολογικό υπόβαθρο της επιεικούς και ανεκτικής στάσεώς του έναντι των Λατίνωνlxvi. Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι δεν τις τεκμηριώνει στην κανονική και λοιπή εκκλησιαστική παράδοση, αλλά επικαλείται τις απόψεις κάποιων τους οποίους μάλιστα δεν κατονομάζει, ει μη μόνο τον Θεοφύλακτο Βουλγαρίαςlxvii: «ένιοι μεν τοι φιλανθρωπότερον το πράγμα χρησάμενοι», «εν οις οι ημέτεροι εισερχόμενοι», «πολλοί των ελλογίμων», «φασίν … φασί». Ο ίδιος αποδέχεται μεν τις απόψεις των «ελλογίμων» και επί τη βάσει αυτών θεμελιώνει το συλλογισμό του, εν τούτοις όμως φαίνεται πως δεν αναπαύεται πλήρως. Γι’ αυτό και πολλές φορές προσφεύγει στην «εκκλησιαστική οικονομία» και θεωρεί αναγκαίο να αιτιολογήσει την άποψή του με πρόσθετη, αλλά τελικώς αντιφατική επιχειρηματολογία, διότι: Ι. αφού οι Λατίνοι δεν είναι αιρετικοί και τα έθη τους είναι αποδεκτά, για ποιο λόγο ο Επίσκοπος όταν προσκαλείται και πηγαίνει «ου προκρινεί τω Αρχιερεί, ως οικονομίαν πεπιστευμένω και μετερχομένω την πρέπουσαν οικονόμοις ψυχών»; ΙΙ. αφού οι Λατίνοι δεν είναι αιρετικοί τι νόημα έχει η τελευταία φράση με την οποία ολοκληρώνει τις σχετικές απαντήσεις του «προτιθέμενοι την οικονομίαν, προς το μη καταβαλείν, αλλά κερδήσαι ηρέμα και κατά μικρόν τους αδελφούς»; Είναι προφανές ότι επικαλούμενος την οικονομία για να δικαιολογήσει την λατρευτική επικοινωνία με τους Λατίνους, ουσιαστικά αποδέχεται ότι οι Λατίνοι είναι αν όχι αιρετικοί, τουλάχιστον σχισματικοί, διότι σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχε κανένα κανονικό πρόβλημα, που να χρήζει την δια της οικονομίας θεραπεία! δ. Επί πλέον άξια σημειώσεως είναι και η παρατήρηση του Χωματιανού ότι «τινές των Λατίνων ευρίσκονται μη καθόλου διαφερόμενοι προς τα καθ’ ημάς έθη, τα τε δογματικά και τα εκκλησιαστικά, και εισίν, ως αν τις είπει, κατά τούτο επαμφοτερίζοντες»lxviii. Επίσης σημειώνει ότι οι Λατίνοι που προσέρχονται στην Θ. Λειτουργία των Ορθοδόξων και ζητούν «της ενζύμου μεταλαμβάνειν αγίας προσφοράς εξ ημών, δήλον ποιεί, ως, ει μη περιεφρόνουν τα άζυμα, και ως ου περί πολλού ποιούνται το στέργειν αυτοίς, ουκ αν προσήρχοντο τη παρ’ ημών γινομένη των θείων μυστηρίων ιερουργία». lxix Προφανώς κατά τον Χωματιανό στην εποχή του (τέλος ιβ΄ αι) δεν είχε υπάρξει πλήρης διακοπή της επικοινωνίας μεταξύ Ανατολής και Δύσεως και δεν είχε παγιωθεί στη συνείδηση των Λατίνων η αίρεση και η πλήρης αποκοπή τους από το Σώμα της Καθολικής Εκκλησίας,lxx ή έστω υπήρχαν κάποιες βάσιμες ελπίδες επανενώσεως των διεστώτων. Σε αυτές λοιπόν τις περιπτώσεις των «επαμφοτεριζόντων» και όσων «περιεφρόνουν τα άζυμα», προτείνει ο Χωματιανός κατ’ οικονομίαν την μετάδοση Αντιδώρου και τη μετάβαση του Ορθοδόξου Αρχιερέως στις συνάξεις τους. Παρ’ όλα αυτά αισθάνεται ασφαλώς την ανάγκη να αιτιολογήσει την πρότασή του αυτή λέγοντας ότι «η τοιαύτη συνήθεια δύναμιν έχει κατά μικρόν μεθελκύσαι αυτούς καθόλου προς τα καθ’ ημάς ιερά ήθη και δόγματα»lxxi. Σκοπός δε αυτής της κατ’ οικονομίαν συμπεριφοράς, την οποίαν συνιστά και την οποίαν ακολουθούσαν «πολλοί των ελλογίμων», είναι αυτούς στους οποίους δεν είχε παγιωθεί η πλάνη και η αίρεση και ήσαν επαμφοτερίζοντες και διακείμενοι θετικά έναντι της Ορθοδόξου Εκκλησίας «προτιθέμενοι την οικονομίαν προς το μη καταβαλείν, αλλά κερδήσαι ηρέμα και κατά μικρόν τους αδελφούς, υπέρ ων ο κοινός Σωτήρ και Δεσπότης ημών το εαυτού αίμα εξέχεεν». lxxii Συνοψίζοντας για την στάση του Αχρίδος Δημητρίου Χωματιανού μπορούμε να πούμε ότι είναι πολύ επιεικής και ανεκτικός έναντι των Λατίνων, αφ’ ενός λόγω της γενικότερης επιείκειάς του «εν τη απονομή του δικαίου, δια τας έστιν ότε τολμηράς του ερμηνείας»lxxiii και αφ’ ετέρου λόγω της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου που ζούσε, οπότε δεν υπήρχε πλήρης και τελεία η δογματική απόκλιση και εκκλησιαστική διακοπή της κοινωνίας της Λατινικής από την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία lxxiv. Στόχος του ήταν στην κρίσιμη αυτή περίοδο να αποφύγει την περαιτέρω διάσταση και να προσελκύσει όσους δεν είχαν ακόμα αποσχισθεί πλήρως από τους κόλπους της Καθολικής Εκκλησίας. Το ποιμαντικό αυτό κίνητρο τον οδήγησε και σε ακραίες και αστήρικτες θεολογικά αντιλήψεις οι οποίες ουδέποτε απέκτησαν κανονικό κύρος στην Εκκλησία, ούτε ασφαλώς έτυχαν κάποιας, έστω και μικρής εφαρμογής στη ζωή της (περί της Θ. Κοινωνίαςlxxv, του εγκύρου της χειροτονίας Ορθοδόξων υπό αιρετικών επισκόπων, περί συμπροσευχής με αιρετικούς, ότι οι Λατίνοι δεν είναι αιρετικοί κοκ). lxxvi 2. Ο Ιωάννης Κίτρουlxxvii σε ερώτηση του Κωνσταντίνου Καβάσιλα Αρχιεπισκόπου Δυρραχίου, αν επιτρέπεται να ενταφιάζονται Ορθόδοξοι σε Λατινικούς Ναούς και να ψάλλεται η νεκρώσιμος από κληρικούς Ορθοδόξους και Λατίνους μαζί, απαντά ότι «ουκ απάδον τοίνυν, ουδέ τη ευσεβεία οπωσούν λυμαινόμενον, το θάπτεσθαι Λατίνους εν Ρωμαϊκοίς Ναοίς και ψάλλεσθαι ομοθυμαδόν παρά τε Ρωμαίων και Λατίνων ιερουργών νεκριμαία Λατίνων και Ρωμαίων», διότι «ούτε γαρ ο τόπος τους απελθόντας, παρά Θεώ ποιεί αποβλήτους. και η επ’ αυτοίς ψαλμωδίας των Λατίνων ουκ έστιν εθνική, αλλ’ εκ των καθ’ ημάς θείων Γραφών». lxxviii Η ανωτέρω άποψη του Ιωάννου Κίτρου ελέγχεται ως ιδιαιτέρως προβληματική από κανονικής απόψεως διότι: α.α. Ο Ιωάννης Κίτρου ασχολείται κυρίως με το ερώτημα αν έχει σημασία για την μετά θάνατον πορεία του ανθρώπου ο τόπος ταφής. Κατηγορηματικώς απαντά ότι αυτό είναι εντελώς αδιάφορο, διότι πολλών Μαρτύρων τα Ι. Λείψανα οι δήμιοί τους «εν τόποις βορβόρου μεστοίς εναπέρριψαν, αλλ’ η δεδομένη τοις αγίοις χάρις, εντεύθεν αλώβητος έμεινε» και αντιθέτως η ταφή πολλών ασεβών μέσα σε Ναούς δεν τους απαλλάσσει της αιωνίου κολάσεως. β.α. Για το θέμα της τελέσεως εξοδίου ακολουθίας από Λατίνους σε κεκοιμημένους Ορθοδόξους απαντά πολύ επιπόλαια ότι δεν υπάρχει απολύτως κανένα πρόβλημα, διότι «η επ’ αυτοίς ψαλμωδία των Λατίνων ουκ έστιν εθνική, αλλ’ εκ των καθ’ ημάς θείων Γραφών»! Για ένα έγκριτο ερμηνευτή των κανονικών διατάξεων, καθώς και για την εκκλησιαστική τάξη είναι αρκετή μόνο αυτή η προϋπόθεση; Ποιος αιρετικός χρησιμοποιεί στη λατρεία του «εθνικές» προσευχές; Όλων των αιρετικών οι προσευχές «εκ των καθ’ ημάς θείων Γραφών» δεν είναι; γ. Είναι άξιο παρατηρήσεως ότι ο Ιωάννης Κίτρου ενώ είναι ερμηνευτής κανόνων, τους αγνοεί πλήρως, δεν τον απασχολεί καθόλου, ούτε καν ως απλός προβληματισμός, ούτε καν αναφέρει, ότι οι κανόνες της Εκκλησίας απαγορεύουν ρητώς τη συμπροσευχή με αιρετικούς ή σχισματικούς! Αναφέρεται σε κοινή ακολουθία «Ρωμαίων και Λατίνων» ως κάτι το εντελώς αυτονόητο και ανεπίληπτο! δ. Στην αρχή της απαντήσεώς του σημειώνει ότι οι διαφορές μεταξύ ημών και των Λατίνων εντοπίζονται μόνο σε δύο σημεία: κυρίως στο filioque και λιγότερο στα άζυμα. Όλα τα λοιπά «κοινά τούτοις εισί και ημίν» («η της Γραφής ανάγνωσις, … και αι προσευχαί και αι μελωδίαι, και οι θείοι Ναοί, και αι προσκυνήσεις του τε τιμίου Σταυρού και των αγίων εικόνων»). Προφανώς δεν θεωρεί τους Λατίνους όχι μόνο ως αιρετικούς, αλλ’ ούτε καν ως σχισματικούς! Γι’ αυτό και η κανονική απαγόρευση «ου δει αιρετικοίς ή σχισματικοίς συνεύχεσθαι» δεν τον αφορά και δεν τη σημειώνει στον προβληματισμό του! ε. Σημειώνουμε με ιδιαίτερη έμφαση ότι ο Ιωάννης Κίτρου δεν επικαλείται την κατ’ οικονομία πράξη της Εκκλησίας για να στηρίξει την απάντησή του αυτή, διότι δεν αισθάνεται ότι υπάρχει η κατ’ ακρίβεια απαγόρευση για την συμπροσευχή με τους Λατίνους! Είναι πρόδηλο ότι οι ανωτέρω απόψεις του Ιωάννου Κίτρου δεν εδράζονται στην παράδοση της Εκκλησίας μας και στερούνται οιασδήποτε κανονικής τεκμηριώσεως. Γι’ αυτό και «δεν φαίνεται, ότι η πράξις αυτή επεκράτησε γενικότερον, ουδέ υπάρχει άλλοθεν πόθεν σχετική τις πληροφορία, η οποία επιβεβαιοί τα ανωτέρω, εκτός της υπό του ερωτήσαντος παρεχομένης, κατά την οποίαν εθάπτοντο «Ορθόδοξοι Ρωμαίοι εν Λατινικαίς Εκκλησίαις, ψαλλόμενοι παρά τε Ρωμαίων και Λατίνων εν ταυτώ». lxxix
3. Δυστυχώς αργότερα, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας και Ενετοκρατίας, διαπράχθηκαν σημαντικές εκτροπές από Ορθοδόξους ποιμένες . αναφέρονται μεταξύ άλλων: μνημόνευση και αναγνώριση λατίνων επισκόπων, αναγνώριση του παπικού πρωτείου, μεμονωμένα συλλείτουργα, μικτά μυστήρια, παροχή μυστηρίων σε αιρετικούς, κηδείες αιρετικών, σπουδές σε σχολές αιρετικών, χορηγήσεις αδείας εξομολογήσεως και διδασκαλίας στους παπικούς καπουτσίνους ή σε προτεστάντες. Ακόμη και Μητροπολίτες ή μοναχοί εξομολογούντο σε Λατίνους! Κατά δε τα μέσα του ιζ΄ αιώνος «τα μοναστήρια του Άθω επανειλημμένως εκάλεσαν τους Ιησουίτας, όπως ιδρύσουν εν τω Αγίω Όρει σχολήν δια την πνευματικήν κατάρτισιν των μοναχών»!lxxx Όπως αναφέρει ο οσιολ. Μοναχός Βασίλειος Γρηγοριάτης «οι τότε δυσχερείς περιστάσεις σε συνδυασμό με την σκληρή Δυτική προπαγάνδα αποδυνάμωσαν σημαντικά τις αντιστάσεις του υποδούλου Ορθοδόξου κλήρου και λαού, που διατελούσε σε άκρα αμάθεια και σκότος. Τα γεγονότα της εποχής εκείνης καταδεικνύουν την άγνοια και την σύγχυση ορισμένων Ορθοδόξων ως προς τις σχέσεις τους με τους ετεροδόξους, την αλλοίωση του εκκλησιαστικού φρονήματός τους και την απώλεια της Ορθοδόξου ευαισθησίας τους»lxxxi.
Ασφαλώς είναι αδιανόητο να ισχυριστεί κάποιος ότι οι ανωτέρω εκτροπές σε εποχές κρίσεως και παρακμής του γένους είναι άξιες μιμήσεως ή μπορεί να αποτελέσουν άλλοθι για μας σήμερα! Άλλωστε, όπως σημειώνει ο π. Βασίλειος Γρηγοριάτης, οι μεγάλοι Πατέρες εκείνων των εποχών (Παχώμιος Ρουσάνος, Δοσίθεος Ιεροσολύμων, Ευγένιος, Χρύσανθος και Κοσμάς οι Αιτωλοί, Μακάριος ο Πάτμιος, Αθανάσιος ο Πάριος, Νικόδημος ο Αγιορείτης, Μάξιμος ο Γραικός) έκαναν υποδειγματικό αγώνα για να μεταδώσουν κάποιο πνευματικό φως στον Ορθόδοξο λαό και να τον προφυλάξουν από την παπική προπαγάνδα, η οποία ωργίαζε με σκοπό «το αποπλανάν τους απλουστέρους». Ο όσιος Νικόδημος μάλιστα κατέκρινε τους «λατινόφρονες» της εποχής του ή «αμίσθους δεφένσορες του Λατινικού ψευδοβαπτίσματος»,lxxxii όπως τους ωνόμαζε, και εθλίβετο για την μέχρι τότε μεγάλη νοθεία, διαφθορά και παρερμηνεία των ιερών κανόνων και για τον «θανατηφόρον και παραίτιον ψυχικής απωλείας καρπόν» που ετίκτετο εξ αυτών. Άλλωστε δεν θα πρέπει να λησμονούμε ότι οι μεμονωμένες απόψεις ή και ενέργειες κάποιων Ορθοδόξων (ακόμα και κληρικών) δεν αποτελούν κριτήριο της Αλήθειας της Εκκλησίας, αλλά όπως χαρακτηριστικά τονίζει ο π. Γ. Μεταλληνός «μόνο των αυθεντικώς ορθοδόξων, δηλ. των θεοπτών Αγίων, οι ενέργειες συνιστούν έκφραση της ορθόδοξης αυτοσυνειδησίας»,lxxxiii ο δε Άγ. Θεόδωρος ο Στουδίτης προχωρεί έτι πλέον λέγοντας ότι ακόμα και αποφάσεις συνόδων είναι πιθανόν να μην εκφράζουν την αλήθεια της Εκκλησίας, διότι «Σύνοδοι τοίνυν ου το απλώς συνάγεσθαι ιεράρχας τε και ιερείς, καν πολλοί ώσιν … αλλά το εν ονόματι Κυρίου, εν τη ειρήνη και φυλακή των κανόνων. και το δεσμείν και λύειν ουχ ως έτυχεν, αλλ’ ως δοκεί τη αληθεία και τω κανόνι και γνώμονι της ακριβείας»lxxxiv Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι «όχι μόνον η συλλειτουργία και συνιερουργία αλλά και αυτή η είσοδος εις ετεροδόξους Ναούς, χάριν προσευχής απαγορεύεται «κατ’ ακρίβειαν». «Κατ’ οικονομίαν» δε, συμφώνως προς τας ανωτέρω παρατεθείσας κανονικάς διατάξεις, επιτρέπεται η εις ετεροδόξους ναούς «χάριν προσκυνήσεως των ιερών Λειψάνων» είσοδος, όχι όμως και το συνεύχεσθαι, πολλώ δε μάλλοντο συνιερουργείν ή συλλειτουργείν μετά των ετεροδόξων κληρικών». lxxxv Αντιθέτως ενώ για την συμμετοχή των Ορθοδόξων στη λατρεία των αιρετικών η κανονική Παράδοση της Εκκλησίας μας είναι κατηγορηματικά αρνητική, εν τούτοις είναι πιο διαλλακτική, όπως προαναφέρθηκε, στην κατ’ οικονομίαν παρουσία των αιρετικών στην Ορθόδοξη Λατρεία. Διότι κατά βάθος είναι η ίδια ποιμαντική της συγκαταβάσεως έναντι των αιρετικών που ακολουθούσαν πάντοτε οι Πατέρες της Εκκλησίας «επινεύσαντος και ενηχήσαντος του Πνεύματος του Θεού, επελεξάμεθα ηπίως και ειρηνικώς διαπράξασθαι μετά των μνημονευθέντων ανθρώπων (των Δονατιστών) … ίνα … ίσως ημών εν ημερότητι συναγόντων τους τα διάφορα φρονούντας, δώσει αυτοίς ο Θεός μετάνοιαν προς το επιγνώναι την αλήθειαν, και ίνα ανασφήλωσιν οι εκ των του διαβόλου βρόχων αιχμαλωτισθέντες αυτώ εις το αυτού θέλημα» lxxxvi.
4. Εκκλησιαστική οικονομία ή «μεθοδία και
οικονομία φαύλη»
lxxxvii
|