Η "Αδελφοποίηση" * Νυμφεύτηκε ο Βασίλειος ο Α΄ τον... ηγούμενο Νικόλαο και τον γιο της πλούσιας χήρας;
|
Παρερμηνεύοντας το μαρτύριο τών αγίων Σεργίου και Βάκχου Μαρίας Β. Δημητριάδου
Εορτάζονται στις 7 Οκτωβρίου |

|
Οι Άγιοι Σέργιος και Βάκχος, οι Ρωμαίοι αξιωματικοί και μάρτυρες του 4ου αιώνα μ.Χ., η μνήμη των οποίων εορτάζεται στις 7 Οκτωβρίου, είχαν ευγενική καταγωγή και αξιόλογη μόρφωση, και υπηρέτησαν ως ανώτεροι αξιωματικοί στον ρωμαϊκό στρατό επί Καίσαρα Μαξιμιανού, στη σχολή των Κεντηλίων ή Γεντηλίων (Schola Gentilium), ένα επιφανές σώμα της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής φρουράς στην Ανατολή. Οι «Σχολές», επίλεκτες στρατιωτικές μονάδες, που καθιέρωσε ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός (284-305), υπάγονταν κατ’ ευθείαν στον αυτοκράτορα και εκπαίδευαν τους αξιωματικούς των ρωμαϊκών λεγεώνων. Ο Σέργιος ήταν πριμικήριος (primicerius, επικεφαλής τμήματος) και ο Βάκχος σεκουνδοκήριος (secundarius, υπαρχηγός ή βοηθός του πριμικηρίου). Ήταν γνωστό ότι ήταν φίλοι, όχι όμως και ότι ήταν χριστιανοί… Όταν κατηγορήθηκαν ως χριστιανοί στον Μαξιμιανό από κάποιους που τους φθονούσαν, εκείνος για να διαπιστώσει αν ευσταθούσαν οι κατηγορίες, οργάνωσε θυσία στο ναό του Δία, στην οποία έπρεπε όλοι οι αξιωματικοί να τον ακολουθήσουν. Όμως, οι Σέργιος και Βάκχος έμειναν έξω από τον ειδωλολατρικό ναό, προσευχόμενοι για εκείνους που ήταν μέσα. Όταν διατάχθηκαν από τον Μαξιμιανό να μπουν και να θυσιάσουν, ομολόγησαν ότι ήταν Χριστιανοί. Τότε ο Μαξιμιανός διέταξε να τους αφαιρεθούν τα αξιώματα και τους έστειλε στον ηγεμόνα (δούκα) Αντίοχο στη ρωμαϊκή επαρχία Ευφρατησία, στη σύγχρονη Συρία, για να τους επαναφέρει στη θρησκεία της Ρώμης ή να τους σκοτώσει. Ο Αντίοχος τους έταξε ότι αν θυσιάσουν στους ειδωλολατρικούς θεούς, με διαταγή του Μαξιμιανού θα πάρουν πίσω όλα τα πλούτη και τα αξιώματα που τους αφαιρέθηκαν, και ακόμη περισσότερα. Οι άγιοι αρνήθηκαν και μαρτύρησαν: Πρώτα ο Βάκχος πέθανε από τα σκληρά βασανιστήρια και το σώμα του ρίχτηκε άταφο έξω από το κάστρο, με τα όρνεα να το προφυλάσσουν όλη τη νύχτα από τα θηρία που το πλησίαζαν, μέχρι που το πρωί ήρθαν χριστιανοί και το έθαψαν σε μια σπηλιά, συνοδευόμενοι από τα θηρία. Στη συνέχεια, και μετά από πολλά ακόμα φρικτά μαρτύρια παρόμοια με του αγίου Γεωργίου, ο Σέργιος αποκεφαλίστηκε, με το σώμα του να περισυλλέγεται επίσης από χριστιανούς και να τελεί πολλά θαύματα. Αργότερα, η Ρεσάφα ή Ρουσάφα όπου μαρτύρησε, μετονομάστηκε Σεργιόπολις. Το 547 στην Κωνσταντινούπολη, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α΄ και η σύζυγός του Θεοδώρα έχτισαν τον περίφημο Ναό Σεργίου και Βάκχου (γνωστό σήμερα ως Κιουτσούκ Αγιά Σοφιά), στον οποίο έβαλαν τα λείψανα των αγίων. Λείψανα των αγίων λέγεται ότι υπάρχουν και στη Βενετία (Ναός του Αγίου Πέτρου στο Καστέλλο), στην Παβία (Μονή των Βενεδικτίνων του Αγίου Φίλικος, φερμένα από την Βυζαντινή Πριγκίπισσα Θεοφανώ), στη Γερμανία (Ναός του Αγίου Μαρτίνου στο Heilbad Heiligenstadt) και σε άλλα μέρη. Μιλάμε λοιπόν, για δύο αγίους φίλους μεταξύ τους, γνωστούς σε Ανατολή και Δύση, ιδιαίτερα τιμώμενους στη Συρία, που μαρτύρησαν επί Διοκλητιανού, έχουν συναξάρι γραμμένο στην εποχή τους και αναφέρονται από τον Θεοδώρητο Κύρου (5ος αιώνας μ.Χ.), τον Ευάγριο Σχολαστικό (περ. 536 – 594 μ.Χ.) και τον Ιωάννη Μόσχο (περ. 550 – 619 μ.Χ.). Μια ξεκάθαρη κατάσταση δηλαδή. Φαίνεται όμως, ότι η κατάσταση των αγίων δεν είναι ξεκάθαρη για όλους… Εκατοντάδες χρόνια μετά το μαρτύριό τους και τα όσα γράφτηκαν κοντά στην εποχή τους γι’ αυτούς, τον 20ό αιώνα, ο ιστορικός Τζόν Μπόσγουελ (John Boswell) του Πανεπιστημίου Γιέηλ (Yale University), στο βιβλίο του «Same-Sex Unions in Premodern Europe», υποστήριξε ότι η σχέση των δύο αγίων ήταν ερωτική. Αυτό, επειδή βρήκε στην εισαγωγή του μαρτυρίου των αγίων, να χαρακτηρίζονται αυτοί ως «συνέκδημοι» (σύντροφοι στο ταξίδι/στη ζωή) και «ερασταί»: «...οι γενναίοι στρατιώται Χριστού τού μεγάλου βασιλέως, Σέργιος και Βάκχος, οίτινες υπήρχον εν τη επιφανεστάτη σχολή τών κεντηλίων... ήσαν δε συνέκδημοι και ερασταί αλλήλων...»[1] Και το έγραψε αυτό παρότι, όπως θα δούμε, η λέξη «ερασταί» είχε στην εποχή της νοήματα διαφορετικά από το μονοσήμαντο σημερινό… Παρότι η αμέσως προηγούμενη έκφραση «στρατιώται του Χριστού» αποκλείει από μόνη της, κάθε ιδέα σεξουαλικής σχέσης κι ακόμα και σκέτης ερωτικής επιθυμίας μεταξύ των δύο αγίων. Και παρότι τον αρχαιότερο βίο των αγίων, που δεν χρησιμοποιεί πουθενά την έκφραση «ερασταί αλλήλων» αλλά πολλές άλλες εκφράσεις που περιγράφουν την πνευματική σχέση που είχαν, ο ίδιος ο Μπόσγουελ έχει μεταφράσει στα αγγλικά, άρα τον έχει οπωσδήποτε διαβάσει και μελετήσει![2] Για να κάνει την εξωφρενική θεωρία του πιστευτή, ο Μπόσγουελ υποστήριξε ότι οι άγιοι είχαν ενωθεί με ακολουθία αδελφοποιίας (μια εκκλησιαστική τελετή πνευματικής αδελφοποίησης), κι έτσι αποτελούσαν ένα αναγνωρισμένο ομόφυλο ζευγάρι με ρομαντικό δεσμό. Το υποστήριξε, παρότι όπως τόνισε και ο ιστορικός και βυζαντινολόγος Ντέηβιντ Γουντς (David Woods), δεν υπάρχει καμία ιστορική καταγραφή ή απόδειξη ότι οι ίδιοι οι Σέργιος και Βάκχος είχαν υποβληθεί ποτέ σε τελετή αδελφοποίησης. Και παρότι η τελετή αδελφοποίησης που επικαλέστηκε, όπως απέδειξε και η κορυφαία Γερμανίδα βυζαντινολόγος Κλαούντια Ραπ (Claudia Rapp), δεν έχει καμία μα καμία σχέση με σεξουαλικότητα…[3] Και περίμενε ο Μπόσγουελ να πιστέψουμε ότι σε μια κοινότητα όπως η χριστιανική, όπου η σεξουαλικότητα εκφράζεται μόνο μέσα στον γνωστό παραδοσιακό γάμο ομοφύλων, όπου η κάθε εκτός τέτοιου γάμου έκφραση σεξουαλικότητας και σεξουαλικής επιθυμίας ακόμη, είναι απορριπτέα και καταδικαστέα, και όπου αποτελεί κοινή πεποίθηση ότι η ομοφυλοφιλία είναι αμαρτία τόσο μεγάλη, ώστε εξαιτίας της ο Θεός κατέστρεψε τα Σόδομα και τη Γομόρρα, υπήρχαν ομοφυλόφιλοι που τους διάβαζε ιερέας μια ακολουθία, και αμέσως η ομοφυλοφιλική τους σχέση γινόταν αναγνωρίσιμη και αποδεκτή μέσα σε αυτή την κοινότητα! Δύσκολα θα βρει κανείς μια θεωρία τόσο «τραβηγμένη από τα μαλλιά», όσο η δική του. Δυστυχώς για τον Μπόσγουελ, που δημοσίευσε το συγκεκριμένο βιβλίο λίγο πριν τον θάνατό του (1994), η συντριπτική πλειονότητα των βυζαντινολόγων και ιστορικών απέρριψε τη νεοφανή του ερμηνεία, ή μάλλον παρερμηνεία.[4] Όμως, βασισμένοι σε αυτήν την παρερμηνεία του Μπόσγουελ, κάποιοι νεοπαγανιστές ισχυρίζονται σήμερα ότι ναι, ήταν ομοφυλόφιλοι οι άγιοι, και χρησιμοποιούν ως επιχείρημα την έκφραση «ερασταί αλλήλων» και το ότι οι διώκτες τους, τούς έντυσαν με γυναικεία ρούχα, ενώ εκείνοι αποκαλούσαν τους εαυτούς τους νύφες του Χριστού! Σύμφωνα με τα αρχαία κείμενα του μαρτυρίου τους, όταν αποκαλύφθηκε ότι οι δύο Ρωμαίοι αξιωματικοί ήταν Χριστιανοί, ο αυτοκράτορας Μαξιμιανός διέταξε να τους αφαιρεθούν οι στρατιωτικές ζώνες, να τους ενδύσουν με γυναικεία ρούχα και να τους περιφέρουν στους δρόμους της αγοράς για να τους ταπεινώσουν. Αντί να ντραπούν, οι δύο άγιοι άρχισαν να ψάλλουν, δηλώνοντας ο Κύριος τους στόλισε σαν «νύφες του». Η φράση αυτή αποτελεί καθαρά θεολογική μεταφορά (μεταφορικός λόγος) της εποχής, καθώς στην παλαιοχριστιανική γραμματεία κάθε μάρτυρας (άνδρας ή γυναίκα) που οδηγούνταν στον θάνατο για την πίστη του θεωρούνταν ότι προσέρχεται σε «πνευματικό γάμο» με τον Νυμφίο Χριστό. Με αυτή τη στάση ήθελαν να δείξουν στους διώκτες τους ότι τα γυναικεία ρούχα δεν μειώνουν το αγωνιστικό τους φρόνημα: Όπως τα γυναικεία ενδύματα δεν εμπόδισαν ποτέ τις γυναίκες μάρτυρες να ομολογήσουν τον Χριστό, έτσι δεν θα εμποδίσουν ούτε τους ίδιους. Ας δούμε πώς περιγράφει τη σκηνή με τα γυναικεία ρούχα και τις νύφες, το αρχαίο ελληνικό κείμενο του μαρτυρίου τους (γνωστό στη διεθνή βιβλιογραφία ως The Passion of Sergius and Bacchus ή Passio antiquior SS. Sergii et Bacchi): «Θυμωθείς δε ο βασιλεύς και αλλοιώσας το πρόσωπον αυτού εκέλευσεν παραχρήμα κοπήναι τας ζώνας αυτών, και αποδυθήναι τα χλαμύδια, και την άλλην της στρατείας εσθήτα, και τα μανιάκια τα χρυσά τα επί τοις τραχήλοις αυτών περιαιρεθήναι, και ενδύσαι αυτούς κολώβια γυναικεία, και ούτως διά μέσης της πόλεως απάγεσθαι έως του παλατίου, βαρείας κατά των τραχήλων φορούντας αλύσεις. Απαγόμενοι δε οι άγιοι διά μέσης της αγοράς, έψαλλαν ομού και έλεγον: «Εάν γαρ και πορευθώμεν εν μέσω σκιάς θανάτου, ου φοβηθησόμεθα κακά, ότι συ μεθ' ημών ει, Κύριε». Και το αποστολικόν εκείνον λόγιον, το: «όπως αρνησάμενοι πάσαν ασέβειαν και τας κοσμικάς επιθυμίας, και απεκδυσάμενοι του παλαιού ανθρώπου το σχήμα, γυμνοί τη πίστει αγαλιασώμεθα επί σοι, Κύριε, ότι ενέδυσαν ημάς ιμάτιον σωτηρίου, και χιτώνα ευφροσύνης περιέβαλες ημάς, ως νύμφας κατεκόσμησας ημάς γυναικείαις στολαίς, αρμοσάμενος ημάς εαυτώ διά της εις σε ομολογίας». Σε απλά νέα Ελληνικά: Ο βασιλιάς θύμωσε και άλλαξε η όψη του προσώπου του, και διέταξε αμέσως να κόψουν τις ζώνες τους, να τους βγάλουν τις χλαμύδες και τα άλλα στρατιωτικά τους ρούχα, και να τους αφαιρέσουν τα χρυσά περιδέραια από τον λαιμό, και να τους φορέσουν γυναικεία φορέματα και να τους οδηγήσουν έτσι δια μέσου της πόλης μέχρι το παλάτι, φορώντας βαριές αλυσίδες στον λαιμό. Καθώς οι άγιοι οδηγήθηκαν μέσα από την αγορά, έψαλλαν μαζί και έλεγαν: «Και να περπατήσουμε στη μέση της σκιάς του θανάτου, δεν θα φοβηθούμε κανένα κακό, γιατί εσύ είσαι μαζί μας, Κύριε». (Ψαλμός 22). Και έλεγαν επίσης εκείνο το αποστολικό λόγο: «Ώστε, αφού αρνηθούμε κάθε ασέβεια και τις κοσμικές επιθυμίες, και βγάλουμε από πάνω μας τη μορφή του παλαιού ανθρώπου, γυμνοί να αναγαλλιάσουμε με την πίστη μας σε εσένα, Κύριε· διότι μας ένδυσες με ρούχο σωτηρίας και μας περιέβαλες με χιτώνα χαράς. Σαν νύμφες μας στόλισες με γυναικεία φορέματα, αφού μας ένωσες με τον εαυτό σου διά μέσου της ομολογίας προς εσένα …».
Όπως προκύπτει από το ίδιο το κείμενο, η αναφορά των μαρτύρων σε «νύφες» («ως νύμφας...») δεν αναφέρεται σε κάποια πρότερη ομοφυλοφιλική τους σχέση, αλλά είναι ακύρωση της ατίμωσης: Οι διώκτες τους, τούς έβαλαν γυναικεία ρούχα με σκοπό να τους ταπεινώσουν δημόσια. Οι άγιοι όμως μετατρέπουν τη «ντροπή» των γυναικείων ρούχων σε στολισμό πνευματικού γάμου με τον Θεό. Παράλληλα, καθώς ξεκινούν με τον Βιβλικό Ψαλμό 22 (και συνεχίζουν με άλλα βιβλικά χωρία και τον Ψαλμό 43), μετατρέπουν την διαπόμπευση που τους επιβλήθηκε ως τιμωρία, σε θρησκευτική πομπή στην οποία εκουσίως συμμετέχουν, δεχόμενοι ότι πίσω από αυτήν είναι o Χριστός που τους καλεί σε μαρτύριο. Είναι γνωστό στους ασχολούμενους με την παλαιοχριστιανική γραμματεία, η Εκκλησία και οι ψυχές των μαρτύρων ονομάζονται «Νύμφη Χριστού». Οι ίδιοι οι άγιοι διευκρινίζουν τον λόγο που χρησιμοποιούν τη λέξη «νύφες»: «αρμοσάμενος ημάς εαυτώ διά της εις σε ομολογίας» (μας ένωσες με τον εαυτό σου διά μέσου της ομολογίας προς εσένα). Για να επανέλθουμε στην εντυπωσιακή για τον σημερινό άνθρωπο έκφραση «ερασταί αλλήλων», ο όρος «εραστής» στα ύστερα αρχαία και χριστιανικά κείμενα δεν είχε απαραίτητα σεξουαλική χροιά. Σήμαινε συχνά αυτόν που τρέφει βαθιά, πλατωνική και πνευματική αγάπη («εν Χριστώ»), τον γεμάτο ζήλο σύντροφο ή εκείνον που «εράται» (αγαπά με πάθος) την αρετή και τον Θεό. Ακόμη και ο ίδιος ο Χριστός περιγράφεται στην Ορθόδοξη γραμματεία ως εραστής, και μάλιστα «μανικός».[5] Αν όντως οι άγιοι είχαν μεταξύ τους ερωτικό δεσμό, προφανώς θα υπήρχε αναφορά σε «εραστή» και «ερώμενο» και όχι σε «εραστές αλλήλων», ενώ η σχέση θα ήταν καταδικαστέα και θα είχε περιγραφεί στο συναξάρι τους με όρους αρνητικούς: Πορνεία, λαγνεία, ασέλγεια κ.α., αμαρτήματα από την οποία οι άγιοι καθαρίστηκαν μέσω του μαρτυρίου (όπως βλέπουμε π.χ. να γίνεται στο συναξάριο της πλούσιας Ρωμαίας αριστοκράτισσας Αγλαΐας και του διαχειριστή της περιουσίας της Βονιφατίου, όπου το κείμενο αναφέρει χωρίς περιστροφές και ντροπές ότι ήσαν εραστές με τη σημερινή έννοια και «συνεφθείρετο αμαρτάνοντας κάθε ημέρα»). Οι ίδιοι οι άγιοι Σέργιος και Βάκχος, βαδίζοντας για το μαρτύριο, έψαλλαν για απόταξη κάθε ασέβειας και κοσμικών επιθυμιών, στα οποία σύμφωνα με την χριστιανική τους πίστη, υπάγονται οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις. Και αποτελεί τουλάχιστον έλλειψη ενσυναίσθησης, να μην μπορεί να αντιληφθεί κάποιος τη δυνατή φιλία που μπορούσαν να αναπτύξουν δύο άνθρωποι που μοιράζονταν κρυφά την ίδια απαγορευμένη πίστη, και μπορούσαν να προσευχηθούν μαζί, να συμψάλλουν, να συζητήσουν πνευματικά θέματα και να πάνε κρυφά σε λατρευτικές συνάξεις ομοθρήσκων τους, ενώ ζούσαν μέσα σε έναν κόσμο εχθρικό προς την πίστη τους και την ίδια τη ζωή τους, και να συμπεραίνει ότι τέτοιες πνευματικές φιλίες είχαν περιεχόμενο ερωτικό με τη σημερινή έννοια. Οπότε, είναι απορίας άξιων πώς ένας ιστορικός παρερμήνευσε τέτοιους βίους αγίων που ο ίδιος μετέφρασε, και φαντάστηκε ερωτικές σχέσεις ομοφύλων, τις οποίες σύμφωνα με τον ίδιο, θα φαντάζονταν και οι άνθρωποι της τότε εποχής...[6] Και μάλλον πρέπει να ευχηθούμε περαστικά σε αυτούς που νομίζουν ότι μπορούν να συκοφαντήσουν δύο αγίους, χρησιμοποιώντας αστήρικτες σαχλαμάρες ενός τέτοιου ιστορικού! Μπορείτε να βρείτε και να κατεβάσετε την ψηφιακή μορφή (PDF) του πρωτότυπου αρχαίου ελληνικού κειμένου Passio antiquior SS. Sergii et Bacchi (επιμέλεια Joseph Van den Gheyn, 1895, από τα Analecta Bollandiana) απευθείας από την ψηφιακή βιβλιοθήκη Ανέμη. (Passio antiquior SS. Sergii et Bacchi: Graece nunc primum edita - Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Analecta Bollandiana (τόμος 14, 1895, σελ. 373-395. Πρόκειται για το αρχαιότερο σωζόμενο κείμενο (λογοτεχνικό μαρτύριο/βίος) των Αγίων Σεργίου και Βάκχου στα ελληνικά, το οποίο διαφέρει από τη μεταγενέστερη διασκευή του Συμεών του Μεταφραστή.
Απολυτίκιο των αγίων Ήχος α’. Τού λίθου σφραγισθέντος. Τριάδος τής Αγίας οπλίται τροπαιούχοι, η λαμπρά δυάς τών Μαρτύρων, ωράθητε εν άθλοις, Σέργιος ο θείος αριστεύς, και Βάκχος ο γενναίος αθλητής, δια τούτο δοξασθέντες περιφανώς, προΐστασθε τών βοώντων: Δόξα τω ενισχύσαντι υμάς, δόξα τω στεφανώσαντι, δόξα τω ενεργούντι δι' υμών, πάσιν ιάματα. Σημειώσεις [1] Passio antiquior SS. Sergii et Bacchi (Το αρχαιότερο Πάθος των Αγίων Σεργίου και Βάκχου). Το κείμενο αυτό χρονολογείται πιθανότατα γύρω στον 5ο αιώνα μ.Χ. και η πρώτη σύγχρονη έντυπη έκδοσή του (από χειρόγραφα) έγινε το 1895 στις Βρυξέλλες, στο επιστημονικό περιοδικό Analecta Bollandiana (τόμος 14, σελ. 373–395) από την ομάδα των Μπολλανδιστών. [3] Claudia Rapp (Κλαούντια Ραπ), κορυφαία Γερμανίδα βυζαντινολόγος, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης και αυθεντία στο θέμα, πραγματοποίησε εκτενή έρευνα πάνω στα βυζαντινά χειρόγραφα των ευχολογίων. Στο έργο της Brother-Making in Late Antiquity and Byzantium, απέδειξε ότι η αδελφοποίηση (brother-making) ήταν μια αμιγώς πνευματική και κοινωνική τελετή για τη δημιουργία θρησκευτικής συγγένειας, τη συμφιλίωση οικογενειών, τη σύναψη συμμαχιών ή την κοινή διαχείριση περιουσίας, και δεν είχε καμία απολύτως σχέση με τον γάμο ή τη σεξουαλική/ερωτική ένωση.
[4] Στα ελληνικά έχει γίνει πλήρης
αναίρεση των θεωριών του Μπόσγουελ με το βιβλίο «Η Αδελφοποίηση. Ακολουθία του
ευχολογίου ή αντικείμενο εκμεταλλεύσεως της 'Νέας Ηθικής';», συγγραφέας: Πανάγου
Χρήστος, εκδόσεις Νεκτάριος Παναγόπουλος, Αθήνα 2010, Πρόλογος καθηγητή
Δημητρίου Τζέρπου. Στο εξωτερικό, οι κυριότεροι μελετητές που άσκησαν άμεσα
έντονη κριτική και εξέφρασαν τη ρητή διαφωνία τους με τα συμπεράσματα και τη
μεθοδολογία του Μπόσγουελ είναι οι εξής: 3. Ντέιβιντ Γουντς (David Woods), ιστορικός και βυζαντινολόγος ειδικός σε θέματα του ρωμαϊκού στρατού και των στρατιωτικών αγίων: Αποδόμησε τη θεωρία του Boswell εξετάζοντας το ίδιο το μαρτυρολόγιο των δύο Αγίων. Υπογράμμισε ότι ο Boswell μετέφρασε επιλεκτικά και λανθασμένα όρους, απομονώνοντας φράσεις από το ιστορικό και πολιτισμικό τους πλαίσιο. Επιπλέον, σημείωσε ότι δεν υπάρχει καμία ιστορική καταγραφή ή απόδειξη ότι οι ίδιοι οι Σέργιος και Βάκχος είχαν υποβληθεί ποτέ σε τελετή αδελφοποίησης. 4. Ρόμπιν Ντάρλινγκ Γιανγκ (Robin Darling Young), διακεκριμένη Ομότιμη Καθηγήτρια Εκκλησιαστικής Ιστορίας (Ordinary Professor Emerita of Church History) και Πρώιμου Χριστιανισμού και Πατρολογίας με κύρια ακαδημαϊκή έδρα στο The Catholic University of America στην Ουάσιγκτον (Σχολή Θεολογίας και Θρησκευτικών Σπουδών) και επισκέπτρια καθηγήτρια στο University of Chicago και το University of Virginia: Άσκησε επίσης έντονη κριτική, εστιάζοντας στο γεγονός ότι ο Boswell προσπάθησε να προβάλει σύγχρονες κοινωνικές δομές και αντιλήψεις περί σεξουαλικής ταυτότητας πάνω σε κείμενα της 4ης και 6ης εκατονταετίας, παραβλέποντας τον έντονα ασκητικό και μαρτυρικό χαρακτήρα της πρωτοχριστιανικής γραμματείας. [5] Στην Κλίμακα, ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος αναφέρει χαρακτηριστικά: «Μακάριος όστις τοιούτον προς Θεόν εκτήσατο έρωτα, οίον μανικός εραστής προς την εαυτού ερωμένην κέκτηται». Χρησιμοποιεί δηλαδή την εικόνα του ανθρώπου που είναι παράφορα («μανικά») ερωτευμένος, για να περιγράψει την απόλυτη πνευματική έλξη και αγάπη προς τον Κύριο. Στη θεολογία του αγίου Μαξίμου του Ομολογητή και του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, ο Θεός προσεγγίζεται ως «έρωτας» και «εραστός». Ο Θεός, από την υπερβολική Του αγάπη για την κτίση, βγαίνει έξω από τον Εαυτό Του (θεία έκστασις) για να ενωθεί με τον άνθρωπο, συμπεριφερόμενος με έναν απόλυτο, παράφορο και «μανικό» έρωτα. [1, 2] [6] Boswell, σελ. 146. "By far the most influential set of *paired saints* was Serge and Bacchus." Boswell, σελ. 195. "The archetypes invoked, like Peter and Paul or Serge and Bacchus, were not in fact brothers, either biologically or through legal arrangement. It may be doubted whether Peter and Paul were in any sense a couple, but Serge and Bacchus, the most commonly cited archetypes, *certainly were,* and under the influence of the same cultural predilection that created a pair from the single St. Theodore, it is easy to imagine that Peter and Paul were coupled in the popular imagination." |
Δημιουργία αρχείου: 13-10-2026.
Τελευταία μορφοποίηση: 13-10-2026.