Φανταστικό/Φαντασία και Πατέρες τής Εκκλησίας * Η φαντασία ως μεταπτωτικό φαινόμενο
|
Η Φαντασία Μεταξύ νοός και αισθήσεως Π. Ευσέβιος Βίττης
Πηγή: π. Ευσεβίου Βίττη, Ηδονή Οδύνη Αναδημοσίευση από: https://www.eusebiosvittis.gr |

|
Στη διαδικασία ηδονής-οδύνης σπουδαίο ρόλο παίζει και η φαντασία, για την οποία μιλούν ιδιαίτερα οι Πατέρες. Επιβάλλεται να εξετασθεί και αυτή μέσα στα πλαίσια αυτής εδώ της εργασίας.
1. Τι είναι η φαντασία; Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά η φαντασία είναι “νου και αισθήσεως μεθόριον”. Η φαντασία είναι ψυχική λειτουργία που βρίσκεται ανάμεσα στο νου και στην αίσθηση. Οι αισθήσεις δημιουργούν στον άνθρωπο “μορφώσεις”, εντυπώσεις, μέσα του. Οι εντυπώσεις αυτές οφείλονται μεν σε υλικά πράγματα και σώματα, με τα οποία έρχονται σε επαφή οι αισθήσεις, αλλά δεν είναι σώματα οι ίδιες (οι εντυπώσεις), αν και είναι σωματικές. Οι εντυπώσεις προέρχονται ουσιαστικά όχι από τα σώματα απλώς, αλλά από τη μορφή (το “είδος” ) που έχουν τα σώματα. Οι εντυπώσεις όμως αυτές τών αισθήσεων στην ψυχή δεν είναι οι μορφές τών σωμάτων καθ’ εαυτές, αλλά “εκτυπώματα αυτών” και “εκμαγεία”. Είναι, αν μπορούμε να εκφραστούμε έτσι, μορφές μορφών ή εικόνες μορφών, “οιόν τινές εικόνες αχωρίστως χωριζόμεναι τών κατά τα σώματα ειδών”. Οι εικόνες τής μορφής τών σωμάτων υπάρχουν μεν καθ’ εαυτές μέσα στον άνθρωπο, αλλά ταυτόχρονα είναι αδιάσπαστα και αχώριστα ενωμένες με τις μορφές που εξεικονίζουν γιατί αναφέρονται πάντα σ’ αυτές. Για την κατανόηση αυτού του φαινομένου μάς βοηθάει το πώς βλέπουμε και μάλιστα οι εικόνες που βλέπουμε στον καθρέφτη. Εκεί έχουμε μία κατ’ αντιστοιχία αισθητοποίηση αυτών που συμβαίνουν στη διαδικασία που μάς απασχολεί εδώ, γιατί έχουμε το ίδιο περίπου φαινόμενο. Οι εικόνες που προσφέρονται στην ψυχή μέσω τών αισθήσεων είναι ανεξάρτητες πια από τα σώματα που εξεικονίζουν και καθ’ εαυτές ασώματες, παρά την εσωτερική σχέση με τα εικονιζόμενα, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω. Ο νους τώρα με τη φαντασία επεξεργάζεται τις εικόνες αυτές με πολλούς και διαφόρους τρόπους. Αποτέλεσμα αυτής τής επεξεργασίας είναι οι λογισμοί, οι διαλογισμοί (=επεξεργασία τών λογισμών) και οι συλλογισμοί (=συστηματοποίηση τών λογισμών-διαλογισμών), ανεξάρτητα βέβαια από την οποιαδήποτε αξιολόγηση τού περιεχομένου τους, γιατί αυτό είναι άλλο θέμα. Αυτό που γίνεται είναι διαδικασία επεξεργασίας τού υλικού που παραλαμβάνεται. Η ποιότητά του είναι κάτι που θα αξιολογηθεί αργότερα. Ο καρπός, τής διεργασίας αυτής μπορεί να είναι αρετές, κακίες, σωστές ή μη σωστές απόψεις. Για όλα αυτά υπάρχει αξιολογικά μία επιφύλαξη, δεν αποτελεί όμως ο πλούτος τών εντυπώσεων τών αισθήσεων τη μόνη πηγή από την οποία αντλεί ο νους το υλικό που θα επεξεργασθεί. Υπάρχουν πράγματα που δεν είναι δυνατόν να υποπέσουν στην αντιληπτική διαδικασία τών αισθήσεων γιατί τις ξεπερνούν. Επομένως δεν μπορούμε να αναφέρουμε στη φαντασία μας την αρχή κάθε αλήθειας ή πλάνης, κάθε αρετής ή κακίας. Εκείνο που είναι άξιο θαυμασμού και δημιουργεί κατάπληξη στον παρατηρητή είναι ετούτο· πώς από τα αισθητά και παροδικά, δηλαδή από τα συνεχώς αλλοιούμενα και μεταμορφωνόμενα πράγματα δημιουργείται στην ψυχή πλήθος μόνιμων στοιχείων, όπως είναι το κάλλος, το αίσχος, ο πλούτος, η πτωχεία, η δόξα, η αδοξία και γενικά το “νοητόν φως”, πρόξενο ζωής αιωνίου ή το νοητό σκοτάδι, πρόξενο κολασμών. Η φαντασία αποτελεί, πάντα κατά τον ιερό Πατέρα, όχημα τού νου προς τις αισθήσεις και η επαφή τού νου με τις αισθήσεις γεννάει την “σύμμεικτον γνώσιν”. Για να γίνει αυτό αντιληπτό, μάς βοηθάει η παρακολούθηση ενός φυσικού φαινομένου, η δύση τού ηλίου και η ταυτόχρονη παρουσία τής σελήνης. Κάθε μέρα που περνάει, η σελήνη παρουσιάζεται περισσότερο φωτεινή, έως ότου φτάση ακριβώς αντίθετα απ’ τον ήλιο, όποτε φωτίζεται ολόκληρη. Όσο όμως αρχίζει να κάνη την αντίθετη κίνηση, απομακρυνόμενη από το σημείο αυτό, τόσο μειώνεται ο φωτισμός της. Οι εικόνες εντούτοις τών προηγούμενων ημερών υπάρχουν εναποτεθειμένες στο νου. Έχοντας ο νους κάθε φορά ζωντανή την άμεση εντύπωση από την παρατήρηση που έκανε σε δεδομένη στιγμή, κατανοεί και τις προηγούμενες εντυπώσεις που είναι ήδη κατατεθειμένες μέσα του. Η γνώση αυτή, όπως και όποια άλλη αντίστοιχή τους, είναι προϊόν επί μέρους εντυπώσεων και κατανοήσεων που έχουν συγκεντρωθεί από συνεργασία αισθήσεων-φαντασίας-νου.
2. Φαντασία και νόηση – μέρη τής φαντασίας Οι όσιοι Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι υπογραμμίζουν τη διαφορά φαντασίας και νοήσεως. Ο χαρακτήρας τους διαφέρει θεμελιωδώς. Η νόηση είναι ενέργεια θετική και δημιουργική (“ποίησις”). Η φαντασία αντίθετα είναι παθητική λειτουργία και “τύπωσις αναγγελτική αισθητού τινος ή ως αισθητού τινος”. Η φαντασία εντούτοις υπάγεται στο αντιληπτικό της ψυχής. Στη φαντασία μπορούμε να διακρίνουμε τα εξής μέρη (“μοίρας”). α) “Την τών αντιλήψεων εικονιστικήν (μοίραν) προς τα ποιούντα αισθητήν την αντιληψιν”. Το τμήμα αυτό τής φαντασίας μετατρέπει σε εικόνες ό,τι οδηγείται σ’ αυτό δια μέσου τών αισθήσεων. β) “Την εκ τών μενόντων εγκαταλειμμάτων από τούτων αποτυπωτικήν (μοίραν) την μη έχουσαν επηρεισμένας επί τι τας εικόνας, ην και ιδίως φανταστικήν καλούσι”. Το τμήμα αυτό τής φαντασίας έχει ως έργο την αναπαράσταση (“ανατύπωσιν”) και παρουσίαση τών εικόνων με βάση το ήδη κατατεθειμένο στη φαντασία υλικό και δεν στηρίζεται πια σε νέες εντυπώσεις. Το μέρος αυτό τής φαντασίας είναι ικανό να δημιουργεί καινούργιες εικόνες από ήδη προϋπάρχουσες. γ) Το τρίτο μέρος τής φαντασίας είναι εκείνο, στο οποίο κάθε ηδονή και εικόνα ηδονής (λογισμός = φαντασία εν τω νω αισθητού τινός πράγματος) εδράζεται για ό,τι θεωρείται ευχάριστο και καλό, και λύπης για ό,τι θεωρείται δυσάρεστο και κακό. Κατά τους αγίους αυτούς Πατέρες η ηδονή και η λύπη έχουν ιδιαίτερη περιοχή στη φαντασία, όπου παίζουν τον πρωτεύοντα ρόλο τους, γιατί είναι γεγονός πως τόσο η ηδονή όσο και η οδύνη επηρεάζονται αμεσώτατα από τη φαντασία, αλλά και επηρεάζουν το ίδιο άμεσα τη φαντασία.
3. Φαντασία και αισθήσεις Για τη σχέση αισθήσεων και φαντασίας καθώς και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους σε αντιπαράθεση μεταξύ τους μάς μιλάει κατά την πατερική αντίληψη ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στο “Συμβουλευτικόν εγχειρίδιόν” του. Περίληψη αυτής τής περιγραφής παραθέτουμε αμέσως στη συνέχεια. α) Οι αισθήσεις ενεργούν μόνο όταν είναι παρόντα τα αισθητά πράγματα. Η φαντασία λειτουργεί και χωρίς την παρουσία αισθητών πραγμάτων και όταν παύει κάθε αισθητηριακή αντίληψη. β) Η φαντασία μπορεί να ερεθίσει και να ωθήσει τις αισθήσεις για να πραγματοποιήσουν μία ενέργεια π.χ. πού θα προκαλέσει ηδονή, ώστε να την απολαύσει και πρακτικά. γ) Η φαντασία κινείται πολύ πιο γρήγορα από τις αισθήσεις και μπορεί να κινητοποιήσει την καρδιά, ώστε να πραγματοποιήσει συνδυασμούς που αυτή (η φαντασία) κάνει. δ) Η φαντασία κατά κάποιο τρόπο “υποστατικοποιεί” και προβαίνει σε “εξεικονισμόν” τών διαφόρων αισθημάτων, δηλαδή τών εντυπώσεων που δέχεται δια μέσου τών αισθήσεων. Γι’ αυτό και η ενέργεια τής φαντασίας αποτελεί δυνατή ώθηση για την πραγμάτωση αυτού που μέσα τής εξεικονίζει. Και όσο πιο πολύ επιθυμεί κανένας κάτι, τόσο και πιο πολύ εναργής και ζωηρή γίνεται η εικόνα του μέσα στη φαντασία και αντίστροφα. ε) Οι αισθήσεις διαβιβάζουν απλώς ό,τι δέχονται για διαβίβαση. Η φαντασία επεξεργάζεται το υλικό που τής αποστέλλεται δια μέσου τών αισθήσεων. στ) Η φαντασία δύσκολα εξαλείφει εικόνες που αποτυπώνονται σ’ αυτήν δια μέσου τών αισθήσεων. ζ) Η φαντασία, τέλος, δημιουργεί μέσα τής εικόνες εκ τού μη όντος, από το τίποτε, με επεξεργασία αισθημάτων και εντυπώσεων που τής έστειλαν οι αισθήσεις, είτε με προσθήκες είτε με αφαιρέσεις, είτε με συνδυασμούς τών στοιχείων που διαθέτει και όταν ο άνθρωπος βρίσκεται σε εγρήγορση και όταν κοιμάται και ονειρεύεται. Κατά τη διάρκεια τού ύπνου η φαντασία συνεχίζει τη δραστηριότητά της και δημιουργεί τα γνωστά μας όνειρα, που δεν είναι παρά εικόνες συνήθως μεταπλασμένες και μεταμορφωμένες, ανάξιες προσοχής.
4. Φαντασία και ηδονή Ο ρόλος τής φαντασίας στο ζήτημα που μάς απασχολεί εδώ είναι κεντρικός. Η φαντασία είναι εκείνη, που, όπως αναφέρθηκε, ωθεί στην απόλαυση τής ηδονής και δια μέσου της στην αμαρτία. Γι’ αυτό και τονίζεται με ιδιαίτερη έμφαση από τους αγίους Πατέρες η σημασία της ως προς το θέμα μας. Οι όσιοι Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι χαρακτηρίζουν τη φαντασία ως “ποικιλόμορφον” σαν το μυθικό Δαίδαλο και “πολυκέφαλον” σαν τη μυθική Ύδρα και “οιόν τι γέφυραν τών δαιμόνων”, γιατί δια μέσου της έρχονται σε επαφή με την ψυχή και την καθιστούν, αν τους αποδεχθεί, “σίμβλον κηφήνων” (κυψέλη κηφήνων) και “εννοιών ακάρπων και εμπαθών οικητήριον”. Με τη φαντασία είναι πολύ εύκολη η πτώση στην αμαρτία πρώτα ως συγκατάθεση και έπειτα ως πράξη. Γι’ αυτό παρατηρεί σχετικά ο άγιος Μάξιμος: “Όπως το σώμα έχει για κόσμο του τα πράγματα, έτσι και ο νους έχει για κόσμο του τα νοήματα, δηλαδή τις εικόνες που σχηματίζει μέσα του. Και όπως το σώμα πραγματοποιεί την πορνεία με το σώμα τής γυναίκας, έτσι και ο νους πραγματοποιεί την πορνεία με την έννοια τής γυναίκας, δηλαδή με εικονική της παράσταση μέσα του. Βλέπει δηλαδή την εικόνα τού δικού του σώματος να προβαίνει σε μείξη με την εικόνα τού γυναικείου σώματος κατά διάνοιαν. Με τον ίδιο τρόπο αποκρούει με την εικόνα τού σώματός του κατά διάνοιαν τη μορφή εκείνου που τον λύπησε. Το ίδιο συμβαίνει και με τα αλλά αμαρτήματα. Αυτά δηλαδή που διαπράττει ενεργώς το σώμα στον κόσμο τών πραγμάτων, αυτό κάνει και ο νους στον κόσμο τών νοημάτων, δηλαδή με τη φαντασία του”. Και αλλού υπογραμμίζει ο ίδιος: “ο νους δια τών εμπαθών νοημάτων αμαρτάνει” και εννοεί τις εικόνες που σχηματίζονται στη φαντασία. Θεωρείται τόσο σημαντική η κυριαρχία τού νου πάνω στη φαντασία και η τέλεια χειραγώγησή της από την πατερική διδαχή, ώστε μάς λέει ότι δεν είναι δυνατή ούτε η καθαρά προσευχή ούτε η απάθεια χωρίς αυτήν την κυριαρχία. Με την απάθεια εννοείται, όπως και ο όρος δηλώνει πρωταρχικά, η ελευθερία τού νου από κάθε πάθος. Πραγματική προσευχή είναι η προσευχή εκείνη που γίνεται “αφαντάστως, ασχηματίστως, αδιατυπώτως, όλως όλω νοΐ καθαρώ και ψυχή καθαρά”. Και τέλεια απάθεια είναι εκείνη, κατά την οποία πετυχαίνεται “και αυτής τής ψιλής φαντασίας παντελής κάθαρσις”. Αμόλυντος νους είναι αυτός που είναι εντελώς απαλλαγμένος και από αυτή την απλή εικόνα μέσα στη φαντασία κάποιου πάθους ή κάποιας αμαρτίας. Τότε ισχύει “η κατά διάνοιαν πάντων τών παθών τελεία απόθεσις” “ουκ έχουσα τας φαντασίας τών αισθητών ειδοποιούσας αυτή τών παθών τας εικόνας” (η τέλεια απομάκρυνση από τη διάνοια όλων τών εντυπώσεων τών αισθητών πραγμάτων που δίνουν μορφή στα πάθη και τα αισθητοποιούν, αυτό σημαίνει τέλεια απαλλαγή από την κατάσταση κυριαρχίας παθών μέσα στην ψυχή). Με τον τρόπο αυτό δεν έχει πια θέση η ηδονή στη διάνοια και ειδικότερα στη φαντασία και επομένως καμιά δύναμη για να σπρώξει τον άνθρωπο στην αμαρτία μέσω τής φαντασίας. |
Δημιουργία αρχείου: 23-10-2025.
Τελευταία μορφοποίηση: 23-10-2025.