Νεοπαγανιστικές απάτες

Απάντηση στις συκοφαντίες τού Νεοπαγανισμού

Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Ενότητα

Ρώμη

Βιβλία στο "Βυζάντιο" // Επιστήμονες τής Χριστιανικής Ρώμης // Ανώτερες και ανώτατες σχολές τής Ρωμιοσύνης // Γαληνός: Ο Χριστιανός διάδοχος τού Ιπποκράτη // Η φιλολαϊκή Νομοθεσία του Ιουστινιανού

Φραγμός στα ψεύδη των εχθρών της Ρωμιοσύνης

Η φιλολαϊκή Νομοθεσία του "Βυζαντίου"

Γιάννης Τ.

Οι Αντιβυζαντινιστές για να συκοφαντήσουν την ένδοξη αυτοκρατορία της Ρωμανίας, ισχυρίζονται ότι δήθεν "κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, η νομοθεσία χειροτέρευσε". Ας δούμε όμως τι κατέγραψε στην πραγματικότητα η ιστορία:

Ήταν ο εκχριστιανισμός της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αφορμή για βελτίωση της νομοθεσίας ή όχι; Ή μήπως για τη χειροτέρευσή της, όπως ισχυρίζονται οι αντιβυζαντινοί; Μερικά παραδείγματα:
 

Η Νεαρά του 922 του Ρωμανού Α’ «καθόριζε τρία πράγματα:

 

1) Κατά την πώληση ενός κτήματος, σπιτιού, αγρού κ.λπ. προτιμώνται οι χωρικοί και η ελεύθερη κοινότης τους,

2) οι δυνατοί δεν μπορούν να αγοράσουν την ιδιοκτησία του πτωχού έστω και εάν πρόκειται για υιοθεσία, δωρεά, κληρονομία ή ανταλλαγή, και

3) τα κτήματα των γεωργών-στρατιωτών, που είχαν αγορασθή, κατά οιονδήποτε τρόπον, κατά την διάρκεια των τριάντα τελευταίων χρόνων, έπρεπε να επιστραφούν χωρίς αποζημίωση των αγοραστών από τους πραγματικούς των ιδιοκτήτες» (…)

 

Η Νεαρά του 934 ανέφερε ότι οι χωρικοί που είχαν, κατά τη διάρκεια της πείνας και των δυσκολιών, πωλήσει τα κτήματά τους στους δυνατούς, μπορούσαν να τα πάρουν πίσω στην ίδια τιμή που τα είχαν πωλήσει» (Α. Α. Βασίλιεφ, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 324-1452, τ. Α’, σ. 430).

 

Ο Ρωμανός Α’ Λεκαπηνός (920-944) «εξέδωσε Νεαρά δια των οποίων … απηγόρευσε την είσοδον Δυνατών εις τας γαίας κωμών (JGR I. 201-204) (…) Δια της περί δυνατών διατάξεως της ανωτέρω Νεαράς απηγορεύτο η δια παντός τρόπου (λόγω υιοθεσίας, δωρεάς, διαθήκης, χρησικτησίας ή λόγω προστασίας και συνδρομής) εκ μέρους δυνατών απόληψις γαιών, ειμή μόνο εκ συγγενών των. (…) Δια της Νεαράς το λοιπόν εκδοθείσης μεταξύ των ετών 928 και 935 ηκύρωσε κάθε μεταβίβασιν γης εις δυνατούς γενομένην υπό μορφήν δωρεάς, κληροδοσίας ή πωλήσεως, απαγόρευσε δε και εις το μέλλον την καθ’ οιονδήποτε τρόπον μεταβίβασιν γης ταπεινών εις δυνατούς. Όσα κτήματα είχον αγορασθή υπό ισχυρών εις τιμήν πολύ κατωτέραν της αξίας των επεστρέφοντο "αναργύρως". Τα κανονικώς αγορασθέντα επεστρέφεντο και αυτά επί αντικαταβολή του τιμήματός των εντός τριετίας» (Καραγιαννόπουλου Ιω. Ε., Ιστορία Βυζαντινού Κράτους, τ. Β’, σ. 372-4).

 

«Η περίφημη Νεαρά του 996 κατήργησε κάθε προηγούμενη υποστήριξη των δικαιωμάτων των δυνατών, που είχαν παράνομα αποκτήσει τα κτήματα των χωρικών και που είχαν προσπαθήσει να επιτύχουν τις επιδιώξεις τους είτε με δωροδοκίες, είτε με την βία, προκειμένου να γίνουν οριστικοί κάτοχοι όσων είχαν πάρει από τους πτωχούς με φαύλους τρόπους. Τα κτήματα τα οποία είχαν πάρει οι δυνατοί πριν από την έκδοση του πρώτου διατάγματος του Ρωμανού, θα παρέμεναν στην εξουσία τους μόνον εφ’ όσον θα απεδεικνύετο η επ’ αυτών κυριότης τους με έγγραφες αποδείξεις ή βάσει μαρτυριών πολλών μαρτύρων» (Α. Α. Βασίλιεφ, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 324-1452, τ. Α’, σ. 432). Ο Βασίλειος Β’ «ανεζωογόνησε τον Νόμο που καθιστούσε υπευθύνους τους πλουσίους γαιοκτήμονες για την πληρωμή των φόρων των πτωχών, εφ’ όσον οι τελευταίοι δεν μπορούσαν να τους πληρώσουν» (Α. Α. Βασίλιεφ, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 324-1452, τ. Α’, σ. 433). «Ακυρώνει οιανδήποτε αγοράν γης ανηκούσης εις "χωρίον κοινότητας" εκ μέρους δυνατού, από του 928 μέχρι της 1.1. 996, αλλά και εις το μέλλον, αίρων πάσαν σχετικήν παραγραφήν (JGR, I, 265). Προκειμένου μάλιστα περί γαιών του δημοσίου, η άρσις αύτη της παραγραφής ανατρέχει μέχρι των χρόνων του Αυγούστου. (…) Εις άλλο σημείον της Νεαράς του ο Βασίλειος απαγορεύει την επέμβασιν μητροπολίτου εις οιανδήποτε βυζαντινήν κοινότητα προς ιδιοποίησιν των υπό χωριτών εκεί ιδρυθέντων μονυδρίων, εκτός εάν ταύτα έχουν εν τω μεταξύ πλέον των 8 μοναχών» (Καραγιαννόπουλου Ιω. Ε., Ιστορία Βυζαντινού Κράτους, τ. Β’, σ. 446).

 

Η Εκλογή του Λέοντα Γ’ Ίσαυρου έχει θετικά στοιχεία: «προστατεύεται και ενισχύεται ο θεσμός του γάμου, δυσχεραίνεται το διαζύγιον, αυξάνονται τα δικαιώματα της συζύγου και των νομίμων τέκνων, ενώ καταργείται η patria potestas, ασκουμένη πλέον εξ ίσου από τους δύο συζύγους, και κηρύσσεται η κοινότης περιουσίας των δύο συζύγων ως απόρροια της κοινής εν τω γάμω ζωής των. (…) Παρατηρείται προσπάθεια εξισώσεως πάντων των πολιτών προ του νόμου: ελάχισται είναι οι ποινικαί διατάξεις αι προβλέπουσαι δια το αυτό αδίκημα άλλην ποινήν δια τους "εντίμους" και άλλην δια τους "ευτελείς"» (Καραγιαννόπουλου Ιω. Ε., Ιστορία Βυζαντινού Κράτους, τ. Β’, σ. 128-29).

 

Ο Ιουστίνος Β’(565-578) «ολίγον χρόνον μόλις μετά την ανάρρησίν τους εις τον θρόνον εξέδωκε Νεαράν "Περί συγχωρήσεως λοιπάδων δημοσίων" (566), δια της οποίας εχαρίζοντο τα μέχρι 31ης Αυγούστου 560 φορολογικά οφειλόμενα (Nov. I, a. 566)» (Καραγιαννόπουλου Ιω. Ε., Ιστορία Βυζαντινού Κράτους, τ. Β’, σ. 36).

 

Ο Τιβέριος Β’ (578-682) «αμέσως σχεδόν μετά την ανάληψιν του αξιώματος του καίσαρος εχάρισεν εις όλους τους φορολογουμένους το εν τέταρτον του ετησίου φόρου (575) (Nov. XI, a. 575). Το 578 μάλιστα ηκύρωσε την εισφοράν που είχεν επιβάλει ο Ιουστίνος επί των πολιτικών άρτων και διέταξε την επιστροφήν των εισπραχθέντων ποσών εις τους δικαιούχους» (Καραγιαννόπουλου Ιω. Ε., Ιστορία Βυζαντινού Κράτους, τ. Β’, σ. 38).

 

Ο επίτροπος του ανήλικου Θεοδόσιου Β’, Ανθέμιος «εστράφη κατά της τάσεως των μεγαλογαιοκτημόνων να αποκτούν το δικαίωμα της "αυτοπραγίας" τ.έ. το δικαίωμα να εισπράττουν και να αποδίδουν εις το κράτος οι ίδιοι τους φόρους των, ως και τους φόρους των καλλιεργητών των (…) Δια τούτο απαγορεύει τώρα ο Ανθέμιος την τάσιν προς αυτοπραγίαν και διατάσσει την εφαρμογήν του κανονικού συστήματος εισπράξεως φόρων (409) (C.Th. 11.22.4 του 409)» (Καραγιαννόπουλου Ιω. Ε., Ιστορία Βυζαντινού Κράτους, τ. Α’, σ. 238). «Μία των τελευταίων πολιτικών πράξεων του Ανθεμίου… ήτο η χορήγησις φορολογικής απαλλαγής από των καθυστερουμένων φόρων. Εις όλους τους κατοίκους του κράτους, εξαιρουμένης της πλουσίας Αιγύπτου και τινών άλλων μικρών περιφερειών, εχορηγήθη απαλλαγή από των καθυστερουμένων φόρων των ετών 368-407, είτε εις είδος είτε εις χρήμα ώφειλον να καταβληθούν οι καθυστερούμενοι ούτοι φόροι (C. Th. 11.28.9 του 409)» (Καραγιαννόπουλου Ιω. Ε., Ιστορία Βυζαντινού Κράτους, τ. Α’, σ. 239).

 

Ο έπαρχος του πραιτωρίου Αυρηλιανός, στην ίδια εποχή, «συνεχίζων τας προσπαθείας του Ανθέμιου, έσπευσεν ο Αυρηλιανός να θέση νομοθετικόν φραγμόν εις τας επεκτατικάς προσπαθείας της μεγάλης ιδιοκτησίας. Δια νόμου του της 3ης Δεκεμβρίου 415 όχι μόνον απηγόρευσεν εκ νέου την "προστασίαν", αλλά προσέτι και την απόκτησιν γης υπό ξένου εις την περιοχήν μητροκωμίας (C.Th. 11.24.6 του 415)» (Καραγιαννόπουλου Ιω. Ε., Ιστορία Βυζαντινού Κράτους, τ. Α’, σ. 243).

 

Ο Μαρκιανός (450-457) «κατ’ αυτό τούτο το έτος της ανόδου του εις τον θρόνον επέτρεψε την απαλλαγήν όλων των φορολογουμένων από των καθυστερουμένων φορολογικών οφειλών της περιόδου 437-447 (N. Marc. 2 του 450). (…) προσεπάθησε να περιορίση τας αυθαιρεσίας των ισχυρών, προ παντός εις ό,τι αφεώρα την καταβολήν των φόρων των» (Καραγιαννόπουλου Ιω. Ε., Ιστορία Βυζαντινού Κράτους, τ. Α’, σ. 280). «Με την εισαγωγήν της διακρίσεως των δύο περιοχών – των μεγάλων κτημάτων αφ’ ενός, των ελευθέρων χωρίων αφ’ ετέρου – εις τας οποίας χωριστά ηδύνατο εκάστοτε να εφαρμοσθή η επιβολή, προσεπάθησεν ο Αναστάσιος να θέση εμπόδια εις την αύξησιν της μεγάλης ιδιοκτησίας» (Καραγιαννόπουλου Ιω. Ε., Ιστορία Βυζαντινού Κράτους, τ. Α’, σ. 362).

 

Ο επίσκοπος Αμίδης στα 422 πώλησε τα χρυσά και αργυρά σκεύη των εκκλησιών της περιοχής του για να εξαγοράσει τους συλληφθέντες από τους Βυζαντινούς Πέρσες στρατιώτες (Σωκράτης, 7, 21).

 

Ο Κωνσταντίνος Ζ’ (945-959) «εις Νεαράν του του 947 (JGR I 215 κ.ε.) διέτασσε την άνευ αποζημιώσεως επιστροφήν των κτημάτων τα οποία δυνατοί είχον καθ’ οιονδήποτε τρόπον αποκτήσει από του 945 και εντεύθεν. Δια τας μέχρι του 945 αγοράς γαιών ίσχυον αι προγενέστεραι διατάξεις του Ρωμανού Α’ συμφώνως προς τας οποίας η επιστροφή των γαιών εγίνετο έναντι αντεπιστροφής του τιμήματός των. Μίαν υπέρ των αδυνάτων καινοτομίαν εισήγαγεν ο Κωνσταντίνος, καθορίσας ότι η επιστροφή του ληφθέντος τιμήματος θα εγίνετο υπ’ εκείνων μόνον των αδυνάτων, ων η περιουσία υπερέβαινε τα 50 νομίσματα. Οι έχοντες περιουσίαν ανωτέραν των 50 νομισμάτων, υπεχρεούντο εις την εντός τριετίας απόδοσιν του τιμήματος» (Καραγιαννόπουλου Ιω. Ε., Ιστορία Βυζαντινού Κράτους, τ. Β’, σ. 380).

 

Ο Βασίλειος Β’ «Καταργεί τελείως την διαφορετικήν μεταχείρησιν των ανωτάτων αξιωματούχων και των λοιπών πολιτών εις τας περιπτώσεις δολοφονίας» (Καραγιαννόπουλου Ιω. Ε., Ιστορία Βυζαντινού Κράτους, τ. Β’, σ. 447).

 

Τα παραπάνω ελάχιστα παραδείγματα είναι απόδειξη ότι ο εκχριστιανισμός της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας δεν συνεπαγόταν εξαγιασμό της απληστίας των οικονομικά ισχυρών ούτε εξαγιασμό της ανισότητας. Το αντίθετο μάλιστα.

Δημιουργία αρχείου: 9-12-2008.

Τελευταία ενημέρωση: 9-12-2008.

ΕΠΑΝΩ