Νεστοριανικές προεκτάσεις άρνησης του όρου: "Θεοτόκος" *
Οι Οικουμενικές Σύνοδοι *
Το συνοδικό και ιεραρχικό πολίτευμα της Εκκλησίας ως χάρισμα
|
Ο όρος «Θεοτόκος» ως χριστολογική ομολογία πίστεως Απαντήσεις σε πλαστογραφίες και διαχρονικές προτεσταντικές δυσανεξίες κατά της Θεοτόκου, των Οικουμενικών Συνόδων και του Κυρίλλου Αλεξανδρείας Τού Papyrus 52 |
|

|
[με πράσινο χρώμα παραθέτουμε τους προτεσταντικούς ισχυρισμούς]
Με το κείμενό μας ανασκευάζουμε μια επιχειρηματολογία προτεσταντικής προέλευσης, η οποία επιχειρεί να παρουσιάσει την διδασκαλία της Εκκλησίας ως δήθεν «αλλοιωμένη», χρησιμοποιώντας για πρόσχημα την έντονη προσωπικότητα του Κυρίλλου Αλεξανδρείας ο οποίος ήταν γνωστός για την ισχυρογνωμοσύνη, την παρορμητικότητα και τον υπερβολικό ζήλο του. Ουσιαστικά ισχυρίζονται ότι ο μεγάλος αυτός θεολόγος της χριστολογίας[1], θα μπορούσε να «νοθεύσει» το δόγμα της Εκκλησίας(!) για να ικανοποιήσει προσωπικές φιλοδοξίες ή τον εγωισμό του, μια συκοφαντία που αγγίζει τα όρια του παραλόγου και φυσικά δεν τεκμηριώνεται από πουθενά… Το χειρότερο όμως είναι πως η κακοπιστία και η εμπάθεια δεν περιορίζονται στο πρόσωπο του Αγίου, αλλά κλιμακώνονται σε τέτοιο βαθμό, ώστε να χαρακτηρίζονται οι Οικουμενικές Σύνοδοι «διεφθαρμένες», αξιώνοντας μάλιστα από τους πιστούς να «ξεφορτωθούν» τη διδασκαλία τους!
1. Θεοτόκος: όχι «μαριολογία» αλλά χριστολογία Σχετικά με τον χριστολογικό όρο «Θεοτόκος», ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ένας από τους μεγαλύτερους Πατέρες της Εκκλησίας γράφει το 382 μ.Χ. στην βαρυσήμαντη πρώτη επιστολή του «Προς Κληδόνιον»: «Ουδέ γαρ τον άνθρωπον χωρίζομεν της θεότητος, αλλ’ ένα και τον αυτόν δογματίζομεν […] επί τέλει δε και άνθρωπον, προσληφθέντα υπέρ της σωτηρίας της ημετέρας […] ιν’ όλω ανθρώπω τω αυτώ και Θεώ όλος άνθρωπος αναπλασθή πεσών υπό την αμαρτίαν. Ει τις ού Θεοτόκον την αγίαν Μαρίαν υπολαμβάνει, χωρίς εστί της θεότητος»[2]. Και προσθέτει: «Το γαρ απρόσληπτον, αθεράπευτον· ό δε ήνωται τω Θεώ, τούτο και σώζεται»[3]. Διαβάζοντας αυτή την βαθιά θεολογία απορούμε με τους προτεστάντες πώς δεν έχουν κατανοήσει ακόμα ότι ο όρος «Θεοτόκος» δεν είναι «μαριολογία»[4] αλλά Χριστολογία και Σωτηριολογία. Σώζεται εκείνο το οποίο ενώνεται με το Θεό, και ό,τι δεν έχει ενωθεί μαζί Του δεν μπορεί να Σωθεί γι’ αυτό «αν κάποιος δεν παραδέχεται την αγία Μαρία ως Θεοτόκο, βρίσκεται μακριά από τον Θεό» μας λέει ο άγιος Γρηγόριος. Μετά από αυτά, παραθέτουμε τα παρακάτω από το προτεσταντικό κείμενο, ως απόδειξη βαθύτατης άγνοιας: «Τον 5ο αιώνα ένας Αιγύπτιος ιερέας δέχθηκε επίπληξη από τον Νεστόριο … επειδή περιέγραψε τη Μαρία τη μητέρα του Ιησού ως Θεοτόκο … Ακολούθησε ένας φαύλος πολιτικός αγώνας, από τον οποίο ο Κύριλλος βγήκε νικητής. Στη συνέχεια, αυτή η λέξη έγινε σύνθημα». Όπως θα δούμε, όλα αυτά είναι εκτός τόπου και χρόνου… Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος γράφει όσα προαναφέραμε πενήντα χρόνια πριν την Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου (431) και βλέπουμε ότι θεωρεί τον όρο «Θεοτόκος» ως αναπόσπαστο κομμάτι του χριστολογικού δόγματος, ως κριτήριο που διαχωρίζει την ορθοδοξία από την αίρεση. Όμως το προτεσταντικό κείμενο παραπλανά τους αναγνώστες του ότι ήταν τάχα ένα «πολιτικό σύνθημα» που επικράτησε κάπου «τον 5ο αιώνα» και μπορούμε άνετα να το… «ξεφορτωθούμε»! Μετά από αυτά, χρειάζεται άραγε να υπενθυμίσουμε την «εσκεμμένην διαστροφήν υπό των προτεσταντών του αληθούς νοήματος της εν τη Ορθοδοξία θέσεως της περί της Μητρός του Κυρίου αληθείας»[5];
2. Είναι ο όρος «Θεοτόκος» βιβλικός; Ως συνήθως, απορούμε ποια Βίβλο διαβάζουν όταν γράφουν: «Ένα είναι σίγουρο, από όλα αυτά. Η λέξη Θεοτόκος είναι μια τρομερή λέξη για να περιγράψει τη Μαρία. Από τους καρπούς του θα το γνωρίσετε. Δεν είναι βιβλικό.»
Η Εκκλησία πάντως που διαβάζει
προσεκτικά την Αγία Γραφή βλέπει καθαρά ότι η Μαρία είναι
Θεο-τόκος, διότι γέννησε κατά σάρκα τον Θεό: (Ματθ. 1,16) Μαρίας, εξ ης εγεννήθη Ιησούς ο λεγόμενος Χριστός. (Ματθ. 1,18) Του δε Ιησού Χριστού η γέννησις … της μητρός αυτού Μαρίας. (Ρωμ. 9,5) Χριστός το κατά σάρκα, ο ων επί πάντων Θεός.
Άραγε οι προτεστάντες δεν είδαν ποτέ ότι η Μαρία κυοφόρησε και γέννησε τον Χριστό, που είναι ο Θεός; Εφόσον η Γραφή λέει ότι η Μαρία τον Θεό γέννησε, γιατί παραβιάζουν την διδασκαλία της Καινής Διαθήκης και αρνούνται ότι είναι Θεο‑τόκος; Βεβαίως έχουν έτοιμη την δικαιολογία: Ισχυρίζονται πως όταν ακούνε τον όρο «Θεοτόκος», «ο νους» τους «ενστικτωδώς ενοχλείται [recoils]» διότι οδηγείται στην βλάσφημη «ιδέα ότι ο Θεός, που είναι άκτιστος, έχει μητέρα»! Όμως, αυτό δεν είναι πρόβλημα της Αγίας Γραφής αλλά δικό τους. Η Αγία Γραφή δεν λέει πουθενά ότι «ο άκτιστος Θεός έχει μητέρα»! Αντιθέτως, διαχωρίζει ξεκάθαρα ότι, «εν αρχή ην ο Λόγος … και Θεός ην ο Λόγος» (Ιω. 1,1), «πάντα δι’ Αυτού εγένετο» (Ιω. 1,3) και βεβαίως, «ο Λόγος σαρξ εγένετο» (Ιω. 1,14), «Χριστός το κατά σάρκα, ο ων επί πάντων Θεός» (Ρωμ. 9,5), «Μαρίας εξ ης εγεννήθη Ιησούς ο λεγόμενος Χριστός» (Ματθ. 1,16). Άρα, ούτε η Γραφή φταίει, ούτε η Εκκλησία, αλλά η εμμονή τους στην πλάνη και οι παρωπίδες που δεν θέλουν να βγάλουν…
3. Προτεσταντισμός και άγραφοι όροι: «δάσκαλε που δίδασκες» Όπως δείξαμε, τον όρο Θεο-τόκος τον επιβάλλει η ίδια η Αγία Γραφή επειδή τον περιγράφει ρητά. Εκτός κι αν κάποιος απορρίψει ως… πλαστά τα εδάφια Ματθ. 1,16-18 και Ρωμ. 9,5 (και πολλά άλλα ασφαλώς που τεκμηριώνουν τη θεότητα του Χριστού). Ας αφήσουν λοιπόν το τέχνασμα με τις «αυτούσιες» λέξεις με το οποίο ξεγελούν τους οπαδούς τους. Αλλά για να κατανοήσουμε καλύτερα πόσο πρόχειρο είναι το τέχνασμα περί λέξεων που «δεν είναι βιβλικές» και πρέπει να τις «ξεφορτωθούμε» [“get rid of it”], ας μας πει ο συντάκτης, ο τόσο «ευαίσθητος» με τις «αυτούσιες λέξεις»: Τον όρο «άκτιστος» [“uncreated” στο αγγλικό] που χρησιμοποιεί στο κείμενο του, σε ποιο σημείο της Αγίας Γραφής τον βρήκε; Τον όρο «ενσαρκωμένος» [“incarnate” στο αγγλικό] που επίσης χρησιμοποιεί, από ποιο βιβλικό χωρίο τον αντλεί; Από κανένα, είναι η απάντηση. Είναι όροι άγραφοι… Αυτό όμως δεν εμποδίζει τον συντάκτη να χρησιμοποιεί κατά βούληση άγραφους όρους και ταυτόχρονα να εμφανίζεται ως τιμητής και να εγκαλεί τους άλλους για «μή βιβλικούς όρους», που όμως δείξαμε ότι τους περιλαμβάνει και τους επιβάλλει η ίδια η Αγία Γραφή. Έχει ενδιαφέρον να δούμε τι έγραφε ακόμα και ο ιδρυτής τους, ο Μαρτίνος Λούθηρος, για την συνοδική επικύρωση του όρου «Θεοτόκος» (εδώ τα βασικά σημεία σε μετάφραση): «Η σύνοδος [=Γ΄ Οικουμενική, 431] δεν καθιέρωσε κάτι νέο στην πίστη αλλά μόνο υπερασπίστηκε την παλιά πίστη ενάντια στη νέα αντίληψη του Νεστορίου. Αυτό το άρθρο [περί της Θεοτόκου δηλ.] υπήρχε στην εκκλησία από την αρχή, δεν καθιερώθηκε πρόσφατα από τη σύνοδο, αλλά διατηρήθηκε μέσω του ευαγγελίου ή της Αγίας Γραφής. [κατόπιν παραθέτει αγιογραφικά εδάφια και καταλήγει] Αυτά τα [βιβλικά] κείμενα (είμαι πεπεισμένος) υποστηρίζουν αρκετά σταθερά ότι η Μαρία είναι η μητέρα του Θεού»[6]. Εάν τους διαψεύδει μέχρι και ο Λούθηρος, τι περισσότερο να πούμε εμείς;…
4. Μπορεί οποιαδήποτε εξουσία να υπαγορεύει το Δόγμα; Γράφει το εν λόγω κείμενο: «[…] στρατηγό ονόματι Μαρκιανό, ο οποίος συγκάλεσε τη σύνοδο της Χαλκηδόνας. Ωρα για εκδίκηση! […] φιλοδοξία λίγων απερίσκεπτων και άπληστων ανθρώπων […] [Το ‘Θεοτόκος’] έγινε μέρος του εκκλησιαστικού δόγματος μέσω μιας διεφθαρμένης συνόδου και μιας διαδικασίας δωροδοκίας και διαφθοράς» [a general named Marcian, who convened the council of Chalcedon. Payback time! […] the ambition of a few reckless and greedy people […] church dogma through a corrupt council and a process of bribery and corruption]
Βλέπουμε για μία ακόμη φορά το γνωστό προτεσταντικό τροπάριο… Τα δόγματα της Εκκλησίας «τα έφτιαξαν» τάχα οι αυτοκράτορες ή δημιουργήθηκαν για να εξυπηρετήσουν «ομάδες» και «συμφέροντα»… Θα ήμασταν πλούσιοι αν μας χάριζαν ένα ευρώ κάθε φορά που ακούγαμε έναν προτεστάντη να επαναλαμβάνει αυτά τα γελοία παραμύθια. Ας ξεκινήσουμε από τις συνόδους των οποίων απορρίφθηκε η δήθεν οικουμενικότητα τους, παρά το γεγονός ότι υποστηρίχθηκαν ακόμα και με διώξεις από αυτοκράτορες: 1) Η σύνοδος της Εφέσου (449), 2) Η σύνοδος της Ιέρειας (754), 3) Η ενωτική σύνοδος Φεράρας-Φλωρεντίας (1438-9)[7].
Η περίπτωση της συνόδου Φεράρας-Φλωρεντίας είναι ιδιαίτερα σημαντική, διότι αποδεικνύει πως ακόμα κι αν μετά από ακραίες συνθήκες πιέσεων, συμβεί έστω και μια πρώτη επικύρωση συνόδου, αυτό δεν σημαίνει τίποτα αν δεν γίνει καθολικά αποδεκτή. Γι’ αυτό, παρά το γεγονός ότι οι παρόντες Ορθόδοξοι υπέγραψαν τον Όρο της συνόδου (εκτός από τον Μάρκο Ευγενικό, τον επίσκοπο Εφέσου), μετά την επιστροφή της αποστολής, άρχισε ήδη η αναίρεση και η καταδίκη της από το σώμα της Εκκλησίας με απανωτές συνοδικές αποφάσεις[8].
Πέρα από αυτά όμως, αδιάψευστα ιστορικά στοιχεία καταδεικνύουν πόσο αυθαίρετες και αστήρικτες είναι οι προτεσταντικές θεωρίες περί πολιτικών ή εκκλησιαστικών ομάδων που δήθεν έχουν την δύναμη ανά πάσα στιγμή να «αλλοιώσουν» το δόγμα της Εκκλησίας για να υπηρετήσουν τα συμφέροντα τους: 1) Από πού προκύπτει ότι η εκκλησιαστική διδασκαλία μπορούσε να μεταβληθεί για να υπηρετήσει το συμφέρον κάποιων ισχυρών, όταν βλέπουμε ότι στις προσπάθειες του παντοδύναμου Μ. Κων/νου έστω να ειρηνεύσει με τους Αρειανιστές, η Εκκλησία δεν υποχώρησε, με αποτέλεσμα τις διώξεις Ορθοδόξων, μέγιστο παράδειγμα των οποίων αποτελεί η εξορία του Μ. Αθανασίου[9]; 2) Από πού προκύπτει ότι η εκκλησιαστική διδασκαλία μπορούσε να μεταβληθεί για να υπηρετήσει το συμφέρον κάποιων ισχυρών, όταν βλέπουμε ότι η Εκκλησία έμεινε ανυποχώρητη στις ανελέητες διώξεις των Αρειανιστών, οι οποίοι, επί βασιλείας των αιρετικών Κωνσταντίου και Βάλη, θέλησαν να εξαναγκάσουν με την βία τούς Ορθοδόξους να αποδεχτούν την αίρεση του Αρείου[10]; Ο αρειανισμός μάλιστα ήταν μία από τις ισχυρότερες πολιτικές και θρησκευτικές ομάδες που αρνούνταν λυσσαλέα το περιεχόμενο που αντιπροσωπεύει ο όρος «Θεοτόκος» και χρησιμοποίησαν κάθε είδους μέσο για να ανατρέψουν την διδασκαλία της Εκκλησίας αλλά απέτυχαν! 3) Από πού προκύπτει ότι η εκκλησιαστική διδασκαλία μπορούσε να μεταβληθεί για να υπηρετήσει το συμφέρον κάποιων ισχυρών, όταν βλέπουμε ότι η Εκκλησία έμεινε ανυποχώρητη στις ολοένα και πιο σκληρές διώξεις του ειδωλολάτρη αυτοκράτορα Ιουλιανού (361-363 μ.Χ.)[11]; 4) Από πού προκύπτει ότι η εκκλησιαστική διδασκαλία μπορούσε να μεταβληθεί για να υπηρετήσει το συμφέρον κάποιων ισχυρών, όταν βλέπουμε ότι η Εκκλησία έμεινε ανυποχώρητη σε όλες τις προσπάθειες συμβιβασμού της Ορθοδοξίας με τον μονοφυσιτισμό από τους αυτοκράτορες Βασιλίσκο, Ζήνωνα, Ηράκλειο, αλλά και τον Ιουστινιανό, που θέλησε να επιβάλλει το διάταγμα τού Αφθαρτοδοκητισμού[12]; 5) Από πού προκύπτει ότι η εκκλησιαστική διδασκαλία μπορούσε να μεταβληθεί για να υπηρετήσει το συμφέρον κάποιων ισχυρών, όταν βλέπουμε ότι η Εκκλησία έμεινε ανυποχώρητη στις διώξεις, στα βασανιστήρια και στα σφαγεία που επέβαλλαν στους Ορθοδόξους οι Εικονομάχοι για πάνω από έναν αιώνα[13]; 6) Από πού προκύπτει ότι η εκκλησιαστική διδασκαλία μπορούσε να μεταβληθεί για να υπηρετήσει το συμφέρον κάποιων ισχυρών, όταν βλέπουμε ότι η Εκκλησία έμεινε ανυποχώρητη στις προσπάθειες και τις διώξεις με σκοπό την ψευδο-ένωση με τούς Λατίνους[14];
Τα πράγματα λοιπόν είναι ξεκάθαρα: κατά καιρούς, διάφορες ομάδες εξουσίας κατέφυγαν συστηματικά σε κάθε αθέμιτο μέσο -από δωροδοκίες μέχρι βασανιστήρια- για να επιβληθούν. Οι προτεστάντες που καταφέρονται π.χ. κατά των ιερών εικόνων, μόνο δέος θα έπρεπε να νιώθουν για την ομολογία πίστεως της Εκκλησίας, που υπέμεινε επί έναν αιώνα διώξεις αλλά και σφαγές που θύμιζαν την εποχή του Διοκλητιανού, όμως δεν άλλαξε ούτε στο ελάχιστο τη διδασκαλία της[15]. Αν ευσταθούσε ο συκοφαντικός ισχυρισμός ότι οι πιέσεις μπορούσαν να διαμορφώσουν την διδασκαλία της Εκκλησίας, τότε οι Ορθόδοξοι θα έπρεπε να είχαν γίνει πρώτα αρειανιστές, μετά ειδωλολάτρες (επί Ιουλιανού), κατόπιν μονοφυσίτες, μετά εικονομάχοι και τέλος… ουνίτες! Αποδείχθηκε όμως ότι, κανένα πρόσωπο, κανένα συμφέρον, καμία δίωξη, καμία ομάδα πολιτική ή θρησκευτική, όσο ισχυρή κι αν ήταν, δεν μπόρεσαν να αλλοιώσουν την διδασκαλία της Εκκλησίας. Οι πιέσεις εξαντλούνταν σε αλλαγές προσώπων ή διοικητικές ανακατατάξεις, όπως όταν ο Κωνστάντιος επέβαλε τον Αρειανισμό στην Ανατολή και τοποθέτησε στα σημαντικότερα κέντρα της αυτοκρατορίας αρειανούς επισκόπους στη θέση των ορθοδόξων. Όμως, δεν μπόρεσε να επιβάλλει την παραμικρή αλλαγή στα δόγματα της Εκκλησίας. Όπως λοιπόν συνοψίζει ο εξέχων βυζαντινολόγος Deno J. Geanakoplos: «Όπως δείξαμε, ο αυτοκράτορας δεν ήταν ποτέ σε θέση να διεισδύσει με επιτυχία στον εσωτερικό πυρήνα της εκκλησίας, την πλέον πνευματική μορφή που σχετίζεται με το Δόγμα και τα (Ιερά) Μυστήρια»[16].
Όλα αυτά αποδεικνύουν για μία ακόμη φορά ότι τα περί «ισχυρών ομάδων» και «διεφθαρμένων Οικουμενικών Συνόδων» αποτελούν μια φτηνή χυδαιολογία κατά της Εκκλησίας…
5. Προτεσταντισμός και ηθική: «δάσκαλε που δίδασκες» (μέρος δεύτερο) Όμως, μια που ο συντάκτης εκδηλώνει μια τέτοια «ευαισθησία» περί της ηθικής των προσώπων, ας δούμε το πνεύμα του ιδρυτή και πνευματικού ηγέτη των Προτεσταντών, του Μαρτίνου Λούθηρου, τότε που θεώρησε ότι η «Επανάσταση των Χωρικών» (1524-25) έθετε σε κίνδυνο τη θρησκεία που επιδίωκε να δημιουργήσει: «Κάθε άνθρωπος, εις βάρος τού οποίου μπορεί να αποδειχθεί ότι είναι στασιαστής/υποκινητής εξέγερσης, βρίσκεται έξω από τον νόμο τού Θεού και της Αυτοκρατορίας, και έτσι, ο πρώτος που έχει τη δυνατότητα να τον σκοτώσει, πράττει καλώς. Διότι, αν ένας άνθρωπος είναι απροκάλυπτα επαναστάτης, κάθε άνθρωπος είναι δικαστής και δήμιός του, όπως ακριβώς όταν μια πυρκαγιά ξεκινά, ο πρώτος που τη σβήνει είναι και ο καλύτερος […] Γι’ αυτό, αφήστε όποιον μπορεί να χτυπήσει, να σκοτώσει και να μαχαιρώσει, στα κρυφά ή στα φανερά, έχοντας πάντα κατά νου πως τίποτε δεν μπορεί να είναι πιο φαρμακερό, επιζήμιο ή διαβολικό από έναν επαναστάτη»[17].
Και αν αναφέρουμε και τις προτροπές του Λούθηρου σε βία κατά των Εβραίων, το πράγμα γίνεται ακόμα χειρότερο: «Τι θα κάνουμε εμείς οι Χριστιανοί με ... τους Εβραίους; ... Θα σας δώσω την ειλικρινή μου συμβουλή: Πρώτον, να βάλουμε φωτιά στις συναγωγές ή τα σχολεία τους ... Δεύτερον, συμβουλεύω να ισοπεδωθούν και να καταστραφούν επίσης και τα σπίτια τους» (βλ. το έργο του, «On the Jews and their lies» [‘Για τους Εβραίους και τα ψέματά τους’], 1543)[18].
Φανταζόμαστε πως οι προτεστάντες θα αντιλαμβάνονται την ηθική βαρύτητα που έχουν αυτά τα κηρύγματα μίσους σε σχέση με άλλα ανθρώπινα πάθη. Εάν οι ανθρώπινες αδυναμίες μπορούν να αποτελέσουν άλλοθι για τον συντάκτη ώστε να παραβλέψει την σπουδαιότητα που είχαν οι θεολογικοί αγώνες τόσων αιώνων, φανταζόμαστε ότι η βία που αποτυπώνεται στα κείμενα του ιδρυτή του προτεσταντισμού, θα είναι ικανά να οδηγήσουν τους πιστούς μακριά από την θρησκεία που ίδρυσε… Εφόσον λοιπόν δεν τον εγκαταλείπουν, μήπως θα ήταν πιο ειλικρινές να μιλήσουμε όχι για επίδειξη «ευαισθησίας», αλλά για επίδειξη υποκρισίας; Οι προτεστάντες ούτως ή άλλως διαφωνούν με την Εκκλησία γι’ αυτό και έφυγαν από τα πρώην αδέλφια τους, τους παπικούς και έφτιαξαν δική τους ομάδα. Διαφωνούν διότι ανήκουν σε άλλο δόγμα, όχι επειδή είναι «καλοί» και «ηθικοί»… Απλώς θέλουν να καλύπτουν την εκ των προτέρων διαφωνία τους με ηθικοπλαστικά προσχήματα. Θα μας κοροϊδέψουν άραγε ότι το πρόβλημά τους είναι τάχα τα ανθρώπινα πάθη; Έλειψαν ποτέ τα πάθη αυτά από την Εκκλησία; Ήδη από την Καινή Διαθήκη διαπιστώνουμε ότι οι ανθρώπινες αδυναμίες είναι παρούσες ακόμα και στον αποστολικό κύκλο και εκδηλώνονται ως ανταγωνισμός για την πρωτοκαθεδρία (Λουκ. 22,24 ~ Μάρκ. 10,35-37), ζηλωτισμός (Λουκ. 9,54-55), προσωπολατρία (Α΄ Κορ. 1,12-13), εντάσεις και συγκρούσεις (Πράξ. 15,38-40 ~ Γαλ. 2,11‑13), φιλαρχία και αλαζονεία (Γ΄ Ιω. 1,9).
Η αλήθεια αυτή ισχύει για κάθε κτιστό άνθρωπο που πέρασε από την επίγεια ζωή: «εάν είπωμεν ότι αμαρτίαν ουκ έχομεν, εαυτούς πλανώμεν και η αλήθεια ουκ έστιν εν ημίν» (Α' Ιωάν. 1,8). Κατά συνέπεια, η αμαρτία ως κοινή μοίρα όλων των ανθρώπων, δεν αποτελεί άλλοθι για να καταδικάσουν κάποιοι τη διδασκαλία της Εκκλησίας. Αν ήταν έτσι θα απορρίπταμε και την Καινή Διαθήκη. Οι προτεσταντικοί ισχυρισμοί για την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο θα έπρεπε να βασίζονται σε αδιάσειστα ιστορικά τεκμήρια, επειδή όμως δεν υπάρχουν, καταφεύγουν στον λαϊκισμό.
6. Συνοπτικό Χρονικό της Γ΄ Οικουμενικής: από την πρόκληση του Νεστορίου στην Ειρήνευση των Διαλλαγών (428-433) Για να κατανοήσουμε το μέγεθος της προτεσταντικής κακοπιστίας, θα δούμε συνοπτικά όλα τα δραματικά γεγονότα από τη βλασφημία του Νεστορίου μέχρι την τελική ομόφωνη δογματική διατύπωση της Εκκλησίας.
6.1 Η Έναρξη της Έριδας (έτος 428) Όλη η διαμάχη ξεκινά όταν ο Νεστόριος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, κηρύττει κατά του όρου «Θεοτόκος». Ουσιαστικά, ο στενός συνεργάτης και σύμβουλος του Νεστορίου, ιερέας Αναστάσιος, κήρυξε ότι η Μαρία δεν πρέπει να αποκαλείται Θεοτόκος, διότι ήταν άνθρωπος και είναι αδύνατον άνθρωπος να γεννήσει Θεό. Ο Νεστόριος κάλυψε τον συνεργάτη του και υιοθέτησε τη θέση αυτή με χρήση του όρου «Χριστοτόκος», υποστηρίζοντας πως η Παναγία γέννησε μόνο τον άνθρωπο Χριστό και όχι τον Θεό[19]. Αυτή η διδασκαλία προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις, με τον Κύριλλο Αλεξανδρείας να την χαρακτηρίζει ως «σκάνδαλον οικουμενικόν»[20].
6.2 Η Πρώτη Αντίδραση του Κυρίλλου Αρχικά, ο Κύριλλος επιλέγει μια ήπια προσέγγιση απευθύνοντας δι’ επιστολής παράκληση στον Νεστόριο και ζητώντας του «να επανορθώση τας απόψεις του» ενώ ταυτόχρονα, στην Πασχάλια Επιστολή 17 του έτους 429 «εξεφράσθη κατά των απόψεων τούτου χωρίς να τον ονομάση»[21]. Επίσης έγραψε «μακράν εγκύκλιον επιστολήν ‘προς τους εν Αιγύπτω μοναχούς’, ανασκευάζων την ετεροδιδασκαλίαν του Νεστορίου και παρέχων την ορθόδοξον έννοιαν του ορού ‘Θεοτόκος’»[22]. Ακολούθησε ανταλλαγή επιστολών με τον Νεστόριο σε μια προσπάθεια θεολογικού διαλόγου και νουθεσίας, χωρίς όμως αποτέλεσμα[23].
6.3 Διεθνοποίηση και Καταδίκη από τη Ρώμη Βλέποντας την εμμονή και τις αλαζονικές απαντήσεις του Νεστορίου, ο Κύριλλος ενημερώνει τον Πάπα Κελεστίνο για την κατάσταση[24]. Ο Κελεστίνος συγκαλεί σύνοδο στη Ρώμη τον Αύγουστο του 430, η οποία καταδικάζει τον Νεστόριο και εξουσιοδοτεί τον Κύριλλο να εφαρμόσει την απόφαση[25]. Ταυτόχρονα ο Κύριλλος ενημέρωσε για τα γεγονότα «πολλούς επισκόπους της Ανατολικής διοικήσεως και μάλιστα τον Αντιόχειας Ιωάννη»[26].
6.4 Τα «12 Κεφάλαια» και η Σύγκληση της Συνόδου Ο Ιωάννης αρχικά έδειξε να κατανοεί τον Κύριλλο, αλλά η διάθεσή του άλλαξε, όταν τον Νοέμβριο του 430 έλαβε την Γ΄ κυρίλλεια προς Νεστόριο Επιστολή που περιείχε τα 12 Κεφάλαια (αναθεματισμούς), τα οποία θα όφειλαν και οι Ανατολικοί-Αντιοχειανοί να δεχθούν[27]. Τότε, κυρίως για λόγους γοήτρου, οι Ανατολικοί αρνήθηκαν να συμφωνήσουν και αντ’ αυτού άσκησαν κριτική ότι στα «12 Κεφάλαια» του Κυρίλλου υπήρχε κρυμμένος Απολλιναρισμός και Μονοφυσιτισμός[28]. Αυτό όξυνε περαιτέρω την κατάσταση και ο Αυτοκράτορας Θεοδόσιος Β΄ «δέχθηκε εισηγήσεις και στις 19 Σεπτεμβρίου του 430 υπέγραψε ‘θείον Γράμμα’, με το οποίο καλούσε ανά τρεις επισκόπους από κάθε επαρχία σε Σύνοδο στην Έφεσο, για τις 7 Ιουνίου του 431 (ημέρα της Πεντηκοστής)» με σκοπό την επίλυση της διαφοράς[29].
6.5 Η αυτοκρατορική εύνοια υπέρ του Νεστορίου και η προκατάληψη κατά του Κυρίλλου Ένας καθοριστικός παράγοντας που υπονόμευσε την ομαλή διεξαγωγή της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου ήταν ο άστοχος παρεμβατισμός του Αυτοκράτορα. Ωστόσο, το προτεσταντικό κείμενο επιλέγει σκόπιμα να αγνοήσει αυτόν τον παράγοντα, διότι η απόκρυψη των ευθυνών του Αυτοκράτορα εξυπηρετεί τον τελικό του στόχο, να ενοχοποιήσει ευκολότερα τον Κύριλλο ως τη δήθεν βασική αιτία των εντάσεων. Όμως ο Κύριλλος βρισκόταν εξαρχής σε δυσμενή θέση διότι, «ο Νεστόριος, νέος κληρικός, ευπαίδευτος, επιμελής, ευφραδής, ευπρεπής εις τον βίον, αλλά και ισχυρογνώμων, ανελθών εις τον θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως το 428, εντυπωσίασεν από της πρώτης στιγμής τον λαόν της πρωτευούσης με τα κηρύγματα και την δράσιν του, απέκτησε δε και την εύνοιαν της αυλής»[30]. «Ο αυτοκράτωρ Θεοδόσιος Β΄, επηρεασμένος εκ της παλαιάς διενέξεως του πατριάρχου Αλεξανδρείας μετά του επάρχου [στα θλιβερά γεγονότα της Υπατίας] και εκ της φιλίας του με τον Νεστόριον, είχε την εντύπωσιν ότι ο Κύριλλος προεκάλει αναταραχήν με την επεμβασίν του»[31]. Ταυτόχρονα, ο αυτοκράτορας κίνησε την διαδικασία της Συνόδου με κάποια υστεροβουλία διότι ως «θαυμαστής του Νεστορίου» απέβλεπε «στην τιμωρία ή τουλάχιστον στην ταπείνωση του Κυρίλλου διά της αθωώσεως κυρίως του Νεστορίου. Τών διαθέσεων αυτών ασφαλώς ήταν ενήμερος ο Κύριλλος, αλλά ούτε μπορούσε ούτε ήθελε ν’ αποτρέψει την Σύνοδο, αφού είχε χαρακτηρίσει την κακοδοξία του Νεστορίου ‘σκάνδαλον οικουμενικόν’»[32]. Εκτός όλων αυτών, ο αυτοκράτορας είχε ενημέρωση «μόνον εκ των αναφορών της μίας πλευράς, διότι ο Κανδιδιανός [αξιωματούχος του παλατιού] ημπόδιζε την μεταφοράν επιστολών του Κυρίλλου εις Κωνσταντινούπολιν»[33].
6.6 Έναρξη εργασιών και καθαίρεση του Νεστορίου (22 Ιουνίου 431) Η έναρξη της Συνόδου υπό τον Κύριλλο είχε οριστεί για τις 7 Ιουνίου, όμως μετατέθηκε στις 22 Ιουνίου λόγω της καθυστέρησης των Ανατολικών επισκόπων οι οποίοι ειδοποίησαν ότι θα καθυστερήσουν κι άλλο και ζητούσαν να γίνει η έναρξη στις 26 Ιουνίου. Ο προεδρεύων Κύριλλος απορρίπτει την αναβολή που ζητούσαν οι Ανατολικοί και ο αυτοκρατορικός εκπρόσωπος και αποφασίζει να ξεκινήσει άμεσα τις εργασίες της Συνόδου[34]. Η Σύνοδος διαπιστώνει την διαφωνία του Νεστορίου με το Σύμβολο της Νίκαιας και αποφάσισε την ερήμην καθαίρεσή του, γεγονός που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από τους Ανατολικούς και τον αυτοκράτορα[35].
6.7 Η αντίπαλη Σύνοδος των Ανατολικών (26/27 Ιουνίου 431) Ο Ιωάννης Αντιοχείας φτάνει καθυστερημένος στην Έφεσο, αρνείται να συμμετάσχει στη Σύνοδο του Κυρίλλου και με τους Ανατολικούς συγκροτεί δική του σύνοδο η οποία προχωρά στην καθαίρεση του Κυρίλλου και κατηγορεί την Σύνοδο υπό τον Κύριλλο για «απολιναριστικές και αρειανικές αποκλίσεις». Η ενέργεια αυτή, που οδήγησε στη δημιουργία δύο αντίπαλων παρατάξεων, δεν οφειλόταν σε δογματική ταύτιση των Ανατολικών με τον Νεστόριο ‑καθώς οι περισσότεροι, με επικεφαλής τον Ιωάννη, αποδέχονταν τον όρο ‘Θεοτόκος’- αλλά κυρίως στην παραπληροφόρηση που υπέστησαν από τον ίδιο τον Νεστόριο και τον αυτοκρατορικό απεσταλμένο, οι οποίοι τους εξωθούσαν στα άκρα[36].
6.8 Οι εκπρόσωποι της Ρώμης (Ιούλιος 431) Αργότερα κατέφθασαν (9 Ιουλίου) και οι απεσταλμένοι της συνόδου της Ρώμης, που την επομένη συνεδρίασαν με τους περί τον Κύριλλο και στις 11 Ιουλίου υπέγραψαν τις αποφάσεις της Συνόδου χωρίς συζήτηση, μόνο μετά την ανάγνωση των αποφάσεων (της καταδίκης τού Νεστορίου κυρίως). Ταυτόχρονα, κήρυξαν (16-17 Ιουλίου) σε ακοινωνησία τους Ιωάννη Αντιοχείας και 33 Ανατολικούς επισκόπους[37].
6.9 Ο Αυτοκρατορικός εκβιασμός (Αύγουστος-Σεπτέμβριος 431) [και η προτεσταντική απάτη] Ο Αυτοκράτορας, σε μία ασφαλώς αντικανονική ενέργεια κατά την οποία επικύρωσε τις αποφάσεις δύο αντίπαλων ομάδων σαν να ήταν απόφαση μίας και μόνο συνόδου, αποδέχτηκε τις καθαιρέσεις και των δύο πλευρών (Νεστορίου, Κυρίλλου, Μέμνονος[=επίσκοπος Εφέσου, συνεργάτης του Κυρίλλου]), τους έθεσε υπό περιορισμό και φυλάκιση(!) μέσω του Κόμη Ιωάννη, με σκοπό να εκβιάσει έναν συμβιβασμό[38]. Σε αυτή τη δύσκολη θέση, ο Κύριλλος φέρεται να χρησιμοποίησε το τέχνασμα των δωροδοκιών προς μέλη της αυλής για να μεταστρέψει -και το κατάφερε- το εναντίον του κλίμα[39]. Ακριβώς σε αυτό το σημείο αποκαλύπτεται ο δόλος του προτεσταντικού κειμένου. Σπεύδει να προβάλει -με τρόπο εντέχνως ενοχοποιητικό- την επιστολή με τη λίστα των «δώρων», υπονοώντας ότι «κάπως έτσι» καθιερώθηκε ο όρος «Θεοτόκος»(!) και αποσιωπά ότι ο Κύριλλος επιστράτευσε την αποστολή δώρων ως έσχατο μέσο άμυνας σε μια στιγμή διωγμού. Επίσης, αποκρύπτει ότι παρά το γεγονός της οριστικής απομάκρυνσης του Νεστορίου και της απελευθέρωσης του Κυρίλλου (ο οποίος έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από το ποίμνιο του) τελικά ο αυτοκράτορας απέτυχε να επιβάλλει οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών[40]. Τέλος, αποσιωπά επιδεικτικά και το τελικό αποτέλεσμα, ότι δηλ. κατά το επόμενο διάστημα, ο Ιωάννης Αντιοχείας με τον Κύριλλο, οι δύο ηγετικές μορφές των αντίπαλων πλευρών, με εκτενή θεολογικό διάλογο που κράτησε μέχρι το 433, έφτασαν κατόπιν αμοιβαίων υποχωρήσεων σε μια αβίαστη ειρήνευση της Εκκλησίας και στην καθολική αναγνώριση της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Αυτά, έγιναν δεκτά από όλους και ανακοινώθηκαν με επιστολές σε όλη την Ορθόδοξη Οικουμένη με χαρμόσυνες διατυπώσεις όπως: «Κεκράτηκεν η ευσέβεια και απίτω πας ο του διαβόλου φθόνος […] Δεξώμεθα τοιγαρούν περιχαρώς την της ευσεβούς ομολογίας συμφωνίαν και μετ’ αυτής την επ’ αυτήι της εκκλησίας ειρήνην»[41].
Αυτά όμως έχουν εξαφανιστεί από το προτεσταντικό κείμενο, το οποίο χρησιμοποιεί τεχνικές προπαγάνδας ώστε παρουσιάζοντας με στρεβλό τρόπο κάποια πραγματικά στοιχεία, να κατασκευάσει τελικά ένα ιστορικό ψεύδος…
6.10 Διαπραγματεύσεις για ειρήνη και η «Έκθεση των Διαλλαγών» (Απρίλιος 433) Κατά συνέπεια, μετά από τις εντάσεις, ακολούθησε μια μακρά περίοδος διαβουλεύσεων, με τον επίσκοπο Εμέσης Παύλο να αναλαμβάνει ρόλο μεσολαβητή μεταξύ Αλεξάνδρειας και Αντιόχειας[42]. Ο Κύριλλος, δείχνοντας διαλλακτικότητα, δέχεται να μην επιμείνει στους δικούς του θεολογικούς όρους χάριν της ειρήνης, ανοίγοντας τον δρόμο για τη συμφιλίωση[43]. Η διαδικασία ολοκληρώνεται με την αποδοχή από τον Ιωάννη Αντιοχείας της καταδίκης του Νεστορίου και την αποδοχή από τον Κύριλλο της Ομολογίας Πίστεως των Ανατολικών. Η ειρήνη επισφραγίζεται με την επιστολή «Κυρίλλου επισκόπου Αλεξανδρείας προς Ιωάννην»: «Κυρίωι μου αγαπητώι αδελφώι και συλλειτουργώι Ιωάννη, Κύριλλος εν κυρίωι χαίρειν. Ευφραινέσθωσαν οι ουρανοί και αγαλλιάσθω η γη, λέλυται γαρ το μεσότοιχον του φραγμού και πέπαυται το λυπούν…»[44]. Η «Έκθεση πίστεως των Διαλλαγών» που «κατέστη ο επίσημος δογματικός ‘όρος’ της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου»[45], υπήρξε προϊόν ελεύθερης βούλησης και θεολογικής σύγκλισης, με στόχο την ενότητα της Εκκλησίας και σε καμία περίπτωση «πολιτική νίκη της μίας πλευράς με φαύλες μεθόδους» όπως ψευδώς λοιδορεί το προτεσταντικό κείμενο.
7. Η Διαλλακτικότητα και το Εκκλησιαστικό Φρόνημα του Κυρίλλου Αλεξανδρείας: καταρρίπτοντας τον προτεσταντικό μύθο του «φιλόδοξου αριβίστα» Ας προχωρήσουμε τώρα σε κάποια σημαντικά ιστορικά τεκμήρια που μαρτυρούν το γνήσιο εκκλησιαστικό φρόνημα του Κυρίλλου Αλεξανδρείας και διαψεύδουν την προσπάθεια των προτεσταντών να αμαυρώσουν τη μνήμη του παρουσιάζοντας τον ως κάποιον που θα έκανε τα πάντα για την προσωπική του επικράτηση. Η προσεκτική μελέτη των πηγών δείχνει καθαρά ότι διέθετε τη δύναμη να υπερβαίνει τις αδυναμίες του χαρακτήρα του μπροστά στο υπέρτατο διακύβευμα της θεολογικής Αλήθειας και της ενότητας του εκκλησιαστικού σώματος.
7.1 Η πρώτη ήπια προσέγγιση προς τον Νεστόριο Σύμφωνα με τις ακραίες θέσεις του προτεσταντικού κειμένου, «η λέξη, Θεοτόκος, ήταν το εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε» από τον Κύριλλο σε μια «προσπάθεια υπεροχής».
Είναι δεδομένο όμως ότι οι απόψεις αυτές δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα διότι εδώ γεννάται ένα εύλογο ερώτημα: Ποια συμπεριφορά θα αναμέναμε από έναν άνθρωπο που, κατά τους κατηγόρους του, κυριαρχείται από τη δίψα για εξουσία και τη ματαιοδοξία της επιβολής; Δεν θα έβλεπε το σφάλμα του Νεστορίου ως μια ευκαιρία για άμεση ρήξη, αδιαφορώντας για κάθε περιθώριο διαλόγου; Όμως, τι κάνει τελικά ο Κύριλλος; Το ακριβώς αντίθετο. Στέλνει μια ήπια επιστολή, όπου προσφωνεί τον Νεστόριο: «Τω ευλαβεστάτω και θεοφιλεστάτω επισκόπω συλλειτουργώ Νεστορίω»[46]! Όπως γράφει ο καθ. Παναγιώτης Χρήστου: «Η διδασκαλία αυτή, γνωσθείσα εις την Αλεξάνδρειαν διά των μονίμων αντιπροσώπων του Αλεξανδρείας εις την πρωτεύουσαν, εκίνησε την αντίδρασιν του Κυρίλλου, η οποία κατ' αρχάς ήτο ήπια, μολονότι ήδη υπήρχε μεταξύ των δύο πατριαρχών παρεξήγησις λόγω καταφυγής Αιγυπτίων μοναχών εις την Κωνσταντινούπολιν»[47]. Και όπως σημειώνει ο καθ. Ιωάννης Καρμίρης, στην πρώτη επιστολή του προς τον Νεστόριο, ο Κύριλλος τον καλούσε «φιλαδέλφως» να επανορθώσει τη διδασκαλία του «ίνα παύση σκάνδαλον οικουμενικόν»[48]. Αν λοιπόν ο Νεστόριος απαντούσε ότι απλώς παρεξηγήθηκαν τα λόγια του, το όλο ζήτημα θα έληγε εκεί και θα χανόταν η υποτιθέμενη «ευκαιρία» του Κυρίλλου… Κατά συνέπεια, έχουμε την ιστορική απόδειξη ότι ο Κύριλλος δεν επεδίωκε την ρήξη. Αν ήταν διαφορετικά, ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, ένα χριστολογικό «οικουμενικό σκάνδαλο» θα αποτελούσε για έναν «αριβίστα» μοναδική ευκαιρία για σύγκρουση. Ας κρίνουν λοιπόν οι αναγνώστες τις ακρότητες του προτεσταντικού κειμένου που επιδιώκει να σκιαγραφήσει τον Κύριλλο Αλεξανδρείας ως κάποιον που «ψάχνει ευκαιρία να επιτεθεί», όμως η πραγματικότητα δείχνει ότι παρά την θεολογική κρισιμότητα του ζητήματος, εκείνος αναλώνεται απλώς σε προσπάθειες νουθεσίας…
7.2 Ο όρος «Θεοτόκος» στην Κυρίλλεια Χριστολογία προ Nεστοριανισμού Και συνεχίζουμε την αποδόμηση του προτεσταντικού κειμένου, που χαρακτηρίζει τον όρο «Θεοτόκος» ως «εργαλείο» που χρησιμοποιήθηκε για να «βλάψει» ο Κύριλλος τους «αντιπάλους» του.
Όπως είπαμε, «το 428 ξέσπασε το ‘οικουμενικόν σκάνδαλον’ με την άρνηση του όρου Θεοτόκος από τον Νεστόριο»[49]. Ο Κύριλλος Αλεξανδρείας όμως χρησιμοποιούσε ήδη τον όρο «Θεοτόκος» στο υπόμνημα του στον προφήτη Ησαΐα που γράφτηκε κάπου «μεταξύ 412 και 418»[50]. Εκεί έγραφε: «Ότι μακάριος Γαβριήλ εκκαλύπτων τη αγία και Θεοτόκω παρθένω το μυστήριον»[51].
Μάλιστα, στο κείμενο αυτό χρησιμοποιεί και τον δικό του, κατ' εξοχήν δογματικό, χριστολογικό όρο, «ισοκλεής»[52](=ισόδοξος, ίσος στη δόξα), τον οποίο αξιοποιεί κατ’ επανάληψη σε έργα του που γράφτηκαν πριν το 428, ώστε να περιγράψει ακριβώς την θεότητα του ενσαρκωμένου Χριστού ο οποίος είναι Θεός αληθινός, ίσος με τον Πατέρα: «Εν τω Χριστώ πάντες ζωοποιηθήσονται […] ισουργείν δύνασθαι τω Θεω, ισοκλεής πάντως που και έτερον ουδέν είη αν ή Θεός»[53].
Συνεπώς, καταρρίπτεται ο προτεσταντικός ισχυρισμός ότι ο Κύριλλος υιοθέτησε τον όρο «Θεοτόκος» με στόχο την έναρξη «πολιτικού αγώνα». Ο όρος αυτός ήταν ήδη καθιερωμένος στα έργα του πριν από την έναρξη της νεστοριανής έριδας (428) και αποτελούσε οργανικό μέρος της θεολογικής του διδασκαλίας όντας άρρηκτα συνδεδεμένος με τη Χριστολογία και τη Σωτηριολογία της Εκκλησίας. Άλλωστε ήδη καταγράψαμε την βιβλική θεμελίωση του όρου «Θεοτόκος» (Ματθ. 1,16-18 & Ρωμ. 9,5) αλλά και ο Ιγνάτιος Αντιοχείας που μιλά για τον «Χριστόν τον θεόν», «γεγεννημένον αληθώς εκ Παρθένου» (επιστολή «προς Σμυρναίους» 1,1) αποδεικνύει την αποστολικότητα της διδασκαλίας. Αυτούσιο τον όρο «Θεοτόκος» χρησιμοποιεί ο Γρηγόριος ο Θαυματουργός (213-270)[54], ενώ ήδη παρουσιάσαμε την βαρύτητα που απέδιδε στον όρο ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος.
Αξίζει μάλιστα να προσθέσουμε και μια
σημαντική εξωχριστιανική μαρτυρία, από τον ειδωλολάτρη
αυτοκράτορα Ιουλιανό(!) που έμμεσα τεκμηριώνει την τιμητική
θέση που είχε η Θεοτόκος στην Χριστιανική κοινότητα 70
ολόκληρα χρόνια πριν τον νεστοριανισμό, γράφοντας: «Θεοτόκον
δε υμείς ου παύεσθε Μαρίαν καλούντες» (‘Κατά
Γαλιλαίων’, 262d). Οπότε, τα ιστορικά στοιχεία δείχνουν ότι ο όρος «Θεοτόκος» -είτε κατά λέξη, είτε κατά έννοια- ήταν ήδη καθιερωμένος πολύ πριν εμφανιστεί ο Νεστοριανισμός[55], κατά συνέπεια το μόνο που έκανε ο Κύριλλος Αλεξανδρείας ήταν να υπερασπιστεί έναν ήδη καθιερωμένο δογματικό όρο. Ο ίδιος μάλιστα το σημειώνει καθαρά, ότι πρόκειται για όρο Αγιογραφικό και Πατερικό: «Περί δε της Θεοτόκου Παρθένου όπως και φρονούμεν, και λέγομεν, του τε τρόπου της ενανθρωπήσεως, του μονογενούς Υιού του Θεού, αναγκαίως, ουκ εν προσθήκης μέρει, αλλ’ εν πληροφορίας είδει, ως άνωθεν εκ τε των θείων Γραφών εκ τε της παραδόσεως των αγίων Πατέρων παρειληφότες εσχήκαμεν»[56]. Κατά τα άλλα, το προτεσταντικό κείμενο μιλάει για ένα «σύνθημα» του «5ου αιώνα» που μπορούμε να «ξεφορτωθούμε»…
7.3 Η δημοσίως εκφρασμένη μεταμέλεια με την αναγνώριση του κύρους του Χρυσοστόμου Όπως γνωρίζουμε, ο Κύριλλος Αλεξανδρείας είχε υποστηρίξει τον θείο του Θεόφιλο Αλεξανδρείας στην δίωξη του Ιωάννη του Χρυσοστόμου, όμως στον αγώνα κατά του Νεστορίου ξεπέρασε τις παλαιές διαφορές και την επιρροή του θείου του, δείχνοντας εκκλησιαστικό φρόνημα και τελικά «κατά συνεδρίαν της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου τον συνηρίθμησε [τον Χρυσόστομο] μετά των Πατέρων και εχρησιμοποίησε γνώμας του»[57]. Έτσι, «στον ‘προσφωνητικό ταις βασιλίσσαις’ καταχωρίζει και ‘χρήση’ του Ιωάννη μαζί με των άλλων πατέρων, και προς ‘τους της Κωνσταντινουπόλεως κληρικούς’ γράφοντας καταλογίζει στο Νεστόριο αναίδεια που παραγνώριζε δήθεν το έργο και την προσφορά του Χρυσοστόμου»[58]. Αυτό δείχνει ασφαλώς «αλλαγή στάσεως κι εκτίμηση στην θεολογική σκέψη του Χρυσοστόμου»[59]. Πάνω απ’ όλα όμως, αυτή η δημόσια αναγνώριση διαψεύδει την προτεσταντική κριτική και αποδεικνύει ότι ο Κύριλλος διέθετε το πνευματικό ανάστημα να θέτει την αλήθεια της Εκκλησίας πάνω από πάθη και εγωισμούς.
7.4 Η αποδοχή της “Εκθέσεως των Διαλλαγών” ως απόδειξη μετριοπάθειας Αυτή η διάθεση υπέρ της ειρήνευσης επαληθεύτηκε και με το «αξιοθαύμαστον πνεύμα μετριοπαθείας» που επέδειξε, καθώς «προέβη επανειλημμένως εις ερμηνείαν ωρισμένων εκφράσεων των συγγραμμάτων του διά να γίνουν αύται δεκταί υπό των Αντιοχέων»[60]. Ο Κύριλλος, χωρίς βεβαίως να θυσιάσει την ουσία της εκκλησιαστικής διδασκαλίας, προέβη σε γενναίες υποχωρήσεις για να επιτευχθεί η συμφιλιωτική «Έκθεση των Διαλλαγών», ώστε να ομολογείται η ορθή πίστη ακόμα και χωρίς την δική του ορολογία[61]. Οι διαβουλεύσεις συνεχίστηκαν και το 433 παραδόθηκε στον Ιωάννη Αντιόχειας ομολογία του Κυρίλλου (PG 77, 69Α), μέρος της οποίας είχε σταλεί από τους «αντίπαλους» Αντιοχειανούς. Ο Ιωάννης υπέγραψε το ομολογιακό κείμενο που έμεινε στην ιστορία ως «Έκθεσις πίστεως των διαλλαγών» και έγινε δεκτό ως δογματικός Όρος της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Το Πάσχα του 433 ο Κύριλλος ανήγγειλε την συμφωνία-Διαλλαγή[62], αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά πως τίποτα δεν αξιολογούσε υψηλότερα από την αλήθεια και την ενότητα της Εκκλησίας.
7.5 Η Γενναιοψυχία και η στάση υψηλού ήθους του Κυρίλλου Αλεξανδρείας Κλείνοντας δίνουμε τον λόγο στον καθ. Πατρολογίας Στυλιανό Παπαδόπουλο, που αποκαθιστά την ιστορική αλήθεια περιγράφοντας τεκμηριωμένα τις αρετές και το ήθος του Κυρίλλου Αλεξανδρείας, στοιχεία που το προτεσταντικό κείμενο προσπαθεί πεισματικά να αποκρύψει: «Ο Κύριλλος κατά τα έτη που ακολούθησαν συνέχισε να προβάλλει την θεολογία του, πάντοτε όμως ενδιαφερόμενος και για την ειρήνη της Εκκλησίας. Τηρούσε κι εφάρμοζε κατά περίπτωση την ‘οικονομία’ και όχι την ‘ακριβολογία’. Ενώ έγραψε έργο Κατά Διοδώρου και Θεοδώρον, στην σύνοδο των Ιεροσολύμων (439) έκρινε μη αναγκαία την συνοδική καταδίκη τους, δεδομένου ότι και οι δύο είχανε πεθάνει στους κόλπους της Εκκλησίας. Χαρακτηριστικό της γενναιοψυχίας και της συνέσεως του Κυρίλλου είναι και ότι το έργο του ‘Κατά Ιουλιανού’ απέστειλε προς κρίση στον παλαιό αντίπαλό του Ιωάννη Αντιοχείας. Αλλά και στον Θεοδώρητο Κύρου ‘πολλάκις απέστειλεν’ έργα, βεβαιώνει ο τελευταίος, που επίσης με γενναιοδωρία επαινεί τον Κύριλλο, χαρακτηρίζοντας τον ‘μακάριον’. Οι απανταχού Εκκλησίες τιμούσαν εξαιρετικά τον Κύριλλο και του αναγνώριζαν θεολογικό προβάδισμα, ομολογώντας ποικιλότροπα την μοναδική προσφορά του στην λύση τότε του χριστολογικού προβλήματος»[63].
Τελικά όμως στο προτεσταντικό κείμενο τίποτα από αυτά δεν αναφέρεται! Ακόμα και η κατάληξη της ιστορίας όπου «η διάστασις διηυθετήθη»[64] και με χαρά και αγαλλίαση επιτεύχθηκε η ειρήνευση και η συμφωνία της Εκκλησίας, αποσιωπάται εντελώς! Προφανώς η εξέλιξη αυτή, με την «Έκθεση των Διαλλαγών» να επισφραγίζει οριστικά την ενότητα της Εκκλησίας, ανέτρεπε το αφήγημα του συντάκτη που προσπάθησε να κατασυκοφαντήσει τους πάντες. Και να φανταστεί κανείς ότι το έγραψε για να προβάλλει τάχα το ηθικό πλεονέκτημα των προτεσταντών έναντι της Εκκλησίας, αλλά τελικά πέτυχε το ακριβώς αντίθετο: αποκάλυψε μόνο φανατισμό και μισαλλοδοξία και έτσι βοήθησε την αλήθεια της Εκκλησίας να λάμψει ακόμα περισσότερο…
[1] Παπαδόπουλος Στυλιανός, «Πατρολογία», τόμ. Γ΄, Γρηγόρης, Αθήνα 2010, σελ. 469. [2] Γρηγόριος Θεολόγος, «Επιστολή προς Κληδόνιον πρεσβύτερον κατά Απολλιναρίου», αρ. ΡΑ' (101), PG 37,177 BC. [3] «Επιστολή προς Κληδόνιον…», PG 37,181C. [4] Βλ. Πασσάκος Δημήτριος, «Θεολογία και κοινωνία σε διάλογο. Νέες ερμηνευτικές προσεγγίσεις στην Καινή Διαθήκη», Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2001, σελ. 136: Η διδασκαλία περί Θεοτόκου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος «της Χριστολογίας, δηλαδή της τριαδικής θεολογίας. Γι' αυτόν το λόγο ποτέ οι Ορθόδοξοι δεν διατύπωσαν μια ‘μαριολογία’, αλλά μια διδασκαλία περί της ‘Παναγίας Θεοτόκου’ με εξαιρετικά σημαντική ανθρωπολογική σπουδαιότητα». [5] Βλ. λήμμα «Μαρία», Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια (ΘΗΕ), τόμ. 8 (1966), στ. 681. [6] Luther Martin, «Luther's Works» (J. J. Pelikan, H. C. Oswald & H. T. Lehmann επιμ.), τόμ. 41 (Church and Ministry III), Fortress Press, Φιλαδέλφεια 1999, σελ. 105: «Well then, this council too did not establish anything new in faith, as we said above, but only defended the old faith against the new notion of Nestorius, so one cannot take any examples from it, or give the councils authority to establish new or different articles of faith. This article was in the church from the very beginning and was not newly established by the council, but was preserved through the gospel or Holy Scripture, for it is written in Luke 1 [:32] that the angel Gabriel announced to the Virgin Mary that of her would be born “the Son of the Most High.” And St. Elizabeth, “Why is this granted me, that the mother of my Lord should come to me?” [Luke 1:43]. And at Christmas all the angels, “To you is born this day a Savior, who is Christ the Lord” [Luke 2:11]. And in Galatians 3 [4:4] St. Paul, “God sent forth his Son, born of woman.” These texts (I am convinced) hold firmly enough that Mary is the mother of God». [7] Για τις συνόδους αυτές βλ. Φειδάς Βλάσιος, «Εκκλησιαστική Ιστορία», τόμ. Α', σελ. 867 και τόμ. Β', σελ. 624. [9] Φειδάς Βλάσιος, «Εκκλησιαστική Ιστορία», τόμ. Α', σελ. 478-483. [10] Βλ. Γρηγορίου Θεολόγου, «Εις Ηρώνα τον φιλόσοφον», PG 35,1209 B-1212 A ~ Σωκράτη Σχολαστικού, «Εκκλησιαστική Ιστορία», PG 67, 272Β - 273Α ~ Αναστασίου Ιωάννη, «Εκκλησιαστική Ιστορία», τόμ. Α', σελ. 238 ~ Ιωάννη Καραγιαννόπουλου, «Ιστορία Βυζαντινού Κράτους», τόμ. Α', σελ. 146. [11] Βλ. Γρηγορίου Θεολόγου, «Κατά Ιουλιανού βασιλέως», PG 35, 532 κ.ε. και PG 35, 664 κ.ε. [12] Βλ. άρθρο του Γεράσιμου Κονιδάρη, «Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας», Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 4 (1964), στ. 4 ~ Ιωάννης Αναστασίου, «Εκκλησιαστική Ιστορία», τόμ. Α', σελ. 374-375 ~ Δέσποινα Κοντοστεργίου, «Αι Οικουμενικαί Σύνοδοι», σελ. 116. [13] Ιωάννης Καραγιαννόπουλος, «Ιστορία Βυζαντινού Κράτους», τόμ. Β', σελ. 157,161 ~ Georg Ostrogorsky, «Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους», τόμ. Β', σελ. 41-42. [14] Βλ. Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 4 (1964), στ. 4 ~ Νικόλαος Ματσούκας, «Δογματική και Συμβολική θεολογία», τόμ. Γ', σελ. 297-298. [15] Για τα έργα των σατανοκίνητων εικονομάχων αυτοκρατόρων και κυρίως του αιμοβόρου Κων/νου Ε΄, βλ. Θεοφάνης, «Χρονογραφία»: «Και πολλούς μεν των μοναχών δια μαστίγων ανήλωσεν, έστι δε ους διά ξίφους, αναρίθμητους δε ετύφλωσεν. Και των μεν τας υπήνας κηρελαίω αλείφων ύφηπτε πυρ» (PG 108, 900Β). «Παντοίοις υπερακμάσας κακοίς ουχ ήττον Διοκλητιανού και των πάλαι τυράννων» (PG 108,905Α). [16] Βλ. «Church and State in the Byzantine Empire. A Reconsideration of the Problem of Caesaropapism», στο «Church History», Vol. 34, No. 4, (December 1965), σελ. 381: «As we have shown, the emperor was never able successfully to penetrate into the church's inner core, the more spiritual form relating to dogma and the sacraments». [17] Luther Martin, «Luther's Works» (J. J. Pelikan, H. C. Oswald & H. T. Lehmann επιμ.), τόμ. 46, Fortress Press, Φιλαδέλφεια 1999 (c1967), σελ. 50: «Furthermore, anyone who can be proved to be a seditious person is an outlaw before God and the emperor; and whoever is the first to put him to death does right and well. For if a man is in open rebellion, everyone is both his judgo and his executioner; just as when a fire starts, the first man who can put it out is the best man to do the job […] Therefore let everyone who can, smite, slay, and stab, secretly or openly, remembering that nothing can be more poisonous, hurtful, or devilish than a rebel». [18] Luther Martin, «Luther's Works» (J. J. Pelikan, H. C. Oswald & H. T. Lehmann επιμ.), τόμ. 47, Fortress Press, Φιλαδέλφεια 1999 (c1971), σελ. 268: «What shall we Christians do with ... the Jews? ... I shall give you my sincere advice: First, to set fire to their synagogues or schools ... Second, I advise that their houses also be razed and destroyed». [19] Καρμίρης Ιωάννης, «Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας», τόμ. Α', 2η έκδ., Αθήνα 1960, σελ. 135: «… της Παρθένου γεννησάσης τον ‘ψιλόν άνθρωπον Χριστόν’. Τον όρον ‘Θεοτόκος’ απέκρουεν [ο Νεστόριος] ως μή βιβλικόν […] επομένως απέκρουε και την προσωνυμίαν ‘μήτηρ Θεού’, ίνα μή ποίηση τις ‘την παρθένον θεάν’. [20] Παπαδόπουλος Στυλιανός, «Πατρολογία», τόμ. Γ΄, ό.π., σελ. 378. [21] Χρήστου Παναγιώτης, «Ελληνική Πατρολογία», τόμ. Δ΄, 2η έκδ., Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 436. [22] Καρμίρης Ιωάννης, «Τα δογματικά …», τόμ. Α', ό.π., σελ. 138. [23] Χρήστου Παναγιώτης, «Ελληνική Πατρολογία», τόμ. Δ΄, ό.π., σελ. 343. [24] Χρήστου Παναγιώτης, «Ελληνική Πατρολογία», τόμ. Δ΄, ό.π., σελ. 379. [25] Παπαδόπουλος Στυλιανός, «Πατρολογία», τόμ. Γ΄, ό.π., σελ. 394. [26] Παπαδόπουλος Στυλιανός, «Πατρολογία», τόμ. Γ΄, ό.π., σελ. 379. [27] Παπαδόπουλος Στυλιανός, «Πατρολογία», τόμ. Γ΄, ό.π., σελ. 379. [28] Καρμίρης Ιωάννης, «Τα δογματικά …», τόμ. Α', ό.π., σελ. 142-3. [29] Παπαδόπουλος Στυλιανός, «Πατρολογία», τόμ. Γ΄, ό.π., σελ. 379. [30] Χρήστου Παναγιώτης, «Ελληνική Πατρολογία», τόμ. Δ΄, ό.π., σελ. 342. [31] Κύριλλος, ΘΗΕ 7 (1965), στ. 1163. [32] Παπαδόπουλος Στυλιανός, «Πατρολογία», τόμ. Γ΄, ό.π., σελ. 389. [33] Χρήστου Παναγιώτης, «Ελληνική Πατρολογία», τόμ. Δ΄, ό.π., σελ. 345. [34] Παπαδόπουλος Στυλιανός, «Πατρολογία», τόμ. Γ΄, ό.π., σελ. 380. [35] Παπαδόπουλος Στυλιανός, «Πατρολογία», τόμ. Γ΄, ό.π., σελ. 382. [36] Παπαδόπουλος Στυλιανός, «Πατρολογία», τόμ. Γ΄, σελ. 382-383. [37] Παπαδόπουλος Στυλιανός, «Πατρολογία», τόμ. Γ΄, σελ. 382. [38] Παπαδόπουλος Στυλιανός, «Πατρολογία», τόμ. Γ΄, σελ. 385,390. [39] Schwartz Eduard, ACO, Concilium Universale Ephesenum 1.4,2, Walter de Gruyter & Co., Berolini 1922, σελ. 224-225. [40] Χρήστου Παναγιώτης, «Ελληνική Πατρολογία», τόμ. Δ΄, ό.π., σελ. 346. [41] Schwartz Eduard, ACO, Concilium Universale Ephesenum 1.1.7, ό.π., 1929, σελ. 156. [42] Καρμίρης Ιωάννης, «Τα δογματικά …», τόμ. Α', ό.π., σελ. 147. [43] Βλ. Παπαδόπουλος Στυλιανός, «Πατρολογία», τόμ. Γ΄, ό.π., σελ. 498. [44] Schwartz Eduard, ACO, Concilium Universale Ephesenum 1.1.4, ό.π., 1928, σελ. 15. [45] Καρμίρης Ιωάννης, «Τα δογματικά …», τόμ. Α', ό.π., σελ. 150. [46] Καρμίρης Ιωάννης, «Τα δογματικά …», τόμ. Α', ό.π., σελ. 138. [47] Κύριλλος, ΘΗΕ 7 (1965), στ. 1162. [48] Καρμίρης Ιωάννης, «Τα δογματικά …», τόμ. Α', ό.π., σελ. 138. [49] Παπαδόπουλος Στυλιανός, «Πατρολογία», τόμ. Γ΄, ό.π., σελ. 470. [50] Παπαδόπουλος Στυλιανός, ό.π., σελ. 541. [51] Κύριλλος Αλεξανδρείας, «Εξήγησις εις τον προφήτην Ησαίαν», PG70,1036 D. [52] Ό.π., PG70,1036 C. [53] Κύριλλος Αλεξανδρείας, «Περί αγίας και ομοουσίου Τριάδος», PG75,841 C. [54] «Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν της Παναγίας Θεοτόκου και Αειπάρθενου της Μαρίας», PG 10,1168 Α-1169 C: «Θεοτόκον γαρ ποιησάς με πάλιν παρθένον διεφύλαξεν και δια της εμής γαστρός πασών γενεών ανακεφαλαιούται το πλήρωμα». [55] Για τις προ του 428 μαρτυρίες του όρου «Θεοτόκος» βλ. Σταμούλης Χρυσόστομος, «Θεοτόκος και ορθόδοξο δόγμα. Σπουδή στη διδασκαλία του Αγ. Κυρίλλου Αλεξανδρείας», έκδ. 2η, Το Παλίμψηστον, Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 153-158. [56] Επιστολή 39, PG 77,176 CD. [57] Κύριλλος, ΘΗΕ 7 (1965), στ. 1162. [58] Κ. Ν. Παπαδόπουλος, «Η Εκκλησία της Αιγύπτου για τον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο», Κληρονομία 28.1‑2 (1996), σελ. 279. Βλ. ‘χρήση’ του Χρυσοστόμου στο Mansi 4,693CD όπως και επίκριση στον Νεστόριο, PG 77,65C. [59] Παπαδόπουλος Στυλιανός, «Πατρολογία», τόμ. Γ΄, ό.π., σελ. 536. [60] Κύριλλος, ΘΗΕ 7 (1965), στ. 1164. [61] Βλ. Παπαδόπουλος Στυλιανός, «Πατρολογία», τόμ. Γ΄, ό.π., σελ. 498. [62] Βλ. Παπαδόπουλος Στυλιανός, «Πατρολογία», ό.π., σελ. 499. [63] Βλ. Παπαδόπουλος Στυλιανός, «Πατρολογία», ό.π., σελ. 538. [64] Καρμίρης Ιωάννης, «Τα δογματικά …», τόμ. Α', ό.π., σελ. 135. |
Δημιουργία αρχείου: 6-12-2025.
Τελευταία μορφοποίηση: 8-12-2025.