Η χαρά τής ευγνωμοσύνης * Ταύτιση Εκκλησίας και Ευχαριστίας * Η Παλαιά Διαθήκη προφητεύει και προσανατολίζει προς τον Μεσσία Χριστό
|
Εκκλησία: Η κοινωνία της ευχαριστίας Δεν είναι φόρος η λατρεία σε Παλαιά και Καινή Διαθήκη Του π. Στεφάνου Φρήμαν Μετάφραση Κ. Ν.
|

|
Σε ποιον πρέπει να δίνω ευχαριστίες; Το ερώτημα συνήθως είναι ένδειξη ευγενικής αναγνώρισης. Ένα δώρο δόθηκε και ελήφθη. Ποιος το έδωσε; Ποιον πρέπει να ευχαριστήσω για αυτό; Εκ φύσεως η ευχαριστία είναι το δόσιμο ενός «ευχαριστώ» σε κάποιον. Δεν μπορώ να πω «ευχαριστώ» στο τίποτα και στον κανένα. Ως εκ τούτου, η ευχαριστία είναι μια πράξη κοινωνίας - σε ένα ή σε άλλο επίπεδο. Ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν, στο τελευταίο κήρυγμα της ζωής του, είπε: «Όποιος είναι ικανός να δίνει ευχαριστίες είναι ικανός για σωτηρία και αιώνια χαρά». Θα το επεκτείνω αυτό, και θα έλεγα επίσης, πως ο καθένας που είναι ικανός για δίνει ευχαριστίες είναι ικανός να γίνει άνθρωπος – αφού η πληρότητα της ανθρωπιάς μας βρίσκεται κυρίως στην κοινωνία. Και η κοινωνία της ευχαριστίας είναι ίσως η κοινωνία στο βαθύτερο επίπεδό της. Η εξέχουσα θέση της ευχαριστίας στην ζωή της Παλαιάς Διαθήκης όλως παραδόξως φαίνεται να έχει συσκοτισθεί από τους περισσότερους χριστιανικούς χειρισμούς. Το σύστημα της θυσίας συχνά παρεξηγείται. Η προσφορά ταύρων και τράγων πάρα πολύ συχνά ερμηνεύεται ως σύστημα πληρωμών σε ένα θυμωμένο Θεό. Λέγεται, πως οι αμαρτίες μας έχουν δημιουργήσει ένα χρέος και τους αξίζει η ενοχή. Πως ό,τι χρωστάμε στον Θεό πρέπει να πληρωθεί. Και όμως, ο ίδιος αυτός χειρισμός της θυσίας καταδικάζεται, μέσα στην ίδια την Παλαιά Διαθήκη. «Έγνωκα πάντα τα πετεινά του ουρανού, και ωραιότης αγρού μετ' εμού εστιν. Εάν πεινάσω, ου μη σοι είπω· εμή γαρ εστιν η οικουμένη και το πλήρωμα αυτής. Μη φάγομαι κρέα ταύρων, ή αίμα τράγων πίομαι; Θύσον τω Θεώ θυσίαν αινέσεως και απόδος τω Υψίστω τας ευχάς σου.» (Ψαλμ. 49:11-14) Η προσφορά που δίνεται στον Θεό δίνεται ευχαριστιακά, αλλιώς είναι άχρηστη. Είναι αρκετά ακριβές να θεωρήσουμε ολόκληρη την ζωή που δόθηκε στον αρχαίο Ισραήλ ως μια οικονομία ευχαριστίας. Το σύστημα της δεκάτης, που δίνει στον Θεό το ένα δέκατο από τα υπάρχοντά μας, δεν είναι ένα σύστημα πληρωμών - ένα «ενοίκιο» που δίνεται σε έναν ουράνιο ιδιοκτήτη. Είναι μια ευχαριστήρια προσφορά, μια πράξη κοινωνίας - το μοίρασμα με τον Θεό της ίδιας της ζωής αυτής της γης. Ο Θεός και ο Ισραήλ έχουν μια κοινωνία στην γη - κάτι που τον κάνει πραγματικά Γη της Επαγγελίας. Το σύστημα του Σαββάτου, όταν τηρείται σωστά, έχει τον ίδιο χαρακτήρα. Η Κυριακή ημέρα αντιπροσωπεύει τον χρόνο μας για τον Θεό, που τον διαθέτουμε εκτός εργασίας. Η απόκτηση παύεται. Ο ίδιος ο χρόνος μας γίνεται μια ευχαριστιακή αφιέρωση. Η πιο ριζοσπαστική πρακτική του Σαββάτου, όταν ένα ολόκληρο έτος (το έβδομο έτος) το «βάζουμε στην άκρη», δείχνει πόσο βαθιά έπρεπε να είναι η φύση αυτής της κοινωνίας. Τα χρέη διαγράφονταν μέσα στο έβδομο έτος. Ελευθερώναμε άλλους από τα δεσμά τους, επειδή ο Θεός μάς έχει ελευθερώσει από τα δικά μας. Οι πρώην σκλάβοι δεν πρέπει να δημιουργούν νέους σκλάβους - θα ήταν μια πράξη που αναιρεί το δόσιμο της ευχαριστίας. Δεν με εκπλήσσει το γεγονός πως η θεωρία της «ποινικής υποκατάστασης» για την εξιλέωση είχε τέτοια πολιτιστική δημοτικότητα μέσα στους αιώνες. «Βολεύτηκε» αυτή η θεωρία μέσα σε μια ποινική κουλτούρα - μια κουλτούρα χρεών και τιμωριών. Οι καλοί, οι εργατικοί, οι επιμελείς και οι ολιγαρκείς, ευημερούν και βασιλεύουν. Οι οκνηροί, οι αδύναμοι και οι αργοί πέφτουν όλο και περισσότερο στην φτώχεια, ωθούμενοι από την αμαρτία τους. Υπάρχουν πολλά πράγματα που βελτιώνουν αυτό το μοντέλο στην σύγχρονη κουλτούρα, όμως συνεχίζει να υπάρχει μέσα στην δομική καρδιά της ζωής μας. Η αλήθεια της εξιλέωσης, του θανάτου και της αναστάσεως του Χριστού, δεν έχει θέση μέσα σε μια τέτοια δομή. Ο θάνατός Του δεν είναι μια πληρωμή μέσα σε ένα κόσμο πληρωμών - μια υπέρτατη θυσία που δεν μπορούσαμε να αντέξουμε οικονομικά. Μάλλον είναι το ποδοπάτημα ολόκληρου του κόσμου των πληρωμών, και η κατεδάφιση του μεγαλύτερου χρέους όλων: τον θάνατο. Η θυσία του Χριστού δεν είναι σαν το αίμα ταύρων και τράγων, αλλά ανθρώπινη. Είναι η Ζωή, που ξεχύνεται πάνω στον θάνατο, η ευχαριστία που θριαμβεύει επί της ανάγκης. Κάθε πράξη ευχαριστίας είναι μια κοινωνία στο θάνατο και την ανάσταση του Χριστού. Γι' αυτόν τον λόγο οι ευγνώμονες είναι ικανοί για σωτηρία - γιατί η ευχαριστία φανερώνει την αληθινή θεμελιώδη μορφή της σωτηρίας. Όλα αυτά είναι ο λόγος που από τα πρώτα χρόνια, η προσφορά του Σώματος και του Αίματος του Χριστού ήταν γνωστή ως «Ευχαριστία». Είναι η κατ’ εξοχήν Ευχαριστία. Αν δεν ήταν έτσι, η Εκκλησία θα την είχε ονομάσει αυτή την πιο κεντρική πράξη της ζωής Της αλλιώς, π.χ.: «Δείπνο του Κυρίου» ή «Αγία Κοινωνία». Αυτοί είναι μεταγενέστεροι τίτλοι, οι οποίοι δόθηκαν σε μια προσπάθεια να ξεχωρίσει η Προτεσταντική λατρεία από την Καθολική. Ωστόσο, η λέξη «Ευχαριστία» επιστρέφει στην κοινή χρήση. Θα είναι πραγματικά σημαντικό όταν η Ευχαριστία (να δίνουμε ευχαριστίες) επιστρέψει στους Χριστιανούς ως τρόπος ζωής. Το υλικό της καθημερινής μας ζωής θα πρέπει να έχει περισσότερη συγγένεια με το σκεπτικό του Σαββάτου της Παλαιάς Διαθήκης, παρά με τις θεωρίες του Άνταμ Σμιθ, του Μίλτον Φρίντμαν, του Μέιναρντ Κέινς και των ομοίων τους. Διότι όταν εργαζόμαστε για κάποιον άλλο λόγο - εκτός από το δόσιμο ευχαριστιών, εργαζόμαστε ως σκλάβοι, δεσμευμένοι σε ό,τι αντιλαμβανόμαστε ως απαραίτητο. Ο Χριστός θα μας ελευθέρωνε από τέτοια δεσμά: «Ει δε τον χόρτον του αγρού, σήμερον όντα και αύριον εις κλίβανον βαλλόμενον, ο Θεός ούτως αμφιέννυσιν, ου πολλω μάλλον υμάς, ολιγόπιστοι; Μη ουν μεριμνήσητε λέγοντες, τι φάγωμεν ή τι πίωμεν ή τι περιβαλώμεθα; πάντα γαρ ταύτα τα έθνη επιζητεί· οίδε γαρ ο πατήρ υμών ο ουράνιος ότι χρήζετε τούτων απάντων. Ζητείτε δε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν.» (Ματθ. 6:30-33). Αυτό δεν πρόκειται για εντολή του Χριστού να σταματήσουμε να εργαζόμαστε. Είναι όμως εντολή να εργαζόμαστε σωστά. Ο κόπος μας είναι σωστός και καλός όταν γίνεται σε κοινωνία με τον Θεό, και αυτό γίνεται κυρίως δίνοντας ευχαριστίες. Η καρδιά της ευχαριστίας αποκλείει την αίσθηση του δικαιώματος – διότι, ποιος δίνει ευχαριστίες αν αυτό που έχει ήταν κάτι το οποίο εδικαιούτο να έχει; Η δουλειά μου, η εξυπνάδα μου, οι επενδύσεις μου, δεν με καθιστούν δικαιούχο για πλούτο. Διότι αν αυτά με καθιστούν δικαιούχο πλούτου, τότε γιατί να είμαι ευγνώμων που τα έχω; Αντίθετα, ο Χριστός μάς δίνει τα πάντα: «Τα Σα εκ των Σων Σοί προσφέρομεν Κύριε», και , «κατά πάντα και διά πάντα». Αν όλα όσα έχω είναι ένα δώρο για το οποίο Σε ευχαριστώ - άρα ένα μέσον κοινωνίας με τον Θεό - τότε γιατί να δυσανασχετώ να το μοιραστώ με οποιονδήποτε; Μάλιστα, η πράξη του μοιράσματος είναι αφ’ εαυτού της ένα πρωταρχικό και εγγενές μέρος της ευχαριστιακής πράξης. Δίνουμε στους άλλους, επειδή αυτό που έχουμε μάς έχει δοθεί. Σαν τον Ισραήλ, έτσι και εμείς έχουμε κοινωνία με όλους εκείνους που είναι ξένοι προς τα αγαθά αυτού του κόσμου, γιατί εμείς οι ίδιοι ήμασταν κάποτε ξένοι: «Και προσήλυτον ου θλίψετε· υμείς γαρ οίδατε την ψυχήν του προσηλύτου· αυτοί γαρ προσήλυτοι ήτε εν γη Αιγύπτω.» . (Έξοδος 23:9) Η ευχαριστία δεν είναι μια ηθική δραστηριότητα: σαν την κοινωνία, είναι ένας τρόπος ύπαρξης. Δεν υπάρχει Χριστιανισμός που να μην περιλαμβάνει την ελεημοσύνη. Το μοίρασμα ανήκει στην οντολογία της πίστεως.
«Της δε ευποιίας και κοινωνίας μη επιλανθάνεσθε· τοιαύταις γαρ θυσίαις ευαρεστείται ο Θεός» (Εβρ. 13:16) ΄ Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν! |
Δημιουργία αρχείου: 27-11-2025.
Τελευταία μορφοποίηση: 27-11-2025.