Η Ελληνορθόδοξη ταυτότητά μας στην εποχή της Παγκοσμιοποίησης * Θεολογία ελευθερίας και «θεολογία απελευθερώσεως»
|
Η προσφορά τής Ορθόδοξης Εκκλησίας με την θεολογία της στην Ευρώπη Τού σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου
Πηγή: Περιοδικό "Εκκλησιαστική Παρέμβαση" Τεύχος 353 - Δεκέμβριος 2025. Αναδημοσίευση από: https://www.parembasis.gr |

|
Η Αντιπροσωπεία τής Εκκλησίας τής Ελλάδος στις Βρυξέλλες, σε συνεργασία με το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, πραγματοποίησε την Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2025, στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών, Ημερίδα με θέμα: «Ο ρόλος τού Χριστιανισμού σε μια Ευρώπη που αλλάζει». Ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος ομίλησε με θεμα: «Η προσφορά τής Ορθόδοξης Εκκλησίας με την θεολογία της στην Ευρώπη» Η γενική θεματολογία τής Ημερίδας είναι «ο ρόλος τού Χριστιανισμού στην Ευρώπη που αλλάζει». Είναι απόλυτα σωστή αυτή η θέση, γιατί η Ευρώπη συνεχώς αλλάζει, διαφοροποιείται, είναι μεταβαλλόμενη. Ο Σαμουήλ Χάντιγκτον είχε υποστηρίξει πριν λίγο καιρό την θεωρία τής συγκρούσεως τών πολιτισμών τους οποίους προσδιόριζε σε οκτώ ενότητες, και καθόριζε ότι οι συγκρούσεις θα γίνονται εκεί που συναντώνται οι πολιτισμοί, ενώ τώρα οι πολιτισμοί συνυπάρχουν σε έναν χώρο, σε ένα Κράτος, σε μια πόλη, σε μια γειτονιά, λόγω τής μετανάστευσης, τής διακίνησης τών πληθυσμών, αλλά και τής σύγχρονης τεχνολογίας. Σε αυτόν τον διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο εξετάζεται ποια είναι η μαρτυρία τής Ορθόδοξης Εκκλησίας στα κέντρα λήψεως αποφάσεων στην Ευρώπη, που είναι το αντικείμενο τής παρούσης Συνεδρίας. Αντιλαμβάνομαι ότι χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε δύο βασικά σημεία, ήτοι τα κέντρα λήψεως αποφάσεων στην Ευρώπη, και το πώς προσφέρεται η ορθόδοξη χριστιανική μαρτυρία. Ως προς τα δύο αυτά σημεία στην Συνεδρία αυτήν άλλοι είναι αρμοδιότεροι εμού να τα αναπτύξουν, οι οποίοι συμμετέχουν, κατά ποικίλους βαθμούς, στα κέντρα λήψεως τών αποφάσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά εγώ θα επικεντρώσω τον λόγο στην μεταβαλλόμενη Ευρώπη και πώς αντιμετωπίζεται από πλευράς ορθοδόξου Εκκλησίας, με την θεολογία της. Ως πρώτος ομιλητής σε αυτήν την Συνεδρία θα παρουσιάσω την θεωρητική πλευρά τού θέματος.
1. Τα θεμέλια τής Ευρώπης Η Ευρώπη ονομάστηκε «Γηραιά Ήπειρος», γιατί όντως έχει ιστορία αιώνων, και σε αυτήν αναπτύχθηκαν και καλλιεργήθηκαν ποικίλες θρησκευτικές, φιλοσοφικές, κοινωνικές, ψυχολογικές παραδόσεις, οι οποίες επηρέασαν τον καθόλου πολιτισμό τής οικουμένης. Και εμείς οι Έλληνες ήμασταν και είμαστε τμήμα τής Ευρώπης ανέκαθεν, στο νοτιοανατολικό άκρο της και συνεισφέραμε με την όλη παράδοση στην ανάπτυξή της. Η λέξη Ευρώπη προέρχεται από την μυθολογία, σύμφωνα με την οποία ο Δίας μεταμορφώθηκε σε λευκό ταύρο, σαγήνευσε την κόρη τού Βασιλιά Αγήνορα, που λεγόταν Ευρώπη, και την μετέφερε στον χώρο που προσέλαβε το όνομά της, και μετά την πήγε στην Κρήτη, όπου έκανε τον γάμο. Άρα η λευκή δύναμη τού ταύρου από την Φοινίκη με την γοητεία τής Ευρώπης χαρακτηρίζει όλο τον χώρο τής Ευρώπης με την μεταβολή μέσα στον χρόνο. Αυτά σε γενικές γραμμές προσδιορίζουν τον λευκό ταύρο (δύναμη) και την νεανική γοητεία (τέχνες, θεολογία, φιλοσοφία), που συγκρούονταν στον Ευρωπαϊκό χώρο. Ο Πωλ Βαλερύ (1871-1945) ποιητής και συγγραφέας, μέλος τής Γαλλικής Ακαδημίας, θα το εκφράση με ωραίο τρόπο, προσιδιάζοντας τις τρεις πόλεις που χαρακτηρίζουν τον όλο πολιτισμό τής Ευρώπης, δηλαδή την Αθήνα με την φιλοσοφική σκέψη και την δημοκρατία της, την Ρώμη με την δύναμη τής Αυτοκρατορίας και τον Ρωμαϊκό νόμο-δίκαιο και την Ιερουσαλήμ με τον Μωσαϊκό Νόμο και τον Χριστιανισμό που τον διαδέχθηκε. Ερευνώντας τα τρία αυτά βασικά ρεύματα που απετέλεσαν την σύνδεση τού Ευρωπαϊκού πολιτισμού, βλέπουμε ότι κατά καιρούς παρατηρούνται διαφοροποιήσεις, επί μέρους μεταβολές και αυξομειώσεις. Η Αθήνα με τον φιλοσοφικό στοχασμό και την Δημοκρατία επηρέασε την Ευρώπη με τις διάφορες φιλοσοφικές τάσεις της, ήτοι το Απολλώνειο και Διονυσιακό πνεύμα, καθώς επίσης την προσωκρατική φιλοσοφία που αποτελεί σήμερα το κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα τού Ευρωπαϊκού πολιτισμού, την κλασσική μεταφυσική τού Πλάτωνα και τού Αριστοτέλη, που επηρέασε την Ευρώπη κυρίως κατά την Αναγέννηση την Δημοκρατία της, αλλά και την επικούρεια και στωϊκή φιλοσοφία που διαπνέει την Ευρώπη με τον ηδονισμό και τον πανθεϊσμό, όπως και τον νεοπλατωνισμό με τον μυστικισμό. Έχει παρατηρηθή ότι η επικούρεια φιλοσοφία είναι η παλιά ζύμη τού αρχαίου κόσμου και το χελιδόνι τών νέων χρόνων (Χαράλαμπος Θεοδωρίδης). Η Ρώμη με την κυριαρχία της, την λογική τής δύναμης και τού Ρωμαϊκού Δικαίου κυριαρχεί στα πολιτικά όργανα τής Ευρώπης, με διαφόρους τρόπους, γιατί όλο αυτό το οικοδόμημα χρειάζεται μια οργάνωση και πειθαρχία. Κυρίως η Ρώμη εκφράζεται όχι με την αρχαία Ρώμη, αλλά με την «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία τού Γερμανικού Έθνους» με την Αυτοκρατορία τού Καρλομάγνου, στον οποίο είναι αφιερωμένο το κεντρικό κτήριο στις Βρυξέλλες και δίνεται το βραβείο τού Καρλομάγνου σε όσους συντελούν στην ενότητα τής Ευρώπης. Η Ιερουσαλήμ εκφράζεται με τον Ιουδαϊσμό και Χριστιανισμό, όλη την τότε ενιαία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία σε Δύση και Ανατολή, όπως το βλέπουμε στις περιοδείες τού Αποστόλου Παύλου, στις Επιστολές του και στους Αποστολικούς Πατέρας. Ως προς τον χώρο τής Ευρώπης να σημειωθή η ιεραποστολική δράση τού αγίου Ειρηναίου Επισκόπου Λουγδούνου-Λυώνος, ο οποίος εκχριστιάνισε τους βαρβάρους Κέλτες, που αποτελούσαν το μεγαλύτερο ποσοστό τής Ευρωπαϊκής Ηπείρου, αλλά και την μετέπειτα δράση Επισκόπων, μοναχών και λαϊκών. Αυτοί ο τρεις παράγοντες, Αθήνα, Ρώμη, Ιερουσαλήμ, συναντήθηκαν με μεγάλη επιτυχία στην Νέα Ρώμη, που αργότερα έλαβε το όνομα τού ιδρυτού της, την Κωνσταντινούπολη, και ανέπτυξαν όλο τον Ελληνορθόδοξο (Ρωμαίϊκο) πολιτισμό, που αργότερα ονομάσθηκε Βυζαντινός.
2. Οι μεταβολές στον Ευρωπαϊκό χώρο Οι πρώτες μεταβολές στην Ευρώπη παρατηρήθηκαν από τον 5ο-6ο αιώνα, σύμφωνα με την ανάλυση τού μεγάλου ιστορικού τής μεσαιωνικής ιστορίας Jacques Le Golf στο βιβλίο του «ο πολιτισμός τής Μεσαιωνικής Δύσης». Στο πρώτο κεφάλαιο με τίτλο «η εγκατάσταση τών βαρβάρων» (5ος-7ος αιώνας), αναλύει την διείσδυση τών βαρβαρικών φύλων στο δυτικό τμήμα τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και την εγκαθίδρυση τού φεουδαρχικού τρόπου ζωής, με τα φέουδα, τους ευγενείς και τους υποτελείς. Αυτό φαίνεται και από το βιβλίο «Διάλογοι», τού Πάπα Γρηγορίου τού Διαλόγου. Το αποκορύφωμα όλων ήταν η διείσδυση τών Φράγκων, και κυρίως τού Καρλομάγνου τον 8ο αιώνα και μετά, και η δημιουργία τής «Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τού Γερμανικού Έθνους», που είναι το Α΄ Ράιχ. Αυτό είναι σημαντικό γεγονός, διότι στην Κεντρική και Δυτική Ευρώπη εισήλθε ο φεουδαλισμός με την ρατσιστική νοοτροπία και με την ιδιοτέλειά του με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Κυρίως αναπτύχθηκε η προσχολαστική, η σχολαστική και η νεοσχολαστική θεολογία, που συνέδεσε τον Χριστιανισμό με την μεταφυσική φιλοσοφία και παρουσίασαν έναν Θεό Φεουδάρχη, με ιδιοτέλεια και φιλαυτία και έναν άνθρωπο που προσπαθεί να ικανοποιήση την τρωθείσα θεία δικαιοσύνη. Αυτό δημιούργησε αντιδράσεις στον δυτικό ευρωπαϊκό χώρο, και αναπτύχθηκαν διάφορες επαναστατικές ιδέες, όπως η Αναγέννηση, η Μεταρρύθμιση, ο Διαφωτισμός, ο Γερμανικός ιδεαλισμός, ο ρομαντισμός, ο υπαρξισμός, ο ψυχολογισμός κ.α. Αυτό σημαίνει ότι η σχολαστική θεολογία και ο δυτικός ευρωπαϊκός διαφωτισμός δημιούργησε πολλές αντιδράσεις. Η βάση τού δυτικού πολιτισμού, κατά τον π. Ιωάννη Ρωμανίδη, είναι «η επιθυμία για την μεταφυσική ευδαιμονία» «ως φυσικό δικαίωμα για τους προορισμένους από τον Θεό» και αυτό μετατρέπεται σε «ενδοκοσμική αντίληψη περί τού φυσικού δικαιώματος τού ανθρώπου να αναζητά και να επιτύχη μια σχετική ευδαιμονία σε αυτόν τον κόσμο». Αυτή η αντίληψη εκφράζεται και ως «ιδιοτελής ή φίλαυτη αγάπη», που θεωρείται ως φυσική και η ικανοποίησή της «ποθητή και δικαιωματική». Αυτά είναι τα θεμέλια τής φυλετικής και «ρατσιστικής ιδεολογίας» που επικρατούσε σε διάφορες εποχές στην Ευρώπη, και αυτό φαίνεται στον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρονται διάφορα μεγάλα Κράτη σε βάρος τών μικροτέρων. Είναι γνωστή η επιρροή τού Γερμανο-γαλλικού άξονα. Γενικά έχει επικρατήσει να λέγεται ότι οι βασικές αρχές που επικρατούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στα κείμενά της, όπως η αλληλεγγύη, η ελευθερία, η ενότητα κ.α. είναι κατ’ επίδραση τού Χριστιανισμού, οπότε ο Χριστιανισμός επηρέασε την θέσπιση τών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τού αλλτρουισμού. Βεβαίως, ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός είναι στην βάση του Χριστιανικός, όπως εκφράσθηκε από την σχολαστική και την προτεσταντική θεολογία, αλλά πρέπει να δούμε και την όλη εξέλιξη τού ευρωπαϊκού πολιτισμού με τις εκφράσεις, τις συγκροτήσεις και τις συνθέσεις, χαρακτηριστικό είναι το εγελιακό σύστημα θέση-άρνηση-σύνθεση (Χέγκελ). Νομίζω όμως ότι οι ανθρωπιστικές αρχές που επικρατούν στον Ευρωπαϊκό χώρο και στις Διακηρύξεις τής Ευρώπης δεν προέρχονται κατ’ ευθείαν από τον δυτικό Χριστιανισμό, αλλά από τον ανθρωπισμό τού ποικιλόμορφου Διαφωτισμού. Θεωρώ ότι στους κύκλους τής Αναγέννησης αναπτύχθηκαν οι Μεταρρυθμιστές, και στους κύκλους τής Μεταρρύθμισης αναπτύχθηκαν οι Διαφωτιστές. Μπορεί μερικές ανθρωπιστικές αρχές να έχουν προέλευση τον Δυτικό Χριστιανισμό, αλλά πέρασαν στα κείμενα τής Ενωμένης Ευρώπης αποσπασματικά, δια τού ουμανισμού και τού ανθρωποκεντρικού Διαφωτισμού. Άλλωστε, ο λόγος τού Χριστού αναφέρεται και σε όλα τα θέματα που αποβλέπουν στην θυσία, την προσφορά, την κένωση, την αναγέννηση τού ανθρώπου κ.α., που αγνοήθηκαν από την Ευρωπαϊκή «κουλτούρα», στην οποία κυριαρχεί η αυτονομία, το συμφέρον και η φιλαυτία. Απλώς να αναφερθή ότι τα βιβλία μου που παρουσιάζουν την ορθόδοξη χριστιανική παράδοση μεταφράζονται σε Ευρωπαϊκές γλώσσες και η αλληλογραφία μου με τους αναγνώστες τους, αλλά ακόμη και οι διαλέξεις μου στους Ευρωπαϊκούς λαούς, μου δίνουν την δυνατότητα να γνωρίζω «έσωθεν» και από την βάση το «πνεύμα» που επικρατεί στον Ευρωπαϊκό χώρο. Θα εντοπίσω το θέμα στον τομέα τής Βιοηθικής, η οποία προσπαθεί να εξανθρωπίση την σύνδεση τής Μοριακής Βιολογίας με την Γενετική Μηχανική στην περίοδο τής τετάρτης Βιομηχανικής Επανάστασης που ονομάσθηκε Βιοτεχνολογική, και συνδέθηκε με την ψηφιοποίηση και την ρομποτική. Ο διακεκριμένος Αμερικανός Βιοηθικολόγος Tristram Engelhardt στο βιβλίο του «τα θεμέλια τής Βιοηθικής» αναφέρεται στην μεταβολή που παρατηρήθηκε στον δυτικό χώρο κατά το παρελθόν και παρατηρείται συνεχώς στο παρόν. Γράφει ότι «μετά την μισή χιλιετία ενότητας (εννοεί το μισό τής πρώτης χιλιετίας) η ηθική τής Δύσης ορίζεται πια από την ρήξη, τη διάσπαση και τον νεωτερισμό». Ως ρήξη εννοεί την απομάκρυνση τού Δυτικού τμήματος τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Παλαιά Ρώμη) από το Ανατολικό (Νέα Ρώμη), ως διάσπαση εννοεί την διαίρεση τού δυτικού Χριστιανισμού με την Μεταρρύθμιση, και ως νεωτερισμό εννοεί κυρίως τον Διαφωτισμό. Σήμερα υφίσταται και ο μετανεωτερισμός, όπως τον αναλύει ο Kenneth Gergen, ως «κατάρρευση τής λογικής τάξης», ως «αμφισβήτηση τής αυθεντίας», ως «απώλεια τού αναγνωρίσιμου». Έτσι προέκυψαν οι θρησκευτικοί πόλεμοι στον δυτικό χώρο, μεταξύ Ρωμαιοκαθολικών και Προτεσταντών, οπότε «με φόντο την αιματοχυσία τών θρησκευτικών πολέμων τον 17ο αιώνα, οι φιλόσοφοι τού Διαφωτισμού υποσχέθηκαν μία παγκοσμίως προσβάσιμη κοσμική βάση για την ανθρώπινη κοινότητα, που δεν θα επικαλείται θρησκευτικές, πολιτιστικές ή παραδοσιακές ηθικές δεσμεύσεις και αρχές και η οποία θα μπορεί να επαναπαύεται στην εγκόσμια αυθεντία και όχι στην υπερκόσμια. Το τέλος τού 17ου αιώνα επεφύλασσε μια βαθιά αλλαγή στη Δυτική ευρωπαϊκή σκέψη. Ήταν η εμφάνιση τής κοσμικής κουλτούρας» . Έτσι, «ο Διαφωτισμός αναζητούσε μια ηθική ισοδύναμη ως προς την ουσία της με την χριστιανική, αλλά χωρίς ανελεύθερες δεσμεύσεις τής χριστιανικής ιστορίας, τής πίστης και τής τελετουργίας. Ο Χριστός και ο Χριστιανισμός θα έπρεπε να ξεχυθούν στο καλούπι τών λογικών όρων... Το αποτέλεσμα θα ήταν μια αναθεωρημένη Χριστιανοσύνη χωρίς τον Ιησού με τις κρίσιμες ιστορικές και μεταφυσικές αξιώσεις του». Ο Χριστός θεωρείται ως «μια παγκόσμια ιστορική μορφή» και όχι Υιος τού Θεού. Αυτές οι διαφωτιστικές αρχές επηρέασαν, κατά τον Engelhardt, τον δυτικό Χριστιανισμό που προσπάθησε να προσαρμοσθή σε αυτό το κλίμα, γι’ αυτό «ζούμε το τέλος τής χριστιανοσύνης και την έναρξη μιας ξεκάθαρα μεταπαραδοσιακής κοσμικότητας». «Η καθημερινή ζωή έχει βαθύτατα αποϊεροποιηθή. Όλα αυτά λοιπόν συνωμοτούν στο να κάνουν την παραδοσική χριστιανοσύνη, να φαίνεται ότι έχει ανάγκη αναμόρφωσης» . Μάλιστα, «για τον Hegel, σύγχρονο τού Ναπολέοντα, ο Χριστιανισμός πρέπει να ερμηνευθή με φιλοσοφικούς όρους και να ενταχθεί μέσα στις ανησυχίες τής παγκόσμιας ιστορίας που επιθυμεί την απελευθέρωση» .
3. Η Ορθόδοξη θεολογική προσφορά στην Ευρώπη Μετά από αυτά μπορούμε να δούμε την προσφορά τής Ορθοδόξου θεολογίας στην Ευρώπη. Το έτος 2003 συμμετείχα σε μια ομάδα Ιεραρχών και Κληρικών που επισκεφθήκαμε τις Βρυξέλλες, το Κέντρο τής Ευρωπαϊκής Ένωσης, για να ενημερωθούμε για τα δρώμενα τής Εκκλησίας τής Ελλάδος στις Βρυξέλλες και να δούμε πώς λειτουργούν τα θεσμικά όργανα τής Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αφού επισκεφθήκαμε το Ευρωκοινοβούλιο και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ενημερωθήκαμε για τον τρόπο που λειτουργούν, στην συνέχεια έγινε μια Ημερίδα στην οποία πέντε εισηγητές ανέπτυξαν σχετικά θέματα που αφορούν τις θρησκείες και Εκκλησίες, που δραστηριοποιούνται στην Ευρώπη. Μεταξύ τών άλλων μάς είπαν ότι οι πατέρες τής Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Μονέ και ο Σουμάν ήταν Χριστιανοί, αλλά αυτό το οικοδόμημα που έκαναν δεν ήταν Χριστιανικό, όμως δεν ήταν εχθρικό προς την θρησκεία. Στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπάρχουν (ή υπήρχαν) αρμόδιοι για θέματα Εκκλησιών και Θρησκευτικών Κοινοτήτων και υπάρχουν Συμβούλια και Γραφεία Εκκλησιών για να παρακολουθούν τα θέματα που αντιμετωπίζονται στην Ευρώπη και τους αφορούν, όπως θέματα σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, παιδείας, βιοηθικής, περιβάλλοντος. Έτσι, λειτουργούν το Πατριαρχικό Ορθόδοξο Κέντρο τού Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Σαμπεζύ τής Γενεύης, το Γραφείο τής Αντιπροσωπείας τής Εκκλησίας τής Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τώρα με την δυναμική παρουσία τού Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Τανάγρας Αποστόλου, το Συμβούλιο τής Ευρώπης και την UNESCO, τα Γραφεία όλων τών Ορθοδόξων Εκκλησιών, το Συμβούλιο Ευρωπαϊκών Εκκλησιών (CEC), η Επιτροπή Ρωμαιοκαθολικών Εκκλησιών παρά τη Ευρωπαϊκή Ενώσει (COMECE) κ.α. Εδώ πρέπει να σημειώσω την συνεχή παρουσία τής «Διακοινοβουλευτικής Συνέλευσης Ορθόδοξίας» που είναι διεθνής κοινοβουλευτικός θεσμός, που ιδρύθηκε το 1994, με σκοπό την προώθηση τής συνεργασίας μεταξύ Βουλευτών από διάφορες χώρες που εμπνέονται από την Χριστιανική παράδοση, αλλά και την μετάφραση πολλών ορθοδόξων βιβλίων σε ευρωπαϊκές γλώσσες. Το σημαντικό είναι ότι όλα αυτά τα Συμβούλια και οι Επιτροπές δεν πρέπει απλώς να ασχολούνται μόνο με κοινωνικά και οικονομικά θέματα, αλλά να ενημερώνουν τα Όργανα τής Ευρώπης για την ορθόδοξη θεολογία που διαφοροποιείται από άλλες Χριστιανικές Ομολογίες και θρησκείες. Δεδομένου δε ότι η Ευρώπη γνώρισε περισσότερο τους θρησκευτικούς πολέμους μεταξύ Ρωμαιοκαθολικών και Προτεσταντών, αλλά και τις διενέξεις μεταξύ τών Θρησκειών, όπως επίσης γνώρισε και γνωρίζει τις αντιδράσεις τών διαφωτιστών και τών άλλων ρευμάτων προς τον δυτικό Χριστιανισμό, πρέπει να γνωρίσουν και την θεολογία τής Ορθοδόξου Εκκλησίας που διαφοροποιείται από όλες τις άλλες Χριστιανικές Ομολογίες. Δηλαδή χρειάζεται σωστός διάλογος τής Ορθοδόξου θεολογίας με τα θρησκευτικά, φιλοσοφικά, θεολογικά, υπαρξιακά ρεύματα που κινούνται στην Ευρώπη. Η ορθόδοξη θεολογία συνδέει την θεολογία με την εμπειρική ζωή, την Χριστολογία με την Εκκλησιολογία, την ιστορία με τον ησυχασμό, την κοινωνία με την εσωστρέφεια. Στον σχολαστικισμό απαντά με τον εμπειρικό ησυχασμό, στον διαφωτισμό με τον φωτισμό τού νου, στον υπαρξισμό με την Ορθόδοξη φιλοκαλία, στην ψυχολογία και ψυχανάλυση με την ορθόδοξη ψυχοθεραπεία, στην απολυταρχική ή συνομοσπονδιακή οργάνωση με το συνοδικό και ιεραρχικό πολίτευμα τής Εκκλησίας, στην βιοτεχνολογία με την Βιοθεολογία. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία έχουμε τρεις θεσμούς που είναι πρότυπα διοργάνωσης, όπως το Οικουμενικό Πατριαρχείο με τις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, το Άγιον Όρος με τον τρόπο διοικήσεως και τής ησυχαστικής παραδόσεώς του, και την οργάνωση τών Ενοριών και Μητροπόλεων, που θυμίζουν το αρχαίο σύστημα τών πόλεων, που διαφοροποιείται από τον φεουδαλιστικό τρόπο ζωής. Γενικά, η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι στην βάση της η αρχαία ιστορική Εκκλησία που συνεχίζει την παράδοση τών Προφητών, τών Αποστόλων και τών Πατέρων, και ενώνει την αθηναϊκή Δημοκρατία, με το Ρωμαϊκό Δίκαιο και την θεολογία τών Οικουμενικών Συνόδων. Βέβαια, το ζητούμενο είναι αν όσοι ορθόδοξοι πολιτικοί συμμετέχουν στα θεσμικά όργανα τής Ευρωπαϊκής Ένωσης γνωρίζουν όχι μόνον την ουσία τής Ορθοδόξου παραδόσεως, αλλά και την διαφορά της από άλλες Χριστιανικές παραδόσεις, αλλά και να κάνουν ουσιαστικό διάλογο με τα πολυποίκιλα φιλοσοφικά και θεολογικά ρεύματα τής εποχής μας. Και γι’ αυτό «τού Κυρίου δεηθώμεν». |
Δημιουργία αρχείου: 6-2-2026.
Τελευταία ενημέρωση: 9-2-2026.