Η αγάπη για τους εχθρούς και τα παθήματα * Η πνευματική άσκηση στη ζωή του Χριστιανού *
|
“Το ελλείπον” – Αρκεί μόνο ο Ιησούς; Η Χριστιανική ζωή δεν είναι εγκόσμια ανάπαυση Του π. Στεφάνου Φρήμαν Μετάφραση Κ. Ν.
|

|
Ο μέσος Χριστιανός, διαβάζοντας την Αγία Γραφή του με χαρούμενη αφοσίωση, σκοντάφτει σε αυτό το απόσπασμα: «Νυν χαίρω εν τοις παθήμασί μου υπέρ υμών και ανταναπληρώ τα υστερήματα τών θλίψεων τού Χριστού εν τη σαρκί μου υπέρ τού σώματος αυτού, ό εστιν η εκκλησία,...» (Κολ. 1:24) Το απόσπασμα είναι ιδιαιτέρως «ενοχλητικό» για μία συγκεκριμένη γραμμή της προτεσταντικής σκέψης, η οποία τονίζει την επάρκεια του Χριστού για τα πάντα, ήτοι: Ο Χριστός κατόρθωσε να γίνουν όλα τα αναγκαία για την σωτηρία μας, και έτσι εμείς μπορούμε να «αναπαυθούμε» μέσα στο ολοκληρωμένο έργο Του. Για πολλούς, αυτό βρίσκεται στην καρδιά (το επίκεντρο) της Χάριτος. Ο Θεός έχει κάνει για εμάς αυτό που δεν μπορούμε να κάνουμε εμείς για τον εαυτό μας, οπότε αυτό που απομένει είναι εμείς να εμπιστευόμαστε πως όντως έτσι είναι. Ο Χριστός δηλώνει το «τετέλεσται». Δεν απομένει τίποτα άλλο για μάς παρά μόνο η εμπιστοσύνη. Αυτή η πεποίθηση πρόσφατα «εμβόλισε» δυνατά μια συζήτηση για το ρωσικό μυθιστόρημα «Laurus». Παρακολούθησα (και μίλησα) στο Συμπόσιο της Όγδοης Ημέρας στην Γουίτσιτα του Κάνσας. Η παρουσιάστρια, Jessica Hooten Wilson, είχε μιλήσει για το ρωσικό μυθιστόρημα, «Laurus», στο οποίο ο πρωταγωνιστής μπαίνει στη μακρά, επίπονη ζωή ενός αγίου σαλού μετά από τον θάνατο μιας γυναίκας και του παιδιού της - που ήταν αποτέλεσμα της δικής του αδράνειας. Η Wilson έκανε μια αναφορά σε κάποια κριτική του Alan Jacobs (Πανεπιστήμιο Baylor) ο οποίος περιέγραψε την πνευματικότητα του σαλού ως «ινδουιστική», και στηλίτευσε την προσέγγιση του βιβλίου στον Χριστιανισμό. Έγραψε: «... Αν και γνωρίζω πως ο (συγγραφέας) Eugene Vodolazkin είναι Χριστιανός, παραμένω αβέβαιος για το ποιο ακριβώς όραμα της χριστιανικής ζωής μού προσφέρεται μέσα σε αυτό το βιβλίο... το «Laurus»... μια μακρά, σκληρή πνευματική εργασία που πληρώνει για τις αμαρτίες, όπως κάνει και στον κόσμο...» Ο Vodolazkin πουθενά δεν χαρακτηρίζει τους κόπους του Laurus ως μια πληρωμή για την αμαρτία. Μάλιστα η ιδέα αυτή είναι ξένη προς την Ορθόδοξη σκέψη. Είναι ένα κενό τόσο μεγάλο, ώστε ένας προτεστάντης καθηγητής λογοτεχνίας να νιώσει την ανάγκη να το γεμίσει - και ταυτόχρονα να διαστρεβλώσει ένα πανέμορφο ορθόδοξο μυθιστόρημα. Στην συζήτηση στο συνέδριο, ένας συμμετέχων Προτεστάντης συμφώνησε πως το μυθιστόρημα φάνηκε περιέργως ανίκανο να «αναπαυθεί» εν Χριστώ. Δεδομένου ότι δεν βρίσκομαι συχνά σε διάλογο με τους Προτεστάντες Χριστιανούς, με αιφνιδίασαν αυτές οι παρατηρήσεις τους. Ξέχασα πόσο ξένο είναι για μένα όλο αυτό το πράγμα… Ευτυχώς που είναι ξένο και για την Καινή Διαθήκη. Ό,τι κι αν νομίζει κανείς για την Χάρη, το έργο του Σταυρωμένου Χριστού σε καμία περίπτωση δεν αφαιρεί το έργο του Σταυρού από τις ζωές των πιστών. Βαπτιζόμαστε εις τον θάνατο του Χριστού και συνεχίζουμε να λέμε σε όλη μας τη ζωή: «Χριστώ συνεσταύρωμαι· ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός· ό δε νυν ζω εν σαρκί, εν πίστει ζω τη τού υιού τού Θεού τού αγαπήσαντός με και παραδόντος εαυτόν υπέρ εμού. Ουκ αθετώ την χάριν τού Θεού· ει γαρ δια νόμου δικαιοσύνη, άρα Χριστός δωρεάν απέθανεν».» (Γαλ. 2:20-21). Ο Ίδιος ο Χριστός δίδαξε πως εμείς οι ίδιοι πρέπει να σηκώσουμε τον Σταυρό και να Τον ακολουθήσουμε. Δεν υπάρχει «ανάπαυση» που ο Χριστιανισμός να την έχει κάνει διαθέσιμη μέσω ενός αντικαταστατικού έργου του Χριστού. Το έργο του Χριστού είναι ζήτημα μετοχής (κοινωνίας) - βαπτιζόμαστε μέσα σ' αυτήν, ζούμε δια της παρουσίας της μέσα μας, και δεν παύουμε να συμμετέχουμε στο έργο αυτό, ποτέ. Είναι πάντα δύσκολο να ακούσεις αυτό που όντως λέγεται, όταν προσπαθείς να ακούσεις μια συζήτηση που δεν γίνεται. Η σωτηρία - στον Λατινικό Χριστιανισμό - πολύ νωρίς έγινε αιχμάλωτη της γλώσσας της «χάριτος» και των «έργων». Μέσα σε αυτό που θα γινόταν ένα κυρίαρχο νομικό πλαίσιο, η χάρις και τα έργα εύκολα εξωτερικεύθηκαν, εγείροντας όμως ερωτήματα σχετικά με το ποιός θα «έσωζε». Όταν ο Απόστολος Παύλος λέει ότι αναπληρώνει «αυτό που λείπει» στις θλίψεις του Χριστού, είτε προσυπογράφει κάποια μορφή Πελαγιανισμού, ή απλώς δεν έχει κατά νου μια σωτηρία… νομική. Αναμφίβολα, το δεύτερο από αυτά ισχύει στην πραγματικότητα… Όταν λέει πως σταυρώθηκε μαζί με τον Χριστό, ο Απόστολος Παύλος εννοεί ακριβώς αυτό που λέει. Πράγματι, είναι η βαθύτερη κραυγή της καρδιάς του: «αλλά μενούνγε και ηγούμαι πάντα ζημίαν είναι δια το υπερέχον τής γνώσεως Χριστού Ιησού τού Κυρίου μου δι' Ον τα πάντα εζημιώθην και ηγούμαι σκύβαλα, ίνα Χριστόν κερδήσω, και ευρεθώ εν Αυτώ μη έχων εμήν δικαιοσύνην την εκ νόμου αλλά την δια πίστεως Χριστού, την εκ Θεού δικαιοσύνην επί τη πίστει, τού γνώναι Αυτόν και την δύναμιν τής αναστάσεως Αυτού και κοινωνίαν παθημάτων Αυτού συμμορφιζόμενος τω θανάτω Αυτού….» (Φιλ. 3:8-10) Αυτά τα λόγια επ’ ουδενί θυμίζουν την γλώσσα των κόπων για το όφελος, και ακόμα λιγότερο την εξωτερικευμένη χάρη και έργα. Είναι η γλώσσα της πιο οικείας, μυστηριακής κοινωνίας. Γνωρίζουμε κάποια λίγα πράγματα για την εμπειρία αυτή, αφού είναι συνηθισμένη σε σχέσεις που χαρακτηρίζονται από έντονη αγάπη. Η ψυχρότητα μιας συζήτησης σχετικά με το ποιος έκανε τι - ή τι οφείλεται σε ποιόν - δεν έχει θέση σε μια τέτοια οικειότητα. Η αγάπη μιλάει με όρους ένωσης. Θέλει να μοιραστεί με τον βαθύτερο δυνατό τρόπο την ζωή του αγαπημένου της προσώπου. Εμφανίστηκε ένα ρήγμα στον Προτεσταντισμό μέσα στους πρώτους δύο με τρεις αιώνες του. Αυτό το ρήγμα, σε μεγάλο βαθμό αντιπροσώπευε μια βαθιά δυσαρέσκεια, με μια ψυχρή, στείρα παρουσίαση της ζωής της Χάριτος. Οι πρώτοι Προτεστάντες σχεδόν παγκοσμίως υποστήριζαν το δόγμα του «Κεσατιονισμού» (Cessationism: η θεωρία της παύσης των χαρισμάτων), διδάσκοντας πως τα θαύματα τελείωσαν όταν ολοκληρώθηκε η Καινή Διαθήκη. Αυτό που απέμεινε ήταν τα μάλλον μηχανικά/διανοητικά δόγματα που εξασφάλιζαν την σωτηρία. Στεγνά, σαν την σκόνη. Η αντίδραση σε αυτό ήταν η γέννηση του Πιετισμού (ή Ευσεβισμού), σε διάφορες μορφές και τόπους. Στην χειρότερη εκδοχή του, ο συναισθηματισμός του Πιετισμού οδήγησε σε ακραίες πεποιθήσεις και πρακτικές. Στα καλύτερά του, παρήγαγε άγιες ζωές και έδωσε καρδιά σε αυτό που θα ήταν ελάχιστα περισσότερο από έναν ξερό θάνατο του Δυτικού Χριστιανισμού. Αν ο Δυτικός Χριστιανισμός επιβιώσει από τις σημερινές μας δυσκολίες, θα είναι η καρδιά που γεννήθηκε μέσα στον Πιετισμό που θα τον σώσει (ή έτσι νομίζω). Ο μετασχηματισμός της εμπειρίας μεταστροφής του Πιετισμού στο δόγμα της «αναγέννησης» έτεινε να συγχέει τον Πιετισμό και τον κλασικό Προτεσταντισμό, πλαισιώνοντας την εμπειρία της καρδιάς μέσα στην άκαμπτη γλώσσα της δογματικής αναγκαιότητας. Όπως πολλές πτυχές Προτεσταντισμού/Προτεσταντισμών, ο κατακερματισμός του δόγματος και της εμπειρίας απεδείχθη συνεχιζόμενο και κυρίαρχο χαρακτηριστικό του/τους. Ο κλασικός Χριστιανισμός, στην Ορθόδοξη μορφή του, είναι πολύ πλούσιος στο λεξιλόγιό του και στις ιστορίες της ανθρώπινης εμπειρίας του Θεού. Είναι πάντα «οντολογικός» στην προσέγγισή του στο δόγμα, που σημαίνει ότι το δόγμα αφορά πάντα «κάτι-που-είναι» και όχι μια θεωρία ή μια νομική ρύθμιση. Επειδή το «κάτι που είναι» μπορεί να βιωθεί, θεωρείται πάντα πολύ φυσικό το έργο του Θεού να έχει ένα περιγράψιμο, βιωματικό στοιχείο. Αν «σταυρώνομαι με τον Χριστό», είναι εγγενώς εφικτό κάτι τέτοιο να βιώνεται με κάποιον τρόπο. Στην περίπτωση ενός αγίου σαλού, μπορεί να μοιάζει πολύ με τον χαρακτήρα του Laurus. Πρέπει να αντιπαραβληθεί με τον Αμερικανό της μεσαίας τάξης που τραγουδά χαρούμενα τραγούδια την Κυριακή - ίσως ακόμη και συγκινημένος μέχρι δακρύων, ικανοποιημένος και σίγουρος ότι ο Ιησούς έχει φροντίσει για τα πάντα, έτσι ώστε να μπορεί να επιστρέψει με ασφάλεια στις κοινοτοπίες της ζωής του. Αχχχ… δεν είναι υπέροχος ο Ιησούς;! Η απλή αλήθεια είναι πως η Βασιλεία του Θεού «βιάζεται, και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν». (Ματθ. 11:12) Το ευαγγέλιο «προσλαμβάνει» ολόκληρο το άτομο και υποθέτει πως θα αγαπούμε τον Θεό «με όλη μας την καρδιά, με όλη μας την ψυχή και με όλο μας τον νου». Το ότι μια τέτοια «πρόσληψη» μπορεί να περιγραφεί από κάποιους ως «έργα δικαιοσύνης» είναι απλώς ενδεικτικό ενός διχασμένου Χριστιανισμού, ο οποίος έχει τοποθετήσει τον Θεό σε μια δογματική πραγματικότητα «του δεύτερου ορόφου», ενώ το κοσμικό πάρτι μαίνεται εδώ κάτω. Δόξα τω Θεώ για τους Laurus που βρίσκονται «πασπαλισμένοι» εδώ κι εκεί μέσα στο ιστορικό τοπίο. Η ενότητα της πίστεως και της εμπειρίας που αποδεικνύεται με τις (ορισμένες φορές θυελλώδεις) ζωές τους, ψιθυρίζει την ελπίδα πως ο Θεός κατοικεί ανάμεσά μας και μάς αγαπά, θέλοντας ο Ίδιος να είναι μέσα στην ακαταστασία της σταυρωμένης ύπαρξής μας, ζορίζοντας πάντα τον Εαυτόν Του μέσα στα βάθη της ύπαρξής μας, καθώς εμείς ζοριζόμαστε να ανταποκριθούμε παρομοίως - υπομένοντας «αυτό που λείπει από τις θλίψεις του Χριστού»: η ανταπόκρισή μας στην δική Του αγάπη. |
Δημιουργία αρχείου: 3-11-2025.
Τελευταία μορφοποίηση: 3-11-2025.