|
Εισαγωγή - Περίληψη
Ο λόγος αυτός, όπως και ο «Κατά Ειδώλων», γράφτηκε περί τα έτη
317-319 μ.Χ. Σ’ αυτόν εξετάζεται το μεγάλο γεγονός της σαρκώσεως του άσαρκου
Λόγου του Θεού, δηλαδή του Υιού του Θεού, του δευτέρου προσώπου της Αγίας
Τριάδος.
Στο πρώτο μέρος του λόγου αναλύεται ο διπλός σκοπός της
ενανθρωπήσεως του Λόγου: α) η επιστροφή της ανθρωπότητας στην κατάσταση της
αθανασίας που απωλέσθηκε λόγω του προπατορικού αμαρτήματος· και β) η απόδοση
στους ανθρώπους της ικανότητας να γνωρίσουν τον αληθινό Θεό.
Στο δεύτερο μέρος του λόγου περιγράφει τα μέσα με τα οποία
επιτυγχάνεται ο διπλός σκοπός της ενανθρωπήσεως: είναι τα θαυμαστά έργα του
Χριστού, ο θάνατος και η ανάστασή του.
Στο τρίτο μέρος του λόγου ανασκευάζονται οι αντιρρήσεις των
Ιουδαίων και των Ελλήνων (ειδωλολατρών) για την ενανθρώπηση του Λόγου. Οι
αντιρρήσεις των Ιουδαίων ανασκευάζονται από την προφητική τους παράδοση. Οι
αντιρρήσεις των ειδωλολατρών ανασκευάζονται με λογικά επιχειρήματα. Ο Μέγας
Αθανάσιος τονίζει ότι το ανθρώπινο γένος δεν είναι απρεπές για να υπηρετήσει την
αποκάλυψη του Θεού. Ποιό καλύτερο σκεύος από τον άνθρωπο υπήρχε για την
αποκάλυψη του Λόγου;
Τέλος, στον επίλογο ο συγγραφέας τονίζει ότι για την ολοκλήρωση
της διδασκαλίας για την ενανθρώπηση του Σωτήρα χρειάζονται δυό πράγματα: μελέτη
της Αγίας Γραφής και βίος αγνός.
Η ενανθρώπηση του Λόγου παίζει τον σπουδαιότερο ρόλο για την
δημιουργία, την κτίση και τον άνθρωπο. Οδηγεί στη θέωση, όπως με έμφαση θεολογεί
ο Μέγας Αθανάσιος: «ο Λόγος ενανθρώπησε, για να θεοποιηθούμε εμείς». Αφορά το
νόημα και τον στόχο της υπάρξεως και της ζωής μας.
|
|
ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΕΩΣ |
Νεοελληνική απόδοση |
|
1.
Αυτάρκως εν τοις προ τούτων εκ πολλών ολίγα διαλαβόντες, περί
της των εθνών περί τα είδωλα πλάνης και της τούτων δεισιδαιμονίας,
Πως εξ αρχής τούτων γέγονεν η εύρεσις, ότι εκ κακίας οι άνθρωποι
εαυτοίς την προς τα είδωλα θρησκείαν επενόησαν·
αλλά γαρ χάριτι Θεού σημάναντες ολίγα και περί της θειότητος του
Λόγου του Πατρός και της εις πάντα προνοίας και δυνάμεως αυτού·
και ότι ο αγαθός Πατήρ τούτω τα πάντα διακοσμεί και τα πάντα
υπ αυτού κινείται και εν αυτώ ζωοποιείται·
φέρε κατά ακολουθίαν, μακάριε και αληθώς φιλόχριστε, τη περί της
ευσεβείας πίστει, και τα περί της ενανθρωπήσεως του Λόγου
διηγησώμεθα, και περί της θείας αυτού προς ημάς επιφανείας
δηλώσωμεν· ην Ιουδαίοι μεν διαβάλλουσιν, Έλληνες δε χλευάζουσιν,
ημείς δε προσκυνούμεν· ίν έτι μάλλον εκ της δοκούσης ευτελείας του
Λόγου μείζονα και πλείονα την εις αυτόν ευσέβειαν έχης.
Όσω γαρ παρά τοις απίστοις χλευάζεται, τοσούτω μείζονα την περί
της θεότητος αυτού μαρτυρίαν παρέχει· ότι τε α μη καταλαμβάνουσιν
άνθρωποι ως αδύνατα, ταύτα αυτός επιδείκνυται δυνατά· και α ως
απρεπή χλευάζουσιν άνθρωποι, ταύτα αυτός τη εαυτού αγαθότητι
ευπρεπή κατασκευάζει· και α σοφιζόμενοι οι άνθρωποι ως ανθρώπινα
γελώσι, ταύτα αυτός τη εαυτού δυνάμει θεία επιδείκνυται, την μεν των
ειδώλων φαντασίαν τη νομιζομένη εαυτού ευτελεία δια του σταυρού
καταστρέφων, τους δε χλευάζοντας και απιστούντας μεταπείθων
αφανώς ώστε την θειότητα αυτού και δύναμιν επιγινώσκειν.
Εις δε την περί τούτων διήγησιν, χρεία της των προειρημένων μνήμης·
ίνα και την αιτίαν της εν σώματι φανερώσεως του τοσούτου και
τηλικούτου πατρικού Λόγου γνώναι δυνηθής, και μη νομίσης ότι
φύσεως ακολουθία σώμα πεφόρεκεν ο Σωτήρ· αλλ ότι ασώματος ων
τη φύσει, και Λόγος υπάρχων, όμως κατά φιλανθρωπίαν και
αγαθότητα του εαυτού Πατρός, δια την ημών σωτηρίαν, εν
ανθρωπίνω σώματι ημίν πεφανέρωται.
Πρέπει δε ποιουμένους ημάς την περί τούτου διήγησιν, πρότερον περί
της των όλων κτίσεως και του ταύτης Δημιουργού Θεού ειπείν, ίνα
ούτως και την ταύτης ανακαίνισιν υπό του κατά την αρχήν αυτήν
δημιουργήσαντος Λόγου γεγενήσθαι αξίως αν τις θεωρήσειεν· ουδέν
γαρ εναντίον φανήσεται, ει δι ου ταύτην εδημιούργησεν ο Πατήρ, εν
αυτώ και την ταύτης σωτηρίαν ειργάσατο. |
Είναι
αρκετά αυτά τα λίγα από τα πολλά που αναπτύξαμε, πριν από τον τωρινό
μας λόγο,για την πλάνη και τη δεισιδαιμονία των εθνικών στην
ειδωλολατρία·
είπαμε με ποιό τρόπο από την αρχή έγινε η επινόηση των ειδώλων· από
την
κακία τους οι άνθρωποι έφτιαξαν αυτή τη θρησκεία.
Με τη χάρη βέβαια του Θεού, μας δόθηκε η ευκαιρία να πούμε λίγα και
για τη
θεότητα του Λόγου του Πατέρα, αλλά και τη δύναμη και πρόνοιά του για
όλα.
Ο πανάγαθος Πατέρας με το Λόγο του φροντίζει το σύμπαν· όλα
κινούνται και
παίρνουν ζωή απ' αυτόν.
Στη συνέχεια, λοιπόν, αγαπητέ μου, γνήσιε φίλε του Χριστού, θα σου
διηγηθώ
για την αληθινή πίστη και την ενανθρώπηση του Λόγου· επιπλέον, θα
σου πω
με λεπτομέρειες για τη ζωή του Λόγου πάνω στη γη (θεία επιφάνεια).
Οι Ιουδαίοι βέβαια την συκοφαντούν, ενώ οι ειδωλολάτρες την
εμπαίζουν·
εμείς όμως την προσκυνάμε. Συμβαίνει το εξής: φαινομενικά οι
χλευαστές
εξευτελίζουν το Λόγο· εσύ όμως (και κάθε ευσεβής) αποκτάς
περισσότερη και
μεγαλύτερη ευλάβεια στο πρόσωπό Του.
Διότι, όσο οι άπιστοι Τον χλευάζουν, τόσο μεγαλύτερη απόδειξη της
θεότητάς
Του παρέχει. Και όσα οι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται, επειδή τα
θεωρούν
αδιανόητα, Αυτός αποδείχνει ότι αυτά είναι κατορθωτά. Όσα ακόμη οι
άνθρωποι
τα χλευάζουν ως απρεπή, Αυτός αυτά τα καθιστά ευπρεπή με την
καλωσύνη
του. Όσα οι άνθρωποι με τις εξυπνάδες τους τα κοροϊδεύουν ως
ανθρώπινα,
Αυτός αυτά με τη δύναμή του τα παρουσιάζει θεϊκά. Από τη μια,
διαλύει την
φαντασμαγορία των ειδώλων με την ανθρώπινη ταπείνωση του εαυτού του
πάνω στο σταυρό· κι από την άλλη, μεταστρέφει μυστικά αυτούς που
χλεύαζαν
και απιστούσαν· τους κάνει να προσκυνούν τη θεότητα και τη δύναμή
του.
Για τη διήγηση αυτή (της ενανθρωπήσεως του Λόγου), πρέπει να θυμάσαι
τα
προηγούμενα (σχετικά με την ειδωλολατρία).
Έτσι, θα μπορέσεις να κατανοήσεις την αιτία της πρόσληψης του
ανθρωπίνου
σώματος από τον τόσο μεγάλο και σπουδαίο Λόγο του Θεού Πατέρα· ακόμη,
να
μη νομίσεις ότι ήταν κάτι το φυσιολογικό η ενσάρκωση του Σωτήρα.
Διότι,
αυτός που είναι ασώματος και Υιος Λόγος του Πατέρα, εξαιτίας της
αγάπης και
καλωσύνης του Πατέρα του σε μας, για τη σωτηρία μας, δέχεται να
περιβληθεί ανθρώπινο σώμα και να φανερωθεί.
Πριν όμως διηγηθούμε την ιστορία της ενανθρωπήσεως, πρέπει πρώτα να
πούμε
για τη δημιουργία του σύμπαντος και για το Δημιουργό Θεό του. Έτσι,
θα μπορεί
κάποιος δικαιολογημένα ν’ αποδώσει στο Λόγο και την αναδημιουργία
του κόσμου, του οποίου είναι και ο αρχικός δημιουργός. Τίποτε το
αντιφατικό
δεν υπάρχει: μ’ Αυτόν που ο Θεός Πατέρας έφτιαξε τον κόσμο, μ’ Αυτόν
καταστρώνει τώρα και το σχέδιο της σωτηρίας του (του κόσμου).
|
|
2. Τήν
δημιουργίαν του κόσμου και την των πάντων κτίσιν πολλοί
διαφόρως εξειλήφασι, και ως έκαστος ηθέλησεν, ούτως και ωρίσατο.
Οι μεν γαρ αυτομάτως, και ως έτυχε, τα πάντα γεγενήσθαι λέγουσιν,
ως οι Επικούρειοι, οί και την των όλων πρόνοιαν καθ εαυτών ουκ
είναι μυθολογούντες, άντικρυς παρά τα εναργή και φαινόμενα λέγοντες.
Ει γαρ αυτομάτως τα πάντα χωρίς προνοίας κατ αυτούς γέγονεν,
έδει τα πάντα απλώς γεγενήσθαι και όμοια είναι και μη διάφορα. Ως
γαρ επί σώματος ενός έδει τα πάντα είναι ήλιον ή σελήνην, και επί
των
ανθρώπων έδει το όλον είναι χείρα, ή οφθαλμόν, ή πόδα. Νυν δε ουκ
έστι μεν ούτως· ορώμεν δε το μεν, ήλιον· το δε, σελήνην· το δε, γην·
και
πάλιν επί των ανθρωπίνων σωμάτων, το μεν, πόδα· το δε, χείρα· το
δε, κεφαλήν. Η δε τοιαύτη διάταξις ουκ αυτομάτως αυτά γεγενήσθαι
γνωρίζει, αλλ αιτίαν τούτων προηγείσθαι δείκνυσιν· αφ ης και τον
διαταξάμενον και πάντα ποιήσαντα Θεόν έστι νοείν.
Άλλοι δε, εν οίς εστι και ο μέγας παρ Έλλησι Πλάτων, εκ
προϋποκειμένης και αγενήτου ύλης πεποιηκέναι τον Θεόν τα όλα
διηγούνται· μη αν γαρ δύνασθαί τι ποιήσαι τον Θεόν ει μη προϋπέκειτο
η ύλη· ώσπερ και τω τέκτονι προϋποκείσθαι δεί το ξύλον, ίνα και
εργάσασθαι δυνηθή.
Ουκ ίσασι δε τούτο λέγοντες ότι ασθένειαν περιτιθέασι τω Θεώ· ει γαρ
ουκ έστι της ύλης αυτός αίτιος, αλλ όλως εξ υποκειμένης ύλης ποιεί
τα όντα, ασθενής ευρίσκεται, μη δυνάμενος άνευ της ύλης εργάσασθαί
τι των γενομένων· ώσπερ αμέλει και του τέκτονος ασθένειά εστι το μη
δύνασθαι χωρίς των ξύλων εργάσασθαί τι των αναγκαίων.
Και καθ υπόθεσιν γαρ, ει μη ην η ύλη, ουκ αν ειργάσατό τι ο Θεός.
Και
Πως έτι ποιητής και δημιουργός αν λεχθείη εξ ετέρου το ποιείν
εσχηκώς,
λέγω δη εκ της ύλης; Έσται δε, ει ούτως έχει, κατ αυτούς ο Θεός
τεχνίτης μόνον και ου κτίστης εις το είναι, ει γε την υποκειμένην
ύλην
εργάζεται, της δε ύλης ουκ έστιν αυτός αίτιος. Καθόλου γαρ ουδέ
κτίστης αν λεχθείη, ει γε μη κτίζει την ύλην, εξ ης και τα κτισθέντα
γέγονεν.
Οι δε από των αιρέσεων άλλον εαυτοίς αναπλάττονται δημιουργόν
των πάντων παρά τον Πατέρα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού,
τυφλώττοντες μέγα και περί α φθέγγονται.
Του γαρ Κυρίου λέγοντος προς τους Ιουδαίους· "Ουκ ανέγνωτε ότι
απ αρχής ο κτίσας άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς; και είπεν· ένεκεν
τούτου καταλείψει άνθρωπος τον πατέρα και την μητέρα αυτού και
προσκολληθήσεται τη γυναικί αυτού· και έσονται οι δύο εις σάρκα
μίαν"· είτα σημαίνων τον κτίσαντά φησιν· «Ό ουν ο Θεός συνέζευξεν,
άνθρωπος μη χωριζέτω», Πως ούτοι ξένην του Πατρός την κτίσιν
εισάγουσιν; ει δε κατά τον Ιωάννην πάντα περιλαβόντα και λέγοντα
"πάντα δι αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν", Πως αν
άλλος είη ο δημιουργός, παρά τον Πατέρα του Χριστού; |
Πριν
όμως διηγηθούμε την ιστορία της ενανθρωπήσεως, πρέπει πρώτα να πούμε
για τη δημιουργία του σύμπαντος και για το Δημιουργό Θεό του. Έτσι,
θα μπορεί
κάποιος δικαιολογημένα ν’ αποδώσει στο Λόγο και την αναδημιουργία
του κόσμου, του οποίου είναι και ο αρχικός δημιουργός. Τίποτε το
αντιφατικό
δεν υπάρχει: μ’ Αυτόν που ο Θεός Πατέρας έφτιαξε τον κόσμο, μ’ Αυτόν
καταστρώνει τώρα και το σχέδιο της σωτηρίας του (του κόσμου).
Τη δημιουργία του κόσμου και του σύμπαντος πολλοί την σκέφτηκαν με
διαφορετικό τρόπο· όπως ήθελε ο καθένας, έτσι και την επινόησε.
Άλλοι, όπως οι Επικούρειοι, λένε ότι όλα έγιναν από μόνα τους, στην
τύχη.
Αυτοί υποστηρίζουν με μυθοπλασίες ότι δεν υπάρχει καμία πρόνοια στον
κόσμο·
υποστηρίζουν τα αντίθετα στα ολοφάνερα.
Αν λοιπόν, σύμφωνα με τη θεωρία τους, όλα έγιναν χωρίς φροντίδα, από
μόνα
τους, θα έπρεπε όλα να είναι απλά και όμοια, όχι διαφορετικά μεταξύ
τους. Θα
έπρεπε στο σύμπαν όλα ν’ αποτελούν ένα σώμα, ήλιο ή σελήνη· και οι
άνθρωποι να είναι όλοι ένα, ή χέρι ή μάτι ή πόδι. Στην
πραγματικότητα όμως
δεν είναι έτσι. Βλέπουμε το ένα άστρο να είναι ήλιος· το άλλο,
σελήνη· το άλλο,
γη. Το ίδιο και στο ανθρώπινο σώμα: άλλο μέρος είναι πόδι, άλλο
χέρι, άλλο
κεφάλι. Αυτή η διάκριση δείχνει ότι τα πράγματα δεν προήλθαν από
μόνα τους
τυχαία, αλλά προηγείται η αιτία που τα δημιούργησε. Κι από την τάξη
αυτή
εύκολα οδηγούμαστε στο Θεό, ο οποίος δημιούργησε και τακτοποίησε τα
πάντα.
Άλλοι πάλι, μεταξύ τους και ο σπουδαίος Έλληνας φιλόσοφος Πλάτων,
λένε
ότι ο Θεός τα δημιούργησε όλα από προϋπάρχουσα και αιώνια ύλη. Διότι
(λένε), δεν θα μπορούσε να κατασκευάσει κάτι ο Θεός, αν δεν
προϋπήρχε η ύλη
(το υλικό κατασκευής). Όπως ο ξυλουργός πρέπει να έχει ξύλα, για να
μπορέσει να τα επεξεργαστεί.
Δεν καταλαβαίνουν ότι, λέγοντας κάτι τέτοιο, αποδίδουν αδυναμία στο
Θεό.
Διότι, αν δεν είναι Αυτός αίτιος υπάρξεως της ύλης και υποχρεωτικά
όλα τα
κατασκευάζει από προϋπάρχουσα ύλη, τότε είναι αδύναμος· διότι δεν
μπορεί
χωρίς ύλη να κάμει κάποιο κτίσμα. Όπως ακριβώς ο ξυλουργός, αδυνατεί
να
κάνει κάποιο χρήσιμο αντικείμενο χωρίς ξύλα.
Να το πούμε υποθετικά: αν δεν υπήρχε ύλη, τίποτε δεν θα δημιουργούσε
ο
Θεός. Και Πως θα τον ονομάζαμε τεχνίτη και δημιουργό, εφόσον άλλος
–εννοώ
η ύλη– θα του έδινε το δικαίωμα κατασκευής; Αν ήταν έτσι τα
πράγματα, ο Θεός
θα ήταν γι’ αυτούς όχι δημιουργός από την ανυπαρξία στην ύπαρξη,
αλλά
μόνον τεχνίτης· διότι θα επεξεργαζόταν
προϋπάρχουσα ύλη, χωρίς να είναι αυτός ο δημιουργός της. Δεν θα
θεωρούνταν
δημιουργός, επειδή δεν φτιάχνει το υλικό (ύλη) από το οποίο να
προέρχονται
τα δημιουργήματα. Οι αιρετικοί πάλι επινοούν άλλο δημιουργό των
κτισμάτων
και όχι τον Πατέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. |
|
3.
Ταύτα μεν ούτοι μυθολογούσιν. Η δε ένθεος διδασκαλία και η
κατά Χριστόν πίστις την μεν τούτων ματαιολογίαν ως αθεότητα
διαβάλλει. Ούτε γαρ αυτομάτως, δια το μη απρονόητα είναι, ούτε εκ
προϋποκειμένης ύλης, δια το μη ασθενή είναι τον Θεόν· αλλ εξ ουκ
όντων και μηδαμή μηδαμώς υπάρχοντα τα όλα εις το είναι
πεποιηκέναι τον Θεόν δια του Λόγου οίδεν, ή φησί δια μεν Μωϋσέως·
"Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην"· δια δε της
ωφελιμωτάτης βίβλου του Ποιμένος· "Πρώτον πάντων πίστευσον,
ότι εις εστίν ο Θεός, ο τα πάντα κτίσας και καταρτίσας, και ποιήσας
εκ του μη όντος εις το είναι". Όπερ και ο Παύλος σημαίνων φησί·
"Πίστει νοούμεν κατηρτίσθαι τους αιώνας ρήματι Θεού, εις το μη εκ
φαινομένων τα βλεπόμενα γεγονέναι."
Ο Θεός γαρ αγαθός εστι, μάλλον δε πηγή της αγαθότητος υπάρχει·
αγαθώ δε περί ουδενός αν γένοιτο φθόνος· όθεν ουδενί του είναι
φθονήσας, εξ ουκ όντων τα πάντα πεποίηκε δια του ιδίου Λόγου του
Κυρίου ημών Ιησού Χριστού·
εν οίς προ πάντων των επί γης το ανθρώπων γένος ελεήσας, και
θεωρήσας ως ουχ ικανόν είη κατά τον της ιδίας γενέσεως λόγον
διαμένειν αεί, πλέον τι χαριζόμενος αυτοίς, ουχ απλώς, ώσπερ πάντα
τα επί γης άλογα ζώα, έκτισε τους ανθρώπους, αλλά κατά την εαυτού
εικόνα εποίησεν αυτούς, μεταδούς αυτοίς και της του ιδίου Λόγου
δυνάμεως, ίνα ώσπερ σκιάς τινας έχοντες του Λόγου και γενόμενοι
λογικοί διαμένειν εν μακαριότητι δυνηθώσι, ζώντες τον αληθινόν και
όντως των αγίων εν παραδείσω βίον.
Ειδώς δε πάλιν την ανθρώπων εις αμφότερα νεύειν δυναμένην
προαίρεσιν, προλαβών ησφαλίσατο νόμω και τόπω την δοθείσαν
αυτοίς χάριν. Εις τον εαυτού γαρ παράδεισον αυτούς εισαγαγών,
έδωκεν αυτοίς νόμον· ίνα ει μεν φυλάξαιεν την χάριν και μένοιεν
καλοί,
έχωσι την εν παραδείσω άλυπον και ανώδυνον και αμέριμνον ζωήν,
προς τω και της εν ουρανοίς αφθαρσίας αυτούς την επαγγελίαν έχειν·
ει δε παραβαίεν και στραφέντες γένοιντο φαύλοι, γινώσκοιεν εαυτούς
την εν θανάτω κατά φύσιν φθοράν υπομένειν, και μηκέτι μεν εν
παραδείσω ζήν, έξω δε τούτου λοιπόν αποθνήσκοντας μένειν εν τω
θανάτω και εν τη φθορά.
Τούτο δε και η θεία γραφή προσημαίνει λέγουσα εκ προσώπου του
Θεού· "Από παντός ξύλου του εν τω παραδείσω βρώσει φαγή·
από δε του ξύλου του γινώσκειν καλόν και πονηρόν ου φάγεσθε απ
αυτού· ή δ αν ημέρα φάγησθε, θανάτω αποθανείσθε." Το δε θανάτω
αποθανείσθε", τι αν άλλο είη ή το μη μόνον αποθνήσκειν, αλλά και εν
τη του θανάτου φθορά διαμένειν; |
Αποδείχνονται πωρωμένοι σε όσα λένε.
Διότι ο Κύριος είπε στους Ιουδαίους: «Δεν γνωρίζετε ότι από την
αρχή, που ο
Θεός έπλασε τους ανθρώπους, τους ξεχώρισε σε άνδρα και γυναίκα; Και
έδωσε
την εντολή· λόγω της φυσικής έλξης προς τη γυναίκα, θ’ αφήσει ο
άνδρας τους
γονείς του και θα συζευχθεί τη γυναίκα του· έτσι οι δύο θα γίνουν
ένα σώμα».
Και αλλού, δείχνοντας τον δημιουργό, λέει: «Αυτούς που ο Θεός ένωσε
με γάμο,
να μην τους χωρίζει ο άνθρωπος». Πως, μετά απ' αυτά, θεωρούν ότι η
δημιουργία δεν έχει καμία σχέση με τον Πατέρα; Αφού ο ευαγγελιστής
Ιωάννης,
που τα διηγείται όλα με ακρίβεια, μας λέει: «όλα αυτός τα έκαμε· και
τίποτε δεν
υπάρχει που να μην το έκαμε»· Πως, λοιπόν, είναι δυνατόν να είναι
άλλος ο
δημιουργός και όχι ο Πατέρας του Χριστού;
Αυτούς τους μύθους λοιπόν λένε αυτοί. Η θεία όμως διδασκαλία και η
πίστη
στο Χριστό αποδείχνει ότι αποτελούν αθεΐα τα φληναφήματα όλων αυτών.
Τα κτίσματα δεν προήλθαν από μόνα τους, επειδή δεν έγιναν χωρίς
πρόνοια·
ούτε έγιναν από προϋπάρχουσα ύλη, επειδή ο Θεός δεν είναι ανίκανος
να κάνει
κάτι τέτοιο. Γνωρίζει καλά (η θεία διδασκαλία) ότι όλα
δημιουργήθηκαν από το
μηδέν· τα έφερε ο Θεός από την ανυπαρξία στην ύπαρξη με το Λόγο του.
Το
λέει ο Μωϋσής: «Στην αρχή, δημιούργησε ο Θεός τον ουρανό και τη γη».
Μας
το διηγείται και το πολύ ωφέλιμο βιβλίο του Ποιμένα: «Πάνω απ’ όλα
πίστεψε
ότι ο Θεός είναι ένας· είναι Αυτός που όλα τα δημιούργησε και τα
έβαλε σε
τάξη· Αυτός που τα έφερε στην ύπαρξη από το μηδέν». Αυτό το
επισημαίνει και
ο Παύλος λέγοντας: «Με την πίστη κατανοούμε ότι οι αιώνες
δημιουργήθηκαν
με το λόγο του Θεού, ώστε όσα βλέπουμε να μην έχουν γίνει απ’ αυτά
που
φαίνονται».
Ο Θεός λοιπόν είναι αγαθός ή καλύτερα η πηγή της αγαθωσύνης· στον
αγαθό
μάλιστα δεν δημιουργείται φθόνος για τίποτε. Γι’ αυτό το λόγο, χωρίς
να φθονεί
την ύπαρξη κανενός, δημιούργησε τα πάντα από το μηδέν (ανυπαρξία) με
το
δικό του Λόγο, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό.
Περισσότερο απ’ όλα τα δημιουργήματα ο Θεός ελέησε το ανθρώπινο
γένος·
επειδή είδε ότι δεν μπορεί να μένει για πάντα σύμφωνα με τις
ικανότητες που
πλάστηκε, χάρισε στους ανθρώπους περισσότερα χαρίσματα. Τους έπλασε
όχι
με απλό τρόπο, όπως τα άλογα ζώα, αλλά ν’ αποτελούν δική Του εικόνα·
τους μετέδωσε τη δύναμη του δικού του Λόγου.
Έτσι, να έχουν πάνω τους σαν σκιές εκτυπώματα του Λόγου και να
γίνουν
λογικοί· να μπορούν να φτάσουν στην ευτυχία, ζώντας την αληθινό και
όντως
παραδεισένια ζωή των Αγίων.
Επειδή πάλι ο Θεός γνώριζε ότι η θέληση των ανθρώπων έχει τη
δυνατότητα να
κλίνει και προς τα δύο, πρόλαβε και εξασφάλισε με νόμο και τόπο τη
χάρη που
τους έδωσε. Τους έβαλε δηλαδή στον παράδεισο και τους έδωσε νόμο να
τηρούν.
Ώστε, αν φυλάξουν τη χάρη και παραμείνουν καλοί, θ’ απολαμβάνουν
στον παράδεισο αμέριμνη ζωή χωρίς λύπες και πόνους· και επιπλέον θα
έχουν
και την υπόσχεση ότι θα γευτούν την ουράνια αφθαρσία. Εάν όμως
παραβούν
το νόμο και γίνουν κακοί με την απομάκρυνση από το Θεό, να γνωρίζουν
ότι
θα υποστούν τη φυσική φθορά του θανάτου· δεν θα ζουν πλέον στον
παράδεισο· θα πεθαίνουν έξω απ’ αυτόν και θα παραμένουν στο θάνατο
και
τη φθορά.
Αυτό το επισήμανε εκ των προτέρων και η Αγία Γραφή (στους
πρωτοπλάστους),
αναφέροντας τα λόγια του Θεού: «Έχετε άδεια να τρώτε από τους
καρπούς
κάθε δέντρου στον παράδεισο· δεν θα φάτε μόνον από το δέντρο της
γνώσεως
του καλού και του κακού· την ημέρα που θα φάτε απ’ αυτό, θα
πεθάνετε». Η
φράση "θα πεθάνετε" δεν δηλώνει μόνο το θάνατο αλλά και την αιώνια
παραμονή στη φθορά του θανάτου. |
|
4.
Ίσως θαυμάζεις τι δήποτε περί της ενανθρωπήσεως του Λόγου
προθέμενοι λέγειν, νυν περί της αρχής των ανθρώπων διηγούμεθα.
Αλλά και τούτο ουκ αλλότριόν εστι του σκοπού της διηγήσεως.
Ανάγκη γαρ ημάς λέγοντας περί της εις ημάς επιφανείας του Σωτήρος,
λέγειν και περί της των ανθρώπων αρχής, ίνα γινώσκης ότι η ημών
αιτία εκείνω γέγονε πρόφασις της καθόδου, και η ημών παράβασις του
Λόγου την φιλανθρωπίαν εξεκαλέσατο, ώστε και εις ημάς φθάσαι και
φανήναι τον Κύριον εν ανθρώποις. Της γαρ εκείνου ενσωματώσεως
ημείς γεγόναμεν υπόθεσις, και δια την ημών σωτηρίαν
εφιλανθρωπεύσατο και εν ανθρωπίνω γενέσθαι και φανήναι σώματι.
Ούτως μεν ουν ο Θεός τον άνθρωπον πεποίηκε, και μένειν ηθέλησεν εν
αφθαρσία· άνθρωποι δε κατολιγωρήσαντες και αποστραφέντες την
προς τον Θεόν κατανόησιν, λογισάμενοι δε και επινοήσαντες εαυτοίς
την κακίαν, ώσπερ εν τοις πρώτοις ελέχθη, έσχον την προαπειληθείσαν
του θανάτου κατάκρισιν, και λοιπόν ουκ έτι ως γεγόνασι διέμενον· αλλ
ως ελογίζοντο διεφθείροντο· και ο θάνατος αυτών εκράτει βασιλεύων.
Η γαρ παράβασις της εντολής εις το κατά φύσιν αυτούς επέστρεφεν,
ίνα, ώσπερ ουκ όντες γεγόνασιν, ούτως και την εις το μη είναι φθοράν
υπομείνωσι τω χρόνω εικότως.
Ει γαρ φύσιν έχοντες το μη είναί ποτε, τη του Λόγου παρουσία και
φιλανθρωπία εις το είναι εκλήθησαν, ακόλουθον ην κενωθέντας τους
ανθρώπους της περί Θεού εννοίας και εις τα ουκ όντα αποστραφέντας,
ουκ όντα γαρ εστι τα κακά, όντα δε τα καλά, επειδήπερ από του όντος
Θεού γεγόνασι, κενωθήναι και του είναι αεί. Τούτο δε εστι το
διαλυθέντας μένειν εν τω θανάτω και τη φθορά.
Έστι
μεν γαρ κατά φύσιν άνθρωπος θνητός, άτε δη εξ ουκ όντων
γεγονώς. Δια δε την προς τον όντα ομοιότητα, ην ει εφύλαττε δια της
προς αυτόν κατανοήσεως, ήμβλυνεν αν την κατά φύσιν φθοράν, και
έμεινεν άφθαρτος· καθάπερ η σοφία φησίν· "Προσοχή νόμων, βεβαίωσις
αφθαρσίας"· άφθαρτος δε ων, έζη λοιπόν ως Θεός, ως που και η θεία
γραφή τούτο σημαίνει λέγουσα· "Εγώ είπα θεοί εστε, και υιοί υψίστου
πάντες· υμείς δε ως άνθρωποι αποθνήσκετε, και ως εις των αρχόντων
πίπτετε." |
Ίσως
ν’ απορείς γιατί τέλος πάντων ενώ έχω την πρόθεση να μιλήσω για την
ενανθρώπηση του Λόγου, εγώ τώρα διηγούμαι για την πλάση των
ανθρώπων.
Αλλά κι αυτό δεν είναι ανεξάρτητο από το σκοπό της πραγματείας μου.
Διότι είναι ανάγκη, εφόσον μιλούμε για την εμφάνιση του Σωτήρα στη
γη, να
πούμε και για δημιουργία των ανθρώπων· έτσι ώστε να γνωρίζεις ότι η
δική μας
αιτία έγινε η αφορμή για να κατέβει στη γη· η δική μας παράβαση
προκάλεσε
τη φιλευσπλαχνία του Λόγου για μας, ώστε να έλθει κοντά μας ο Κύριος
και
να παρουσιαστεί στους ανθρώπους. Για δική μας υπόθεση Εκείνος
σαρκώθηκε·
και για τη δική μας σωτηρία, από υπερβολική αγάπη για μας,
καταδέχτηκε να ντυθεί και εμφανιστεί με ανθρώπινο σώμα.
Έτσι, λοιπόν, έπλασε ο Θεός τον άνθρωπο και θέλησε να μείνει στην
κατάσταση της αφθαρσίας. Οι άνθρωποι όμως αδιαφόρησαν και
απομακρύνθηκαν από το Θεό. Σκέφτηκαν και επινόησαν για τον εαυτό
τους
την κακία. Και όπως είπαμε προηγουμένως, καταδικάστηκαν στην ποινή
του
θανάτου, με την οποία τους είχε προειδοποιήσει ο Θεός· στο εξής δεν
ζούσαν
στην κατάσταση για την οποία είχαν πλαστεί. Οι λογισμοί τους έφερναν
τη
φθορά και ο θάνατος κυρίευε. Μάλιστα, η παράβαση της εντολής τους
επανέφερε στη φυσική τους κατάσταση ώστε, όπως ήταν πριν υπάρξουν,
έτσι
και τώρα με την πάροδο του χρόνου να υφίστανται τη φθορά που οδηγεί
στην
ανυπαρξία (και πάλι).
Διότι, αν η φύση τους ήταν τέτοια ώστε να μην υπάρχουν κάποτε, και
τους
κάλεσε στην ύπαρξη η ενέργεια και αγάπη του Λόγου, ήταν επόμενο ότι,
όταν
οι άνθρωποι αρνήθηκαν το Θεό, να καταντήσουν στην κατάσταση των μη
όντων
(ανυπαρξία)·
διότι τα κακά είναι μη όντα (ανύπαρκτα), ενώ όντα (υπαρκτά)
είναι τα καλά, εφόσον προέρχονται από τον όντα (υπάρχοντα) Θεό.
Έτσι,
έχασαν τη δυνατότητα να υπάρχουν αιώνια. Αυτό σημαίνει ότι,
όταν διαλύονται, μένουν στο θάνατο και τη φθορά.
Από τη
φύση του λοιπόν ο άνθρωπος είναι θνητός, επειδή προήλθε από την
ανυπαρξία. Θα μπορούσε βέβαια, λόγω της ομοιότητάς του με τον όντα
Θεό,
αν έμενε πιστός στη σχέση μαζί του, να καταργούσε αυτή τη φθορά της
φύσεώς
του και να γινόταν άφθαρτος. Το λέει και η Σοφία (Σολομώντα): «Η
τήρηση
των εντολών φέρνει την αφθαρσία». Όντας λοιπόν άφθαρτοςο άνθρωπος,
θα
ζούσε όπως ο Θεός· κι αυτό το λέει η Αγία Γραφή: «Εγώ είπα ότι
μπορείτε να
γίνετε όλοι θεοί και παιδιά του ύψιστου Θεού· αλλά σεις πεθαίνετε ως
φθαρτοί
άνθρωποι και πέφτετε όπως πέφτουν από την εξουσία οι άρχοντες». |
|
5. Ο
μεν γαρ Θεός ου μόνον εξ ουκ όντων ημάς πεποίηκεν, αλλά και
το κατά Θεόν ζήν ημίν εχαρίσατο τη του Λόγου χάριτι. Οι δε
άνθρωποι, αποστραφέντες τα αιώνια, και συμβουλία του διαβόλου εις
τα της φθοράς επιστραφέντες, εαυτοίς αίτιοι της εν τω θανάτω
φθοράς γεγόνασιν, όντες μεν ως προείπον κατά φύσιν φθαρτοί, χάριτι
δε της του Λόγου μετουσίας του κατά φύσιν εκφυγόντες, ει
μεμενήκεισαν καλοί.
Δια γαρ τον συνόντα τούτοις Λόγον, και η κατά φύσιν φθορά τούτων
ουκ ήγγιζε, καθώς και η σοφία φησίν· "Ο Θεός έκτισε τον άνθρωπον
επί αφθαρσία, και εικόνα της ιδίας αϊδιότητος· φθόνω δε διαβόλου
θάνατος εισήλθεν εις τον κόσμον"·
τούτου δε γενομένου οι μεν άνθρωποι απέθνησκον, η δε φθορά λοιπόν
κατ αυτών ήκμαζε, και πλείον του κατά φύσιν ισχύουσα καθ όλου
του γένους, όσω και την απειλήν του θείου δια την παράβασιν της
εντολής κατ αυτών προειλήφει.
Και γαρ και εν τοις πλημμελήμασιν οι άνθρωποι ουκ άχρις όρων
ωρισμένων ειστήκεισαν, αλλά κατ ολίγον επεκτεινόμενοι λοιπόν και εις
άμετρον εληλύθασιν, εξ αρχής μεν ευρεταί της κακίας γενόμενοι, και
καθ εαυτών τον θάνατον προκαλεσάμενοι και την φθοράν· ύστερον δε
εις αδικίαν εκτραπέντες και παρανομίαν πάσαν υπερβαλόντες, και μη
ενί κακώ ιστάμενοι, αλλά πάντα καινά καινοίς επινοούντες, ακόρεστοι
περί το αμαρτάνειν γεγόνασι.
Μοιχείαι μεν γαρ ήσαν και κλοπαί πανταχού, φόνων δε και αρπαγών
πλήρης ην η σύμπασα γη. Και νόμου μεν ουκ ην φροντίς περί φθοράς
και αδικίας· πάντα δε τα κακά καθ ένα και κοινή παρά πάσιν
επράττετο. Πόλεις μεν κατά πόλεων επολέμουν, και έθνη κατά εθνών
ηγείρετο· διήρητο δε πάσα η οικουμένη στάσεσι και μάχαις, εκάστου
φιλονεικούντος εν τω παρανομείν.
Ουκ ην δε τούτων μακράν ουδέ τα παρά φύσιν, αλλ ως είπεν ο του
Χριστού μάρτυς Απόστολος· "Αι τε γαρ θήλειαι αυτών μετήλλαξαν
την φυσικήν χρήσιν εις την παρά φύσιν· ομοίως δε και οι άρρενες,
αφέντες την φυσικήν χρήσιν της θηλείας, εξεκαύθησαν εν τη ορέξει
αυτών εις αλλήλους, άρρενες εν άρσεσι την ασχημοσύνην
κατεργαζόμενοι, και την αντιμισθίαν ην έδει της πλάνης αυτών εν
εαυτοίς απολαμβάνοντες". |
Ο Θεός
δεν μας έπλασε μόνο από το μηδέν αλλά μας δώρησε με τη χάρη του
Λόγου του και τη δυνατότητα να ζούμε σύμφωνα με το θέλημά του. Οι
άνθρωποι όμως αρνήθηκαν τα αιώνια· με συμβουλή του διαβόλου
επέστρεψαν
στη φθορά της φύσεως και έγιναν οι ίδιοι αίτιοι της καταστροφής τους
εισάγοντας στη ζωή τους το θάνατο. Ενώ είχαν, όπως είπα παραπάνω,
φθαρτή
φύση, μπορούσαν, αν έμεναν σταθεροί στην καλωσύνη, να ξεπεράσουν τη
θνητότητα της φύσης μετέχοντας στη χάρη του Λόγου.
Επειδή συνυπήρχε μέσα τους ο Λόγος, δεν θα τους επηρέαζε η φυσική
φθορά
καθώς το λέει και η Σοφία (Σολομώντα): «Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο
για να
μένει άφθαρτος και ν’ αποτελεί εικόνα της δικής Του αΐδιας φύσεως.
Από
φθόνο όμως του διαβόλου εισήλθε στον κόσμο ο θάνατος».
Μετά το γεγονός αυτό, οι άνθρωποι πέθαιναν και η φθορά βασίλευε στη
ζωή
τους και ξεπερνούσε τη φυσική κατάσταση του ανθρώπινου γένους. Διότι
η
φθορά είχε λάβει την απειλή του Θεού εναντίον των ανθρώπων σε
περίπτωση
παράβασης της εντολής.
Επιπλέον, και στη διάπραξη των αμαρτημάτων τους οι άνθρωποι δεν
είχαν
κάποιο όριο· επεκτείνονταν σιγά σιγά και έφτασαν τέλος στην
ασυδοσία.
Στην αρχή, ανακάλυψαν την κακία και προκάλεσαν σε βάρος του εαυτού
τους
το θάνατο και τη φθορά. Στη συνέχεια, παρεκτράπησαν σε αδικίες και
ξεπέρασαν κάθε είδος παρανομίας. Δεν σταμάτησαν σ’ ένα κακό, αλλά
συνεχώς επινοούσαν νεότερα κακά· έτσι, έφτασαν στο σημείο να γίνουν
αχόρταγοι στις αμαρτίες.
Παντού γινόταν μοιχείες και κλοπές· όλη η γη ήταν γεμάτη από φόνους
και
αρπαγές. Κανένας νόμος δεν μπορούσε ν’ αντιμετωπίσει τη φθορά και
αδικία.
Όλα τα κακά, καθένα χωριστά και όλα μαζί, τα έκαναν όλοι.
Πολεμούσαν πόλεις εναντίον πόλεων· επαναστατούσαν έθνη εναντίον
άλλων
εθνών. Όλη η οικουμένη είχε διαιρεθεί από επαναστάσεις και μάχες·
καθένας
συναγωνίζονταν τον άλλον σε παρανομίες.
Δεν τους ήταν άγνωστες ούτε οι παρά φύσιν καταστάσεις, όπως το είπε
και ο μάρτυρας του Χριστού Απόστολος (Παύλος): «Οι γυναίκες άλλαξαν
τη
φυσική χρήση του σώματός τους σε παρά φύσιν· το ίδιο και οι άνδρες:
άφησαν
τη φυσική σχέση με τις γυναίκες και στράφηκαν με πάθος να επιθυμούν
τους
ομοφύλους τους· άνδρες με άνδρες διαπράττουν διαστροφικές ασχήμιες.
Πληρώνονται όμως στον ίδιο τους τον εαυτό το αντίτιμο της
διαστροφικής
ζωής τους». |
|
6. Δια
δη ταύτα πλείον του θανάτου κρατήσαντος, και της φθοράς
παραμενούσης κατά των ανθρώπων, το μεν των ανθρώπων γένος
εφθείρετο, ο δε λογικός και κατ εικόνα γενόμενος άνθρωπος ηφανίζετο·
και το υπό του Θεού γενόμενον έργον παραπώλλυτο. Και γαρ και ο
θάνατος, ως προείπον, νόμω λοιπόν ίσχυε καθ ημών· και ουχ οίόν τε
ην τον νόμον εκφυγείν, δια το υπό Θεού τεθείσθαι τούτον της
παραβάσεως χάριν· και ην άτοπον ομού και απρεπές το γινόμενον
αληθώς.
Άτοπον μεν γαρ ην ειπόντα τον Θεόν ψεύσασθαι, ώστε
νομοθετήσαντος αυτού θανάτω αποθνήσκειν τον άνθρωπον, ει
παραβαίη την εντολήν, μετά την παράβασιν μη αποθνήσκειν, αλλά
λύεσθαι τον τούτου λόγον. Ουκ αληθής γαρ ην ο Θεός, ει ειπόντος
αυτού αποθνήσκειν ημάς, μη απέθνησκεν ο άνθρωπος. Απρεπές δε ην
πάλιν τα άπαξ γενόμενα λογικά και του Λόγου αυτού μετασχόντα
παραπόλλυσθαι, και πάλιν εις το μη είναι δια της φθοράς επιστρέφειν.
Ουκ άξιον γαρ ην της αγαθότητος του Θεού τα υπ αυτού γενόμενα
διαφθείρεσθαι, δια την παρά του διαβόλου γενομένην τοις ανθρώποις
απάτην. Άλλως τε και των απρεπεστάτων ην την του Θεού τέχνην
εν τοις ανθρώποις αφανίζεσθαι ή δια την αυτών αμέλειαν, ή δια την
των δαιμόνων απάτην.
Φθειρομένων τοίνυν των λογικών και παραπολλυμένων των
τοιούτων έργων, τι τον Θεόν έδει ποιείν αγαθόν όντα; αφείναι την
φθοράν κατ αυτών ισχύειν, και τον θάνατον αυτών κρατείν; και τις η
χρεία του και εξ αρχής αυτά γενέσθαι; έδει γαρ μη γενέσθαι,
ή γενόμενα παραμεληθήναι και απολέσθαι.
Ασθένεια γαρ μάλλον και ουκ αγαθότης εκ της αμελείας γινώσκεται
του Θεού, ει ποιήσας παρορά φθαρήναι το εαυτού έργον, ήπερ ει μη
πεποιήκει κατά την αρχήν τον άνθρωπον. Μη ποιήσαντος μεν γαρ ουκ
ην ο λογιζόμενος την ασθένειαν, ποιήσαντος δε και εις το είναι
κτίσαντος, ατοπώτατον ην απόλλυσθαι τα έργα, και μάλιστα επ όψει
του πεποιηκότος. Ουκούν έδει τους ανθρώπους μη αφιέναι φέρεσθαι
τη φθορά, δια το απρεπές και ανάξιον είναι τούτο της του Θεού
αγαθότητος. |
Επειδή
λοιπόν κυριάρχησε ο θάνατος και η φθορά παρέμενε στη ζωή των
ανθρώπων, το ανθρώπινο γένος χανόταν· ο λογικός και κατ’ εικόνα Θεού
πλασμένος άνθρωπος καταστραφόταν.
Έτσι, το έργο του Θεού που γινόταν οδηγούνταν στην απώλεια. Διότι
και ο
θάνατος, όπως προείπα, είχε ισχύ νόμου σε βάρος μας. Και δεν
μπορούσε
κανείς να ξεφύγει το νόμο που τον είχε θεσπίσει ο Θεός εξαιτίας της
παραβάσεως (των πρωτοπλάστων). Θα ήταν μάλιστα ανακόλουθο και ανάξιο
στο Θεό να συμβεί κάτι τέτοιο.
Θα ήταν πρώτα ανακόλουθο· διότι, ενώ το είπε ο Θεός, στη συνέχεια
αποδείχνεται ψεύτης· δηλαδή, ενώ νομοθέτησε ότι θα πεθάνει ο
άνθρωπος αν
παραβεί την εντολή του, στη συνέχεια, μετά την παράβαση, να μην
πεθαίνει·
έτσι, καταπατείται ο λόγος του Θεού. Δεν θα ήταν αληθινός Θεός, αν
έλεγε
ότι θα πεθαίνουμε, και δεν πεθαίναμε. Έπειτα, θα ήταν και ανάξιο του
Θεού·
διότι, τα λογικά όντα που μία φορά τα δημιούργησε ο Λόγος και
μετείχαν σ’
Αυτόν, να χάνονται και να επιστρέφουν πάλι μέσω της φθοράς στην
ανυπαρξία.
Δεν θα ήταν άξιο στην αγαθότητα του Θεού, να πεθαίνουν τα πλάσματά
του,
εξαιτίας της δόλιας απάτης του διαβόλου σε βάρος των ανθρώπων.
Εξάλλου, θα ήταν ό,τι πιο ανάξιο να καταστρέφεται η δημιουργική
τέχνη
του Θεού στους ανθρώπους ή εξαιτίας της αμέλειάς τους ή εξαιτίας της
απάτης
των δαιμόνων.
Αφού λοιπόν φθείρονταν τα λογικά πλάσματα και χάνονταν τέτοια
δημιουργήματα, τι έπρεπε να κάνει ο πανάγαθος Θεός; Να επιτρέψει να
τους
νικά η φθορά και ο θάνατος να τους κυριεύει; Αλλά τότε, ποιά ήταν η
ανάγκη
να δημιουργηθούν από την αρχή; Έπρεπε καθόλου να μη δημιουργηθούν
παρά
να δημιουργηθούν κι έπειτα να παραμεληθούν και χαθούν.
Διότι είναι μεγαλύτερη η αδυναμία του Θεού και η έλλειψη αγαθωσύνης,
αν
δημιουργεί πρώτα ένα έργο και το αφήνει μετά από αμέλεια να
καταστραφεί,
παρά αν εξαρχής δεν τον δημιουργούσε. Αν δεν το δημιουργούσε, δεν θα
του
καταλόγιζε κανείς αδυναμία· αφού όμως το δημιούργησε και το έφερε
στην
ύπαρξη, είναι υπερβολικά παράλογο να καταστρέφεται, και μάλιστα
μπροστά
στα μάτια του. Έπρεπε λοιπόν να μην αφήσει τους ανθρώπους να
βαδίζουν στην
απώλεια, επειδή κάτι τέτοιο είναι απρεπές και ανάξιο στην αγαθωσύνη
του Θεού. |
|
7. Αλλ
ώσπερ έδει τούτο γενέσθαι, ούτως και εκ των εναντίων πάλιν
αντίκειται το προς τον Θεόν εύλογον, ώστε αληθή φανήναι τον Θεόν
εν τη περί του θανάτου νομοθεσία· άτοπον γαρ ην δια την ημών
ωφέλειαν και διαμονήν ψεύστην φανήναι τον της αληθείας πατέρα Θεόν.
Τι ουν έδει και περί τούτου γενέσθαι ή ποιήσαι τον Θεόν; μετάνοιαν
επί
τη παραβάσει τους ανθρώπους απαιτήσαι; τούτο γαρ αν τις άξιον
φήσειε Θεού, λέγων ότι ώσπερ εκ της παραβάσεως εις φθοράν
γεγόνασιν, ούτως εκ της μετανοίας γένοιντο πάλιν αν εις αφθαρσίαν.
Αλλ η μετάνοια ούτε το εύλογον το προς τον Θεόν εφύλαττεν· έμενε
γαρ πάλιν ουκ αληθής, μη κρατουμένων εν τω θανάτω των
ανθρώπων· ούτε δε η μετάνοια από των κατά φύσιν ανακαλείται,
αλλά μόνον παύει των αμαρτημάτων.
Ει μεν ουν μόνον ην πλημμέλημα και μη φθοράς επακολούθησις, καλώς
αν ην η μετάνοια. Ει δε άπαξ προλαβούσης της παραβάσεως, εις την
κατά φύσιν φθοράν εκρατούντο οι άνθρωποι, και την του κατ εικόνα
χάριν αφαιρεθέντες ήσαν, τι άλλο έδει γενέσθαι; ή τίνος ην χρεία
προς
την τοιαύτην χάριν και ανάκλησιν, ή του και κατά την αρχήν εκ του μη
όντος πεποιηκότος τα όλα του Θεού Λόγου;
Αυτού γαρ ην πάλιν και το φθαρτόν εις αφθαρσίαν ενεγκείν, και το
υπέρ πάντων εύλογον αποσώσαι προς τον Πατέρα. Λόγος γαρ ων
του Πατρός και υπέρ πάντας ων, ακολούθως και ανακτίσαι τα όλα
μόνος ην δυνατός και υπέρ πάντων παθείν και πρεσβεύσαι περί
πάντων ικανός προς τον Πατέρα. |
Αλλά,
όπως έπρεπε αυτό να γίνει, έτσι κι από την άλλη πλευρά στέκεται
αντίθετη η δικαιοσύνη του Θεού, για ν’ αποδειχθεί αξιόπιστη η
νομοθεσία του
σχετικά με την ποινή του θανάτου· θα ήταν σκάνδαλο, εξαιτίας της
δικής μας
ωφέλειας και αφθαρσίας να φανεί ψεύτης ο Πατέρας, ο Θεός της
αλήθειας.
Τι λοιπόν έπρεπε να γίνει σχετικά μ’ αυτό; Τι να κάνει ο Θεός; Να
ζητήσει από
τους ανθρώπους μετάνοια για το σφάλμα τους; Γιατί κάτι τέτοιο θα
έλεγε κανείς
ότι είναι αντάξιο του Θεού· διότι, όπως η παράβαση οδήγησε τους
ανθρώπους
στη φθορά, έτσι και η μετάνοια θα τους οδηγούσε πάλι στην αφθαρσία.
Η μετάνοια όμως δεν θα δικαιολογούσε την αξιοπιστία του Θεού. Θα
φαινόταν
και πάλι ψεύτης, επειδή δεν θα καταδικάζονταν σε θάνατο οι άνθρωποι.
Άλλωστε η μετάνοια δεν επαναφέρει τη φύση στην πρότερη κατάστασή
της,
αλλά μόνον σταματά τις αμαρτίες.
Εάν λοιπόν ήταν μόνον αμάρτημα και όχι και επιπλέον φθορά της
φύσεως,
αρκούσε η μετάνοια. Εφόσον όμως, μετά την πρώτη παράβαση, αμέσως οι
άνθρωποι υποδουλώθηκαν στη φθορά της φύσεως και τους αφαιρέθηκε το
χάρισμα του κατ’ εικόνα, τότε τι άλλο έπρεπε να γίνει; Ή, ποιός
άλλος θα
μπορούσε να τους επαναφέρει σ’ αυτό το χάρισμα παρά ο Θεός Λόγος που
έπλασε εξαρχής τα πάντα από το μηδέν;
Αυτός ήταν ο μόνος ικανός και το φθαρτό να το οδηγήσει πάλι στην
αφθαρσία
και ν’ αποκαταστήσει την αξιοπιστία του Πατέρα. Διότι είναι ο Λόγος
του
Πατέρα και όλους τους ξεπερνά· επομένως, μόνον Αυτός μπορεί να τα
ξαναδημιουργήσει όλα, να θυσιαστεί και να μεσιτεύσει στον Πατέρα
για όλους. |
|
8.
Τούτου δη ένεκεν ο ασώματος και άφθαρτος και άϋλος του Θεού
Λόγος παραγίνεται εις την ημετέραν χώραν, ούτι γε μακράν ων
πρότερον. Ουδέν γαρ αυτού κενόν υπολέλειπται της κτίσεως μέρος·
πάντα δε δια πάντων πεπλήρωκεν αυτός συνών τω εαυτού Πατρί.
Αλλά παραγίνεται συγκαταβαίνων τη εις ημάς αυτού φιλανθρωπία
και επιφανεία.
Και ιδών το λογικόν απολλύμενον γένος, και τον θάνατον κατ αυτών
βασιλεύοντα τη φθορά· ορών δε και την απειλήν της παραβάσεως
διακρατούσαν την καθ ημών φθοράν· και ότι άτοπον ην προ του
πληρωθήναι τον νόμον λυθήναι· ορών δε και το απρεπές εν τω
συμβεβηκότι, ότι ων αυτός ην δημιουργός, ταύτα παρηφανίζετο·
ορών δε και την των ανθρώπων υπερβάλλουσαν κακίαν, ότι κατ
ολίγον και αφόρητον αυτήν ηύξησαν καθ εαυτών· ορών δε και το
υπεύθυνον πάντων ανθρώπων προς τον θάνατον, ελεήσας το γένος
ημών, και την ασθένειαν ημών οικτειρήσας, και τη φθορά ημών
συγκαταβάς, και την του θανάτου κράτησιν ουκ ενέγκας, ίνα μη το
γενόμενον απόληται και εις αργόν του Πατρός το εις ανθρώπους
έργον αυτού γένηται, λαμβάνει εαυτώ σώμα, και τούτο ουκ
αλλότριον του ημετέρου.
Ου γαρ απλώς ηθέλησεν εν σώματι γενέσθαι, ουδέ μόνον ήθελε
φανήναι· εδύνατο γαρ, ει μόνον ήθελε φανήναι, και δι ετέρου
κρείττονος την θεοφάνειαν αυτού ποιήσασθαι· αλλά λαμβάνει το
ημέτερον, και τούτο ουχ απλώς, αλλ εξ αχράντου και αμιάντου
ανδρός απείρου παρθένου, καθαρόν και όντως αμιγές της ανδρών
συνουσίας. Αυτός γαρ δυνατός ων και δημιουργός των όλων, εν τη
παρθένω κατασκευάζει εαυτώ ναόν το σώμα, και ιδιοποιείται τούτο
ώσπερ όργανον, εν αυτώ γνωριζόμενος και ενοικών.
Και ούτως από των ημετέρων το όμοιον λαβών, δια το πάντας
υπευθύνους είναι τη του θανάτου φθορά, αντί πάντων αυτό θανάτω
παραδιδούς, προσήγε τω Πατρί, και τούτο φιλανθρώπως ποιών, ίνα
ως μεν πάντων αποθανόντων εν αυτώ λυθή ο κατά της φθοράς των
ανθρώπων νόμος άτε δη πληρωθείσης της εξουσίας εν τω κυριακώ
σώματι, και μηκέτι χώραν έχοντος κατά των ομοίων ανθρώπων· ως
δε εις φθοράν αναστρέψαντας τους ανθρώπους πάλιν εις την
αφθαρσίαν επιστρέψη, και ζωοποιήση τούτους από του θανάτου, τη
του σώματος ιδιοποιήσει, και τη της αναστάσεως χάριτι, τον θάνατον
απ αυτών ως καλάμην από πυρός εξαφανίζων. |
Γι’
αυτό το λόγο, λοιπόν, ο ασώματος, άφθαρτος και άϋλος Λόγος του Θεού
έρχεται στη γη μας, χωρίς βέβαια και πριν να είναι μακριά από μας.
Διότι δεν είναι απών από κανένα σημείο του κόσμου. Συνυπάρχοντας ο
Λόγος
με τον
Πατέρα Του, γεμίζει εξ ολοκλήρου όλα τα σύμπαντα· και ταυτόχρονα,
έρχεται να εμφανιστεί και σε μας από συγκατάβαση, εξαιτίας της
αγάπης του
για τους ανθρώπους.
Είδε ο Λόγος ότι καταστρεφόταν το λογικό γένος των ανθρώπων και
κυριαρχεί
πάνω τους με τη φθορά ο θάνατος. Είδε ότι η απειλή για την παράβαση
ενίσχυε
τη φθοράς πάνω μας. Είδε ότι ήταν αδύνατο να καταργηθεί (η φθορά και
ο
θάνατος), προτού ξεπληρωθεί η ποινή του νόμου. Είδε ακόμη και το
ασυμβίβαστο προς τη δημιουργικότητα,ότι, δηλαδή, ενώ Αυτός
δημιουργούσε,
τα πλάσματα καταστρέφονταν.Είδε όμως και την υπερβολική κακία των
ανθρώπων, ότι σιγά σιγά την αύξησαν σε βάρος τους σε αβάσταχτο
βαθμό. Είδε
τέλος ότι όλοι οι άνθρωποι ευθύνονται για το γεγονός του θανάτου.
(Βλέποντας
όλα αυτά), σπλαγχνίστηκε το ανθρώπινο γένος και λυπήθηκε για την
αδυναμία
μας· καταδέχθηκε τη δική μας φθορά χωρίς να υποφέρει την κυριαρχία
του
θανάτου· προσλαμβάνει ανθρώπινο σώμα για τον εαυτό Του και μάλιστα
όχι
διαφορετικό από το δικό μας, για να μην πάει χαμένο το δημιουργικό
έργο του
Πατέρα που έπλασε τους ανθρώπους.
Δεν θέλησε να προσλάβει απλά ανθρώπινο σώμα, ούτε μόνο να
εμφανιστεί.
Θα μπορούσε, αν ήθελε απλή εμφάνιση, να κάνει τη θεία εμφάνισή του
με πολύ καλύτερο σώμα. Προσλαμβάνει όμως το δικό μας σώμα, και αυτό
όχι
με φυσικό τρόπο, αλλά από το σώμα της αμόλυντης και ακηλίδωτης
παρθένου
κόρης, που δεν γνώρισε σύζυγο· διότι ήταν καθαρή και απείραχτη από
τη σχέση
με άνδρα. Επειδή αυτός είναι παντοδύναμος δημιουργός των πάντων,
μέσα
στο σώμα της παρθένου φτιάχνει ως ναό το δικό του σώμα· κάνει δικό
του
όργανο το σώμα της παρθένου, το οποίο το γνωρίζει καλά και κατοικεί
σ’ αυτό.
Κι έτσι, αφού πήρε σώμα όμοιο με τα δικά μας και επειδή όλοι
ευθύνονται
για τη φθορά του θανάτου, παρέδωσε το σώμα του να θανατωθεί για χάρη
όλων. Το πρόσφερε στον Πατέρα του· και αυτό το έκανε από αγάπη για
τους
ανθρώπους ώστε, σαν να πέθαναν όλοι μαζί του, να καταργηθεί η ποινή
της
φθοράς τους. Επειδή ικανοποιήθηκε η εξουσία του θανάτου στο σώμα του
Κυρίου, δεν έχει πλέον εξουσία ο θάνατος στους όμοιους ανθρώπους·
(πέτυχε
με τη θυσία του) τους ανθρώπους που έπεσαν στη φθορά να τους
επαναφέρει
στην αφθαρσία και να τους δώσει ζωή νικώντας το θάνατο.
Οικειοποιήθηκε
το ανθρώπινο σώμα και με τη χάρη της αναστάσεως κατάφερε να
εξαφανίσει
από τους ανθρώπους το θάνατο, όπως η φωτιά κατατρώει την καλαμιά. |
|
9.
Συνιδών γαρ ο Λόγος ότι άλλως ουκ αν λυθείη των ανθρώπων η
φθορά ει μη δια του πάντως αποθανείν, ουχ οίόν τε δε ην τον Λόγον
αποθανείν αθάνατον όντα και του Πατρός Υιόν, τούτου ένεκεν το
δυνάμενον αποθανείν εαυτώ λαμβάνει σώμα, ίνα τούτο του επί
πάντων Λόγου μεταλαβόν αντί πάντων ικανόν γένηται τω θανάτω,
και δια τον ενοικήσαντα Λόγον άφθαρτον διαμείνη, και λοιπόν από
πάντων η φθορά παύσηται τη της αναστάσεως χάριτι. Όθεν ως
ιερείον και θύμα παντός ελεύθερον σπίλου, ό αυτός εαυτώ έλαβε σώμα
προσάγων εις θάνατον, από πάντων ευθύς των ομοίων ηφάνιζε τον
θάνατον τη προσφορά του καταλλήλου.
Υπέρ πάντας γαρ ων ο Λόγος του Θεού εικότως τον εαυτού ναόν και
το σωματικόν όργανον προσάγων αντίψυχον υπέρ πάντων επλήρου
το οφειλόμενον εν τω θανάτω· και ως συνών δε δια του ομοίου τοις
πάσιν ο άφθαρτος του Θεού Υιος εικότως τους πάντας ενέδυσεν
αφθαρσίαν εν τη περί της αναστάσεως επαγγελία. Και αυτή γαρ η εν
τω θανάτω φθορά κατά των ανθρώπων ουκέτι χώραν έχει δια τον
ενοικήσαντα Λόγον εν τούτοις δια του ενός σώματος.
Και ώσπερ μεγάλου βασιλέως εισελθόντος εις τινα πόλιν μεγάλην
και οικήσαντος εις μίαν των εν αυτή οικιών, πάντως η τοιαύτη πόλις
τιμής πολλής καταξιούται, και ουκέτι τις εχθρός αυτήν ούτε ληστής
επιβαίνων καταστρέφει, πάσης δε μάλλον επιμελείας αξιούται δια τον
εις μίαν αυτής οικίαν οικήσαντα βασιλέα· ούτως και επί του πάντων
βασιλέως γέγονεν.
Ελθόντος γαρ αυτού επί την ημετέραν χώραν, και οικήσαντος εις εν
των ομοίων σώμα, λοιπόν πάσα η κατά των ανθρώπων παρά των
εχθρών επιβουλή πέπαυται, και η του θανάτου ηφάνισται φθορά η
πάλαι κατ αυτών ισχύουσα. Παραπωλώλει γαρ αν το των
ανθρώπων γένος, ει μη ο πάντων Δεσπότης και Σωτήρ του Θεού
Υιος παρεγεγόνει προς το του θανάτου τέλος. |
Γνώριζε λοιπόν ο Λόγος ότι με κανένα άλλο τρόπο δεν θα καταλύονταν η
φθορά των ανθρώπων παρά μόνον αν ο ίδιος πέθαινε· αλλά, δεν ήταν
δυνατό
να πεθάνει ο Λόγος, ο Υιος του Πατέρα, διότι ήταν αθάνατος. Εξαιτίας
αυτού,
προσλαμβάνει για τον εαυτό του θνητό σώμα ώστε, αφού αυτό γίνει
μέτοχο του
Λόγου που εξουσιάζει τα πάντα, να γίνει ικανό να πεθάνει για χάρη
όλων· και
χάρη στο Λόγο που το κατοικεί, να παραμείνει άφθαρτο. Έτσι, η φθορά
που
βασανίζει όλους, θα σταματήσει εξαιτίας της αναστάσεως (του
σώματος). Γι’
αυτό, ο Λόγος το σώμα που σαρκώθηκε, το πρόσφερε σε θάνατο σαν ιερό
σφάγιο, ελεύθερο από κάθε κηλίδα. Κι έτσι, με τη δική του κατάλληλη
προσφορά, εξάλειψε το θάνατο απ’ όλους τους ομοίους του (ανθρώπους).
Επειδή ο Λόγος του Θεού είναι πάνω απ’ όλους, δικαιολογημένα
πρόσφερε
το δικό του σώμα ως ναό και όργανο, αντίλυτρο για τη σωτηρία όλων·
ξεπλήρωσε το χρέος προς το θάνατο. Και επειδή ο άφθαρτος Υιος του
Θεού
συνυπάρχει με όλους τους ανθρώπους χάρη στο όμοιο σώμα, τους
προίκισε
με την αφθαρσία υποσχόμενος την ανάσταση όλων. Ακόμη και η ίδια η
φθορά
του θανάτου δεν απειλεί πλέον τους ανθρώπους, επειδή ενοίκησε μέσα
τους
ο Λόγος με ένα και ίδιο σώμα.
Όπως ακριβώς ένας μεγάλος βασιλιάς εισέρχεται σε μια μεγάλη πόλη και
βρίσκει κατάλυμμα σ’ ένα από τα σπίτια της· τότε, όλη αυτή η πόλη
αξιώνεται
μεγάλης τιμής. Κανένας εχθρός πλέον ή ληστής δεν κάνει επιδρομή
εναντίον
της να την καταστρέψει· απολαμβάνει κάθε φροντίδα, διότι σε μια
κατοικία
της έμεινε ο βασιλιάς. Έτσι παρόμοια συνέβη με το βασιλέα όλου του
κόσμου (το Θεό).
Διότι, όταν ο Υιος ήλθε στο δικό μας κόσμο και ενοίκησε σ’ ένα σώμα
όμοιο
με τα δικά μας, στο εξής έπαψε κάθε επιβουλή των εχθρών εναντίον των
ανθρώπων και εξαφανίστηκε η φθορά του θανάτου, που είχε ισχύ
εναντίον τους
από τον παλιό καιρό. Διότι, θα πήγαινε σίγουρα χαμένο το ανθρώπινο
γένος,
αν δεν ερχόταν ο Κύριος και Σωτήρας Ιησούς, ο Υιος του Θεού, με
σκοπό να πεθάνει. |
|
10.
Πρέπον δε και μάλιστα τη αγαθότητι του Θεού αληθώς το μέγα
τούτο έργον. Ει γαρ βασιλεύς κατασκευάσας οικίαν ή πόλιν, και
ταύτην εξ αμελείας των ενοικούντων πολεμουμένην υπό ληστών το
σύνολον ου παρορά, αλλ ως ίδιον έργον εκδικεί και περισώζει, ουκ εις
την των ενοικούντων αμέλειαν αφορών, αλλ εις το εαυτού πρέπον·
πολλώ πλέον ο του παναγάθου Θεός Λόγος Πατρός εις φθοράν
κατερχόμενον το δι αυτού γενόμενον των ανθρώπων γένος ου
παρείδεν· αλλά τον μεν συμβεβηκότα θάνατον απήλειψε δια της
προσφοράς του ιδίου σώματος, την δε αμέλειαν αυτών διωρθώσατο
τη εαυτού διδασκαλία, πάντα τα των ανθρώπων δια της εαυτού
δυνάμεως κατορθώσας.
Ταύτα δε και παρά των αυτού του Σωτήρος θεολόγων ανδρών
πιστούσθαί τις δύναται εντυγχάνων τοις εκείνων γράμμασιν, ή φασιν·
"Η γαρ αγάπη του Χριστού συνέχει ημάς κρίναντας τούτο, ότι ει εις
υπέρ πάντων απέθανεν, άρα οι πάντες απέθανον· και υπέρ πάντων
απέθανεν, ίνα ημείς μηκέτι εαυτοίς ζώμεν, αλλά τω υπέρ ημών
αποθανόντι και αναστάντι" εκ νεκρών, τω Κυρίω ημών Ιησού Χριστώ·
και πάλιν· "Τόν δε βραχύ τι παρ αγγέλους ηλαττωμένον βλέπομεν
Ιησούν, δια το πάθημα του θανάτου δόξη και τιμή εστεφανωμένον,
όπως χάριτι Θεού υπέρ παντός γεύσηται θανάτου".
Είτα και την αιτίαν του μη άλλον δείν ή αυτόν τον Θεόν Λόγον
ενανθρωπήσαι σημαίνει λέγων· "Έπρεπε γαρ αυτώ δι ον τα πάντα,
και δι ου τα πάντα, πολλούς υιούς εις δόξαν αγαγόντα τον αρχηγόν
της σωτηρίας αυτών δια παθημάτων τελειώσαι." Τούτο δε σημαίνει
λέγων, ως ουκ άλλου ην από της γενομένης φθοράς τους ανθρώπους
ανενεγκείν, ή του Θεού Λόγου του και κατά την αρχήν πεποιηκότος
αυτούς.
Ότι δε δια την περί των ομοίων σωμάτων θυσίαν σώμα και αυτός ο
Λόγος έλαβεν εαυτώ, και τούτο σημαίνουσι λέγοντες· "Επεί ουν τα
παιδία κεκοινώνηκεν αίματος και σαρκός, και αυτός παραπλησίως
μετέσχε των αυτών, ίνα δια του θανάτου καταργήση τον το κράτος
έχοντα του θανάτου, τουτέστι τον διάβολον, και απαλλάξη τούτους,
όσοι φόβω θανάτου δια παντός του ζήν ένοχοι ήσαν δουλείας."
Τη γαρ του ιδίου σώματος θυσία και τέλος επέθηκε τω καθ ημάς νόμω,
και αρχήν ζωής ημίν εκαίνισεν, ελπίδα της αναστάσεως δεδωκώς·
επειδή γαρ εξ ανθρώπων εις ανθρώπους ο θάνατος εκράτησε, δια
τούτο πάλιν δια της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου η του θανάτου
κατάλυσις γέγονε και η της ζωής ανάστασις, λέγοντος του
χριστοφόρου ανδρός· "Επειδή γαρ δι ανθρώπου θάνατος, και δι
ανθρώπου ανάστασις νεκρών. Ώσπερ γαρ εν τω Αδάμ πάντες
αποθνήσκουσιν, ούτως και εν τω Χριστώ πάντες ζωοποιηθήσονται",
και τα τούτοις ακόλουθα.
Ουκέτι γαρ νυν ως κατακρινόμενοι αποθνήσκομεν, αλλ ως εγειρόμενοι
περιμένομεν την κοινήν πάντων ανάστασιν, "ην καιροίς ιδίοις δείξει"
ο και ταύτην εργασάμενος και χαρισάμενος Θεός. Αιτία μεν δη πρώτη
της ενανθρωπήσεως του Σωτήρος αύτη. Γνοίη δ αν τις αυτού την
αγαθήν εις ημάς παρουσίαν ευλόγως γεγενήσθαι και εκ τούτων. |
Αυτό
το μεγάλο έργο άρμοζε πράγματι και στην αγαθωσύνη του Θεού.
Διότι, αν, για παράδειγμα, ένας βασιλιάς κατασκευάσει μια οικία ή
πόλη,
αυτήν δεν την εγκαταλείπει όταν, εξαιτίας της αμέλειας των κατοίκων
της, την
πολιορκούν ληστές· τη διεκδικεί και τη σώζει σαν δικό του έργο,
χωρίς να
κοιτάζει την αδιαφορία των κατοίκων αλλά μόνο το δικό του καθήκον.
Πολύ περισσότερο, ο Θεός Λόγος του πανάγαθου Πατέρα δεν εγκατέλειψε
το
δημιούργημά του, το γένος των ανθρώπων, όταν αυτό βάδιζε προς τη
φθορά.
Αλλά, με την προσφορά του δικού του σώματος, εξαφάνισε τον
επερχόμενο
θάνατο· διόρθωσε με τη διδασκαλία του την αμέλεια των ανθρώπων
και κατάφερε με τη δύναμή του να επιτελέσει όλα τα ανθρώπινα.
Αυτά μπορεί κανείς να τα διαπιστώσει και από τη μελέτη των γραπτών
κειμένων των θεολόγων μαθητών του Σωτήρα Χριστού, όπου λένε:
«Γιατί η αγάπη του Χριστού μας συγκλονίζει, επειδή διαπιστώσαμε ότι,
εάν
ένας πέθανε για όλους, άρα όλοι πέθαναν· πέθανε για χάρη όλων μας,
ώστε
να μη ζούμε πλέον για τον εαυτό μας, αλλά για κείνον που πέθανε και
αναστήθηκε για χάρη μας», εννοώ τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Και
αλλού
λένε: «Βλέπουμε τον Ιησού, που ήταν ελαττωμένος λίγο πιο κάτω από
τους
αγγέλους, για να γευθεί θάνατο για κάθε άνθρωπο με τη χάρη του Θεού,
εξαιτίας
αυτού του παθήματος του θανάτου να είναι στεφανωμένος με δόξα και
τιμή».
Έπειτα, δηλώνει και την αιτία για την οποία όχι άλλος αλλά αυτός ο
Θεός
Λόγος έπρεπε να γίνει άνθρωπος: «Γιατί έπρεπε αυτός, για τον οποίο
τα πάντα
και μέσω του οποίου τα πάντα υπάρχουν, να τελειοποιήσει με τα πάθη
τον
αρχηγό της σωτηρίας τους, ώστε να οδηγήσει πολλά παιδιά του στη
δόξα».
Λέγοντας αυτό ο απόστολος δηλώνει ότι δεν μπορούσε άλλος ν’
αποσπάσει
τους ανθρώπους από τη φθορά, παρά μόνον ο Θεός Λόγος ο οποίος και
από την
αρχή τους δημιούργησε.
Και το ότι έλαβε για τον εαυτό του σώμα ο Λόγος, για να το θυσιάσει
για τα
σώματα των ομοίων του, και αυτό το διδάσκουν λέγοντας: «Επειδή τα
παιδιά
έχουν σάρκα και αίμα, και αυτός παραπλήσια μετείχε από τα ίδια,
ώστε με το θάνατό του να καταργήσει αυτόν που είχε την εξουσία να
επιφέρει
το θάνατο, δηλαδή το διάβολο· και ν’ απαλλάξει αυτούς που, από το
φόβο του
θανάτου, ήταν υποδουλωμένοι σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους».
Διότι, με τη θυσία του σώματός του κατάργησε τον εναντίον μας νόμο·
αφού
μας έδωσε την ελπίδα της αναστάσεως, εγκαινίασε για μας αρχή νέας
ζωής.
Επειδή εξαιτίας ανθρώπων ο θάνατος επικράτησε στους ανθρώπους, γι’
αυτό
πάλι με την ενανθρώπηση του Θεού Λόγου καταργήθηκε ο θάνατος και
ήλθε
η ανάσταση της ζωής, όπως το λέει ο θεοφόρος απόστολος:
«Γιατί, όπως με τον άνθρωπο ήλθε ο θάνατος, και πάλι με άνθρωπο ήρθε
η
ανάσταση των νεκρών· όπως ακριβώς έχοντας σχέση με τον Αδάμ όλοι
πεθαίνουν, έτσι και με το Χριστό όλοι θα λάβουν τη ζωή», και τα
εξής.
Τώρα πλέον δεν πεθαίνουμε ως κατάδικοι, αλλά, με την ελπίδα ότι θ’
αναστηθούμε, περιμένουμε την κοινή ανάσταση όλων· αυτήν ο Θεός την
έκανε και μας τη χάρισε και «θα τη φανερώσει στον καιρό που όρισε».
Αυτή είναι λοιπόν η πρώτη αιτία της ενανθρωπήσεως. Όμως, και από τα
επόμενα
μπορεί κάποιος να εννοήσει ότι δικαιολογημένα έγινε η ευλογημένη
φανέρωσή
του σε μας. |
|
11. Ο
Θεός, ο πάντων έχων το κράτος, ότε το των ανθρώπων γένος
δια του ιδίου Λόγου εποίει, κατιδών πάλιν την ασθένειαν της φύσεως
αυτών, ως ουχ ικανή είη εξ εαυτής γνώναι τον δημιουργόν, ουδ όλως
έννοιαν λαβείν Θεού, τω τον μεν είναι αγέννητον, τα δε εξ ουκ όντων
γεγενήσθαι, και τον μεν ασώματον είναι, τους δε ανθρώπους κάτω που
σώματι πεπλάσθαι, και όλως πολλήν είναι την των γενητών έλλειψιν
προς την του πεποιηκότος κατάληψιν και γνώσιν·
ελεήσας πάλιν το γένος το ανθρώπινον, άτε δη αγαθός ων, ουκ αφήκεν
αυτούς ερήμους της εαυτού γνώσεως, ίνα μη ανόνητον έχωσι και το
είναι. Ποία γαρ όνησις τοις πεποιημένοις μη γινώσκουσι τον εαυτών
ποιητήν; Ή Πως αν είεν λογικοί μη γινώσκοντες τον του Πατρός
Λόγον, εν ω και γεγόνασιν; Ουδέν γαρ ουδέ αλόγων διαφέρειν
έμελλον, ει πλέον ουδέν των περιγείων επεγίνωσκον. Τι δε και ο Θεός
εποίει τούτους, αφ ων ουκ ηθέλησε γινώσκεσθαι;
Όθεν, ίνα μη τούτο γένηται, αγαθός ων της ιδίας εικόνος αυτοίς του
Κυρίου ημών Ιησού Χριστού μεταδίδωσι, και ποιεί τούτους κατά την
εαυτού εικόνα και καθ ομοίωσιν· ίνα δια της τοιαύτης χάριτος την
εικόνα νοούντες, λέγω δη τον του Πατρός Λόγον, δυνηθώσιν έννοιαν
δι αυτού του Πατρός λαβείν, και γινώσκοντες τον ποιητήν ζώσι τον
ευδαίμονα και μακάριον όντως βίον.
Αλλ άνθρωποι πάλιν παράφρονες, κατολιγωρήσαντες και ούτως της
δοθείσης αυτοίς χάριτος, τοσούτον απεστράφησαν τον Θεόν, και
τοσούτον εθόλωσαν εαυτών την ψυχήν ως μη μόνον επιλαθέσθαι της
περί Θεού εννοίας, αλλά και έτερα ανθ ετέρων εαυτοίς αναπλάσασθαι.
Είδωλά τε γαρ αντί της αληθείας εαυτοίς ανετυπώσαντο, και τα ουκ
όντα του όντος Θεού προετίμησαν, τη κτίσει παρά τον κτίσαντα
λατρεύοντες, και το γε χείριστον, ότι και εις ξύλα και εις λίθους
και εις
πάσαν ύλην και ανθρώπους την του Θεού τιμήν μετετίθουν, και
πλείονα τούτων ποιούντες, ώσπερ εν τοις έμπροσθεν είρηται.
Τοσούτον δε ησέβουν, ότι και δαίμονας εθρήσκευον λοιπόν και θεούς
ανηγόρευον, τας επιθυμίας αυτών αποπληρούντες. Θυσίας τε γαρ
ζώων αλόγων, και ανθρώπων σφαγάς, ώσπερ είρηται πρότερον, εις
το εκείνων καθήκον επετέλουν, πλείον εαυτούς τοις εκείνων
οιστρήμασι καταδεσμεύοντες.
Δια τούτο γούν και μαγείαι παρ αυτοίς εδιδάσκοντο, και μαντεία
κατά τόπον τους ανθρώπους επλάνα, και πάντες τα γενέσεως και του
είναι εαυτών τα αίτια τοις άστροις και τοις κατ ουρανόν πάσιν
ανετίθουν, μηδέν πλέον των φαινομένων λογιζόμενοι.
Και όλως πάντα ην ασεβείας και παρανομίας μεστά, και μόνος ο Θεός
ουδέ ο τούτου Λόγος επεγινώσκετο, καίτοι ουκ αφανή εαυτόν τοις
ανθρώποις επικρύψας, ουδέ απλήν την περί εαυτού γνώσιν αυτοίς
δεδωκώς, αλλά και ποικίλως και δια πολλών αυτήν αυτοίς εφαπλώσας. |
Ο
Παντοκράτωρ Θεός, όταν δημιουργούσε το ανθρώπινο γένος με το Λόγο
του,
διέκρινε την αδυναμία της φύσεως των ανθρώπων: δεν θα μπορούσε η
ανθρώπινη φύση από μόνη της να γνωρίσει το δημιουργό της· ούτε πάλι
να
συλλάβει την έννοια του Θεού. Διότι, Αυτός είναι άκτιστος, ενώ αυτοί
δημιουργήθηκαν από το μηδέν· Αυτός είναι ασώματος, ενώ οι άνθρωποι
πλάστηκαν με σώμα κάτω στη γη· και γενικά, πολλές είναι οι ελλείψεις
των
δημιουργημάτων, για να κατανοήσουν και γνωρίσουν το Δημιουργό τους.
Και πάλι όμως ο Θεός, επειδή είναι πανάγαθος, ελέησε τους ανθρώπους·
δεν
τους στέρησε τη δυνατότητα να Τον γνωρίσουν, ώστε να έχει νόημα και
η
ύπαρξή τους. Διότι, ποιά είναι η ωφέλεια των δημιουργημάτων, αν δεν
γνωρίζουν τον πλάστη τους; Ή, Πως θα ήταν λογικά όντα, αν δεν
γνώριζαν το
Λόγο του Πατέρα, ο οποίος τα δημιούργησε; Δεν θα διέφεραν καθόλου
από τα
άλογα όντα, εφόσον δεν αντιλαμβάνονταν τίποτε περισσότερο από τα
επίγεια.
Και γιατί να τους έπλασε ο Θεός, αν δεν ήθελε να Τον γνωρίζουν;
Γι’ αυτό το λόγο, για να μη συμβεί κάτι τέτοιο, όντας ο Θεός καλός
μετάδωσε
σ’ αυτούς από την ίδια την εικόνα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού· τους
έκαμε
σύμφωνα με τη δική του εικόνα και την ομοίωσή του. Έτσι, με το
χάρισμα αυτό,
βλέποντας την εικόνα –εννοώ το Λόγο του Πατέρα– να μπορούν να έχουν
μέσω
αυτού και την έννοια του Πατέρα. Γνωρίζοντας λοιπόν τον πλάστη τους,
να
ζουν αληθινά ευτυχισμένη και ευλογημένη ζωή.
Οι άνθρωποι όμως πάλι ξέφυγαν και παραμέλησαν το χάρισμα που μ’ αυτό
τον
τρόπο τους δόθηκε· τόσο πολύ απομακρύνθηκαν από το Θεό και τόσο
μαύρισαν
με κακίες την ψυχή τους, ώστε όχι μόνο λησμόνησαν την έννοια του
Θεού
αλλά άλλα αντί άλλων επινόησαν για τον εαυτό τους.
Διότι, έφτιαξαν είδωλα για τον εαυτό τους στη θέση του αληθινού
Θεού·
προτίμησαν τα ανύπαρκτα από τον πραγματικό Θεό· λάτρεψαν την κτίση
και όχι τον κτίστη· και το χειρότερο, την τιμή που αρμόζει στο Θεό
την
απόδωσαν σε ξύλα, πέτρες, σε κάθε υλικό και σε ανθρώπους. Κι ακόμη
περισσότερα απ’ αυτά έκαναν, όπως τα διηγηθήκαμε προηγουμένως.
Τόσο πολύ ασέβησαν ώστε στο εξής και δαιμόνια λάτρευαν και τα
αναγόρευαν θεούς· έτσι ικανοποιούσαν τις κακές επιθυμίες τους.
Θυσίαζαν
ζώα, έκαναν και ανθρωποθυσίες για τη λατρεία εκείνων των θεών, όπως
τα
προείπαμε· έτσι, υποδουλώνονταν ακόμη περισσότερο στην
ακόλαστη μανία εκείνων.
Γι’ αυτό, λοιπόν, δίδασκαν αυτοί ακόμη και μαγικές τελετές· τα κατά
τόπους
μαντεία πλάνευαν τους ανθρώπους. Όλοι απέδιδαν την αιτία της
γεννήσεώς
τους και τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς τους στα άστρα και στα
ουράνια σώματα· δεν σκέφτονταν τίποτε περισσότερο απ’ όσα έβλεπαν.
Γενικά, όλα ήταν γεμάτα από ασέβειες και παρανομίες· μόνον ο Θεός
και ο
Λόγος του δεν αναγνωριζόταν, παρόλο που δεν άφησε τον εαυτό του
αφανή
στους ανθρώπους και δεν έδωσε μια αμυδρή γνώση του εαυτού του σ’
αυτούς·
αλλά, με πολλούς και ποικίλους τρόπους τους φανέρωσε τη μαρτυρία του
εαυτού του. |
|
12.
Αυτάρκης μεν γαρ ην η κατ εικόνα χάρις γνωρίζειν τον Θεόν
Λόγον, και δι αυτού τον Πατέρα· ειδώς δε ο Θεός την ασθένειαν των
ανθρώπων, προενοήσατο και της αμελείας τούτων, ίν εάν αμελήσαιεν
δι εαυτών τον Θεόν επιγνώναι, έχωσι δια των της κτίσεως έργων τον
δημιουργόν μη αγνοείν.
Επειδή δε η ανθρώπων αμέλεια επί τα χείρονα κατ ολίγον
επικαταβαίνει· προενοήσατο πάλιν ο Θεός και της τοιαύτης αυτών
ασθενείας, νόμον και προφήτας τους αυτοίς γνωρίμους αποστείλας,
ίνα εάν και εις τον ουρανόν οκνήσωσιν αναβλέψαι και γνώναι τον
ποιητήν, έχωσιν εκ των εγγύς την διδασκαλίαν. Άνθρωποι γαρ παρά
ανθρώπων εγγυτέρω δύνανται μαθείν περί των κρειττόνων.
Εξόν ουν ην αναβλέψαντας αυτούς εις το μέγεθος του ουρανού, και
κατανοήσαντας την της κτίσεως αρμονίαν, γνώναι τον ταύτης
ηγεμόνα τον του Πατρός Λόγον, τον τη εαυτού εις πάντα προνοία
γνωρίζοντα πάσι τον Πατέρα, και δια τούτο τα όλα κινούντα, ίνα δι
αυτού πάντες γινώσκωσι τον Θεόν.
Ή ει τούτο αυτοίς ην οκνηρόν, καν τοις αγίοις δυνατόν ην αυτούς
συντυγχάνειν, και δι αυτών μαθείν τον των πάντων δημιουργόν
Θεόν, τον του Χριστού Πατέρα· και ότι των ειδώλων η θρησκεία
αθεότης εστί και πάσης ασεβείας μεστή.
Εξόν δε ην αυτούς και τον νόμον εγνωκότας, παύσασθαι πάσης
παρανομίας και τον κατ αρετήν ζήσαι βίον. Ουδέ γαρ δια Ιουδαίους
μόνους ο νόμος ην ουδέ δι αυτούς μόνους οι προφήται επέμποντο,
αλλά προς Ιουδαίους μεν επέμποντο, και παρά Ιουδαίων εδιώκοντο·
πάσης δε της οικουμένης ήσαν διδασκάλιον ιερόν της περί Θεού
γνώσεως, και της κατά ψυχήν πολιτείας.
Τοσαύτης ουν ούσης της του Θεού αγαθότητος και φιλανθρωπίας,
όμως οι άνθρωποι, νικώμενοι ταις παραυτίκα ηδοναίς και ταις παρά
δαιμόνων φαντασίαις και απάταις, ουκ ανένευσαν προς την αλήθειαν·
αλλ εαυτούς πλείοσι κακοίς και αμαρτήμασιν ενεφόρησαν, ως μηκέτι
δοκείν αυτούς λογικούς, αλλά αλόγους εκ των τρόπων νομίζεσθαι. |
Το
χάρισμα του κατ’ εικόνα θα ήταν μόνο του αρκετό να γνωρίζει ο
άνθρωπος
το Θεό Λόγο, και μέσω αυτού τον Πατέρα. Επειδή όμως ο Θεός γνώριζε
την
αδυναμία των ανθρώπων, προνόησε για την αμέλειά τους· ώστε, αν
αμελούσαν
να γνωρίσουν με τον εαυτό τους το Θεό, να μπορούν με τα
δημιουργήματα να
μη ξεχνούν το Δημιουργό τους.
Η αμέλεια όμως των ανθρώπων προχωρούσε σιγά σιγά στα χειρότερα.
Έτσι πάλι φρόντισε ο Θεός να καλύψει κι αυτή τους την αδυναμία·
έδωσε το Νόμο και έστειλε τους προφήτες που ήταν γνώριμοι σ’ αυτούς,
ώστε,
ακόμη κι αν βαρεθούν να κοιτάξουν τον ουρανό και να γνωρίσουν το
δημιουργό, να έχουν κοντά τους τη διδασκαλία του. Διότι οι άνθρωποι
μπορεί
από ανθρώπους να μάθουν καλύτερα για τα σπουδαιότερα πράγματα.
Ήταν δυνατό σ’ αυτούς να προσέξουν το μέγεθος του ουρανού και να
εννοήσουν την αρμονία του σύμπαντος, για να γνωρίσουν τον κυβερνήτη
του,
το Λόγο του Πατέρα. Αυτός, με την πρόνοιά του για όλα, γνωρίζει σε
όλους
τον Πατέρα του· Αυτός τα κινεί τα πάντα, ώστε απ’ αυτόν
όλοι να γνωρίζουν το Θεό.
Ή, κι αν αυτό τους ήταν βαρετό (η θεώρηση της κτίσεως), μπορούσαν να
συναναστρέφονται με τους Αγίους· κι απ’ αυτούς να γνωρίσουν το Θεό
δημιουργό των πάντων, τον Πατέρα του Χριστού· να μάθουν ακόμη ότι η
ειδωλολατρία είναι αθεΐα και η πιο μεγάλη ασέβεια.
Μπορούσαν ακόμη να μάθουν το Νόμο, να σταματήσουν κάθε κακία
και να ζήσουν ενάρετη ζωή. Ο Νόμος βέβαια δεν αφορούσε μόνο τους
Ιουδαίους· ούτε έστελνε τους προφήτες μόνο γι’ αυτούς·
το αντίθετο: έρχονταν στους Ιουδαίους και οι Ιουδαίοι τους
καταδίωκαν.
Αποτελούσαν βέβαια (οι Ιουδαίοι ως "εκλεκτός λαός") ιερό σχολείο
όλης της
οικουμένης, για να γνωρίσουν και οι άλλοι το Θεό και να ζήσουν
ενάρετα.
Τόσο μεγάλη, λοιπόν, ήταν η αγαθωσύνη και η φιλανθρωπία του Θεού!
Οι άνθρωποι όμως, νικημένοι από τις πρόσκαιρες ηδονές και τις
δαιμονικές
φαντασιώσεις και πλεκτάνες, δεν παραδέχτηκαν την αλήθεια.
Γέμισαν την ψυχή τους με χίλιες δυο κακίες και αμαρτίες, ώστε από τη
συμπεριφορά τους να μη θεωρούνται πλέον λογικοί αλλά ανόητοι. |
|
13.
Ούτω τοίνυν αλογωθέντων των ανθρώπων, και ούτως της
δαιμονικής πλάνης επισκιαζούσης τα πανταχού και κρυπτούσης την
περί του αληθινού Θεού γνώσιν, τι τον Θεόν έδει ποιείν; σιωπήσαι το
τηλικούτον, και αφείναι τους ανθρώπους υπό δαιμόνων πλανάσθαι,
και μη γινώσκειν αυτούς τον Θεόν;
Και τις η χρεία του και εξ αρχής κατ εικόνα Θεού γενέσθαι τον
άνθρωπον; έδει γαρ αυτόν απλώς ως άλογον γενέσθαι, ή γενόμενον
λογικόν την των αλόγων ζωήν μη βιούν. Τις δε όλως ην χρεία εννοίας
αυτόν λαβείν περί Θεού εξ αρχής; Ει γαρ ουδέ νυν άξιός εστι λαβείν,
έδει μηδέ κατά την αρχήν αυτώ δοθήναι.
Τι δε και όφελος τω πεποιηκότι Θεώ, ή ποία δόξα αυτώ αν είη, ει οι
υπ
αυτού γενόμενοι άνθρωποι ου προσκυνούσιν αυτώ, αλλ ετέρους είναι
τους πεποιηκότας αυτούς νομίζουσιν; Ευρίσκεται γαρ ο Θεός ετέροις
και ουχ εαυτώ τούτους δημιουργήσας.
Είτα βασιλεύς μεν άνθρωπος ων τας υπ αυτού κτισθείσας χώρας
ουκ αφίησιν εκδότους ετέροις δουλεύειν, ουδέ προς άλλους
καταφεύγειν·
αλλά γράμμασιν αυτούς υπομιμνήσκει, πολλάκις δε και δια φίλων
αυτοίς επιστέλλει, ει δε και χρεία γένηται, αυτός παραγίνεται, τη
παρουσία λοιπόν αυτούς δυσωπών· μόνον ίνα μη ετέροις δουλεύσωσι,
και αργόν αυτού το έργον γένηται.
Ου πολλώ πλέον ο Θεός των εαυτού κτισμάτων φείσεται προς το μη
πλανηθήναι απ αυτού, και τοις ουκ ούσι δουλεύειν; Μάλιστα ότι η
τοιαύτη πλάνη απωλείας αυτοίς αιτία και αφανισμού γίνεται, ουκ έδει
δε τα άπαξ κοινωνήσαντα της του Θεού Εικόνος απολέσθαι.
Τι ουν έδει ποιείν τον Θεόν; Ή τι έδει γενέσθαι, αλλ ή το κατ εικόνα
πάλιν ανανεώσαι, ίνα δι αυτού πάλιν αυτόν γνώναι δυνηθώσιν οι
άνθρωποι; Τούτο δε Πως αν εγεγόνει, ει μη αυτής της του Θεού
εικόνος παραγενομένης του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού; Δι
ανθρώπων μεν γαρ ουκ ην δυνατόν, επεί και αυτοί κατ εικόνα
γεγόνασιν· αλλ ουδέ δι αγγέλων· ουδέ γαρ ουδέ αυτοί εισιν εικόνες.
Όθεν ο του Θεού Λόγος δι εαυτού παρεγένετο, ίνα ως Εικών ων του
Πατρός τον κατ εικόνα άνθρωπον ανακτίσαι δυνηθή.
Άλλως δε πάλιν ουκ αν εγεγόνει, ει μη ο θάνατος ην και η φθορά
εξαφανισθείσα. Όθεν εικότως έλαβε σώμα θνητόν, ίνα και ο θάνατος
εν αυτώ λοιπόν εξαφανισθήναι δυνηθή, και οι κατ εικόνα πάλιν
ανακαινισθώσιν άνθρωποι. Ουκούν ετέρου προς ταύτην την χρείαν
ουκ ην, ει μη της Εικόνος του Πατρός. |
Έτσι,
λοιπόν, οι άνθρωποι έχασαν το λογικό τους· η πλάνη των δαιμόνων
επισκίαζε τα πάντα και έκρυβε τη γνώση του αληθινού Θεού.
Τι έπρεπε ο Θεός να κάνει; Να σιωπά για μια τόσο μεγάλη πλάνη,
ν’ αφήνει τους ανθρώπους να πλανώνται από τους δαίμονες
και ν’ αγνοούν τον αληθινό Θεό;
Και τότε ποιός ήταν ο λόγος εξαρχής να δημιουργηθεί ο άνθρωπος κατ’
εικόνα
του Θεού; Έπρεπε αυτός ή να δημιουργηθεί χωρίς λογική ή, αν πλαστεί
λογικός,
να μη ζει τη ζωή των αλόγων ζώων. Ποιά ανάγκη υπήρχε αυτός εξαρχής
να
προικιστεί με την έννοια του Θεού; Εφόσον ούτε τώρα αξίζει να την
έχει,
δεν έπρεπε να του είχε δοθεί από την αρχή.
Ποιό πάλι θα ήταν το όφελος του δημιουργού Θεού ή ποιά δόξα θα είχε,
αν δεν
τον προσκυνούσαν οι άνθρωποι ως δικά του δημιουργήματα; Αν πιστεύουν
ότι
άλλοι είναι οι δημιουργοί τους; Διότι, φαίνεται ότι τους δημιούργησε
ο Θεός
για άλλους και όχι για τον εαυτό του.
Εξάλλου, όταν ένας άνθρωπος είναι βασιλιάς, δεν επιτρέπει σε δικές
του χώρες
να δουλεύουν για λογαρισαμό άλλων ούτε να βρίσκουν προστασία σε
άλλους.
Τους υπενθυμίζει τις υποχρεώσεις τους με έγγραφα και πολλές φορές με
επιστολές μέσω φίλων· αν μάλιστα παραστεί ανάγκη, ο ίδιος τους
επισκέπτεται,
για να τους φοβήσει με την παρουσία του. Όλα τα κάνει, αρκεί να μην
υπηρετούν άλλους και μείνει ανεκτέλεστο το δικό του έργο.
Δεν θα λυπηθεί πολύ περισσότερο ο Θεός τα πλάσματά του, για να μην
πλανηθούν και προσκολληθούν στα ανύπαρκτα; Καθώς μάλιστα αυτή η
πλάνη
γίνεται αιτία απώλειας και καταστροφής τους; Δεν πρέπει, λοιπόν, να
χαθούν
τα πλάσματα εκείνα που έστω μια φορά έγιναν μέτοχα στην εικόνα του
Θεού.
Τι έπρεπε λοιπόν να κάνει ο Θεός; Τι άλλο παρά ν’ ανανεώσει το κατ’
εικόνα,
ώστε μέσω αυτού να μπορέσουν να τον γνωρίσουν και πάλι οι
άνθρωποι; Και Πως θα γινόταν αυτό, εκτός αν ερχόταν σε μας η εικόνα
του
Θεού, δηλαδή ο Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός; (Να γίνει αυτό) με
ανθρώπους
δεν ήταν δυνατό, επειδή και οι ίδιοι οι άνθρωποι πλάστηκαν κατ’
εικόνα·
ούτε με αγγέλους, διότι αυτοί δεν είναι εικόνες. Γι’ αυτό ο Λόγος
του Θεού
ενανθρώπησε, για να ξαναδημιουργήσει τον κατ’ εικόνα Θεού άνθρωπο,
επειδή μόνον ο Λόγος αποτελεί εικόνα του Πατέρα.
Και δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, αν δεν εξαφανιζόταν ο
θάνατος
και η φθορά.
Γι’ αυτό εύλογα προσέλαβε θνητό σώμα, ώστε στο πρόσωπό του
να εξαφανιστεί στο εξής ο θάνατος και ν’ ανακαινιστούν οι κατ’
εικόνα Θεού
πλασμένοι άνθρωποι. Γι’ αυτήν την ανάγκη, λοιπόν, κανείς άλλος δεν
ήταν
ικανός, παρά μόνον η Εικόνα του Πατέρα. |
|
14. Ως
γαρ της γραφείσης εν ξύλω μορφής παραφανισθείσης εκ των
έξωθεν ρύπων, πάλιν χρεία τούτον παραγενέσθαι, ου και έστιν η
μορφή, ίνα ανακαινισθήναι η εικών δυνηθή εν τη αυτή ύλη δια γαρ την
εκείνου γραφήν και αυτή η ύλη εν ή και γέγραπται ουκ εκβάλλεται,
αλλ εν αυτή ανατυπούται.
Κατά τούτο και ο πανάγιος του Πατρός Υιος, Εικών ων του Πατρός,
παρεγένετο επί τους ημετέρους τόπους, ίνα τον κατ αυτόν
πεποιημένον άνθρωπον ανακαινίση, και ως απολόμενον εύρη δια της
των αμαρτιών αφέσεως, ή φησι και αυτός εν τοις Ευαγγελίοις·
"Ήλθον το απολόμενον ευρείν και σώσαι." Όθεν και προς τους
Ιουδαίους έλεγεν· "Εάν μη τις αναγεννηθή", ου την εκ γυναικών
γέννησιν σημαίνων ώσπερ υπενόουν εκείνοι, αλλά την αναγεννωμένην
και ανακτιζομένην ψυχήν εν τω κατ εικόνα δηλών.
Επειδή δε και ειδωλομανία και αθεότης κατείχε την οικουμένην και η
περί Θεού γνώσις εκέκρυπτο, τίνος ην διδάξαι την οικουμένην περί
Πατρός; ανθρώπου φαίη τις αν; αλλ ουκ ην ανθρώπων ενόν την
υφήλιον πάσαν υπελθείν, ούτε τη φύσει τοσούτον ισχυόντων δραμείν,
ούτε αξιοπίστων περί τούτου δυναμένων γενέσθαι, ούτε προς την των
δαιμόνων απάτην και φαντασίαν ικανών δι εαυτών αντιστήναι.
Πάντων γαρ κατά ψυχήν πληγέντων και ταραχθέντων παρά της
δαιμονικής απάτης και της των ειδώλων ματαιότητος, Πως οίόν τε ην
ανθρώπου ψυχήν και ανθρώπων νουν μεταπείσαι, όπουγε ουδέ οράν
αυτούς δύνανται; ό δε μη ορά τις, Πως δύναται μεταπαιδεύσαι;
Αλλ ίσως αν τις είποι την κτίσιν αρκείσθαι· αλλ ει η κτίσις ήρκει,
ουκ
αν εγεγόνει τα τηλικαύτα κακά. Ην γαρ και η κτίσις, και ουδέν ήττον
οι άνθρωποι εν τη αυτή περί Θεού πλάνη εκυλίοντο.
Τίνος ουν ην πάλιν χρεία, ή του Θεού Λόγου του και ψυχήν και νουν
ορώντος, του και τα όλα εν τη κτίσει κινούντος, και δι αυτών
γνωρίζοντος τον Πατέρα; του γαρ δια της ιδίας προνοίας και
διακοσμήσεως των όλων διδάσκοντος περί του Πατρός, αυτού ην και
την αυτήν διδασκαλίαν ανανεώσαι.
Πως ουν αν εγεγόνει τούτο; Ίσως αν τις είποι ότι εξόν ην δια των
αυτών, ώστε πάλιν δια των της κτίσεως έργων τα περί αυτού δείξαι.
Αλλ ουκ ην ασφαλές έτι τούτο. Ουχί γε· παρείδον γαρ τούτο
πρότερον οι άνθρωποι, και ουκέτι μεν άνω, κάτω δε τους οφθαλμούς
εσχήκασιν.
Όθεν εικότως ανθρώπους θέλων ωφελήσαι, ως άνθρωπος επιδημεί,
λαμβάνων εαυτώ σώμα όμοιον εκείνοις, και εκ των κάτω λέγω δη δια
των του σώματος έργων ίνα οι μη θελήσαντες αυτόν γνώναι εκ της εις
τα όλα προνοίας και ηγεμονίας αυτού, καν εκ των δι αυτού του
σώματος έργων γνώσωνται τον εν τω σώματι του Θεού Λόγον, και
δι αυτού τον Πατέρα. |
Συμβαίνει όπως με τη ζωγραφιά σ’ ένα ξύλο: όταν χαθεί από τις
εξωτερικές
βρωμιές, είναι ανάγκη να ζωγραφιστεί πάλι εκείνος του οποίου τη
μορφή
απεικόνιζε· έτσι θα ξαναγίνει η εικόνα στο ίδιο υλικό. Διότι,
εξαιτίας της
μορφής που ήταν ζωγραφισμένη, ακόμη και το υλικό πάνω στο οποίο
ζωγραφίστηκε δεν πετιέται, αλλά ξαναζωγραφίζεται.
Για τον ίδιο λόγο και ο πανάγιος Υιος του Πατέρα, όντας εικόνα του
Πατέρα,
ήλθε στη γη μας, για να ανακαινίσει τον άνθρωπο που πλάστηκε κατ’
εικόνα
δική Του· ήλθε να βρει με την άφεση των αμαρτιών το χαμένο άνθρωπο,
όπως ο Ίδιος το λέει στο ιερό Ευαγγέλιο:
«Ήλθα να βρω και να σώσω το απολωλός». Το ίδιο έλεγε και στους
Ιουδαίους:
«Εάν κάποιος δεν γεννηθεί ξανά...»: δεν εννοούσε τη γέννηση από
μητέρα,
όπως νόμιζαν εκείνοι· εννοούσε την αναγεννημένη και ανακαινισμένη
ψυχή,
με την έννοια του κατ’ εικόνα.
Επειδή κυριαρχούσε στην οικουμένη η ειδωλολατρία και η αθεΐα και
είχε
ξεχαστεί η γνώση του Θεού, ποιός ήταν ικανός να διδάξει στον κόσμο
για τον
Πατέρα; Μήπως, θάλεγε κανείς, ο άνθρωπος; Αλλά ήταν αδύνατο για τους
ανθρώπους να διασχίσουν όλη την οικουμένη ούτε είχαν τόση φυσική
αντοχή
να τρέξουν και ούτε τους πίστευαν ότι είχαν δυνάμεις για κάτι
τέτοιο· δεν
μπορούσαν ακόμη μόνοι τους ν’ αντισταθούν στην απάτη και πλεκτάνη
των
δαιμόνων.
Διότι όλοι οι άνθρωποι είχαν πληγωθεί και αναστατωθεί ψυχικά από τις
δαιμονικές απάτες και τη ματαιότητα των ειδώλων. Πως λοιπόν θα
έπειθαν
την ψυχή και το νου των συνανθρώπων τους για θέματα που ούτε οι
ίδιοι
μπορούν να δούν; Αυτό που δεν βλέπει κανείς, Πως θα το διδάξει και
σ’ άλλους;
Ίσως, θάλεγε κανείς, ότι αρκεί η (θέα της) κτίσεως (για θεογνωσία)·
αν όμως
ήταν αρκετή η κτίση, δεν θα είχαν συμβεί τόσο μεγάλα κακά. Διότι,
ενώ υπήρχε
η κτίση, οι άνθρωποι έπεφταν εξίσου στην ίδια πλάνη για την έννοια
του Θεού.
Ποιόν χρειαζόμασταν, λοιπόν, παρά το Λόγο του Θεού που βλέπει τη
ψυχή και
το νου μας, που κινεί όλη την κτίση και μέσω αυτών μας καθιστά
γνωστό τον
Πατέρα; Διότι, Αυτός που με τη δική του πρόνοια και φροντίδα για τα
πάντα
μας διδάσκει για τον Πατέρα, Αυτός μόνο μπορούσε να ανανεώσει και
την ίδια
τη διδασκαλία.
Και Πως θα γινόταν αυτό; Ίσως, θάλεγε κάποιος, ότι μπορούσε να γίνει
με τον
ίδιο τρόπο· να φανερώσει πάλι τον εαυτό του με τα δημιουργήματα του
κόσμου.
Δεν θα ήταν όμως σίγουρο κάτι τέτοιο· οπωσδήποτε όχι. Διότι
προηγουμένως
το περιφρόνησαν οι άνθρωποι και έστρεψαν πλέον τα μάτια τους όχι
προς τα
πάνω αλλά προς τα κάτω.
Για το λόγο αυτό εύλογα θέλοντας να ωφελήσει τους ανθρώπους, ήλθε
σαν
άνθρωπος και παίρνει σώμα για τον εαυτό του όμοιο με το σώμα
εκείνων.
Εννοώ σώμα ανθρώπινο, ώστε αυτοί που δεν θέλησαν να τον γνωρίσουν
από την
πρόνοια και φροντίδα του για όλα, να μπορέσουν να γνωρίσουν από τις
πράξεις
του σώματος αυτόν τον σαρκωθέντα σε ανθρώπινο σώμα Λόγο του Θεού·
και
μέσω αυτού να γνωρίσουν τον Πατέρα. |
|
15. Ως
γαρ αγαθός διδάσκαλος κηδόμενος των εαυτού μαθητών, τους
μη δυναμένους εκ των μειζόνων ωφεληθήναι, πάντως δια των
ευτελεστέρων συγκαταβαίνων αυτούς παιδεύει· ούτως και ο του Θεού
Λόγος, καθώς και ο Παύλός φησιν· "Επειδή γαρ εν τη σοφία του Θεού
ουκ έγνω ο κόσμος δια της σοφίας τον Θεόν, ευδόκησεν ο Θεός δια της
μωρίας του κηρύγματος σώσαι τους πιστεύοντας".
Επειδή γαρ οι άνθρωποι αποστραφέντες την προς τον Θεόν θεωρίαν
και ως εν βυθώ βυθισθέντες κάτω τους οφθαλμούς έχοντες, εν γενέσει
και τοις αισθητοίς τον Θεόν ανεζήτουν, ανθρώπους θνητούς και
δαίμονας εαυτοίς θεούς ανατυπούμενοι· τούτου ένεκα ο φιλάνθρωπος
και κοινός πάντων Σωτήρ, ο του Θεού Λόγος, λαμβάνει εαυτώ σώμα,
και ως άνθρωπος εν ανθρώποις αναστρέφεται, και τας αισθήσεις
πάντων ανθρώπων προσλαμβάνει, ίνα οι εν σωματικοίς νοούντες
είναι τον Θεόν, αφ ων ο Κύριος εργάζεται δια των του σώματος
έργων, απ αυτών νοήσωσι την αλήθειαν, και δι αυτού τον Πατέρα
λογίσωνται.
Άνθρωποι δε όντες και ανθρώπινα πάντα νοούντες, οίς εάν επέβαλον
τας εαυτών αισθήσεις, εν τούτοις προσλαμβανομένους εαυτούς εώρων,
και πανταχόθεν διδασκομένους την αλήθειαν. Είτε γαρ εις την κτίσιν
επτόηντο, αλλ εώρων αυτήν ομολογούσαν τον Χριστόν Κύριον· είτε
εις ανθρώπους ην αυτών η διάνοια προληφθείσα, ώστε τούτους θεούς
νομίζειν, αλλ εκ των έργων του Σωτήρος, συγκρινόντων τε εκείνων,
εφαίνετο εν ανθρώποις μόνος ο Σωτήρ Θεού Υιος, ουκ όντων παρ
εκείνοις τοιούτων οποία παρά του Θεού Λόγου γέγονεν.
Ει δε και εις δαίμονας ήσαν προληφθέντες, αλλ ορώντες αυτούς
διωκομένους υπό του Κυρίου, εγίνωσκον μόνον είναι τούτον τον του
Θεού Λόγον, και ουκ είναι θεούς τους δαίμονας.
Ει δε και εις νεκρούς ήδη τούτων ην ο νους κατασχεθείς, ώστε
θρησκεύειν ήρωας, και τους παρά ποιηταίς λεγομένους θεούς· αλλ
ορώντες την του Σωτήρος ανάστασιν, ωμολόγουν εκείνους είναι
ψευδείς, και μόνον τον Κύριον αληθινόν, τον του Πατρός Λόγον, τον
και του θανάτου κυριεύοντα.
Δια τούτο και γεγέννηται, και άνθρωπος εφάνη, και απέθανε, και
ανέστη, αμβλύνας και επισκιάσας τα των πώποτε γενομένων
ανθρώπων δια των ιδίων έργων, ίνα όπου δ αν ώσι προληφθέντες οι
άνθρωποι, εκείθεν αυτούς αναγάγη, και διδάξη τον αληθινόν εαυτού
Πατέρα, καθάπερ και αυτός φησιν· «Ήλθον σώσαι και ευρείν το
απολωλός.» |
Όπως
λοιπόν ο καλός δάσκαλος που φροντίζει για εκείνους τους μαθητές του
που δεν μπορούν να καταλάβουν τα πολύ δύσκολα, τους εκπαιδεύει με
συγκατάβαση στα πιο εύκολα· έτσι έκανε και ο Λόγος του Θεού, όπως το
λέει ο απόστολος Παύλος: «Επειδή ο κόσμος δεν μπόρεσε με τη σοφία
του
να εννοήσει τη σοφία του Θεού, θέλησε ο πανάγαθος Θεός με το
απλούστερο
κήρυγμα να σώσαι αυτούς που πιστεύουν σ’ αυτόν».
Διότι, αφού οι άνθρωποι απομακρύνθηκαν από τη θεωρία του Θεού και,
σαν να
πάτωσαν στο βυθό, είχαν στραφεί στα επίγεια, αναζητούσαν το Θεό στην
κτίση και τα υλικά· έπλασαν για θεούς θνητούς ανθρώπους και
δαίμονες.
Εξαιτίας όλων αυτών, ο φιλάνθρωπος Σωτήρας όλων των ανθρώπων,
ο Λόγος του Θεού, παίρνει για τον εαυτό του ανθρώπινο σώμα και
συναναστρέφεται ως άνθρωπος με τους συνανθρώπους του. Προσλαμβάνει
τις αισθήσεις όλων των ανθρώπων, ώστε εκείνοι που εννοούν σωματικά
το
Θεό, να μπορούν με τα σωματικά έργα που επιτελεί ο Κύριος,
μ’ αυτά να εννοήσουν την αλήθεια· και απ’ Αυτόν να οδηγηθούν στην
έννοια
του Πατέρα.
Όντας άνθρωποι και επειδή τα έβλεπαν όλα ανθρώπινα, ό,τι έπεφτε στις
αισθήσεις τους, σ’ αυτό έβλεπαν να προσαρμόζεται ο εαυτός τους·
έτσι, από παντού διδάσκονταν τηην αλήθεια. Είτε λάτρευαν την κτίση
με φόβο,
την έβλεπαν όμως να ομολογεί τον Ιησού Χριστό· είτε ο νους τους ήταν
προσκολημμένος σε ανθρώπους ώστε να τους θεωρεί ως θεούς, παρ’ όλ’
αυτά,
συγκρίνοντας τα έργα του Σωτήρα με τα έργα εκείνων (των ανθρώπων),
αποδείχνονταν Υιος του Θεού από τους ανθρώπους μόνον ο Σωτήρας·
διότι οι
άνθρωποι δεν έκαναν τόσο σπουδαία έργα όσα ο Λόγος του Θεού.
Αν πάλι ήταν προσκολημμένοι στους δαίμονες, βλέποντας να τους
διώχνει ο Κύριος, εννοούσαν ότι μόνον Αυτός είναι ο Λόγος του Θεού
και ότι
οι δαίμονες δεν είναι θεοί.
Αν ακόμη ο νους τους ήταν δοσμένος στη λατρεία των νεκρών, ώστε να
τιμούν τους ήρωες και τους θεούς που αναφέρουν οι ποιητές· παρ’ όλ’
αυτά,
βλέποντας την ανάσταση του Σωτήρα, παραδέχονταν ότι εκείνοι ήταν
ψεύτικοι θεοί· μόνον ο Κύριος, ο Λόγος του Πατέρα, είναι αληθινός
Θεός και
εξουσιάζει το θάνατο.
Για το λόγο αυτό γεννήθηκε, έζησε ως άνθρωπος, πέθανε και
αναστήθηκε.
Με τα δικά του έργα εξάλειψε και εξαφάνισε τις πράξεις που έκαναν οι
προηγούμενοι άνθρωποι· έτσι, όπου είχαν πέσει οι άνθρωποι, μπόρεσε
από κει
να τους σηκώσει και να τους διδάξει τον αληθινό Θεό, τον Πατέρα του,
όπως και ο ίδιος το είπε: «Ήλθα να ζητήσω και να σώσω τον χαμένο
(άνθρωπο)». |
|
16.
Άπαξ γαρ εις αισθητά πεσούσης της διανοίας των ανθρώπων,
υπέβαλεν εαυτόν δια σώματος φανήναι ο Λόγος, ίνα μετενέγκη εις
εαυτόν ως άνθρωπον τους ανθρώπους, και τας αισθήσεις αυτών εις
εαυτόν αποκλίνη, και λοιπόν εκείνους ως άνθρωπον αυτόν ορώντας,
δι ων εργάζεται έργων, πείση μη είναι εαυτόν άνθρωπον μόνον, αλλά
και Θεόν και Θεού αληθινού Λόγον και Σοφίαν.
Τούτο δε και ο Παύλος βουλόμενος σημάναί φησιν· "Εν αγάπη
ερριζωμένοι και τεθεμελιωμένοι, ίνα εξισχύσητε καταλαβέσθαι συν
πάσι τοις αγίοις τι το πλάτος και μήκος και ύψος και βάθος, γνώναί
τε
την υπερβάλλουσαν της γνώσεως αγάπην του Χριστού· ίνα
πληρωθήτε εις παν το πλήρωμα του Θεού."
Πανταχού γαρ του Λόγου εαυτόν απλώσαντος, και άνω και κάτω
και εις το βάθος και εις το πλάτος· άνω μεν εις την κτίσιν, κάτω δε
εις
την ενανθρώπησιν, εις βάθος δε εις τον άδην, εις πλάτος δε εις τον
κόσμον· τα πάντα της περί Θεού γνώσεως πεπλήρωται. Δια δε
τούτο, ουδέ παρ αυτά παραγενόμενος την θυσίαν την υπέρ πάντων
επετέλει, παραδιδούς το σώμα τω θανάτω, και ανιστών αυτό, αφανή
εαυτόν δια τούτου ποιών. Αλλά και εμφανή εαυτόν δια τούτου
καθίστη διαμένων εν αυτώ και τοιαύτα τελών έργα και σημεία διδούς,
α μηκέτι άνθρωπον αλλά Θεόν Λόγον αυτόν εγνώριζον.
Αμφότερα γαρ εφιλανθρωπεύετο ο Σωτήρ δια της ενανθρωπήσεως,
ότι και τον θάνατον εξ ημών ηφάνιζε, και ανεκαίνιζεν ημάς· και ότι
αφανής ων και αόρατος, δια των έργων ενέφαινε, και εγνώριζεν
εαυτόν είναι τον Λόγον του Πατρός, τον του παντός ηγεμόνα και
βασιλέα. |
Αφού ο
νους των ανθρώπων ξέπεσε στα αισθητά, ο Λόγος ταπείνωσε τον
εαυτό του να ενανθρωπήσει, για να σηκώσει στους ώμους του τους
ανθρώπους
όντας ο ίδιος άνθρωπος· να προσελκύσει προς τον εαυτό του την
προσοχή
των αισθήσεών τους, για να τον βλέπουν στο εξής ως άνθρωπο·
να πείσει με τα έργα που εργάζεται ότι δεν είναι μόνον άνθρωπος αλλά
και
Θεός, Λόγος και Σοφία του αληθινού Θεού.
Αυτό θέλοντας να το υπογραμμίσει και ο Παύλος λέει: «Είστε μέσα στην
αγάπη ριζωμένοι και θεμελιωμένοι, για να μπορέσετε να καταλάβετε
μαζί με
όλους τους Αγίους ποιό είναι το πλάτος, το μήκος, το ύψος και το
βάθος της·
να γνωρίσετε την αγάπη του Χριστού που ξεπερνά τη γνώση, για να
γεμίσετε με όλο το πλήρωμα του Θεού».
Ο Λόγος παντού πρόσφερε τον εαυτό του· και πάνω και κάτω, και στο
βάθος
και το πλάτος. Πάνω είναι με τη δημιουργία, κάτω είναι με την
ενανθρώπηση,
στο βάθος είναι στον άδη και στο πλάτος είναι σ’ όλο τον κόσμο·
διότι όλα είναι γεμάτα από τη γνώση του Θεού. Γι’ αυτό το λόγο,
δεν έσπευσε, μόλις ενανθρώπησε, να θυσιαστεί αμέσως για χάρη όλων
μας· να
παραδώσει το σώμα του στο θάνατο και να το αναστήσει· διότι έτσι
θα έμενε στην αφάνεια. Το αντίθετο· φανέρωσε πλήρως τον εαυτό του,
μένοντας στο ανθρώπινο σώμα και κάνοντας τέτοια θαυμαστά έργα και
σημεία,
ώστε να τον αναγνωρίζουν πλέον όχι ως άνθρωπο αλλ’ ως Θεό Λόγο.
Με την ενανθρώπησή του ο Σωτήρας έκανε από αγάπη για τον άνθρωπο και
τα δύο: πρώτα, εξαφάνισε το θάνατό μας και μας ανακαίνισε· και
δεύτερον,
ενώ ήταν αφανής και αόρατος, φανέρωσε τον εαυτό του με τα έργα του·
μας γνωστοποίησε ότι είναι ο Λόγος του Πατέρα, ο Παντοκράτορας και
Βασιλιάς όλων. |
|
17. Ου
γαρ δη περικεκλεισμένος ην εν τω σώματι· ουδέ εν σώματι μεν
ην, αλλαχόσε δε ουκ ην. Ουδέ εκείνο μεν εκίνει, τα όλα δε της τούτου
ενεργείας και προνοίας κεκένωτο· αλλά το παραδοξότατον, Λόγος
ων, ου συνείχετο μεν υπό τινος· συνείχε δε τα πάντα μάλλον αυτός·
και ώσπερ εν πάση τη κτίσει ων, εκτός μεν εστι του παντός κατ
ουσίαν,
εν πάσι δε εστι ταις εαυτού δυνάμεσι, τα πάντα διακοσμών, και εις
πάντα εν πάσι την εαυτού πρόνοιαν εφαπλών, και έκαστον και πάντα
ομού ζωοποιών, περιέχων τα όλα και μη περιεχόμενος, αλλ εν μόνω
τω εαυτού Πατρί όλος ων κατά πάντα·
Ούτως και εν τω ανθρωπίνω σώματι ων, και αυτός αυτό ζωοποιών,
εικότως εζωοποίει και τα όλα και εν τοις πάσιν εγίνετο, και έξω των
όλων ην. Και από του σώματος δε δια των έργων γνωριζόμενος, ουκ
αφανής ην και από της των όλων ενεργείας.
Ψυχής μεν ουν έργον εστί θεωρείν μεν και τα έξω του ιδίου σώματος
τοις λογισμοίς, ου μην και έξωθεν του ιδίου σώματος ενεργείν, ή τα
τούτου μακράν τη παρουσία κινείν. Ουδέποτε γούν άνθρωπος
διανοούμενος τα μακράν ήδη και ταύτα κινεί και μεταφέρει· ουδέ ει
επί
της ιδίας οικίας καθέζοιτό τις και λογίζοιτο τα εν ουρανώ, ήδη και
τον
ήλιον κινεί, και τον ουρανόν περιστρέφει. Αλλ ορά μεν αυτά κινούμενα
και γεγονότα, ου μην ώστε εργάζεσθαι αυτά δυνατός τυγχάνει.
Ου δη τοιούτος ην ο του Θεού Λόγος εν τω ανθρώπω· ου γαρ
συνεδέδετο τω σώματι, αλλά μάλλον αυτός εκράτει τούτο, ώστε και
εν τούτω ην και εν τοις πάσιν ετύγχανε, και έξω των όντων ην, και εν
μόνω τω Πατρί ανεπαύετο.
Και το θαυμαστόν τούτο ην, ότι και ως άνθρωπος επολιτεύετο, και ως
Λόγος τα πάντα εζωογόνει, και ως Υιος τω Πατρί συνήν. Όθεν ουδέ
της Παρθένου τικτούσης έπασχεν αυτός, ουδέ εν σώματι ων εμολύνετο,
αλλά μάλλον και το σώμα ηγίαζεν. Ουδέ γαρ εν τοις πάσιν ων, των
πάντων μεταλαμβάνει, αλλά πάντα μάλλον υπ αυτού ζωογονείται
και τρέφεται.
Ει γαρ και ήλιος ο υπ αυτού γενόμενος και υφ ημών ορώμενος,
περιπολών εν ουρανώ, ου ρυπαίνεται των επί γης σωμάτων
απτόμενος, ουδέ υπό σκότους αφανίζεται, αλλά μάλλον αυτός και
ταύτα φωτίζει και καθαρίζει, πολλώ πλέον ο πανάγιος του Θεού
Λόγος, ο και του ηλίου ποιητής και κύριος, εν σώματι γνωριζόμενος
ουκ ερυπαίνετο, αλλά μάλλον άφθαρτος ων, και το σώμα θνητόν
τυγχάνον εζωοποίει και εκαθάριζεν, "ος αμαρτίαν γαρ, φησίν, ουκ
εποίησεν, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού".
18. Όταν τοίνυν εσθίοντα και πίνοντα και τικτόμενον αυτόν λέγωσιν
οι περί τούτου θεολόγοι, γίνωσκε ότι το μεν σώμα, ως σώμα, ετίκτετο
και καταλλήλοις ετρέφετο τροφαίς, αυτός δε ο συνών τω σώματι Θεός
Λόγος τα πάντα διακοσμών, και δι ων ειργάζετο εν τω σώματι ουκ
άνθρωπον εαυτόν, αλλά Θεόν Λόγον εγνώριζεν. Λέγεται δε περί
αυτού ταύτα, επειδή και το σώμα εσθίον και τικτόμενον και πάσχον,
ουχ ετέρου τινός, αλλά του Κυρίου ην· και ότι ανθρώπου γενομένου,
έπρεπε και ταύτα ως περί ανθρώπου λέγεσθαι, ίνα αληθεία και μη
φαντασία σώμα έχων φαίνηται.
Αλλ ώσπερ εκ τούτων εγινώσκετο σωματικώς παρών, ούτως εκ των
έργων ων εποίει δια του σώματος, Υιόν Θεού εαυτόν εγνώριζεν. Όθεν
και προς τους απίστους Ιουδαίους εβόα λέγων· "Ει ου ποιώ τα έργα
του Πατρός μου, μη πιστεύητέ μοι· ει δε ποιώ, καν εμοί μη πιστεύητε,
τοις έργοις μου πιστεύσατε· ίνα γνώτε και γινώσκητε, ότι εν εμοί ο
Πατήρ καγώ εν τω Πατρί."
Ως γαρ αόρατος ων, από των της κτίσεως έργων γινώσκεται, ούτως
άνθρωπος γενόμενος, και εν σώματι μη ορώμενος, εκ των έργων αν
γνωσθείη ότι ουκ άνθρωπος αλλά Θεού Δύναμις και Λόγος εστίν ο
ταύτα εργαζόμενος.
Το γαρ επιτάσσειν αυτόν τοις δαίμοσι, κακείνους απελαύνεσθαι, ουκ
ανθρώπινον αλλά θείόν εστι το έργον. Ή τις ιδών αυτόν τας νόσους
ιώμενον, εν αις υπόκειται το των ανθρώπων γένος, έτι άνθρωπον και
ου Θεόν ηγείτο; Λεπρούς γαρ εκαθάριζε, χωλούς περιπατείν εποίει,
κωφών την ακοήν ήνοιγε, τυφλούς αναβλέπειν εποίει, και πάσας
απλώς νόσους και πάσαν μαλακίαν απήλαυνεν από των ανθρώπων,
αφ ων ην αυτού και τον τυχόντα την θεότητα θεωρείν.
Τις γαρ ιδών αυτόν αποδιδόντα το λείπον, οίς η γένεσις ενέλειψε, και
του εκ γενετής τυφλού τους οφθαλμούς ανοίγοντα, ουκ αν ενενόησε
την ανθρώπων υποκειμένην αυτώ γένεσιν, και ταύτης είναι τούτον
Δημιουργόν και Ποιητήν; Ο γαρ το μη ό εκ γενέσεως έσχεν ο
άνθρωπος αποδιδούς, δήλος αν είη πάντως ότι Κύριος ούτός εστι και
της γενέσεως των ανθρώπων.
Δια τούτο και εν αρχή κατερχόμενος προς ημάς, εκ παρθένου πλάττει
εαυτώ το σώμα, ίνα μη μικρόν της θεότητος αυτού γνώρισμα πάσι
παράσχη, ότι ο τούτο πλάσας αυτός εστι και των άλλων Ποιητής. Τις
γαρ ιδών χωρίς ανδρός εκ παρθένου μόνης προερχόμενον σώμα, ουκ
ενθυμείται τον εν τούτω φαινόμενον είναι και των άλλων σωμάτων
Ποιητήν και Κύριον;
Τις δε ιδών και την υδάτων αλλασσομένην ουσίαν, και εις οίνον
μεταβάλλουσαν, ουκ εννοεί τον τούτο ποιήσαντα Κύριον είναι και
Κτίστην της των όλων υδάτων ουσίας; δια τούτο γαρ ως Δεσπότης
επέβαινε και τη θαλάσση, και περιεπάτει ως επί γης, γνώρισμα της επί
πάντα δεσποτείας αυτού τοις ορώσι παρέχων. Τρέφων δε και εξ
ολίγων τοσούτον πλήθος, και εξ απόρων ευπορών αυτός, ώστε από
πέντε άρτων πεντακισχιλίους κορεσθήναι, και άλλο τοσούτο
καταλείψαι, ουδέν έτερον ή αυτόν είναι και τον της όλων προνοίας
Κύριον εγνώριζε. |
Δεν
ήταν βέβαια κλεισμένος μέσα στο σώμα· ούτε πάλι ήταν μόνο μέσα στο
σώμα και δεν ήταν σε άλλα μέρη· ούτε κινούσε μόνο το σώμα, ενώ τα
υπόλοιπα στερούνταν την ενέργεια και πρόνοιά του. Το πιο παράδοξο,
όντας
Λόγος, δεν συγκρατούνταν από κάτι, αλλά όλα αυτός τα συγκρατούσε.
Και όπως, ενώ βρίσκεται σ’ όλη την κτίση, ουσιαστικά βρίσκεται έξω
από κάθε
τι: σε όλα σκορπίζει την ενέργειά του διακοσμώντας τα και σ’ όλα
απλώνει
τη δική του πρόνοια· ζωοποιεί το καθένα και όλα μαζί·
τα περιέχει όλα και σε κανένα δεν περιέχεται· μόνο μέσα στον Πατέρα
του
βρίσκεται όλος και σε όλα.
Έτσι λοιπόν, και είναι μέσα στο ανθρώπινο σώμα και αυτός είναι που
το δίνει
ζωή· κατά συνέπεια δίνει ζωή σε όλα. Ήταν μέσα σ’ όλα αλλά και έξω
απ’ όλα.
Και ενώ γινόταν γνωστός από τα έργα του σώματος, γίνόταν γνωστός και
από
την ενέργειά του σε όλη τη δημιουργία.
Έργο της ψυχής είναι να βλέπει με τους λογισμούς του νου όσα είναι
έξω από
το σώμα· να μην ενεργεί όμως έξω από το δικό της σώμα ούτε και με
την
παρουσία του σώματος να κινεί όσα είναι μακριά απ’ αυτό. Ουδέποτε ο
άνθρωπος με τη σκέψη του μπορεί να κινήσει και να μετεκινήσει όσα
είναι
μακριά του. Δεν είναι δυνατόν να κάθεται κάποιος στο σπίτι του και
να
σκέφτεται τα ουράνια σώματα και να κινεί τον ήλιο ή να περιστρέφει
τον
ουρανό. Τα βλέπει να κινούνται και να υπάρχουν, αλλά δεν είναι
ικανός αυτός
να τα κάνει να υπάρχουν και να κινούνται.
Δεν ήταν τέτοιος βέβαια ο Λόγος του Θεού ως άνθρωπος. Δεν ήταν
δεμένος
με το σώμα, αλλά μάλλον αυτός το συγκρατούσε· ώστε και μέσα σ’ αυτό
ήταν,
και σ’ όλα υπήρχε· και έξω από τα όντα ήταν και μόνο στον Πατέρα
αναπαυόταν.
Και το πιο σπουδαίο ήταν το εξής: και ως άνθρωπος ζούσε και ως Λόγος
έδινε
ζωή σ’ όλα αλλά και ως Υιος συνυπήρχε με τον Πατέρα. Γι’ αυτό, δεν
υπέφερε
στη γέννησή του από την Παρθένο· ούτε, όντας μέσα στο σώμα,
μολυνόταν,
αλλά το εξαγίαζε κι από πάνω. Διότι, αν και είναι μέσα σ’ όλα, δεν
παίρνει
απ’ όλα, αλλά, καλύτερα, όλα απ’ αυτόν λαμβάνουν τη ζωή και την
τροφή.
Όπως ο ήλιος, που είναι δημιούργημά του και τον βλέπουμε όλοι μας,
περιπολώντας στον ουρανό, δεν μολύνεται όταν έρχεται σε επαφή με τα
επίγεια
σώματα· ούτε το σκοτάδι τον εξαφανίζει αλλά μάλλον αυτός τα σώματα
αυτά
και τα φωτίζει και τα καθαρίζει. Πολύ περισσότερο, ο πανάγαθος Λόγος
του
Θεού, ο δημιουργός και κύριος του ήλιου, δεν μολύνονταν μέσα στο
σώμα ·
αλλά, όντας άφθαρτος, έδινε ζωή και στο θνητό σώμα που περιβλήθηκε
και
το καθάριζε· διότι λέει η Γραφή, «αυτός δεν έκαμε καμία αμαρτία,
ούτε βρέθηκε ποτέ στο στόμα του δόλος».
Όταν λοιπόν οι θεολόγοι λένε γι’ Αυτόν ότι τρώει, πίνει και
γεννιέται, γνώριζε
ότι το σώμα, βέβαια, σαν σώμα γεννιόταν και τρεφόταν με τις
κατάλληλες
τροφές· αυτός όμως ο Θεός Λόγος συνυπάρχει στο σώμα και διακοσμεί
τα πάντα· και με όσα έκαμε με το σώμα του αποδείκνυε ότι δεν ήταν
απλός
άνθρωπος αλλά Θεός Λόγος. Και αυτοί οι χαρακτηρισμοί λέγονται γι’
αυτόν,
επειδή το σώμα που τρώει, γεννιέται και υποφέρει, δεν ανήκει σε
κάποιον
άλλον αλλά ήταν του Κυρίου. Αφού όμως έγινε άνθρωπος, έπρεπε αυτοί
οι
χαρακτηρισμοί να του αποδίδονται όπως σε άνθρωπο, για να
τεκμηριώνεται ότι
έχει αληθινό και όχι φανταστικό σώμα.
Και όπως με αυτούς τους χαρακτηρισμούς γινόταν αντιληπτή η σωματική
του
παρουσία, παρόμοια με τα έργα του σώματος που έκανε, φανέρωνε τον
εαυτό
του ως Υιό του Θεού. Γι’ αυτό και έλεγε στους άπιστους Ιουδαίους:
«Εάν δεν
κάνω τα έργα του Πατέρα μου, μη με πιστεύετε· αν όμως τα κάνω, ακόμη
κι αν
δεν πιστεύετε σε μένα, πιστέψτε στα έργα μου· έτσι, θα μάθετε ότι ο
Πατέρας
είναι με μένα κι εγώ με τον Πατέρα».
Όπως, όντας αόρατος, τον γνώριζαν από τα δημιουργήματα, έτσι και με
το που
έγινε άνθρωπος, ενώ δεν φαίνεται στο σώμα, από τα έργα μπορεί να
γνωριστεί
ότι δεν είναι άνθρωπος αλλά η Δύναμη και ο Λόγος του Θεού, που τα
κάνει
όλα αυτά.
Η εντολή που έδινε στους δαίμονες και εκείνοι έφευγαν μακριά,
αποδεικνύει
ότι αυτό δεν είναι ανθρώπινο αλλά θεϊκό έργο. Ή, ποιός τον έβλεπε να
θεραπεύει τις ασθένειες των ανθρώπων, και πίστευε ακόμη ότι δεν
είναι Θεός;
Διότι καθάριζε λεπρούς, έκανε κουτσούς να περπατούν, άνοιγε τ’ αυτιά
των
κουφών, σε τυφλούς
χάριζε την όραση· και γενικά όλες τις ασθένειες και κάθε
είδους αδυναμία των ανθρώπων τη θεράπευε· απ’ όλ’ αυτά τα θαυμαστά
που
έκανε, και ο τυχόντας μπορούσε να αντιληφθεί τη θεϊκότητά του.
Ποιος πάλι, βλέποντάς τον να αναπληρώνει σε ορισμένους τις ελλείψεις
που
είχαν από τη γέννησή τους και ν’ ανοίγει τα ματια του εκ γενετής
τυφλού, δεν
θα αντιλαμβανόταν ότι η δημιουργία των ανθρώπων είναι στην εξουσία
του και
ότι αυτός είναι ο δημιουργός και πλάστης; Διότι αυτός που προσφέρει
στον
άνθρωπο ό,τι δεν είχε από τη γέννησή του, σίγουρα φαίνεται ότι αυτός
είναι
και ο Αίτιος της δημιουργίας των ανθρώπων.
Γι’ αυτό, και από την αρχή, όταν ήλθε σε μας, πλάθει για τον εαυτό
του σώμα
από την Παρθένο· έτσι παρέχει σε όλους σπουδαίο γνώρισμα της
θεότητάς του:
ότι αυτός που έκαμε αυτό το σώμα είναι και ο Δημιουργός των
υπολοίπων
σωμάτων. Διότι, ποιός αν έβλεπε να δημιουργείται σώμα μόνον από
παρθένο,
και όχι από άνδρα, δεν θα σκέφτεται ότι αυτός που παρουσιάζεται σ’
αυτό δεν
είναι ο πλάστης και κύριος και των άλλων σωμάτων;
Ποιος πάλι, όταν βλέπει ν’ αλλάζει η ουσία του νερού και να
μεταβάλλεται σε
κρασί, δεν θα πιστέψει ότι αυτός που το κάνει είναι ο Κύριος και
Δημιουργός
της σύστασης όλων των υδάτων; Για το λόγο αυτό, περπατούσε σαν
κυρίαρχος
πάνω στη θάλασσα, λες και βάδιζε στη γη· παρείχε έτσι σε όλους, όσοι
τον
έβλεπαν, απόδειξη της εξουσίας του πάνω σε όλα. Τρέφοντας πάλι με
λίγα
ψωμιά τόσο πολύ πλήθος και καλύπτοντας αυτός κάθε έλλειψη, ώστε
πέντε
χιλιάδες άνθρωποι να χορτάσουν από πέντε ψωμιά και να περισσέψουν
κιόλας,
αντιλαμβανόταν ο καθένας ότι αυτός είναι ο Κύριος που προνοεί για
όλα. |
|
19.
Ταύτα δε πάντα ποιείν τω Σωτήρι καλώς έχειν εδόκει, ίν επειδή
την εν τοις πάσιν αυτού πρόνοιαν ηγνόησαν οι άνθρωποι και ου
κατενόησαν την δια της κτίσεως αυτού θεότητα, καν εκ των δια του
σώματος έργων αυτού αναβλέψωσι, και έννοιαν λάβωσι δι αυτού της
εις τον Πατέρα γνώσεως, εκ των κατά μέρος την εις τα όλα αυτού
πρόνοιαν, ως προείπον, αναλογιζόμενοι.
Τις γαρ ιδών αυτού την κατά δαιμόνων εξουσίαν, ή τις ιδών τους
δαίμονας ομολογούντας είναι τούτων αυτόν Κύριον, έτι την διάνοιαν
αμφίβολον έξει, ει ούτός εστιν ο του Θεού Υιος και η Σοφία και η
Δύναμις;
Ουδέ γαρ την κτίσιν αυτήν σιωπήσαι πεποίηκεν, αλλά το γε
θαυμαστόν, και εν τω θανάτω, μάλλον δε εν αυτώ τω κατά του
θανάτου τροπαίω, λέγω δη τω σταυρώ, πάσα η κτίσις ωμολόγει τον
εν τω σώματι γνωριζόμενον και πάσχοντα ουχ απλώς είναι
άνθρωπον, αλλά Θεού Υιόν και Σωτήρα πάντων. Ό τε γαρ ήλιος
απεστράφη, και η γη εσείετο, και τα όρη ερρήγνυτο, πάντες
κατέπτησσον. Ταύτα δε τον μεν εν τω σταυρώ Χριστόν Θεόν
εδείκνυον, την δε κτίσιν πάσαν τούτου δούλην είναι, και μαρτυρούσαν
τω φόβω την του δεσπότου παρουσίαν. Ούτω μεν ουν ο Θεός Λόγος
δια των έργων εαυτόν ενεφάνιζε τοις ανθρώποις.
Ακόλουθον δ αν είη και το τέλος της εν σώματι διαγωγής και
περιπολήσεως αυτού διηγήσασθαι, και ειπείν και οποίος γέγονεν ο
του σώματος θάνατος· μάλιστα ότι το κεφάλαιον της πίστεως ημών
εστί τούτο, και πάντες απλώς άνθρωποι περί τούτου θρυλλούσιν· ίνα
γνώς ότι και εκ τούτου μάλλον ουδέν ήττον γινώσκεται Θεός ο
Χριστός και του Θεού Υιος. |
Και ο
Σωτήρας έκρινε καλό να τα κάνει όλα αυτά, ώστε οι άνθρωποι, επειδή
περιφρόνησαν την πρόνοιά του για όλα και δεν πίστεψαν στη θεότητά
του
μέσω της κτίσεως, να μετανοήσουν και να δουν έστω τα έργα που έκαμε
το
σώμα του· και έτσι, να οδηγηθούν μέσω αυτού στη γνώση του Πατέρα,
αναλογιζόμενοι, όπως είπα παραπάνω, τη φροντίδα του από τα επιμέρους
για όλα γενικά.
Διότι, ποιός βλέποντας την εξουσία που είχε πάνω στους δαίμονες ή τα
δαιμόνια να ομολογούν τη θεϊκή εξουσία που είχε σ’ αυτά, ακόμη θα
αμφιβάλλει αν αυτός είναι ο Υιος του Θεού, η Σοφία και η Δύναμή του;
Διότι και την ίδια την κτίση δεν την έπλασε να σιωπά· αλλά, και το
πιο
θαυμαστό, ακόμη και στο θάνατό του, ή καλύτερα στην νίκη που έστησε
ενάντια στο θάνατο –εννοώ το σταυρό του– όλη η κτίση ομολογούσε και
αναγνώριζε ότι αυτός που έπασχε στο σώμα δεν ήταν απλός άνθρωπος,
αλλά ο Υιος του Θεού και Σωτήρας όλων. Διότι, όταν ο ήλιος
σκοτείνιαζε,
η γη σείονταν και τα βουνά κόβονταν στα δύο, όλοι τρόμαζαν.
Όλα αυτά αποδείκνυαν ότι ο εσταυρωμένος ήταν ο Χριστός και Θεός και
ότι
όλη η κτίση είναι δούλη του· διότι φανέρωνε με το φόβο της την
παρουσία του κυρίου της. Έτσι λοιπόν με τα έργα του ο Θεός Λόγος
παρουσίαζε τον εαυτό του στους ανθρώπους.
Στη συνέχεια, θα πρέπει να διηγηθούμε και το τέλος της σωματικής του
παρουσίας και συναναστροφής· να πούμε τι είδους ήταν ο σωματικός του
θάνατος. Ιδιαίτερα μάλιστα, διότι ο θανατός του αποτελεί το
σπουδαιότερο
κεφάλαιο της πίστεώς μας· όλοι γενικά οι άνθρωποι γι’ αυτόν μιλούν.
Έτσι θα
γνωρίσεις ότι και από το θάνατό του δεν αποδεικνύεται ο Χριστός
λιγότερο
Θεός και Υιος του Θεού. |
|
20.
Τήν μεν ουν αιτίαν της σωματικής επιφανείας αυτού, ως οίόν τε ην,
εκ μέρους, και ως ημείς ηδυνήθημεν νοήσαι, προείπομεν, ότι ουκ άλλου
ην το φθαρτόν εις αφθαρσίαν μεταβαλείν, ει μη αυτού του Σωτήρος,
του και την αρχήν εξ ουκ όντων πεποιηκότος τα όλα· και ουκ άλλου
ην το κατ εικόνα πάλιν ανακτίσαι τοις ανθρώποις, ει μη της Εικόνος
του Πατρός· και ουκ άλλου ην το θνητόν αθάνατον αναστήσαι, ει μη
της Αυτοζωής ούσης του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού· και ουκ άλλου
ην περί Πατρός διδάξαι, και την ειδώλων καθαιρήσαι θρησκείαν, ει μη
του τα πάντα διακοσμούντος Λόγου, και μόνου του Πατρός όντος
Υιού μονογενούς αληθινού.
Επειδή δε και το οφειλόμενον παρά πάντων έδει λοιπόν αποδοθήναι·
ωφείλετο γαρ πάντως, ως προείπον, αποθανείν, δι ό μάλιστα και
επεδήμησε· τούτου ένεκεν μετά τας περί θεότητος αυτού εκ των έργων
αποδείξεις, ήδη λοιπόν και υπέρ πάντων την θυσίαν ανέφερεν, αντί
πάντων τον εαυτού ναόν εις θάνατον παραδιδούς, ίνα τους μεν
πάντας ανυπευθύνους και ελευθέρους της αρχαίας παραβάσεως
ποιήση· δείξη δε εαυτόν και θανάτου κρείττονα, απαρχήν της των
όλων αναστάσεως το ίδιον σώμα άφθαρτον επιδεικνύμενος.
Και μη τοι θαυμάσης ει πολλάκις τα αυτά περί των αυτών λέγομεν.
Επειδή γαρ περί της ευδοκίας του Θεού λαλούμεν, δια τούτο τον
αυτόν νουν δια πλειόνων ερμηνεύομεν, μη άρα τι παραλιμπάνειν
δόξωμεν, και έγκλημα γένηται ως ενδεώς ειρηκόσι· και γαρ βέλτιον
ταυτολογίας μέμψιν υποστήναι, ή παραλείψαί τι των οφειλόντων
γραφήναι.
Το μεν ουν σώμα, ως και αυτό κοινήν έχον τοις πάσι την ουσίαν σώμα
γαρ ην ανθρώπινον, ει και καινοτέρω θαύματι συνέστη εκ παρθένου
μόνης, όμως θνητόν ον κατά ακολουθίαν των ομοίων και απέθνησκε·
τη δε του Λόγου εις αυτό επιβάσει, ουκέτι κατά την ιδίαν φύσιν
εφθείρετο, αλλά δια τον ενοικήσαντα του Θεού Λόγον, εκτός εγίνετο
φθοράς.
Και συνέβαινεν αμφότερα εν ταυτώ γενέσθαι παραδόξως· ότι τε ο
πάντων θάνατος εν τω κυριακώ σώματι επληρούτο, και ο θάνατος και
η φθορά δια τον συνόντα Λόγον εξηφανίζετο. Θανάτου γαρ ην χρεία,
και θάνατον υπέρ πάντων έδει γενέσθαι, ίνα το παρά πάντων
οφειλόμενον γένηται.
Όθεν, ως προείπον, ο Λόγος, επεί ουχ οίόν τε ην αυτόν αποθανείν
αθάνατος γαρ ην, έλαβεν εαυτώ σώμα το δυνάμενον αποθανείν, ίνα
ως ίδιον αντί πάντων αυτό προσενέγκη, και ως αυτός υπέρ πάντων
πάσχων, δια την προς αυτό επίβασιν, "καταργήση τον το κράτος
έχοντα του θανάτου, τουτέστιν τον διάβολον· και απαλλάξη τούτους,
όσοι φόβω θανάτου δια παντός του ζήν ένοχοι ήσαν δουλείας". |
Είπαμε
ήδη παραπάνω μερικά, όσο ήταν δυνατόν και μπορούσαμε να
καταλάβουμε, για την αιτία της ενανθρώπησης του
Κυρίου· ότι δεν ήταν
δυνατόν άλλος εκτός από τον Σωτήρα, να μεταβάλλει το φθαρτό σε
άφθαρτο·
διότι αυτός εξαρχής τα έπλασε όλα από το μηδέν. Και δεν ήταν ικανός
άλλος
ν’ ανακαινίσει το κατ’ εικόνα στους ανθρώπους, παρά μόνον Αυτός που
ήταν
η Εικόνα του Πατέρα· ούτε άλλος μπορούσε να κάνει το θνητό αθάνατο
παρά
μόνον ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, που είναι η πηγή της ζωής· και
κανένας
άλλος δεν μπορούσε να διδάξει για τον Πατέρα και να καταργήσει τη
θρησκεία
των ειδώλων παρά μόνον ο Λόγος που προνοεί για όλα και είναι ο
αληθινά
μονογενής Υιος του Πατέρα.
Έπρεπε βέβαια και να ξεπληρωθεί το χρέος που όφειλαν όλοι.
Χρωστούσαν
όλοι, όπως προείπα, να πεθάνουν· περισσότερο για το λόγο αυτό ήλθε
στη γη·
και εξαιτίας αυτού, μετά τις αποδείξεις που παρείχε με τα έργα για
τη
θεότητά του, πρόσφερε τον εαυτό του θυσία για όλους· παρέδωσε τον
ναό του
σώματός του σε θάνατο για χάρη όλων ώστε να τους αφαιρέσει την
ευθύνη
και να τους ελευθερώσει από την παλιά παράβαση.
Ν’ αποδείξει, επίσης, ότι ο εαυτός του νικά το θάνατο και το άφθαρτο
σώμα του
θ’ αποτελέσει την αρχή της αναστάσεως όλων.
Και μην απορήσεις γιατί πολλές φορές λέμε τα ίδια για τα ίδια
πράγματα.
Επειδή μιλάμε για το σχέδιο της σωτηρίας του Θεού, γι’ αυτό εξηγούμε
με
περισσότερα λόγια την ίδια ιδέα· να μη φανεί ότι κάτι παραλείπουμε
και μας
κατηγορήσουν ότι δεν μιλήσαμε διεξοδικά. Είναι προτιμότερο να μας
πουν
ότι λέμε τα ίδια, παρά να παραλείψουμε κάτι απ’ αυτά που οφείλουμε
να
γράψουμε.
Το σώμα του Κυρίου λοιπόν, επειδή είχε την ίδια φύση με τα άλλα,
ήταν
ανθρώπινο σώμα· βέβαια, δημιουργήθηκε με το παρόδοξο θαύμα της
γέννησης από παρθένο· ήταν όμως θνητό και πέθαινε όπως και τα όμοιά
του.
Αλλά, με την ενοίκηση του Λόγου σ’ αυτό, δεν καταστρεφόταν σύμφωνα
με τη
φύση του· χάρη στο Λόγο του Θεού που το ενοικούσε, έμενε άφθαρτο.
Συνέβαινε το παράδοξο, να γίνονται ταυτόχρονα και τα δύο: από τη μια
η κοινή
μοίρα του θανάτου εκπληρωνόταν και στο σώμα του Κυρίου, κι από την
άλλη
εξαφανιζόταν η φθορά και ο θάνατος από το σώμα λόγω της παρουσίας
του
Λόγου. Ήταν αναγκαίος ο θάνατος και έπρεπε να συμβεί για το καλό
όλων,
για να σβήσει το κοινό χρέος τους.
Έτσι λοιπόν, όπως προείπα, επειδή ο Λόγος ήταν αθάνατος και δεν ήταν
δυνατό να πεθάνει, προσέλαβε σώμα ικανό να πεθάνει· έτσι ώστε να
προσφέρει
το δικό του σώμα αντί όλων και υποφέροντας, ως οικείος του σώματος,
αυτός για όλους «να καταργήσει αυτόν που είχε την εξουσία να
επιβάλλει το
θάνατο, δηλαδή το διάβολο· έτσι, ν’ απαλλάξει όλους όσοι από το φόβο
του
θανάτου ήταν αιχμάλωτοι σ’ όλη τους τη ζωή». |
|
21.
Αμέλει, του κοινού πάντων Σωτήρος αποθανόντος υπέρ ημών,
ουκέτι νυν ώσπερ πάλαι κατά την του νόμου απειλήν θανάτω
αποθνήσκομεν οι εν Χριστώ πιστοί· πέπαυται γαρ η τοιαύτη καταδίκη·
αλλά της φθοράς παυομένης και αφανιζομένης εν τη της αναστάσεως
χάριτι, λοιπόν κατά το του σώματος θνητόν διαλυόμεθα μόνον τω
χρόνω ον εκάστω ο Θεός ώρισεν, ίνα "κρείττονος αναστάσεως" τυχείν
δυνηθώμεν.
Δίκην γαρ των εν τη γη καταβαλλομένων σπερμάτων, ουκ
απολλύμεθα διαλυόμενοι, αλλ ως σπειρόμενοι αναστησόμεθα,
καταργηθέντος του θανάτου κατά την του Σωτήρος χάριν. Δια
τούτο γούν και ο μακάριος Παύλος εγγυητής της αναστάσεως πάσι
γενόμενός φησι· "Δεί το φθαρτόν τούτο ενδύσασθαι αφθαρσίαν, και το
θνητόν τούτο ενδύσασθαι αθανασίαν· όταν δε το θνητόν τούτο
ενδύσηται αθανασίαν, τότε γενήσεται ο λόγος ο γεγραμμένος·
κατεπόθη ο θάνατος εις νίκος. Πού σου, θάνατε, το κέντρον;"
Δια τι ουν, αν τις είποι, είπερ αναγκαίον ην αντί πάντων αυτόν
παραδούναι το σώμα θανάτω, ουχ ως άνθρωπος ιδίως απέθετο
τούτο, αλλά και μέχρι του σταυρωθήναι παρήλθεν; Εντίμως γαρ
μάλλον αυτόν έπρεπεν αποθέσθαι το σώμα, ήπερ μεθ ύβρεως τον
τοιούτον θάνατον υπομείναι.
Θέα δη πάλιν ει μη η τοιαύτη αντίθεσίς εστιν ανθρωπίνη· το δε υπό
του
Σωτήρος γενόμενον, θείον αληθώς και άξιον της αυτού θεότητος δια
πολλά· πρώτον μεν, ότι ο συμβαίνων τοις ανθρώποις θάνατος κατά
ασθένειαν της αυτών φύσεως αυτοίς παραγίνεται· ου δυνάμενοι γαρ
επί πολύ διαμένειν, τω χρόνω διαλύονται. Δια τούτο γαρ και νόσοι
τούτοις συμβαίνουσι, και εξασθενήσαντες αποθνήσκουσιν. Ο δε Κύριος
ουκ ασθενής, αλλά Θεού Δύναμις, και Θεού Λόγος εστί, και Αυτοζωή.
Ει μεν ουν ην ιδία που, και κατά την συνήθειαν των ανθρώπων
αποθέμενος το σώμα εν κλίνη, ενομίσθη αν και αυτός κατά την της
φύσεως ασθένειαν τούτο παθών, και μηδέν έχων πλέον των άλλων
ανθρώπων. Επειδή δε και Ζωή ην, και Θεού Λόγος, και έδει τον υπέρ
πάντων γενέσθαι θάνατον, δια τούτο ως μεν Ζωή και Δύναμις ων
συνίσχυεν εν αυτώ το σώμα·
ως δε οφείλοντος γενέσθαι του θανάτου, ουχ εαυτώ, αλλά παρ
ετέρων ελάμβανε την πρόφασιν του τελειώσαι την θυσίαν· επεί μηδέ
νοσείν έδει τον Κύριον, τον των άλλων τας νόσους θεραπεύοντα· αλλ
ουδέ εξασθενήσαι έδει πάλιν το σώμα, εν ω και τας των άλλων
ασθενείας ισχυροποιεί.
Δια τι ουν και τον θάνατον ώσπερ και το νοσείν ουκ εκώλυσεν; Ότι
δια τούτον έσχε το σώμα, και απρεπές ην κωλύσαι, ίνα μη και η
ανάστασις εμποδισθή· προηγήσασθαι μέντοι του θανάτου νόσον
απρεπές πάλιν ην, ίνα μη ασθένεια του εν τω σώματι νομισθή. Ουκ
επείνασεν ουν; Ναί επείνασε δια το ίδιον του σώματος, αλλ ου λιμώ
διεφθάρη, δια τον φορούντα αυτό Κύριον. Δια τούτο ει και απέθανε
δια το υπέρ πάντων λύτρον, αλλ ουκ είδε διαφθοράν. Ολόκληρον
γαρ ανέστη· επεί μηδέ άλλου τινός, αλλ αυτής της Ζωής ην το σώμα. |
Αφού,
λοιπόν, ο κοινός Σωτήρας όλων πέθανε για μας, τώρα πλέον οι πιστοί
στο Χριστό δεν πεθαίνουμε όπως παλιά σύμφωνα με την απειλή του
νόμου·
δεν ισχύει πια αυτού του είδους η καταδίκη. Επειδή με τη χάρη της
αναστάσεως σταματά και εξαφανίζεται η φθορά της φύσεώς μας, στο εξής
διαλυόμαστε μόνο στο θνητό στοιχείο του σώματος μας· κι αυτό για
λίγο καιρό,
όσο όρισε για τον καθέναν ο Θεός, ώστε να μπορέσουμε να πετύχουμε
"καλύτερη ανάσταση".
Διότι, όπως οι σπόροι που ρίχνουμε στο γη, έτσι κι εμείς δεν
χανόμαστε όταν
διαλυόμαστε στο χώμα, αλλά θ’ αναστηθούμε (καρπίσουμε) σαν το σπόρο·
διότι, χάρη στο Σωτήρα, καταργήθηκε ο θάνατος. Γι’ αυτό, λοιπόν, και
ο
τρισμακάριος απόστολος Παύ |