Η ελληνορθόδοξη αντιπρόταση στην παγκοσμιοποίηση * Η διαπίστωση τού εκδυτικισμού τής Ελληνικής κοινωνίας * Κόντρα στην αποδόμηση τών βάσεων τού Δυτικού Πολιτισμού * Τι σημαίνει Εκκλησία; Άλλο Ναός και άλλο Εκκλησία
|
Η Ενορία διασώστης τού κοινοτισμού Επίκαιροι Σχολιασμοί Πρωτοπρεσβύτερου Θωμά Βαμβίνη
Πηγή: Περιοδικό "Εκκλησιαστική Παρέμβαση" Τεύχος 345 - Απρίλιος 2025. Αναδημοσίευση από: https://www.parembasis.gr |

|
Ένα άρθρο για τον κοινοτισμό μάς οδήγησε στην εκκλησιολογία· από τα κοσμικά και πολιτικά μάς πήγε στα πνευματικά και εκκλησιαστικά. Χωρίς θεολογικές αναφορές μέσα στο κείμενο, χωρίς να είναι στην πρόθεση τού αρθρογράφου, μάς προκάλεσε το ενδιαφέρον να μελετήσουμε βασικά στοιχεία τού κοινοτισμού παράλληλα με στοιχεία τής Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας, δηλαδή τής θεολογικής διδασκαλίας για την Εκκλησία, όπως την διαφυλάσσει η Ορθόδοξη Εκκλησία. Το εν λόγω άρθρο (από την σελίδα ardin-rixi.gr) κινείται στο πεδίο τής πολιτικής και τής κοινωνιολογίας, άλλωστε ο αρθρογράφος, Μελέτης Μελετόπουλος, είναι διδάκτορας Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο τής Γενεύης. Οι αναλύσεις του είναι οξυδερκείς και ιστορικά τεκμηριωμένες, παραμένουν όμως, ως επιστημονικά συνεπείς, μέσα στα όρια τού θνητού πεπερασμένου ανθρώπου. Δεν βγαίνουν έξω από το πλαίσιο τής λογικής και ιστορικής τεκμηρίωσης. Ο λόγος όμως περί τής Εκκλησίας τού Χριστού δεν χωρά σε τέτοιου είδους κοινωνιολογικές ή πολιτικές αναλύσεις. Η Εκκλησία είναι θεανθρώπινο μυστήριο. Η μελέτη τού μυστηρίου της έχει θεολογικές και ασκητικές προϋποθέσεις. Άλλωστε, μάς το είπε καθαρά ο Χριστός, ότι ο Ίδιος, η Κεφαλή τής Εκκλησίας, η οποία (Εκκλησία) είναι το Σώμα Του, δεν είναι «εκ τού κόσμου τούτου». Γι’ αυτό και τους μαθητές και φίλους Του «μισεί ο κόσμος». Δεν τους αντέχει. Δεν αντέχει την αταλάντευτη πίστη τους στο «υπέρ νουν μυστήριον» τής θεολογίας, δεν τους αντέχει ο εγωκεντρισμός, η φιλαυτία τους. Οι φίλοι τού Χριστού, τα ζωντανά μέλη τής Εκκλησίας, ζουν την ανιδιοτέλεια, την απροϋπόθετη θυσιαστική αγάπη, έχουν πίστη που είναι «ελπιζομένων υπόσταση», έχουν ελπίδα που «ου καταισχύνει». Παρά ταύτα στο ανθρώπινο στοιχείο τής Εκκλησίας, στον λαό της που βρίσκεται σε διαφόρους βαθμούς πνευματικής ωρίμανσης, μπορούμε να δούμε παραλληλίες ή τομές με τους κοινωνικούς ή πολιτικούς θεσμούς. Πριν δούμε στοιχεία από το εν λόγω άρθρο, πρέπει να επισημάνουμε ότι ο κοινοτισμός συνδέεται με την «εκκλησία τού δήμου», έχει δηλαδή κάποια ομωνυμία με την Εκκλησία τού Χριστού. Γι’ αυτό είναι χρήσιμο να δούμε πώς χρησιμοποιείται η έννοια τής εκκλησίας στο πλαίσιο τής πολιτικής θεωρίας, αλλά και τής χριστιανικής θεολογίας. Στο βιβλίο «Εκκλησία και εκκλησιαστικό φρόνημα» τού Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου, διαβάζουμε: «Η λέξη Εκκλησία προέρχεται από το ρήμα εκκαλέω-ω και σημαίνει καλώ, προσκαλώ, συγκαλώ, συναθροίζω. Έτσι Εκκλησία σημαίνει συνάθροιση ανθρώπων, σύναξη. Με αυτήν την έννοια μπορούμε να βρούμε την λέξη και στην αρχαία Ελλάδα, όταν π.χ. γινόταν λόγος για την εκκλησία τού δήμου, δηλαδή για την συγκέντρωση τών πολιτών για να συζητήσουν διάφορα θέματα που τους απασχολούσαν. Και στην Αγία Γραφή, τόσο στην Παλαιά όσο και στην Καινή Διαθήκη, επανειλημμένως γίνεται λόγος για την Εκκλησία. Οι φράσεις «εκκλησία οσίων», «εκκλησία λαού» κ.λ.π. χρησιμοποιούνται συχνά στην Παλαιά Διαθήκη. Αλλά και στην Καινή Διαθήκη έχουμε δαψιλή χρησιμοποίηση τής λέξεως με ένα βαθύτερο περιεχόμενο, αφού με την ενανθρώπηση τού Χριστού η Εκκλησία δεν είναι μια συνάθροιση ανθρώπων, αλλά το Σώμα τού Χριστού. Έτσι αποκτά βαθύτερη σημασία» (σ. 23-24). Θεμέλιο τής Εκκλησίας δεν είναι κάποια συναισθήματα ή κάποιες πιεστικές βιοτικές ανάγκες· είναι η πίστη στην Θεανθρωπότητα τού Χριστού. «Ο Χριστός είπε στο Απόστολο Πέτρο, ο οποίος ομολόγησε την θεότητά Του: “συ ει Πέτρος, και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν, και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής” (Ματθ. ιστ΄,18). Η πέτρα στην οποία στερεώνεται η Εκκλησία είναι η ομολογία ότι ο Χριστός είναι ο Υιός τού Θεού» (ό.π.). Η Εκκλησία στερεώνεται πάνω στην ομολογία τής πίστεως στον Θεάνθρωπο Χριστό και όχι στον Απόστολο Πέτρο, ούτε στους γνησίους ή μη διαδόχους του στην Ρώμη. Ο τίτλος τού άρθρου από το οποίο προκλήθηκαν οι παραπάνω αναφορές είναι: «Ο κοινοτισμός ως οικουμενική πρόταση». Ο αρθρογράφος ξεκινά από τις κοινές αντιλήψεις που έχουν πολλοί για τον κοινοτισμό, τον οποίο συνδέουν με την Τουρκοκρατία και το χωριό, τις οποίες θεωρεί ανεπαρκείς. Γράφει: «Ο κοινοτισμός, αν και αρχαίος ελληνικός θεσμός, έχει υποστεί διαστρεβλώσεις και παρερμηνείες και είναι μία εντελώς παρεξηγημένη έννοια. Έχει λανθασμένα συνδεθεί με την αγροτική-προνεωτερική κοινωνία τής Τουρκοκρατίας, ενώ υπήρξε το βασικό πολιτικό κύτταρο τής αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας. Στη νεώτερη εποχή, ο κοινοτισμός λειτούργησε ως πολυδιάστατο πολιτικοοικονομικό θεσμικό κέλυφος τών Ελλήνων όχι μόνον τής τουρκοκρατούμενης Ελλάδας αλλά και τής Διασποράς. Επομένως, ο κοινοτισμός δεν είναι... το χωριό με το καφενείο, τον πλάτανο [κ.λπ.]... Είναι τουναντίον ένα πολύπλοκο πολιτικό φαινόμενο, το οποίο, στην ουσία, γεννά τον πολίτη, σε αντιδιαστολή με τον υπήκοο τών σημερινών αντιπροσωπευτικών κοινοβουλευτικών καθεστώτων». Τονίζει σε πολλά σημεία την διαφορά τού πολίτη από τον υπήκοο. Ο κοινοτισμός δημιουργεί πολίτες, δηλαδή ανθρώπους υπεύθυνους για την ζωή τής πόλης, ενώ η σύγχρονη αντιπροσωπευτική δημοκρατία δημιουργεί υπηκόους, ανθρώπους που έχουν εκχωρήσει σε άλλους το δικαίωμα και την ευθύνη να διαχειρίζονται τα πράγματα που τους αφορούν. Σημειώνει ο αρθρογράφος: «[Ο κοινοτισμός] είναι η πολιτική δομή την οποία επιλέγει ο αρχαίος ελληνικός κόσμος για να λειτουργήσει. Είναι μία δομή εστιασμένη στη μικρή κλίμακα, ανθρωποκεντρική, που επιτάσσει στον κάθε κάτοικο τής πόλεως, που έχει πολιτικά δικαιώματα, να συμμετάσχει στη λήψη τών αποφάσεων. Ακόμα και στον πιο αδιάφορο. (Στην αρχαία Αθήνα υπήρχαν άνθρωποι με σκοινιά, βαμμένα με μπογιά, που περπατούσαν στον δρόμο και όποιον δεν είχε πάει στην Εκκλησία τού Δήμου τον έβαφαν, ώστε στην συνέχεια ο στιγματισμένος υφίστατο τις συνέπειες). Ώστε όλοι, και οι κοινωνικά έσχατοι, και οι πλέον αδιάφοροι, ήσαν υποχρεωμένοι να λαμβάνουν μέρος». Το μέλος τής Εκκλησίας τού Χριστού δεν είναι ένας αδιάφορος ή παθητικός δέκτης τών υπηρεσιών που προσφέρουν άλλοι (οι ποιμένες και διδάσκαλοι), αλλά ενεργό μέλος, δραστήριο στους πνευματικούς, μυστικούς αγώνες, αλλά και σε κοινωνικές δράσεις, αλληλεγγύης, φιλοπτωχείας, συμπαράστασης εμπεριστάτων. Όμως η δράση αυτή δεν τού επιβάλλεται. Την επιλέγει ελεύθερα, ως αυτεξούσιος. Η Εκκλησία δια τών ποιμένων της καλεί τους πάντες. Όσοι θέλουν όμως αποδέχονται την κλήση. Ο καθένας έχει το αιώνιο μέλλον στο χέρι του. Ο Χριστός δια τής Εκκλησίας Του τού δίνει τα πάντα. Αν θέλη όμως δέχεται αυτά τα δώρα. Σε άλλο σημείο ο αρθρογράφος τονίζει ότι ο κοινοτισμός «για να λειτουργήσει... χρειάζεται κάποια συνοχή. Δεν μπορεί να λειτουργήσει δημοκρατικά μια ομάδα ανθρώπων χωρίς ισχυρά στοιχεία συνοχής. Τη συνοχή διασφάλιζαν παλαιότερα στις κοινότητες οι δύσκολες συνθήκες επιβίωσης και η ανάγκη συνέργειας. Στη Μικρά Ασία, μέχρι το 1922, οι κοινότητες τών Ελλήνων είχαν εξαιρετική συνοχή, ζούσαν όλοι υπό το οθωμανικό πλαίσιο και την καταπίεση και αυτό είχε οδηγήσει στη δημιουργία πάρα πολύ εξελιγμένων κοινοτικών θεσμών. Στη Σμύρνη, π.χ., υπήρχαν πολύ σημαντικά σχολεία τών ελληνικών κοινοτήτων... Σε όλη την έκταση τής οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στον Πόντο, στην Αίγυπτο, κλπ., έχουμε αντίστοιχους κοινοτικούς θεσμούς, διότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι ζούσαν υπό μία κοινή συνθήκη: η κοινή συνθήκη οδηγεί τους ανθρώπους σε κοινούς θεσμούς και σε κοινές αποφάσεις». Ο κοινοτισμός απαιτεί κοινωνική συνοχή, η οποία όμως δεν δημιουργείται μόνο από τις δύσκολες συνθήκες επιβίωσης και την ανάγκη συνέργειας. Οι δύσκολες συνθήκες, αν δεν υπάρχουν άλλοι συνεκτικοί δεσμοί, μπορεί να διαλύσουν όχι μόνο τις κοινότητες, αλλά και τις οικογένειες. Ο βαθύς συνεκτικός δεσμός μιας κοινότητας είναι ο κοινός τρόπος ζωής, το κοινό πολιτιστικό υπόβαθρο, το οποίο κυρίως διασώζεται από την κοινή πίστη, τις τελετουργίες, την συμμετοχή (στην καθ’ ημάς Ανατολή) στην ορθόδοξη εκκλησιαστική κοινότητα. Δεν έχει σχέση μόνον με τα βιοτικά προβλήματα, την πίεση μιας αλλόφυλης ή αλλόθρησκης πολιτικής εξουσίας, αλλά και με το νόημα και την προοπτική τής ζωής τού ανθρώπου, τον βίο και την πολιτεία τού πολίτη τής επίγειας, αλλά και τής εν Χριστώ ουράνιας Βασιλείας. Ο αρθρογράφος συμπερασματικά καταλήγει: «Νομίζω ότι ο κοινοτισμός είναι ένα κατάλληλο πρίσμα για να μπορούμε να διακρίνουμε τι είμαστε σήμερα πολιτικά... Δεν είμαστε πολίτες... Ο Έλληνας πολίτης δεν παίζει ρόλο στην εξέλιξη τής πολιτικής ζωής τής κοινωνίας του, τής οικονομίας, τών θεσμών. Έχει έναν ρόλο εκχώρησης τής εξουσίας του σε κάποιον εκπρόσωπο (ο οποίος θα κάνει [πιθανώς] τα ακριβώς αντίθετα από αυτά που υποσχέθηκε)... Μία από τις παθογένειες τής σημερινής Ελλάδας είναι η αλλοίωση τής υπόστασης τού Έλληνα πολίτη». Είναι φανερό ότι ο κοινοτισμός στις μέρες μας μπορεί να συνεχίση να υπάρχη μέσα στο πλαίσιο τής ενοριακής εκκλησιαστικής ζωής, όπου με συνεκτικό δεσμό την πίστη, την κοινωνία τών μυστηρίων και την εν Χριστώ ελπίδα μπορεί η αγάπη να ζη και να αποκαθαίρεται από ιδιοτέλειες. |
Δημιουργία αρχείου: 11-6-2025.
Τελευταία μορφοποίηση: 11-6-2025.