Νεοπαγανιστικές απάτες

Απάντηση στις συκοφαντίες τού Νεοπαγανισμού

Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Διωγμοί και Ρωμανία

Η αλήθεια για τον 4ο αιώνα // Αρχαιολογικά στοιχεία κατά των δήθεν διωγμών // Πατερικά στοιχεία κατά των δήθεν διωγμών // Ιστορικά στοιχεία κατά των δήθεν διωγμών // Μύθος η καταστροφή αρχαίων μνημείων από τους Χριστιανούς // Η αντιπαγανιστική νομοθεσία της Ρώμης στην πράξη // Το ανεφάρμοστο τής αντι-παγανιστικής νομοθεσίας στη Χριστιανική Ρώμη // Τα γεγονότα της προδοσίας του Ιούδα και ο... Ρούσσος

Το αντιχριστιανικό κείμενο-απάτη, «Περί ορθοδόξου και βυζαντινής Ιεράς Εξετάσεως»

Η κ. Αμαλία Κ. Ηλιάδη (ιστορικός), ο Ιωάννης Νεοκλής Ρούσσος (ανιστόρητος) και ο κρατικός υπάλληλος «Κοιαισίτωρ» (quaesitor), ο οποίος μετατράπηκε από υπεύθυνος για θέματα αστυφιλίας, σε… «ιεροεξεταστή»!

Τού Papyrus 52

 

Περιεχόμενα

 

1. Η α-σοβαρότητα της εθνικιστικής αθεο-νέο-ειδωλολατρίας

Έχουμε διαβάσει πραγματικά, πλήθος ασυναρτησιών, στα χρόνια που ασχολούμαστε με την αποκατάσταση της αλήθειας ενάντια στις παραχαράξεις που διαδίδουν οι αθεο-παγανιστές στο διαδίκτυο σχετικά με τον Χριστιανισμό ή το Βυζάντιο.

Επειδή συμφωνούμε απόλυτα με την περιγραφή που δημοσίευσε ο καθ. Γεώργιος Μεταλληνός γι’ αυτή την ομάδα πλαστογράφων της ιστορίας, ας παραθέσουμε ένα τμήμα της:

«… έχω διαπιστώσει μόνιμη επιθετικότητα και απροκάλυπτη κακία, μίσος για την Ορθοδοξία και την παράδοση μας […] Ουδεμία δυνατότητα συγκλίσεως ή προσέγγισης υπάρχει, τουλάχιστον με την σκληροπυρηνική ομάδα της Νεοειδωλολατρίας, που περιλαμβάνει στους κόλπους της πολλούς ημιμαθείς και ατελέστατους γνώστες και του Ελληνισμού (οι περισσότεροι ούτε να διαβάσουν μπορούν αρχαία - κλασικά Ελληνικά) και τελείως αγνοούντες την ορθόδοξη παράδοση και την αγιο-πατερική γραμματεία. Έχουν εντούτοις άποψη, σχηματισμένη και παγιωμένη, που διαμορφώθηκε με την τυφλή αναπαραγωγή υποβολιμαίων θέσεων από ψευδεπίγραφες πηγές και δομημένη σε ένα πλήθος μύθων ανιστόρητων και ατεκμηρίωτων επιχειρημάτων. Επειδή δε αγνοούν την επιστημονική μέθοδο, ακόμη και οι πτυχιούχοι Α.Ε.Ι., δέχονται ανεξέλεγκτα ό,τι γράφεται κατά της Ελληνορθοδοξίας, διότι απλούστατα εξυπηρετεί την εναντίον της πολεμική τους»[1].

Ένας από τους ανθρώπους που το παραπάνω κείμενο περιγράφει, αν και δεν κατονομάζει, είναι και ένας μαθηματικός με… 70 ονόματα, που τον φωνάζουν:

Ιωάννης, Νεοκλής Φιλάδελφος, Μάρκου Ρούσσος!

Ο άνθρωπος αυτός -λέει- ότι είναι, εκτός από μαθηματικός, και «Ερευνητής Βιβλικών και Χριστιανικών ζητημάτων»! Σίγουρα, ο τίτλος «Ερευνητής», ο οποίος χρησιμοποιείται με την έννοια «είμαι τα πάντα και τίποτα», θυμίζει σε όλους μας τον κλασικό τρόπο με τον οποίο αυτοσυστήνονται στα πάνελ τηλεοπτικών εκπομπών, διάφοροι καλεσμένοι, «ειδικοί» στα μεταφυσικά μυστήρια…

Φυσικά, όπως θα δείξουμε στο παρόν άρθρο, καμία σχέση με την επιστημονική έρευνα επάνω σε βιβλικά και χριστιανικά ζητήματα δεν έχει ο Ρούσσος. Στην πραγματικότητα, χόμπι του είναι να γυροφέρνει στο διαδίκτυο τις κομπογιαννίτικες «έρευνές» του. Για να τις δημιουργήσει, διαστρέφει συστηματικά τα ιστορικά δεδομένα, και έτσι, δημιουργεί κείμενα γεμάτα με παραχαράξεις τα οποία αναμιγνύει με βρισιές για το Βυζάντιο και τον Χριστιανισμό, χωρίς φυσικά αναφορές σε επιστημονική βιβλιογραφία ή πηγές (ή με ελάχιστες αναφορές και συνήθως αμφιβόλου γνησιότητας).

 

2. Ένας επιστήμονας οφείλει να προστατεύει τον εαυτό του από τους παραχαράκτες

Όμως, το πρόβλημα δεν είναι αν υπάρχουν άνθρωποι που βλέπουν τον εαυτό τους με μια ανεπτυγμένη αίσθηση του χιούμορ. Κι εμείς άλλωστε, έτσι βλέπουμε τον Ιωάννης, Νεοκλής Φιλάδελφος, Μάρκου Ρούσσος.

Το πρόβλημα είναι ότι, απέναντι σε ανθρώπους όπως ο Ρούσσος, όσοι θεωρούν τον εαυτό τους πραγματικά επιστήμονα, θα πρέπει να στέκονται με αυστηρά κριτική στάση, ώστε να τους δείχνουν ότι βρίσκονται σε δρόμο ολισθηρό και ασύμβατο με την έννοια της επιστήμης.

Και αναφερόμαστε στην κ. Αμαλία Κ. Ηλιάδη. Όπως διαβάζουμε στο βιογραφικό της, είναι Φιλόλογος και Ιστορικός, ενώ, από τα βιβλία που έχει γράψει και από κάποια άρθρα της που έχουμε διαβάσει, μας δημιουργεί την εντύπωση ανθρώπου που έχει κατανοήσει τι σημαίνει επιστημονική έρευνα.

Όμως… Ξαφνικά βλέπουμε το άρθρο αυτό: Βυζαντινή Ιερά Εξέταση.

Και διαβάζουμε ότι το κείμενο, αποτελεί έμπνευση του Ιωάννης, Νεοκλής Φιλάδελφος, Μάρκου Ρούσσος, και η κ. Ηλιάδη, αναφέρει ότι δέχτηκε να κάνει στο κείμενο αυτό φιλολογική-γλωσσική επιμέλεια, αντί αν του το επιστρέψει αμέσως μετά την πρώτη ανάγνωση!

 

3. Τα αντιεπιστημονικά χαρακτηριστικά του κειμένου του Ρούσσου, και μια βιβλιογραφία που στερείται σοβαρότητας!

Η επιλογή λοιπόν του κειμένου από την κ. Ηλιάδη, για εμάς είναι ανεξήγητη. Καταρχάς, ούτε κατά διάνοια δεν θυμίζει επιστημονικά επεξεργασμένο κείμενο και για να το αποδείξουμε, παραθέτουμε μια βασική αρχή επ’ αυτού, από τον σημαντικό ιστορικό μας, τον Ιωάννη Καραγιαννόπουλο:

«Με το γενικό τίτλο ‘σημειώσεις’ εννοούμε … τριών ειδών επιστημονικά συμπληρώματα της εργασίας μας: τις παραπομπές, τις υποσημειώσεις και τα παραθέματα. Οι σημειώσεις είναι απαραίτητος συνοδός του επιστημονικού βιβλίου … δεν θα έπρεπε ίσως να κυκλοφορεί στα Πανεπιστήμια βιβλίο μη εφοδιασμένο με σημειώσεις. Και τούτο γιατί οι σημειώσεις αποτελούν τη θεμελίωση της έρευνάς μας και το στήριγμα των απόψεων και επιχειρημάτων μας … οι σημειώσεις είναι απαραίτητες, γιατί μ’ αυτές εξυπηρετούνται βασικές προϋποθέσεις κάθε επιστημονικής εργασίας»[2].

Σε αντίθεση με τα παραπάνω όμως, παίρνοντας στην τύχη ως παράδειγμα τη σελίδα #5 του διαδικτυακού άρθρου, βλέπουμε πως αναφέρονται τουλάχιστον 35 γεγονότα(!) τα οποία θα έπρεπε οπωσδήποτε να στηριχτούν με παραπομπές στην επιστημονική βιβλιογραφία, όμως ο Ιωάννης, Νεοκλής Φιλάδελφος, Μάρκου Ρούσσος «αγρόν ηγόρασε»! Αντί τεκμηρίωσης, βλέπουμε κείμενα χύμα, «πληροφορίες» ασύνδετες μεταξύ τους και γραπτά γεμάτα αντιχριστιανικές βρισιές («σκοταδιστές», «φανατικοί», «σφαγείς», «βίαιοι», «άγριοι», «βάρβαροι» κ.λπ.) τα οποία γεμίζουν κατεβατά ολόκληρα ιστοσελίδων. Και σε αυτό το κείμενο ανέλαβε η κ. Ηλιάδη να κάνει φιλολογική-γλωσσική επιμέλεια; Αυτό δηλ. ήταν το μόνο που… έλειπε από τα κείμενα, που πέρα από το απαράδεκτο ύφος τους, είναι εντελώς άχρηστα και από επιστημονικής απόψεως, αφού δεν στηρίζουν πουθενά τα γραφόμενά τους;

Και μήπως να ασχοληθούμε με τη βιβλιογραφία του κειμένου; Ακόμα και με μια ματιά, η κ. Ηλιάδη θα έπρεπε να διαπιστώσει ότι Ιωάννης, Νεοκλής Φιλάδελφος, Μάρκου Ρούσσος μάλλον είναι φαρσέρ! Γιατί, δεν εξηγείται αλλιώς το γεγονός, ότι σε μια υποτίθεται «σοβαρή» έρευνα, έβαλε στην βιβλιογραφία όλα τα «αστέρια» της αντιεπιστημονικής , νέο-παγανιστικής και αντιχριστιανικής παραφιλολογίας και παραλογοτεχνίας της τελευταίας εικοσαετίας (και βάλε)!

Θαυμάστε τι είδαν τα μάτια μας:

Καταχώρηση # 2: «Αλέκος Αγγελίδης, Ρασοφόροι, Ημέρες και Έργα του Ιερατείου, Εκδόσεις Πλάτωνος, Θεσσαλονίκη 1999».

Μα το άρθρο, ονομάζεται «Βυζαντινή Ιερά Εξέταση»! Όμως, το βιβλίο του Αλέκου Αγγελίδη, είναι παντελώς ανύπαρκτο στη βιβλιογραφία της επιστημονικής βυζαντινής ιστοριογραφίας! Η επιστημονική κοινότητα της βυζαντινολογίας δηλαδή, αδιαφορεί απολύτως για την ύπαρξή του. Κατά συνέπεια, τι είδους αστείο είναι η παρουσία του σε βιβλιογραφία κειμένου που έχει ως θέμα το Βυζάντιο;

Καταχώρηση # 4: «Λιλή Ζωγράφου, Αντιγνώση, Τα Δεκανίκια του Καπιταλισμού, 17η Έκδοση, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 1974 - 1983».

Εξίσου, η «Αντιγνώση» της Λιλής Ζωγράφου, είναι παντελώς ανύπαρκτη στη βιβλιογραφία της επιστημονικής βυζαντινής ιστοριογραφίας.

Καταχώρηση #7 και #8: «Παν. Μαρίνης, 'Ελληνισμός και Χριστιανισμός'» (2003) και «'Φωνή Εξυπνισμού εν τω Αιώνι της Νυκτός'» (2005)".

Φυσικά, και ο Παν. Μαρίνης, είναι παντελώς ανύπαρκτος στη βιβλιογραφία της επιστημονικής βυζαντινής ιστοριογραφίας.

Καταχώρηση # 9: «Βλάσης Γ. Ρασσιάς, Υπέρ της των Ελλήνων Νόσου», 3 Τόμοι.

Εννοείται ότι και ο Βλάσης Γ. Ρασσιάς, είναι παντελώς ανύπαρκτος στη βιβλιογραφία της επιστημονικής βυζαντινής ιστοριογραφίας.

Καταχώρηση # 13: «Karlheinz Deschner, Η Εγκληματική Ιστορία του Χριστιανισμού» (6 τόμοι).

Και φυσικά, ο Karlheinz Deschner, είναι επίσης παντελώς ανύπαρκτος στη βιβλιογραφία της επιστημονικής βυζαντινής ιστοριογραφίας.

Καταχώρηση # 3: Απάντησις εις το Χριστιανικόν Κείμενον - Λίβελλον «Κοινότοπα Αρχαιο-λατρικά Παραμύθια», Συλλογική Εργασία της Επιτροπής δια την Αναγνώριση της Ελληνικής Θρησκείας, «Το Καρουχαρείον» Διδακτικόν Μέσον 84, Απρίλιος 2006.

Χωρίς λόγια...

Καταχώρηση # 6: «Γιάννη Κορδάτου, Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός, 2 Τόμοι, Εκδόσεις Μπουκουμάνη, Αθήνα 1975».

Ακόμα και ο Κορδάτος, είναι γνωστός ιστορικός μεν, αλλά πεπαλαιωμένος πλέον και στρατευμένος μαρξιστής. Γι’ αυτό, οι περισσότερες αναφορές της βιβλιογραφίας στον Κορδάτο, χρησιμεύουν για να τον προβάλουν ως παράδειγμα παρωχημένων και ιδεολογικοποιημένων απόψεων. Ενδεικτικά, ο Αλέξης Σαββίδης γράφει για μια κριτική του Κορδάτου στην οικονομική πολιτική του βυζαντινού, 13ου  αιώνα:

«... ο Κορδάτος έχει 'βγει' πολύ έξω από τις πηγές και τις μαρτυρίες τους, στην προσπάθεια του να δώσει μια όσο το δυνατόν αμαυρωμένη εικόνα της εποχής εκείνης»[3].

Και η Μαρία Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου γράφει:

«Ο Κορδάτος εισάγει τη μαρξιστική μέθοδο στη μελέτη της ιστορίας, αλλά εφαρμόζει με μηχανικό τρόπο τους κανόνες της μαρξιστικής μεθόδου και εμφανίζει σχηματοποιημένο στο έπακρο το κλασικό μαρξιστικό σχήμα της διαδοχής των οικονομικοκοινωνικών συστημάτων και των ‘’ιστορικών σταδίων’’ στην εξελικτική πορεία του ανθρώπου. Έτσι, στην προσπάθειά του να ανταποκριθή σε ένα προκατασκευασμένο σχήμα, οδηγείται σε σχηματοποιήσεις και υπεραπλουστεύσεις, που μερικές φορές φτάνουν στην παραποίηση των πηγών και σε βιασμό των γεγονότων»[4].

Επίσης αρνητικά σχολιάζει τις μαρξιστικές, παρωχημένες εμμονές του Κορδάτου, και ο Σάββας Αγουρίδης στην «Ιστορία των χρόνων της Καινής Διαθήκης», αλλά και πολλοί άλλοι.

Δεν είναι λοιπόν προφανές, πως όταν τοποθετούμε την υπογραφή μας κάτω από τέτοια κείμενα, οφείλουμε να κατανοούμε ότι εκθέτουν κι εμάς τους ίδιους; Κατά τη δική μας άποψη, η κ. Ηλιάδη, ως επιστήμονας, όφειλε με κάθε τρόπο να αρνηθεί ευγενικά την πρόταση του Ιωάννης, Νεοκλής Φιλάδελφος, Μάρκου Ρούσσος (διότι δεν θέλουμε ούτε να σκεφτούμε την πιθανότητα ότι εκείνη ζήτησε αυτό το αλλόκοτο κείμενο για να του κάνει φιλολογική επιμέλεια… ).

 

4. Η απάτη με την 80η Νεαρά του Ιουστινιανού

Για να αποδείξουμε λοιπόν τι είδους κείμενα - απάτες κυκλοφορούν στο διαδίκτυο, και πόσο λάθος έκανε η κ. Ηλιάδη που έβαλε την υπογραφή της κάτω από το λιβελλογράφημα αυτό, θα ασχοληθούμε με την περίπτωση του «Κοιαισίτορα» (quaesitor), τον οποίο, υποτίθεται, η 80η Νεαρά του Ιουστινιανού, τον αναφέρει ως… «ιεροεξεταστή»!

Διαβάζουμε λοιπόν στο κείμενο του Ιωάννης, Νεοκλής Φιλάδελφος, Μάρκου Ρούσσος το οποίο υπογράφει η κ. Ηλιάδη:

«Το Αξίωμα του Quaesitor = Ανακριτή, Βυζαντινού Ιεροεξεταστή

Διάφοροι χριστιανοί απολογητές είτε εσφαλμένως είτε επί τούτου αποσιωπούν ή συγχέουν το αξίωμα του Κιαισίτωρος, "Quaesitor", Ανακριτή, Βυζαντινού Ιεροεξεταστή, με εκείνο του Κιαίστωρος, "Quaestor". Αν και οι δύο λέξεις διαφέρουν μόνο κατά ένα «ιώτα» […] τα αξιώματα αυτά εμπεριέχουν άλλες έννοιες και διαφορετικές αρμοδιότητες […] Ο Κιαισίτωρ "Quaesitor", όμως, ήταν δικαστικός ανακριτής ή εξεταστής που μπορούσε να χρησιμοποιεί διάφορα βασανιστήρια κατά την δικαστική εξέταση ή ανάκριση. Ενώ ο θεσμός του Κιαισίτωρος, αρχίζει εν τοις πράγμασιν ήδη με τον Κωνσταντίνον τον μέγα, επισήμως και νομικώς εγκαθίσταται το έτος +539 διά της Νεαράς 80 «Περί Quaesitor» (του Ιουστινιανού). Με τον θεσμό αυτόν επιδιώκεται η έντονη αστυνόμευση της πόλεως και ο Κιαισίτωρ έχει εξουσία να τιμωρεί: (α) «τους παιδεραστούντας», (β) «τους γυναιξί ου νόμιμα μιγνυμένους», (γ) «εί τώ τά ες τό θείον ούν ορθώς ήσκηται». Εδώ βεβαίως μας ενδιαφέρει η περίπτωση (γ), η οποία λακωνικότατα πλην σαφέστατα παρουσιάζει όλα όσα παρουσιάζονται σ' αυτό το άρθρο. Πρόκειται για νομική διάταξη που αναφέρεται σε αρμοδιότητες και καθήκοντα νομιμοποιημένου ιεροεξεταστή» (Βλ. το απόσπασμα ΕΔΩ, στο τέλος της σελίδας [επίσκεψη στις 28/8/2011] ).

Τα προφανή συμπεράσματα που ο Ρούσσος θέλει να εξαχθούν από το κείμενο αυτό, είναι τα εξής:

1) Το αξίωμα του Quaesitor είναι αυτό του Ανακριτή, Βυζαντινού Ιεροεξεταστή.

2) Το αξίωμα αυτό, επισήμως και νομικώς εγκαθίσταται το έτος 539 με την 80η Νεαρά του Ιουστινιανού («Περί Quaesitor»), η οποία δίνει στον θεσμό αυτό την εξουσία να τιμωρεί: (α) «τους παιδεραστούντας», (β) «τους γυναιξί ου νόμιμα μιγνυμένους», (γ) «εί τώ τά ες τό θείον ούν ορθώς ήσκηται». Είναι ευνόητο (καθώς δεν αναφέρεται κάτι διαφορετικό) πως η χρήση αποσπασμάτων μέσα σε εισαγωγικά, μας παραπέμπει σε αυτούσιες φράσεις που θα βρούμε -υποτίθεται- μέσα στην 80η Νεαρά.

3) Βλέπουμε λοιπόν ότι η περίπτωση «γ» της 80ης Νεαράς αποτελεί «νομική διάταξη» που αναφέρεται σε αρμοδιότητες και καθήκοντα νομιμοποιημένου ιεροεξεταστή.

 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ #1: Η επιστημονική βιβλιογραφία, ορίζει εντελώς διαφορετικά τον Quaesitor!

Επειδή εμείς, ποτέ δεν είχαμε ακούσει για «νομιμοποιημένο βυζαντινό ιεροεξεταστή», ακολουθήσαμε τη «συμβουλή» του Ρούσσου, και αρχίσαμε προσεκτική έρευνα μην τυχόν και… μπερδέψουμε τον Κιαισίτωρα, (Quaesitor) με τον Kιαίστωρα, (Quaestor). Προσηλωμένοι λοιπόν μην μας ξεφύγει το «γιώτα», ξεκινήσαμε όπως πάντα από μια καλή, γενική εγκυκλοπαίδεια, όπως η Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα. Και διαβάσαμε στο ομώνυμο λήμμα, στον τόμο 34:

«Κοιαισίτωρ (Quaesitor)· αξίωμα που είχε θεσπιστεί από τον Ιουστινιανό. Κύριο καθήκον του κοιαισίτορος ήταν ο έλεγχος των ξένων που πήγαιναν στην Κωνσταντινούπολη»[5].

Σαν κάτι να μην πάει καλά εδώ… Ο Ρούσσος λέει πως ο Κοιαισίτωρ ήταν ο τρομερός «νομιμοποιημένος βυζαντινός ιεροεξεταστής», και η εγκυκλοπαίδεια δίνει ορισμό που απέχει όσο η μέρα από τη νύχτα!

Οπότε, οφείλαμε να προχωρήσουμε σε πιο εξειδικευμένα έργα. «Παραδόξως» όμως, ο Ιωάννης Καραγιαννόπουλος επιβεβαιώνει:

«Το 539 ο Ιουστινιανός εδημιούργησε το αξίωμα του ερευνάδος (quaesitor), του οποίου αποστολή ήταν η παρακολούθηση και φροντίδα των υποθέσεων των επαρχιωτών που έρχονταν στην Κωνσταντινούπολη»[6].

Εδώ τα πράγματα σοβαρεύουν… Η εγκυκλοπαίδεια και ο Καραγιαννόπουλος αρχίζουν να εκθέτουν ως αμφιβόλου αξιοπιστίας αυτά που γράφει ο Ρούσσος… Εμείς πάντως συνεχίσαμε την έρευνα. Όμως, και ο Διονύσιος Ζακυθηνός γράφει:

«… τω 539, εισήγαγε την αρχήν του κοιαισίτωρος, του οποίου η δικαιοδοσία συνίστατο εις την παρακολούθησιν των εις την πρωτεύουσαν εκ των επαρχιών ερχομένων. Διά του μέτρου τούτου περιωρίζετο η αστυφιλία»[7].

Τα πράγματα για τον Ρούσσο χειροτερεύουν… Και προχωράμε στον Στίβεν Ράνσιμαν που επίσης γράφει:

«Ο Ιουστινιανός ακολούθησε το παράδειγμα του Διοκλητιανού, που υποχρέωνε όλους να μένουν προσκολλημένοι στο επάγγελμα του πατέρα τους, προπαντός στη γη. Διόρισε μάλιστα και έναν υπάλληλο, τον κοιαίστωρα (Quaesitor ή Quaestor), ειδικώς για να προσέχει να μην έρχονται οι επαρχιώτες στην Κωνσταντινούπολη παρά μόνο για δουλειές, καθώς επίσης και για να φροντίζει να βρίσκουν δουλειά στα κρατικά αρτοποιεία ή εργοστάσια οι άνεργοι της Πόλης»[8].

Η απάτη του Ρούσσου γίνεται πλέον προφανής, αφού και η Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου γράφει ακριβώς τα ίδια:

«… για μεγαλύτερη ασφάλεια ώστε να αποφεύγονται οχλοκρατικές εκδηλώσεις ιδίως με την συρροή επαρχιωτών στην Κωνσταντινούπολη εθέσπισε ο Ιουστινιανός δύο νέες, καλά αμειβόμενες αρχές: Το 535 του πραίτωρος του δήμουκαι το 539 την αρχήν του κοιαισίτωρος (quaesitor) με πρώτιστο μέλημα τον έλεγχο και την παρακολούθηση των επαρχιωτών, που συνέρρεαν από τα πέρατα του κράτους στην Κωνσταντινούπολη και τους μεν αργόσχολους να επαναπατρίζη ταχέως, όσους δε είναι για να τακτοποιήσουν υποθέσεις των, ιδίως γεωργούς, να επιστρέψουν γρήγορα στην πατρίδα τους»[9].

Και ασφαλώς, ο Φαίδων Κουκουλές επιβεβαιώνει:

«Κατά την νομοθεσίαν λοιπόν είχε ορισθή ίδιος εν Κωνσταντινουπόλει άρχων κοιαίστωρ ή κοιαισίτωρ καλούμενος, όστις είχε δικαίωμα να εξετάζη τους εν Κωνσταντινουπόλει από της επαιτείας ζώντας και, αν μεν ήσαν δούλοι τινός να τους παραδίδη εις τους κυρίους των, αν δε ξένοι και ελεύθεροι, να τους αποστέλλη εις τας πατρίδας των επιβάλλον εις αυτούς τον πρέποντα σωφρονισμόν, εάν επανήρχοντο εις την βασιλεύουσαν. Αν κατήγοντο εκ Κωνσταντινουπόλεως και ήσαν υγιείς, ίνα μη μένωσιν αργοί, τους παρέδιδεν εις τους δημοσίους τεχνίτας ή τους αρτοποιούς ή εις τους εργαζομένους εις τους κήπους, τους άφινε δ’ ανενοχλήτους μόνον, εάν ήσαν βεβλαμμένοι το σώμα ή γέροντες, ανίκανοι επομένως προς εργασίαν»[10].

Εμείς λοιπόν για να μην υπάρξει η παραμικρή ένσταση, ερευνήσαμε ούτε μία, ούτε δύο, αλλά ΕΞΙ διαφορετικές πηγές, και βρήκαμε ότι ο Κοιαισίτωρ:

α) Ήταν υπεύθυνος για τις υποθέσεις των επαρχιωτών επισκεπτών της πρωτεύουσας.

β) Ήταν ένας κρατικός λειτουργός, ρυθμιστής της αστυφιλίας.

γ) Ήταν υπεύθυνος για τους ζητιάνους της Κων/πολης.

δ) Ήταν υπεύθυνος μεταξύ άλλων και για την εύρεση εργασίας ανθρώπων αργόσχολων που ήταν ικανοί να εργαστούν.

Πουθενά όμως, σε τόσους αξιόλογους βυζαντινολόγους, δεν βρήκαμε την άποψη ότι ο Κοιαισίτωρ ήταν ο Βυζαντινός Ιεροεξεταστής! Κατά συνέπεια, μπορεί η κ. Ηλιάδη να δει και μόνη της τι υπέγραψε: ένα κείμενο-απάτη, όπου ο Ρούσσος γράφει πως το αξίωμα του Quaesitor περιλάμβανε τα καθήκοντα του «βυζαντινού ιεροεξεταστή», πράγμα που αποδείξαμε πέρα ως πέρα ψευδές!

 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ #2: Τα δήθεν «αυτούσια» αποσπάσματα δεν προέρχονται από την 80η Νεαρά του Ιουστινιανού!

Βεβαίως, το χειρότερο που ανακαλύψαμε, είναι πως ο Ρούσσος, εντελώς αδίστακτος, «πετάει» μερικά αρχαία αποσπάσματα μέσα στο κείμενο, τοποθετημένα μάλιστα σε εισαγωγικά, για να δημιουργήσει την εντύπωση των αυθεντικών παραθέσεων από την 80η Νεαρά! Ας θυμηθούμε τη συνάφεια των φράσεων αυτών μέσα στο κείμενο:

«… διά της Νεαράς 80 «Περί Quaesitor» (του Ιουστινιανού). Με τον θεσμό αυτόν επιδιώκεται η έντονη αστυνόμευση της πόλεως και ο Κιαισίτωρ έχει εξουσία να τιμωρεί: (α) «τους παιδεραστούντας», (β) «τους γυναιξί ου νόμιμα μιγνυμένους», (γ) «εί τώ τά ες τό θείον ούν ορθώς ήσκηται».

Δεν μπορεί να υπάρξει δικαιολογία! Ο απατηλός τρόπος με τον οποίο ο Ρούσσος τοποθετεί τα αποσπάσματα στο κείμενο, υποβάλει τον αναγνώστη στην ψευδαίσθηση ότι οι φράσεις αυτές, προέρχονται αυτούσιες από το κείμενο της 80ης Νεαράς! Όμως, οι φράσεις αυτές δεν υπάρχουν ΠΟΥΘΕΝΑ στο πρωτότυπο κείμενο! Ούτε στο Προοίμιο, ούτε στον Επίλογο, ούτε σε κανένα από τα δέκα κεφάλαια της 80ης Νεαράς, υπάρχουν τα κείμενα που μας παραθέτει ο μέγας «επιστήμων»!

 

5. Συμπεράσματα

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ #1

Η κ. Ηλιάδη υπογράφει επιμέλεια ενός κειμένου, το οποίο παραθέτει πρωτότυπο αρχαίο κείμενο, ως δήθεν προερχόμενο από την 80η Νεαρά. Όμως, το κείμενο αυτό δεν υπάρχει πουθενά στην 80η Νεαρά. Ως επιστήμονας, δεν θα έπρεπε να δείξει την ευαισθησία να εξετάσει πρώτα το κείμενο που υπογράφει;

Διότι, το βασικότερο συμπέρασμα της παραχάραξης που αφορά τον Κοιαισίτορα, πηγάζει από την εξής διατύπωση του Ρούσσου:

«Εδώ βεβαίως μας ενδιαφέρει η περίπτωση (γ), η οποία λακωνικότατα πλην σαφέστατα παρουσιάζει όλα όσα παρουσιάζονται σ' αυτό το άρθρο. Πρόκειται για νομική διάταξη που αναφέρεται σε αρμοδιότητες και καθήκοντα νομιμοποιημένου ιεροεξεταστή.»

Όμως, η «περίπτωση γ», περιγράφεται με τη φράση  «εί τώ τά ες τό θείον ούν ορθώς ήσκηται» η οποία δεν υπάρχει μέσα στο κείμενο της 80ης Νεαράς! Πώς όμως, μια φράση που δεν υπάρχει μέσα στο νομικό κείμενο, βαφτίστηκε από τον Ρούσσο «νομική διάταξη» που μάλιστα, ορίζει «τα καθήκοντα νομιμοποιημένου ιεροεξεταστή»;!

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ #2

Η κ. Ηλιάδη υπογράφει επιμέλεια ενός κειμένου, το οποίο ονομάζει τον Quaesitorα ως Βυζαντινό Ιεροεξεταστή. Ως επιστήμονας, δεν θα έπρεπε να εξετάσει πρώτα την επιστημονική βιβλιογραφία και να διαπιστώσει αν πράγματι οι ειδικοί περιγράφουν με τον ίδιο τρόπο τα καθήκοντα του Κοιαισίτορα; Πώς είναι δυνατόν να πάρει κάποιος στα σοβαρά τα κείμενα του Ρούσσου, όταν βλέπουμε πώς έξι διαφορετικές πηγές συμφωνούν μεταξύ τους, και καμιά τους δεν ερμηνεύει τα καθήκοντα του Κοιαισίτορα ως αυτά του Βυζαντινού Ιεροεξεταστή;

[Σημείωση: επειδή θα χτυπήσουμε την απάτη του Ρούσσου ακόμα και στις τελευταίες λεπτομέρειες, λέμε και το εξής:

Tο αρχαίο κείμενο που ο Ρούσσος παραθέτει ως δήθεν προερχόμενο από την 80η  Νεαρά, στην πραγματικότητα προέρχεται από το γνωστό λιβελλογράφημα που έγραψε ο ιστορικός Προκόπιος με σκοπό να συκοφαντήσει τον Ιουστινιανό. Το λιβελλογράφημα αυτό ονομάζεται «Ανέκδοτα» και το κείμενο που αφορά τον Κοιαισίτορα έχει ως εξής:

«Τη δε δη ετέρα τους τε παιδεραστούντας ες αεί τίν νυσθαι και γυναιξίν ου νόμιμα μιγνυμένους επήγγελλε· και ει τω τα ες το θείον ουκ ορθώς ήσκηται, όνομα ταύτη επιθείς κοιαισίτωρα» (Προκοπίου, «Ανέκδοτα» 20,9).

Φυσικά, ο Προκόπιος δεν αντλεί από το περιεχόμενο της 80ης Νεαράς (αφού στο νομικό κείμενο δεν υπάρχουν αυτά τα καθήκοντα), αλλά την ερμηνεία την βγάζει από το μυαλό του. Όπως σημειώνει η Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου:

«Η ερμηνεία ότι η υπηρεσία του quaesitor περιόριζε την προσωπική ελευθερία των πολιτών οφείλεται στον Προκόπιο»[11].

Και είδαμε βεβαίως πως 6 διαφορετικές πηγές, διαφωνούν κάθετα με τις ερμηνείες του Προκοπίου (πόσο μάλλον με του Ρούσσου…). Μάλιστα, η Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου αναφέρει και μια 7η πηγή (και μάλιστα εξειδικευμένη μελέτη) που και πάλι διαφωνεί με τον Προκόπιο:

«Την υπηρεσία του κοιαισίτωρος ο Γ. Κόλιας εξέλαβε ως μέτρο του Ιουστινιανού αποβλέπον στον περιορισμό της αστυφιλίας […] Γ. Κόλια, Μέτρα του Ιουστινιανού εναντίον της αστυφιλίας και ο θεσμός του κοιαισίτωρος εν Τόμος Κωνστ. Αρμενοπούλου επί τη εξακοσιετηρίδι της Εξαβίβλου αυτού (1345-1945), Θεσσαλονίκη 1952 σ. 39-77».

Γιατί όμως δεν είναι αξιόπιστος ο Προκόπιος; Διότι, στην «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», διαβάζουμε:

«Στο τρίτο του έργο, στα ‘’Ανέκδοτα’’ […] ο Προκόπιος αντικατέστησε τις κολακείες με ψόγους και παρασύρθηκε σε έναν παροξυσμό μανίας, επισωρεύοντας ύβρεις εναντίον του Ιουστινιανού και της Θεοδώρας … [και] τους κατηγορούσε ότι ήταν προσωπικά υπεύθυνοι για σεισμούς, πλημμύρες και άλλες θεομηνίες»[12]!

Άρα, αυτά τα καθήκοντα που χρησιμοποιήθηκαν από τον Ρούσσο για να μαγειρέψει την απάτη του, υπαγορεύτηκαν από το μυαλό του Προκοπίου, ο οποίος μισούσε τόσο θανάσιμα τον Ιουστινιανό, που στο ίδιο ακριβώς έργο, τα «Ανέκδοτα», καταλογίζει στον αυτοκράτορα ακόμα και τους… σεισμούς που έγιναν στην περίοδο της βασιλείας του! Προφανώς, γι’ αυτό αγνοήθηκε από τους ειδικούς η ερμηνεία του Προκοπίου αφού δεν προκύπτει καν από την 80η Νεαρά.

Και κλείνοντας, δίνουμε το τελειωτικό χτύπημα στην απάτη του Ρούσσου:

Ακόμα και ΑΝ υπήρχε μέσα στην 80η Νεαρά η φράση «εί τώ τά ες τό θείον ούν ορθώς ήσκηται» (που βεβαίως δεν υπάρχει), η πρόταση αυτή με καμία απολύτως δύναμη, με καμία απολύτως ερμηνεία, με κανένα απολύτως διανοητικό άλμα, δεν μπορεί να περιγράψει την έννοια του Ιεροεξεταστή με την γνωστή της παπική φόρτιση, ότι δηλαδή ο Κοιαισίτορ ήταν πρόσωπο που ηγείτο οργανωμένης και θεσμοθετημένης ομάδας βασανιστών που εξανάγκαζαν αιρετικούς σε ομολογία με κάθε είδους βία. Κατά συνέπεια, ούτε από το υβρεολόγιο του Προκοπίου δεν προκύπτει «Βυζαντινός Ιεροεξεταστής»! Η απάτη δηλ. του Ρούσσου παρουσιάζει μοναδικής έκτασης αισχρότητα… Διότι, ας μην έχει κανείς την ψευδαίσθηση ότι ο Ρούσσος ήξερε την προέλευση του πρωτότυπου κειμένου. Ακριβώς επειδή δεν έχει σχέση με την επιστήμη, ο Ρούσσος βρήκε κάπου αυτή την πληροφορία, είδε και τα αποσπάσματα στα αρχαία και νόμισε ότι προέρχονται από την 80η Νεαρά! Κι έτσι την πάτησε, και έγραψε ότι οι φράσεις του Προκοπίου, αποτελούν… «νομική διάταξη»! Με αυτόν τον τρόπο λοιπόν, το μυαλό του Ρούσσου γέννησε τον ανύπαρκτο… «Βυζαντινό Ιεροεξεταστή»!]

 

6. Επίλογος

Για τον Ρούσσο, προφανώς δεν ελπίζουμε τίποτα. Έχει επιλέξει την πορεία του και είναι ήδη γνωστός για την φαιδρότητα των κειμένων του.

Ελπίζουμε όμως ότι η κ. Ηλιάδη θα βρήκε χρήσιμο το κείμενό μας από την άποψη ότι φανερώσαμε από τι είδους ανθρώπους ξεγελάστηκε (ελπίζουμε) ώστε να υπογράψει ένα κείμενο που θα το ονομάζαμε αντιεπιστημονικό τερατούργημα. Εφόσον επέλεξε να προβληθεί στο διαδίκτυο με την ιδιότητά της ως ιστορικός, νομίζουμε ότι οφείλει να προστατέψει και τον εαυτό της, αλλά και να δείξει -ως επιστήμονας- ότι τα κείμενα τέτοιων ανθρώπων, πρέπει να καταδικάζονται για τις απατηλές τακτικές τους, και η θέση που τους αρμόζει, βρίσκεται μέσα στον καιάδα της επιστημονικής απαξίωσης.

 

Παράρτημα:

Η αναφορά του Ρούσσου στους «300 Πελοποννησίους» ειδωλολάτρες(!) που τους «έσφαξαν» οι «φανατισμένοι ορθόδοξοι χριστιανοί» «88 χρόνια πριν την άλωση»!

Για να συνειδητοποιήσουμε την έκταση της απάτης που περιέχει το κείμενο του Ρούσσου, αναφέρουμε μία ακόμη παραχάραξη η οποία διατυπώνεται εξής:

«... οι αγριότητες συνεχίζονταν ... μέχρι και την άλωση της Πόλεως από τους Οθωμανούς. Χαρακτηριστικά ... μνημονεύουμε τους πλείονες των 300 Πελοποννησίους, οι οποίοι κατά την ύστατη στιγμή, 88 χρόνια πριν την άλωση, έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη ως εθελοντές στρατιώτες για να βοηθήσουν στο να απωθήσουν τους Τούρκους απ' την Βυζαντινή επικράτεια. Η ορθόδοξη εκκλησία και το πατριαρχείο τους θεώρησε αιρετικούς ως ελληνίζοντες, τους αφόρισαν και διέταξαν να τους συλλάβουν και να τους πνίξουν στον Βόσπορο. Τελικά, παρά την προστασία τους από την αυτοκρατορική φρουρά και τον ίδιο τον πρωθυπουργό Απόκαυκο, οι φανατισμένοι ορθόδοξοι χριστιανοί της Πόλεως και οι εκκλησιαστικοί παράγοντες όρμησαν εναντίον τους και τους ανάγκασαν σε οπισθοχώρηση εντός του ναού της εκκλησίας του παλατιού. Εκεί μέσα τους έσφαξαν όλους! Στην συμπλοκή φονεύτηκε και ο πρωθυπουργός Απόκαυκος!» (Βλ. το απόσπασμα ΕΔΩ, στο τέλος της σελίδας [επίσκεψη στις 28/8/2011] ).

 

Απάτη #1

Επειδή ο Ρούσσος, θέλει με πομπώδη τρόπο να συνδέσει τις παραχαράξεις του με σημαντικά γεγονότα, όπως π.χ. η Άλωση της Κων/πολης κοιτάξτε τι γράφει:

«την ύστατη στιγμή, 88 χρόνια πριν την άλωση, έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη»(!!!)

Βρε αθεόφοβε, πώς να ταιριάξουν οι φράσεις «ύστατη στιγμή» και «88 χρόνια πριν την άλωση»; Άμα συσχετίσουμε το διάστημα αυτό με την νεώτερη ελληνική ιστορία είναι σα να λέμε: «Και ξαφνικά, την ύστατη στιγμή πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912), έγινε  η... Επανάσταση του 1821»!

Όπως καταλαβαίνετε, μιλάμε για μεγάλο συγγραφικό ταλέντο...

 

Απάτη #2

Μετρώντας 88 χρόνια πριν από την Άλωση, φτάνουμε στο 1365 και ο Ρούσσος ονειρεύεται ακόμα Έλληνες… ειδωλολάτρες! Φυσικά, αυτά είναι ανοησίες. Η ειδωλολατρία δεν απασχολεί τις πηγές ούτε καν μετά τον 7ο αιώνα, και ένα μοναδικό εδάφιο του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου αναφέρεται σε μια περιθωριοποιημένη κοινότητα ειδωλολατρών στον 9ο αιώνα, κάπου στον βραχίονα του Ταινάρου ή του Μαλέα[13]. Οπότε, καταλαβαίνουμε όλοι την γελοιότητα του κειμένου που φαντασιώνεται 300 ειδωλολάτρες τον 14ο αιώνα, που μάλιστα, πηγαίνουν… εθελοντές στην Κων/πολη!

 

Απάτη #3

Μετρώντας και πάλι 88 χρόνια πριν από την Άλωση, φτάνουμε στο 1365. Ο μόνος Απόκαυκος με πολιτική ενεργό δράση που θα μπορούσε να σχετιστεί με την Κων/πολη σε αυτή την εποχή, είναι ο Αλέξιος Απόκαυκος, ο οποίος όμως σκοτώθηκε στα 1345!

Το «Εγκυκλοπαιδικό Προσωπογραφικό Λεξικό Βυζαντινής Ιστορίας και Πολιτισμού» αναφέρει:

«Ο Αλέξιος Α. καταγόταν από άσημη οικογένεια της Βιθυνίας [...] Κατά τη διάρκεια του β΄ εμφυλίου πολέμου (1341-47) υποστήριξε στρατιωτικά τους Ζηλωτές της Θεσσαλονίκης [...] κατέλαβε το μεγαλύτερο μέρος της Θράκης και πολιόρκησε τον Ιωάννη Καντακουζηνό [...] Το 1343 εκστράτευσε και πάλι στη Θεσσαλονίκη επικεφαλής του στόλου για να βοηθήσει τους Ζηλωτές. Δολοφονήθηκε με ρόπαλο στις 11 Ιουνίου 1345 από αιχμάλωτο οπαδό του Ιωάννη Καντακουζηνού, κατά τη διάρκεια επίσκεψης του σε φυλακή της Κωνσταντινούπολης. Μετά το θάνατο του ο γιός του Ιωάννης, που αδυνατούσε να επιβληθεί στους Ζηλωτές, προσπάθησε να εξοντώσει τους αρχηγούς τους με δόλο και να παραδώσει τη Θεσσαλονίκη στον Καντακουζηνό αλλά απέτυχε, αιχμαλωτίσθηκε και σκοτώθηκε προσπαθώντας να δραπετεύσει»[14].

Επίσης, η εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα γράφει:

«Απόκαυκος (Βυζ.)· όνομα μεγάλης βυζαντινής οικογένειας [...] Αλέξιος (14ος αιώνας)· ανώτατος αξιωματούχος του Βυζαντίου, που διατέλεσε παρακοιμώμενος και Μεγάλος Δούκας [...] Κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου προσπάθησε να βρει ερείσματα στους αντιπάλους του Γρηγορίου Παλαμά και των Ησυχαστών τους οποίους υποστήριζε ο Ιωάννης Καντακουζηνός [...] Ο Αλέξιος τελικά θανατώθηκε βάναυσα από έγκλειστους κάποιας φυλακής της Κωνσταντινούπολης κατά τη διάρκεια επίσκεψης του σ’ αυτήν»[15].

 

Απάτη #4 & Απάτη #5

Οι απάτες όμως δεν σταματούν εδώ… Διότι, σύμφωνα με τις παραπάνω πηγές, ο Αλέξιος Απόκαυκος δεν ήταν «πρωθυπουργός» (δηλ. έμπιστος του Αυτοκράτορα που ενεργεί και αντ’ αυτού[16]) αλλά Μέγας Δούκας[17], και εκτός αυτού, δεν σκοτώθηκε σε συμπλοκή μέσα σε κάποια Εκκλησία, αλλά τον σκότωσαν κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης στις φυλακές!

 

Απάτη #6

Και βεβαίως, εκείνη την εποχή δεν υπήρξαν άμεσα προβλήματα με τους Οθωμανούς, αλλά τα γεγονότα που δεσπόζουν είναι ο εμφύλιος για τον θρόνο της αυτοκρατορίας:

Στα 1341 πεθαίνει ο Ανδρόνικος Γ΄, όμως ο νόμιμος διάδοχος Ιωάννης Ε΄ ήταν μόλις εννέα ετών, και ο Ιωάννης Καντακουζηνός φιλοδοξούσε να κυβερνήσει ως επίτροπος του αυτοκράτορα, αντέδρασε όμως ο Αλέξιος Απόκαυκος, που επέμεινε στην απομάκρυνση του Ιωάννη Καντακουζηνού.

 

Συμπέρασμα: Η απάτη των «300 Πελοποννησίων» μαγειρεύτηκε στην ιστορική… κατσαρόλα του Ρούσσου και το συμβάν, έτσι όπως το έχει παρουσιάζει, είναι παραμύθι της Χαλιμάς. Αν όμως διαφωνεί με τα συμπεράσματά μας και τη βιβλιογραφία, ας μας στείλει ένα μήνυμα για να μας δώσει τις πηγές του να τις διαβάσουμε κι εμείς… Και φυσικά, σε κάθε περίπτωση το πρόβλημα εξακολουθεί να είναι του Ρούσσου, διότι εκείνος όφειλε κάθε ένα από τα «γεγονότα» που αναφέρει, να το υποστηρίζει όχι με κατεβατά από ανοησίες αλλά με έγκυρη βιβλιογραφία…


Σημειώσεις

[1] Μεταλληνός Δ. Γεώργιος, «Παγανιστικός Ελληνισμός ή Ελληνορθοδοξία;», 3η έκδ., Αρμός, Αθήνα 2003, σελ. 9-10.

[2] Καραγιαννόπουλος Ιωάννης, «Η Πολιτική Θεωρία των Βυζαντινών», Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 77.

[3] Σαββίδης Αλέξης, «Μελέτες Βυζαντινής Ιστορίας 11ου - 13ου αιώνα», 2η έκδ., Καρδαμίτσας, Αθήνα 1995, σελ. 75.

[4] Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου Μαρία, «Οι βυζαντινές ιστορικές σπουδές στην Ελλάδα», στον συλλογικό τόμο: Σύμμεικτα, τόμ. 9, Μνήμη Δ.Α. Ζακυθηνού (Μέρος Β΄), ΕΙΕ/ΚΒΕ, ΑΘήνα 1994, σελ. 170.

[5] Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα, τόμ. 34, εκδ. Πάπυρος, Αθήνα 2004-2005 [CD-ROM].

[6] Καραγιαννόπουλος Ιωάννης, «Η Πολιτική Θεωρία των Βυζαντινών», Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 77.

[7] Ζακυθηνός Διονύσιος, «Βυζαντινή Ιστορία 324-1071», εκδ. Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα 1989 (c1972), σελ. 80.

[8] Runciman Steven, «Βυζαντινός Πολιτισμός», Γαλαξίας, Αθήνα 1969, σελ. 98.

[9] Χριστοφιλοπούλου Αικατερίνη, «Το Πολίτευμα και οι Θεσμοί της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (324-1204)», Αθήνα 2004, σελ. 43, σημ. #29.

[10] Κουκουλές Φαίδων, «Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός», τόμ. Β1, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1948-1955, σελ. 102.

[11] Χριστοφιλοπούλου Αικατερίνη, «Το Πολίτευμα …», ό.π., σελ. 43, σημ. #29.

[12] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. Ζ', ό.π., 351α.

[13] Βλ. συλλογικό έργο, «Οι περιθωριακοί στο Βυζάντιο», β΄ έκδ., Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν, Αθήνα 1999, σελ. 25-47.

[14] Συλλογικό έργο, «Εγκυκλοπαιδικό Προσωπογραφικό Λεξικό Βυζαντινής Ιστορίας και Πολιτισμού» (επιμ. Σαββίδης Αλέξης), τόμ. 3, εκδ. Μέτρον-Ιωλκός, Αθήνα 1996, σελ. 115-116.

[15] Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα, τόμ. 10, εκδ. Πάπυρος, Αθήνα 2004-2005 [CD-ROM].

[16] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. Η΄, «Βυζαντινός ελληνισμός - μεσοβυζαντινοί χρόνοι 642-1071 μ.Χ.», Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα 1979, σελ. 157.

[17] Βλ. και: Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ, «Η Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας», τόμ. Α΄, Μέλισσα, Αθήνα 1979 (c1966), σελ. 276.

Δημιουργία αρχείου: 29-8-2011.

Τελευταία ενημέρωση: 29-8-2011.