[ Πρόλογος ] - [ Τμήμα 1 ] - [ Τμήμα 2 ] - [ Τμήμα 3 ] - [ Τμήμα 4 ] - [ Τμήμα 5 ] - [ Παραρτήματα ]
ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ της ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
© Ιωάννης Σ. Ρωμανίδης
Τμήμα 2
|
Ζ.
Το
κριτήριον της θεολογικής μεθόδου Η. Η Αποκάλυψις, η Ιερά Παράδοσις, η Αγία Γραφή και το Αλάθητον Θ. Ο Κανών της Αγίας Γραφής η Ερμηνευτική και η γλώσσα Αυτής |
Ζ' Το κριτήριον της θεολογικής μεθόδου
Καθίσταται
από τα μέχρι τούδε αναπτυχθέντα δήλον, ότι είναι αδύνατον εις τον άνθρωπον να
χρησιμοποιήση μέθοδον στοχαστικήν και διαλεκτικήν προς τον σκοπόν όπως αποκτήση
λογικήν τινα κατανόησιν της περί Θεού διδασκαλίας των προφητών και των
αποστόλων επί τη βάσει των δεδομένων της φυσικής πείρας και γνώσεως των
ανθρώπων. Αφού λοιπόν αποκλείεται ο στοχαστικός και διαλεκτικός τρόπος του
θεολογείν και προτάσσεται η επί της πείρας των προφητών και των αποστόλων
βασιζομένη θεολογία, εγείρεται αυτομάτως το όλον πρόβλημα του κριτηρίου της
πείρας ταύτης και της επ' αυτής βασιζομένης δογματικής θεολογίας της Ορθοδόξου
Εκκλησίας.
Εφιστώμεν
την προσοχήν του αναγνώστου εις το γεγονός ότι ο συσχετισμός μεταξύ θεολογίας
και εμπειρίας υπάρχει και εις αρχαία καταδικασθέντα υπό των Πατέρων αιρετικά
και φιλοσοφικά συστήματα και εις θρησκεύματα εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως
και εις μοναχικάς και ευσεβιστικάς εκδηλώσεις της φραγκολατινικής παραδόσεως.
Μάλιστα εις ωρισμένα από αυτά τα θρησκευτικο-φιλοσοφικά φαινόμενα υπάρχουν είδη
θεολογίας δυνάμενα να χαρακτηρισθούν ως αποφατικά.
Η
βασική διάκρισις μεταξύ ορθοδόξου και μη ορθοδόξου εμπειρίας της θεοφανείας
είναι ότι 1) η μεν είναι της χάριτος του Θεού και 2) η άλλη της κτιστής φύσεως
του ανθρώπου τη ενεργεία των δαιμόνων. Η διάκρισις αυτή συμπεριλαμβάνει την
διάκρισιν μεταξύ 1) φανερώσεως της ακτίστου δόξης του Πατρός εν Πνεύματι Αγίω
δια του ασάρκου Λόγου προ της ενσαρκώσεως και του σαρκωθέντος Λόγου και 2) της
δια φυσικής εκστάσεως απουσίας του ακτίστου και αναστολής των ενεργειών του
σώματος και της ψυχής ή της φανερώσεως παραισθησιακών οραμάτων συνοδευομένων
ουχί υπό ανειδέου και ασχηματίστου υπερβαίνοντος το φως φωτός αλλά υπό
παρυφισταμένου φωτός έχοντος σχήμα και είδος. Ενώ ο θεούμενος πυρακτούται
ολόκληρος τη θεία χάριτι και γενόμενος ο ίδιος κατά χάριν Θεός γίνεται φως τοις
άλλοις λάμπον τη όψει και τη ανιδιοτελεί αγάπη, ο κατά τρόπον φυσικόν εκστάς
παραμένει φίλαυτος άνευ των φανερών τοις Ορθοδόξοις χαρισμάτων της θεώσεως των
εκδηλουμένων δια της ψυχής αλλά και δια του σώματος.
Ο
κατ' εξοχήν ορθόδοξος θεολόγος είναι ο γνωρίζων αμέσως τινάς των ενεργειών
του Θεού δια της ελλάμψεως ή περισσοτέρως αυτάς δια της θέας ή εμμέσως
τας ενεργείας του Θεού μέσω των προφητών, αποστόλων και αγίων ή μέσω της Αγίας
Γραφής, των συγγραμμάτων των αγίων Πατέρων, και των αποφάσεων και των πρακτικών
των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων. Ο θεολόγος είναι εκείνος όστις δια της
αμέσου ή εμμέσου γνώσεως ταύτης και θεωρίας γνωρίζει σαφώς να διακρίνη μεταξύ
των ενεργειών του Θεού και των ενεργειών των κτισμάτων και ιδίως των
ενεργημάτων του διαβόλου και των δαιμόνων. Άνευ του χαρίσματος της διακρίσεως
των πνευμάτων δεν δύναταί τις να δοκιμάση τα πνεύματα, ίνα ίδη αν είναι τι
ενέργημα του Αγίου Πνεύματος ή του διαβόλου και των δαιμόνων.
Επομένως
ο θεολόγος και ο πνευματικός πατήρ είναι το ίδιον πράγμα. Ο στοχαζόμενος και
διαλεγόμενος εις αναζήτησιν νοησιαρχικής κατανοήσεως των δογμάτων της πίστεως
κατά τα πρότυπα της φραγκολατινικής παραδόσεως ασφαλώς όχι μόνον πνευματικός
πατήρ δεν είναι, αλλά ούτε κατά κυριολεξίαν θεολόγος δύναται να λέγεται. Η
θεολογία δεν είναι μία αφηρημένη ή πρακτική επιστήμη, ωσάν την λογικήν,
μαθηματικήν, αστρονομίαν, ή χημείαν, αλλά τουναντίον έχει χαρακτήρα πολεμικόν
ωσάν την στρατηγικήν και την ιατρικήν, η μεν ασχολείται με την άμυναν και την
επίθεσιν έναντι των εχθρών δια της σωματικής και στρατηγικής τελειοποιήσεως εις
την χρήσιν όπλων, οχυρωμάτων και αμυντικών και επιθετικών σχεδίων, η δε με την
πολεμικήν εναντίον των ψυχικών και σωματικών ασθενειών δια της υγείας και των
μέσων αποκαταστάσεως της υγείας.
Ο
θεολόγος, όστις αγνοεί τας μεθοδείας του εχθρού και την κατά Χριστόν
τελειότητα, αδυνατεί όχι μόνον να αγωνισθή ο ίδιος κατά του εχθρού υπέρ της
τελειώσεώς του, αλλά ούτε είναι εις θέσιν να οδηγή και να θεραπεύη άλλους.
Είναι ωσάν να λέγεται ή και να γίνη στρατηγός ο ουδέποτε εκγυμνασθείς, ο
ουδέποτε πολεμήσας, και ο ουδέποτε μελετήσας την πολεμικήν, αλλά ο προσέξας
μόνον εις την ωραίαν και ένδοξον εμφάνισίν του με μεγαλειώδεις και λαμπράς
στολάς εις δεξιώσεις και παραστάσεις. Είναι ωσάν να φέρεται ως χειρουργός ο
χασάπης και να κατέχη την θέσιν ιατρού ο μη γνωρίζων ούτε τας αιτίας των
ασθενειών, ούτε τους τρόπους θεραπείας αυτών, ούτε την κατάστασιν υγείας, εις
την οποίαν πρέπει να επαναφέρη τον ασθενή.
Εκ
των ανωτέρω φαίνεται σαφώς ότι αι βαθμίδες τελειώσεως κατά τους Πατέρες δεν αφορούν
εις πνευματικότητά τινα διακρινομένην από την θεολογίαν και τον θεολόγον. Τούτο
ισχύει όχι μόνον εξ επόψεως της βασιζομένης επί της αποκαλύψεως διδασκαλίας των
προφητών και των αποστόλων, αλλά και εξ επόψεως του αγώνος κατά των εμποδίων
προς την τελειότητα.
Επομένως
τα γενικώς εν τη Αγία Γραφή και τη Ιερά Παραδόσει ισχύοντα περί βαθμίδων
τελειώσεως έχουν ουσιαστικήν και αδιάσπαστον σχέσιν με την κατανόησιν της περί
των δογμάτων διδασκαλίας της Αγίας Γραφής και της Ιεράς Παραδόσεως. Ούτως
έχομεν τα στάδια της καθάρσεως, του φωτισμού και της θέας της δόξης του
Χριστού. Είναι σαφές ότι τα στάδια ταύτα επέρασαν προτύπως οι απόστολοι έχοντες
πνευματικόν Πατέρα τον σαρκωθέντα Λόγον, Όστις δια της εκδιώξεως των δαιμόνων
(κάθαρσις) εμύησε τους αποστόλους εις το γνώναι τα μυστήρια της βασιλείας του
Θεού (φωτισμός) και εν συνεχεία τους τρεις αποστόλους εις το ιδείν την
βασιλείαν του Θεού κατά την Μεταμόρφωσιν, και όλους τους αποστόλους, εις την
υψίστην δυνατήν μέθεξιν της δυνάμεως του Πνεύματος εντεύθεν του τάφου κατά την
Πεντηκοστήν.
Ούτως
εν τη πράξει της Εκκλησίας υπήρχε πάντοτε 1) η προ του βαπτίσματος κατήχησις
περί των ενεργειών του Θεού και των δαιμόνων και του αγώνος υπέρ μεθέξεως των
μεν και αποκρούσεως των δε και η εν συνεχεία κάθαρσις εν τω βαπτίσματι 2) Η
λήψις εν τω βαπτίσματι και τω χρίσματι του φωτισμού δια της σφραγίδος και της
δωρεάς του Αγίου Πνεύματος και 3) της οδηγήσεως των προκρίτων εις την θέωσιν
και την μετά του Θεού φιλίαν.
Σημειωτέον
ότι εις την ελληνόφωνον και λατινόφωνον ορθόδοξον ρωμαϊκήν παράδοσιν τα στάδια
ταύτα της τελειώσεως ουδέποτε εξελήφθησαν ως στάδια οδηγούντα εις φιλοσοφικήν
τινά δια του λόγου εμβάθυνσιν εις τα δόγματα της πίστεως και εις την ούτω
μετατροπήν της πίστεως των απλουστέρων εις γνώσιν διανοουμένων και μεγάλων
εγκεφαλικών ανδρών και σπουδαίων κατά κόσμον φιλοσόφων. Η μετατροπή του σταδίου
του φωτισμού εις το της θεώσεως, όπως είδαμεν, είναι ουχί κατά τα κριτήρια της
φυσικής γνώσεως εμβάθυνσις αλλά η διάβασις από τα ρητά και τα νοήματα της Αγίας
Γραφής και των Πατέρων εις την γνώσιν και την νόησιν την υπερβαίνουσαν την
φυσικήν γνώσιν και νόησιν, "τούτο τοίνιν ως μη γνώσιν, αλλ' υπεροχικώς
αγνωσίαν υπάρχον ...".1
β) Εξ επόψεως της δυτικής παραδόσεως γενικώς
Εν
αντιθέσει προς την πατερικήν παράδοσιν ο ιερός Αυγουστίνος προσήρμοσε την κατηχητικήν
πράξιν της αρχαίας Εκκλησίας και τα στάδια τελειώσεως εις την προσωπικήν του
σύνθεσιν νεοπλατωνικών, μανιχαϊκών και ορθοδόξων στοιχείων και ούτως εγέννησε
τας γενικάς αρχάς της θεολογικής μεθόδου, ήτις χαρακτηρίζει την φραγκολατινικήν
ή Σχολαστικήν παράδοσιν και ήτις υπό διαφόρους μορφάς διασώζεται μέχρι σήμερον
μεταξύ των Παπικών και των Προτεσταντών.
Βασισθείς
επί της διακρίσεως μεταξύ κατηχουμένων, φωτισμένων και τελειουμένων ο
Αυγουστίνος ορθώς επίστευεν ότι ο πιστός οφείλει πρώτον να δεχθή και να διδαχθή
τα δόγματα της πίστεως και μετά ταύτα να εμβαθύνη εις αυτά, ίνα φθάση εις την
τάξιν των γνωστικών.2 Εντός των ανωτέρω αναπτυχθέντων πατερικών
προϋποθέσεων τα μεθοδολογικά ταύτα είναι θαυμάσια.
Δυστυχώς
όμως η πατερική αντίληψις περί θεολογίας ως βασιζομένης επί της εμπειρίας της
θεώσεως των προφητών, των αποστόλων και των αγίων και επί του χρίσματος της
διακρίσεως των πνευμάτων λείπει ολοτελώς από την θεολογίαν του Αυγουστίνου. Η
διδασκαλία του περί φωτισμού είναι καθαρώς πλατωνική και η εν Χριστώ θεωρία της
δόξης του Θεού υπό των προφητών και των αποστόλων κατηργήθη και μάλιστα
εχαρακτηρίσθη υπ' αυτού ως αίρεσις3 και αντικατεστάθη υπό της
νεοπλατωνικής εκστάσεως.
Ούτω
κατά τον Αυγουστίνον ο πιστός έχει καθήκον να καταβάλη προσπάθειαν να κατανοήση
τα δόγματα λογικώς και να εμβαθύνη ούτως εις αυτά. Ο Αυγουστίνος ιδέαν δεν έχει
του "φράσαι αδύνατον και νοήσαι αδυνατώτερον" του Γρηγορίου του
Θεολόγου και ούτε συμφωνεί με τον Πλάτωνα "Θεόν νοήσαι μεν χαλεπόν, φράσαι
δέ, αδύνατον". Δέχεται το χαλεπόν της νοήσεως αλλά και το χαλεπόν και όχι
αδύνατον της φράσεως. Την μέθοδον ταύτην μετέφερεν ο Αυγουστίνος από των πιστών
και εις την Εκκλησίαν, ώστε όχι μόνον ο πιστός προοδεύει εις την κατανόησιν των
δογμάτων αλλά και η Εκκλησία. Εντεύθεν ο ισχυρισμός των Φράγκων ότι η προσθήκη
του Filioque αποτελεί πρόοδον εις την κατανόησιν και άρα ανάπτυξιν της περί
Θεού διδασκαλίας της Β' Οικουμ. Συνόδου.
Ταύτα
συνδυάζονται με την ανωτέρω αναφερθείσαν διδασκαλίαν του Αυγουστίνου ότι ο
σκοπός της θεολογίας είναι η διερεύνησις και κατανόησις της ουσίας του Θεού. Ακολουθούντες
τον Αυγουστίνον οι Φραγκολατίνοι επεδόθησαν σοβαρώς εις την προσπάθειαν αυτήν
και ούτως εδημιούργησαν την Σχολαστικήν θεολογικήν παράδοσιν, την οποίαν
ανεκήρυξαν, ως είδαμεν, ανωτέραν της πατερικής παραδόσεως πριν την γεννήσουν
και θεωρείται ούτως υπό των Δυτικών μέχρι σήμερον. Και πράγματι πρέπει να
ομολογήσωμεν ότι, εάν οι Φραγκολατίνοι και οι απόγονοι αυτών κατώρθωσαν να
φθάσουν εις γνώσιν τινά της θείας ουσίας τότε τω όντι όχι μόνον υπερέβησαν την
πατερικήν θεολογίαν αλλ' ακόμη και την αγγελικήν, αφού όχι μόνον οι Πατέρες,
αλλ' ούτε οι άγγελοι έφθασαν ή θα φθάσουν ποτέ εις τοιαύτα υψηλά ύψη.
Ενώ
εις τους ορθοδόξους Πατέρας η φιλοσοφία ουδέποτε υπήρξε μέσον κατανοήσεως των
δογμάτων, αλλά εχρησιμοποιήθησαν με νέαν σημασίαν φιλοσοφικοί όροι εις την
διατύπωσιν και διακήρυξιν των δογμάτων, ο Αυγουστίνος εν γνώσει του έκαμε χρήσιν
της πλατωνικής φιλοσοφίας προς κατανόησιν των χριστιανικών δογμάτων. Ούτως η
πρώτη περίοδος της Σχολαστικής θεολογίας θεωρείται ως η αυγουστινειο-πλατωνική.4
Η
εν τη αρχή της αναπτυσσομένη Σχολαστική θεολογία των Φραγκολατίνων διήλθεν
οξείαν κρίσιν κατά τον 13ον αιώνα δια της επικρατήσεως μιας αραβικής
μορφής της φιλοσοφίας του Αριστοτέλους. Μέσω του Αυγουστίνου είχεν επικρατήσει
η άποψις των Νεοπλατωνικών ότι μεταξύ Πλάτωνος και Αριστοτέλους δεν υπάρχει
πραγματική διαφορά.5 Δια της γνώσεως του Αριστοτέλους εκλονίσθη το
επί της νεοπλατωνικής γνωσιολογίας και μεταφυσικής ερειδόμενον οικοδόμημα. Προς
περίσωσιν της φραγκολατινικής δογματικής θεολογίας ο Αριστοτέλης, συμμερισθείς
την τύχην των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων, εφραγκοποιήθη, δηλαδή κατεσκευάσθη
τοιαύτη ερμηνεία αυτού, ήτις παρουσίασεν αυτόν διδάσκοντα πάν ό,τι εχρειάζετο
δια την στήριξιν των φραγκολατινικών δογμάτων.6
Σημειωτέον
ότι, αν και η φιλοσοφική μέθοδος της δυτικής θεολογίας προσηρμόσθη εις τα
δεδομένα του εκκλησιαστικοποιηθέντος Αριστοτέλους, όμως τα δόγματα των
Φραγκολατίνων ως διεμορφώθησαν υπό του Αυγουστίνου και των οπαδών αυτού έμειναν
κατ' ουσίαν αναλλοίωτα. Η αυθεντία του Αυγουστίνου ήτο τόσον μεγάλη, ώστε ούτε
η φιλοσοφία του Αριστοτέλους, ούτε η μεταφυσική επανάστασις του Νομιναλισμού,
ούτε η δογματική επανάστασις του Προτεσταντισμού να δυνηθή να την κλονίση.
Αντιθέτως μάλιστα οι περισσότεροι προτεστάνται θεολόγοι κατά την μεγίστην αυτών
πλειοψηφίαν ηρύονται εκ του Αυγουστίνου τας διδασκαλίας των.
Προβαίνοντες
δε οι Προτεστάνται ούτοι έτι περαιτέρω απεκήρυξαν τα συμπεράσματα της Συνόδου η
οποία συνεκλήθη εις την Γαλλίαν το 529 και η οποία κατεδίκασεν την διδασκαλίαν
του Αυγουστίνου,7 ως είδαμεν. Οι Φραγκολατίνοι και οι Προτεστάνται
νομίζουν ότι η Σύνοδος έδωσεν συμβιβαστικήν λύσιν εις την διαμάχην μεταξύ των
οπαδών του Αυγουστίνου και του Κασσιανού. Ισχυρίζονται λοιπόν οι Προτεστάνται
ότι μόνον ο Αυγουστίνος από τους Πατέρας κατενόησεν ορθώς τας διδασκαλίας του
αποστόλου Παύλου περί χάριτος, προορισμού, αμαρτίας και ελευθερίας.8
Υπερέβησαν λοιπόν τους Παπικούς αποκηρύξαντες την υποτιθεμένην συμβιβαστικήν
λύσιν. Οι Διαμαρτυρόμενοι, ακόμη και καθηγηταί Πανεπιστημίων, δεν έπαυσαν μέχρι
σήμερον να διακηρύττουν, ότι οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι Πατέρες ουδέποτε κατηνόησαν
τον απόστολον Παύλον.9
Έχων
υπ' όψιν τους ισχυρισμούς τούτους ο ορθόδοξος μελετητής της πατερικής
δογματικής θεολογίας εκπλήσσεται, όταν εξετάζη τα περί αποστόλου Παύλου έργα
του Αυγουστίνου και τα συγκρίνει με τα των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων.
Οι
ελληνόφωνοι Ρωμαίοι Πατέρες έγραψαν πολλά ερμηνευτικά έργα εις όλας τας
επιστολάς του αποστόλου Παύλου.10
Ο
Αυγουστίνος έγραψε πλήρη ερμηνείαν εις μίαν μόνον εκ των 14 επιστολών του
αποστόλου Παύλου, εις την προς Γαλάτας.11 Πρεσβύτερος ών έγραψεν
απαντήσεις εις ερωτήματα περί της προς Ρωμαίους επιστολής.12 Ήρχισε
να γράφη και ερμηνείαν εις την προς Ρωμαίους επιστολήν, αλλά εκ των 433 στίχων
ετελείωσε μόνον τους πρώτους 7. Ο ίδιος ο Αυγουστίνος εξηγών διατί εσταμάτησε,
γράφει ότι έπραξε τούτο εξ αιτίας των δυσκολιών, ας συνήντα ερμηνεύων την
επιστολήν.13
Ούτω
φαίνεται σαφώς πώς ο ιερός Αυγουστίνος ήτο μετριοφρονέστερος των οπαδών του και
αν εγνώριζεν Ελληνικά ασφαλώς θα διεπίστου, ότι οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι Πατέρες
δεν εδίδασκον αυτά τα οποία ενόμιζεν, και ασφαλώς θα τους ηκολούθει, αφού
διεκήρυττεν απόλυτον υπακοήν εις τα δόγματα της πίστεως. Πάντοτε ομιλεί με
μεγάλον σεβασμόν δια τους ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας και πάντοτε επικαλείται
την αυθεντίαν των ελληνοφώνων Ρωμαίων αγίων, δια να αποδείξη εκείνα τα οποία
νομίζει ότι διδάσκουν.14 Μάλιστα δηλοί, ότι ευχαρίστως δέχεται υποδείξεις.15
Παρά
τους ισχυρισμούς περί της υπεροχής του ιερού Αυγουστίνου έναντι των ελληνοφώνων
Ρωμαίων Πατέρων, η αληθής αξιολόγησις των πραγμάτων φαίνεται και εις το ζήτημα
του Filioque, το οποίον εξελίχθη εκ της θεολογικής μεθόδου του Αυγουστίνου ως
και εκ της αγνοίας του περί των πραγματικώς επικρατούντων εν τη θεολογία των
Πατέρων της Β' Οικ. Συνόδου.
Τω
393 πρεσβύτερος ών εκλήθη ο Αυγουστίνος να αναπτύξη ενώπιον της Συνόδου της
Αφρικής την διδασκαλίαν του προ 12 ετών τελειοποιηθέντος εις την Β' Οικ.
Σύνοδον Συμβόλου της πίστεως προς πληροφορίαν και ενημέρωσιν των επισκόπων. Εις
την ομιλίαν αυτήν ο Αυγουστίνος δίδει δύο βασικάς εσφαλμένας πληροφορίας περί
του Συμβόλου.
1)
Ισχυρίζεται εσφαλμένως, ότι συζητείται υπό των θεολόγων η έναντι του Πατρός και
του Υιού προσωπική ιδιότης του Αγίου Πνεύματος, αλλά άνευ ακόμη τελικού
αποτελέσματος.
Εν
αντιθέσει προς τον ισχυρισμόν τούτον του Αυγουστίνου, η Β' Οικ. Σύνοδος
προσέθεσεν εις το Σύμβολον της Νικαίας ως υποστατικήν ιδίοτητα του Αγίου
Πνεύματος την "εκπόρευσιν" Αυτού εκ του Πατρός.
Όλοι
οι Ρωμαίοι Πατέρες, ελληνόφωνοι και λατινόφωνοι,16 εδίδασκον ότι η
ακοινώνητος υποστατική ιδιότης του Πατρός είναι η "πατρότης" ή το
"αγέννητον" και σημαίνει ότι ο Πατήρ έχει την ύπαρξίν Του εξ ουδενός.17
Η ακοινώνητος υποστατική ιδιότης του Υιού είναι το "γεννητόν" και
σημαίνει ότι ο Υιός έχει την ύπαρξίν Του εκ του Πατρός "γεννητώς",
δηλαδή δια της "γεννήσεως".18 Όσον αφορά εις την
υποστατικήν ιδιότητα του Αγίου Πνεύματος, όλοι οι Πατέρες, ελληνόφωνοι και
λατινόφωνοι, εδίδασκον, ότι και Αυτός ως Υιός έχει την ύπαρξίν Του εκ του
Πατρός, αλλά "ουχί γεννητώς".19 Εις αυτό το "ουχί
γεννητώς" προσέθετον ωρισμένοι ελληνόφωνοι Πατέρες το
"εκπορευτώς" το οποίον, τη πρωτοβουλία των Πατέρων της Β' Οικ.
Συνόδου, Γρηγορίου του Θεολόγου, Γρηγορίου Νύσσης, των εξ Αιγύπτου επισκόπων
μαθητών Διδύμου του Τυφλού, και των Αντιοχέων επισκόπων, καθιερώθη εις το
Σύμβολον της πίστεως.20
Κατά
τους ελληνόφωνας και λατινόφωνας Πατέρας, ως θα είδωμεν εν οικείω τόπω,21
το κύριον γνώρισμα εκάστης υποστατικής ιδιότητος είναι, ότι ανήκει εις έν μόνον
πρόσωπον της Αγίας Τριάδος, ότι δηλαδή είναι ακοινώνητον.22 Τα άλλα
πάντα, ως η ουσία, η θεότης, η ενέργεια, η βασιλεία, η δόξα, η γνώσις, η
θέλησις, η αγάπη, η πρόγνωσις, η πρόνοια, η αγαθότης, το δημιουργείν, κ.λ.π.
είναι κατά πάντα κοινά και ανήκουν και εις τας τρεις υποστάσεις της Αγίας
Τριάδος.23 Ίδε εν τω δευτέρω τόμω τα συνοπτικά επί του θέματος γραφόμενα
του Μεγάλου Φωτίου.24
2)
Εις αυτήν την εν λόγω ομιλίαν ο Αυγουστίνος παραδόξως ως διδασκαλίαν της
Εκκλησίας εμφανίζει την υπό της Β' Οικ. Συνόδου καταδικασθείσαν άποψιν, ότι το
Άγιον Πνεύμα είναι η κοινή του Πατρός και του Υιού Θεότης και αγάπη. Μάλιστα
παραθέτει τον όρον "Θεότης" Ελληνιστί.25 Αντιθέτως, όμως,
οι Πατέρες της Β' Οικ. Συνόδου διδάσκουν ότι, ό,τι κοινόν υπάρχει του Πατρός
και του Υιού ανήκει και εις το Πνεύμα το Άγιον.26 Παραδόξως αυτή η
ορθόδοξος άποψις υπάρχει ισχυρώς τονιζομένη εις τον Αμβρόσιον,27
όστις εβάπτισε τον Αυγουστίνον.
Ο
Αυγουστίνος επεδόθη εις την ανεύρεσιν της υποστατικής ιδιότητος του Αγίου
Πνεύματος και απέθανε χωρίς να μάθη ότι ο όρος "εκπόρευσις" εις το
Σύμβολον είχε τερματίσει πλέον την συζήτησιν.28 Γνωρίζοντες καλώς οι
λατινόφωνοι Ρωμηοί της Ρώμης και Κάτω Ιταλίας ότι ετερματίσθη η συζήτησις,
ουδέποτε προσέθεσάν τι εις το Σύμβολον. Οι Φράγκοι, όμως και εν συνεχεία οι
Ιταλοί, έχοντες απόλυτον εμπιστοσύνην εις τον Αυγουστίνον, επίστευσαν εις τον
ισχυρισμόν του και ούτως "εβελτίωσαν" το Σύμβολον με την προσθήκην
της επί του θέματος διδασκαλίας του Αυγουστίνου. Η εντύπωσις αυτή των Φράγκων
ότι ο Αυγουστίνος έλυσεν άλυτον δια την Β' Οικ. Σύνοδον πρόβλημα εδημιούργησεν
έτι περισσότερον την εθνικήν πεποίθησιν και υπερηφάνειαν, ότι ανεκάλυψαν
θεολόγον ασυγκρίτως καλύτερον από τους ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας και ούτω
τον ανεγνώρισαν ως τον μεγαλύτερον Πατέρα της Εκκλησίας και τοιούτος θεωρείται
εν τη Δύσει μέχρι σήμερον.29
Οι
Καππαδόκαι Πατέρες, Μέγας Βασίλειος, Γρηγόριος ο Θεολόγος και Γρηγόριος Νύσσης,
έχοντες συμφώνους τον Μέγαν Αθανάσιον, Δίδυμον τον Τυφλόν και τους Αντιοχείς,
έκαμον διάκρισιν μεταξύ ουσίας και υποστάσεων εν τη Αγία Τριάδι, προκειμένου να
αποφευχθή η υπό πολλών τότε γενομένη σύγχυσις των προσώπων της Αγίας Τριάδος εξ
αιτίας της περί ομοουσίου του Υιού τω Πατρί αποφάνσεως της Α' Οικ. Συνόδου.30
Ο
ιερός Αυγουστίνος αναφέρει εις το περί Αγίας Τριάδος έργον του31 την
διάκρισιν αυτήν μεταξύ ουσίας και υποστάσεων, αλλά ομολογεί, ότι δεν την
κατανοεί και δεν δύναται να εξηγήση διατί οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι κάμνουν την
διάκρισιν αυτήν.32
Σημειωθήτω,
ότι το έργον αυτό το επεράτωσε 47 έτη, μετά την Β' Οικ. Σύνοδον, και απέθανε
χωρίς ποτέ να μάθη την σημασίαν και αιτίαν της διακρίσεως ταύτης. Την άγνοιαν
ταύτην εκληρονόμησαν οι Φράγκοι και την διατηρούν οι απόγονοι αυτών ως
"θησαυρόν". Σημειωτέον, ότι η διάκρισις αύτη καθιστά αδύνατον την εκ
μέρους ημών των Ορθοδόξων αποδοχήν του Filioque, όπερ συνεπάγεται την σύγχυσιν
των υποστατικών ιδιοτήτων εκ της συγχύσεως θείας ουσίας και θείων υποστάσεων.38
Εις
το έργον του περί Αγίας Τριάδος μας πληροφορεί ο Αυγουστίνος, ότι θα ερευνήση
την ουσίαν του Θεού, ως είδαμεν,40 την γέννησιν του Υιού,41
και την εκπόρευσιν του Αγίου Πνεύματος,42 και θα εξηγήση διατί το
Άγιον Πνεύμα δεν είναι Υιός.43 Όμως, πριν προλάβη να φθάση εις το
τελευταίον θέμα, οι φίλοι του ανυπομονούντες του αφήρεσαν εν αγνοία του, ως ο
ίδιος μας πληροφορεί,44 και εδημοσίευσαν, όσα είχε μέχρι τότε
γράψει. Ούτως η υπόσχεσίς του, ότι θα εξηγήση διατί το Άγιον Πνεύμα δεν λέγεται
ή δεν είναι και Αυτό Υιός παρέμεινεν εις το έργον. Προβαίνων όμως περαιτέρω,
εις το αυτό έργον του ο Αυγουστίνος ομολογεί, ότι η εν λόγω υπόσχεσις ήτο απλώς
ευσεβής πόθος, προωρισμένος να μείνη ανεκπλήρωτος.45 Συμπεραίνει δέ,
ότι η απάντησις θα δοθή εις την άλλην ζωήν.46
Ο
Ορθόδοξος εκπλήσσεται με το άλυτον του προβλήματος τούτου, εφ' όσον οι Πατέρες
διδάσκουν ότι το Άγιον Πνεύμα δεν είναι Υιός, απλούστατα διότι δεν γεννάται
αλλά εκπορεύεται. Ο Αυγουστίνος όμως συγχέει τας προαιωνίους ενεργείας του Θεού
με την γέννησιν και εκπόρευσιν και εφόσον αι ενέργειαι των Τριών Προσώπων είναι
ταυτόν κατά φυσικόν τρόπον συγχέει ουσιαστικώς την γέννησιν με την εκπόρευσιν.47
Ως εκ τούτου δεν γνωρίζει ο Αυγουστίνος διατί το Άγιον Πνεύμα δεν είναι Υιός.
Δια τον ίδιον ακριβώς λόγον όμως το Filioque είναι απαραίτητον δια τον
Αυγουστίνον, ίνα μη συγχέωνται τα πρόσωπα του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Δια
τον Αυγουστίνον, λοιπόν, η εκπόρευσις (γέννησις) του Υιού και η εκπόρευσις του
Αγίου Πνεύματος διακρίνονται μόνον εφ' όσον η του Υιού γίνεται εξ ενός και η του
Αγίου Πνεύματος εκ δύο.48 Η δε ιδιαιτέρα διάκρισις του Πατρός είναι
ότι είναι εξ ουδενός.
Η
σύγχυσις αυτή των προαιωνίων ενεργειών του Θεού (ως της γνώσεως και της αγάπης)
μετά της γεννήσεως του Υιού και της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος προέρχεται
από την υπό του Αυγουστίνου ταύτισιν θείας ουσίας και θείων προαιωνίων
ενεργειών και από την κατά συνέπειαν έρευναν περί της ουσίας του Θεού.
Παραδόξως, όπως είδαμεν, κατέβαλον παρομοίαν προσπάθειαν εις την Ανατολήν οι
αιρετικοί Ευνομιανοί, τους οποίους ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος προκαλεί λέγων,
"τίς ουν η εκπόρευσις; Ειπέ συ την αγεννησίαν του Πατρός, καγώ την
γέννησιν του Υιού φυσιολογήσω, και την εκπόρευσιν του Πνεύματος, και
παραπληκτίσωμεν άμφω εις Θεού μυστήρια παρακύπτοντες".49 Έχων
ταύτα υπ' όψιν καταλαβαίνει κανείς πλήρως τον σκανδαλισμόν των ελληνοφώνων
Ρωμαίων, όταν έγινε γνωστή εις αυτούς η θεολογία των Φραγκολατίνων.50
Πάντως
η πλέον παράδοξος δια τους Ρωμηούς εξέλιξις της δυτικής παραδόσεως είναι ο
κωμικός ισχυρισμός των Φραγκολατίνων, ότι οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι μετά τον
Δαμασκηνόν δεν έμειναν πιστοί εις το πνεύμα και το δόγμα των ελληνοφώνων
Ρωμαίων Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων, αλλά παρέμειναν στάσιμοι και
περιέπεσαν εις αίρεσιν, και ότι μόνον αυτοί, οι Φραγκολατίνοι δηλαδή, ηννόησαν
ορθώς τους ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας και τας Οικουμενικάς Συνόδους,
βαδίζοντες τον δρόμον της αναπτύξεως των δογμάτων και της προόδου. Επηρεασμένοι
οι Φραγκολατίνοι από τον μεγάλον σεβασμόν του Αυγουστίνου και των άλλων
λατινοφώνων Πατέρων προς τους ελληνόφωνας Πατέρας, ως και από την πεποίθησιν,
αυταπάτην του Αυγουστίνου, ότι ακολουθεί πιστώς την ρωμαίϊκην παράδοσιν,
παρεσύρθησαν εις το συμπέρασμα, ότι δεν δύναται παρά να υπάρχη απόλυτος
συμφωνία μεταξύ του Αυγουστίνου και των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων. Ούτω το
Filioque του Αυγουστίνου δεν δύναται να είναι αντίθετον εις την θεολογίαν των
ελληνοφώνων, αλλά αποτελεί ανάπτυξιν και διασάφησιν του εν λόγω δόγματος, βάσει
των προϋποθέσεων των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων και της Β' Οικ. Συνόδου. Ούτω
παρουσιάζουν οι Φραγκολατίνοι, ως κάμουν μέχρι σήμερον οι απόγονοι αυτών
Παπικοί και Προτεστάνται, τους ελληνόφωνας Πατέρας ως προδρόμους και κήρυκας
και οπαδούς του Filioque.51
Σημειωτέον
μάλιστα, ότι περί του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, όστις συνοψίζων την
διδασκαλίαν των Πατέρων γράφει ρητώς, ότι το Πνεύμα το Άγιον εκπορεύεται εκ
μόνου του Πατρός,52 ο Θωμάς ο Ακινάτης, ο μέγιστος των σχολαστικών
θεολόγων γράφει, ότι εις το σημείον τούτο ο Δαμασκηνός δεν ακολουθεί τους ελληνόφωνας
Ρωμαίους Πατέρας, αλλά παρεσύρθη από κάποιον αρχαίον αιρετικόν ονόματι
Θεοδώριχον.53 Εννοεί προφανώς τον Θεοδώρητον, Κύρου όστις κατηγόρησε
τον Κύριλλον Αλεξανδρείας, ότι διδάσκει εκπόρευσιν του Αγίου Πνεύματος και εκ
του Υιού.54 Ίσως δεν πρέπει να λησμονήσωμεν ότι τω 1054 οι
Φραγκολατίνοι αφώρισαν τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως με την κατηγορίαν, ότι
οι "Γραικοί" απέκοψαν το Filioque από το Σύμβολον της
πίστεως.55
Δια
να καταλάβη ο αναγνώστης τα περί Αυγουστίνου επικρατούντα εν τη Δύσει ίσως
πρέπει να λάβη υπ' όψιν μίαν επιβλαβή δια το έθνος ημών θεωρίαν διαμαρτυρομένων
καθηγητών σοβαρών Πανεπιστημίων, ως του Βερολίνου,56 η οποία υπάρχει
μέχρι σήμερον εν χρήσει εις διδακτικά εγχειρίδια, δηλητηριάζουσα ούτω μέλλοντας
ηγέτας εις βάρος των Ελλήνων, καθ' ήν ισχυρίζονται, ότι εν αντιθέσει προς τον
γνήσιον αυγουστίνειον Προτεσταντισμόν, η Ορθοδοξία των ελληνοφώνων Ρωμαίων
Πατέρων είναι μία εξελληνισθείσα και άρα ειδωλολατρική μορφή του Χριστιανισμού.
Αυτή είναι μία άλλη όψις του ισχυρισμού, ότι οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι Πατέρες
ουδέποτε κατηνόησαν τον απόστολον Παύλον, τον οποίον, ως λέγουν, ηρμήνευσαν
ορθώς μόνον ο Αυγουστίνος, ο Λούθηρος και ο Καλβίνος.
Δηλαδή
ισχυρίζονται οι ακολουθούντες κατά γράμμα τον Αυγουστίνον Διαμαρτυρόμενοι
ούτοι,57 ότι ο απόστολος Παύλος διδάσκει, ότι την ενοχήν του Αδάμ
εκληρονόμησαν όλοι οι απόγονοι αυτού και ούτως η δικαιοσύνη του Θεού
κατεδίκασεν εις κόλασιν όλην την ανθρωπότητα και επέβαλεν εις αυτήν την ποινήν
του θανάτου. Κατά την αξίαν της κληρονομικής ταύτης ενοχής αξίζει εις όλους η
κόλασις. Ο Θεός όμως επειδή ήθελεν, εξέλεξεν εκ των ανθρώπων μίαν ομάδα και
προώρισεν αυτήν δια την σωτηρίαν. Οι μη εκλεγέντες δεν δύνανται να
παραπονούνται, αφού ως συνένοχοι δια την αμαρτίαν του Αδάμ τιμωρούνται δικαίως.
Ούτε δύνανται οι σεσωσμένοι να υπερηφανεύωνται ωσάν να απολαμβάνουν εκείνα τα
οποία τους αξίζουν (αφού εις αυτούς ως και εις τους απολωλότας αξίζει η
κόλασις). Απλώς πρέπει να ευχαριστήσουν τον Θεόν, διότι τους εδόθη η σωτηρία
απολύτως δωρεάν, αν και δεν τους αξίζει.
Τα
απαραίτητα προς σωτηρίαν καλά έργα δεν είναι των σεσωσμένων αλλά της χάριτος
του Θεού, διότι ο άνθρωπος χωρίς χάριν όχι μόνον δεν δύναται να κάμη καλά και
αξιόμισθα έργα, αλλ' ούτε ημπορεί να θέλη να κάμη τοιαύτα έργα. Ο Θεός επομένως
βραβεύει το δώρον Του. Δια τούτο η σωστική χάρις του Θεού ενεργεί ακαταγωνίστως
και δίδεται μόνον εις τους προωρισμένους, οι οποίοι έχοντες την πεποίθησιν της
σωτηρίας των υπερβαίνουν τον φόβον της κολάσεως. Επομένως η σωτηρία δεν είναι
συνέργεια μεταξύ Θεού και ανθρώπου αλλά ενέργεια του Θεού επί του ανθρώπου.
Όπου δε η Αγία Γραφή αναφέρει, ότι ο Χριστός αγαπά τους αμαρτωλούς, εσταυρώθη
δια τους αμαρτωλούς, και θέλει την σωτηρίαν των αμαρτωλών, δεν εννοεί όλους
τους αμαρτωλούς, αλλά μόνον τους προωρισμένους δια την σωτηρίαν αμαρτωλούς.
Εις
αυτά βλέπει κανείς σαφώς τας θεολογικάς εκείνας προϋποθέσεις, όχι απλώς του
μίσους των Φράγκων κατά των κατ' αυτούς αιρετικών Γραικών αλλά και της αιτίας
του μέχρι θανάτου διωγμού των Ρωμηών κατά την Φραγκοκρατίαν, ως και της αιτίας
της εν τη Δύσει Ιεράς Εξετάσεως των Παπικών, αλλά και της αντιπαθείας των
Προτεσταντών. Εκ τούτων δύναταί τις να αξιολογήση τας εις τα τοιαύτα απαντήσεις
των Ορθοδόξων εν τω δευτέρω τόμω.58
Εκείνο
το οποίον προξενεί εντύπωσιν εις τον ορθόδοξον μελετητήν είναι το γεγονός, ότι
εις τας "Εξομολογήσεις" του ο Αυγουστίνος δίδει ζωηρώς την εντύπωσιν,
ότι ο κατ' εξοχήν υπεύθυνος δια την απόσπασίν του από τον Μανιχαϊσμόν και την
εις Χριστόν μεταστροφήν του, ήτο ο άγιος Αμβρόσιος.59 Θα ανέμενέ
τις, ότι ως ο Αμβρόσιος ούτω και ο Αυγουστίνος θα ήτο οπαδός της θεολογίας των
ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων και δεν θα ήρχετο εις ρήξιν με τα εν τη Δύσει
πνευματικά τέκνα του Χρυσοστόμου. Πάντως κατανοεί πλήρως κανείς διατί ο άγιος
Ιωάννης ο Κασσιανός άμα τω ακούσματι των ανωτέρω του Αυγουστίνου έκρουσεν
αμέσως τον κώδωνα του κινδύνου.60 Δυστυχώς δεν εισηκούσθη όσον θα
έπρεπε και όταν πλέον ενεφανίσθη ο Αυγουστίνος με την πανοπλίαν του Φράγκου
κατακτητού πρώτον εν Ιταλία και εν συνεχεία με τας σταυροφορίας εις την
Ανατολήν ήτο πλέον αργά.
Ο
Αυγουστίνος μας πληροφορεί, ότι εξ αιτίας των κηρυγμάτων του Αμβροσίου, τα
οποία παρηκολούθει εις τας τάξεις των κατηχουμένων καθ' εκάστην Κυριακήν εις τα
Μεδιόλανα, εκλονίσθησαν αι περί Παλαιάς Διαθήκης μανιχαϊκαί προκαταλήψεις του
και έμαθε να εκτιμά την ορθόδοξον ερμηνείαν των προφητών.61 Όταν
όμως ο Αμβρόσιος ανέθεσεν εις τον Αυγουστίνον, προπαρασκευαζόμενον δια το
βάπτισμα, να μελετήση τον προφήτην Ησαΐαν, ο Αυγουστίνος άφησε την μελέτην εις
την μέσην διότι, ως μας πληροφορεί εις τας "Εξομολογήσεις" του, δεν
τον εκατάλαβεν.62 Αντ' αυτού ησχολήθη με την φιλοσοφίαν, με
αποτέλεσμα να προσέλθη εις το βάπτισμά του, έχων σχηματίσει την απόλυτον
πεποίθησιν, ως γράφει εις το "Contra Academicos", ότι δεν υπάρχει
διαφορά μεταξύ των Πλατωνικών και της Αγίας Γραφής.63
Το
παράδοξον εκ της ιστορίας ταύτης είναι ότι ο άγιος Αμβρόσιος, ομού μετά των
ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων, απορρίπτει ρητώς το επί υπερβατικών αμεταβλήτων
ιδεών βασιζόμενον πλατωνικόν και νεοπλατωνικόν σύστημα,64 το οποίον
ο Αυγουστίνος και οι Φράγκοι μέχρι του Ουιλιέλμου Όκκαμ ουδέποτε ημφισβήτησαν,65
και ακολουθεί την ορθόδοξον διδασκαλίαν περί αποκαλύψεως του Θεού εις τους
προφήτας και τους αποστόλους,66 ενώ ο Αυγουστίνος δημιουργεί μίαν
πρωτότυπον σύνθεσιν,67 η οποία επεκράτησεν εις την φραγκολατινικήν
παράδοσιν,68 και η οποία εν τω προσώπω του εκ Καλαβρίας Βαρλαάμ
κατεδικάσθη εν Κωνσταντινουπόλει τω 1341, 1347 και 1351.69
Εν
αντιθέσει προς την θεολογίαν των Πατέρων ο Αυγουστίνος διδάσκει ότι οι
σεσωσμένοι θα ίδουν δια της χάριτος και δια της λογικής των την ουσίαν του Θεού
και τα εν αυτή αρχέτυπα των όντων.70 Δια της οράσεως ταύτης της
θείας ουσίας θα απαλλαγούν αι ψυχαί από το επιθυμητικόν, το θυμοειδές, και τα
μεταβλητά, και ούτω θα γίνουν αμεταβλήτως ευδαίμονες.71
Επεκτεινόμενος επί των νεοπλατωνικών τούτων προϋποθέσεων παραδέχεται, ότι
δύναταί τις εν τη ζωή ταύτη να φθάση εις ένδρασιν των εν τη θεία ουσία
αρχετύπων των όντων δια της εκστάσεως της λογικής, εκ του σώματος και των του
χρόνου72 ή οφείλει να γνωρίση αυτά δια του φωτισμού της λογικής,
μέσω της Αγίας Γραφής και των κτισμάτων, προς βαθυτέραν κατανόησιν των ειδών ή
των αρχετύπων λόγων και δι' αυτών του Θεού.73
Αι
προϋποθέσεις αυταί εν συνδυασμώ με τας περί αμαρτίας και προορισμού διδασκαλίας
του Αυγουστίνου ωδήγησαν εις τα περί κολάσεως και καθαρτηρίου πυρός δόγματα των
Φραγκολατίνων, τα τόσον γνωστά μέσω των Dante και John Milton αλλά απαράδεκτα
εις τους Πατέρας. Αφού οι Φραγκολατίνοι επίστευσαν, ότι οι κολασμένοι δεν
βλέπουν τι το άκτιστον εξέλαβον το πυρ το αιώνιον της Αγίας Γραφής ως κτιστόν.74
Συνεπεία τούτου εφαντάσθησαν, ως και οι αρχαίοι, τον κόσμον της σωτηρίας και
της απωλείας τριόφορον, αποτελούμενον από τον αμετάβλητον δια τους ευδαίμονας
ουρανόν, την μεταβλητήν δια την δοκιμασίαν των ανθρώπων γήν, και τα μεταβλητά
δια τους κολασμένους και καθαριζομένους καταχθόνια.
Ο
ιερός Αυγουστίνος βλέπων, ότι οι προφήται και οι απόστολοι δεν επαρουσίαζον
κατά τας προς αυτούς θεοφανείας και αποκαλύψεις του Αγγέλου του Κυρίου και της
δόξης Αυτού φαινόμενα και κατάστασιν ανάλογον προς την νεοπλατωνικήν έκστασιν,
κατέληξεν εις το συμπέρασμα, ότι οι απόστολοι και οι προφήται δεν είδον τον
άκτιστον Λόγον εν τη ακτίστω δόξη Αυτού, εξαιρέσει ίσως του Μωϋσέως και του
αποστόλου Παύλου,75 αλλά μόνον γινόμενα και απογινόμενα κτίσματα,
συμβολίζοντα τον Θεόν και χρησιμεύοντα δια την μετάδοσιν μηνυμάτων Αυτού προς
τους ανθρώπους.76 Εις το σημείον αυτό ο Αυγουστίνος διαφέρει των
ορθοδόξων ελληνοφώνων και λατινοφώνων Πατέρων, συμπεριλαμβανομένου και του
Αμβροσίου,77 και συμφωνεί κατ' ουσίαν με τας επί του θέματος
γνωσιολογικάς προϋποθέσεις των Αρειανών και των Ευνομιανών, ως θα είδωμεν εν τω
οικείω τόπω.78 Μάλιστα η επικράτησις της Αυγουστινείου αντιλήψεως
περί αποκαλύψεως εξησθένησε σημαντικώς την χριστιανικήν εν τη Δύσει θεολογίαν
της Παλαιάς Διαθήκης έναντι των Εβραίων, οίτινες ουδέν ουσιαστικόν πρόβλημα
συναντούν εις την ανατροπήν των παλαιοτέρων περί Παλαιάς Διαθήκης θέσεων των
δυτικών θεολόγων, ως θα είδωμεν.79
Σημειωτέον
ότι εξ αιτίας του Αυγουστίνου αγνοούντες την αποφατικήν γλώσσαν της Αγίας
Γραφής ωδηγήθησαν όχι μόνον εις τας δεισιδαιμονικάς των περί κολάσεως και
καθαρτηρίου πυρός αντιλήψεις, αλλά και εις την εγκατάληψιν της υφ' όλων των
αρχαίων Πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων ταυτίσεως της βασιλείας και της
δόξης του Θεού80 και εις υιοθέτησιν της υπό του Αυγουστίνου
ταυτίσεως της βασιλείας μετά της Εκκλησίας81 και ούτως εις τας
ατέρμονας περί ανυπάρκτου προβλήματος συζητήσεις των νεωτέρων ετεροδόξων
ερμηνευτών περί πραγματοποιουμένης ή μελλοντικής εσχατολογίας ή συνδυασμού των
δύο εν τη πρώτη Εκκλησία.82
Επίσης
οι Δυτικοί ακολουθούντες τον Αυγουστίνον ηρμήνευσαν τας θεοφανείας της Παλαιάς
και της Καινής Διαθήκης, ως να επρόκειτο περί της υπό του Θεού θαμβώσεως
κατωτέρας νοήσεως ανθρώπων μέσω καταπληκτικών φυσικο-υπερφυσικών φαινομένων,
υποπιπτόντων εις τας αισθήσεις αυτών. Επειδή τοιαύται ερμηνείαι απομακρύνουν
πολλούς από τον Χριστιανισμόν ανέλαβον τινές, να απομυθεύσουν την Αγίαν Γραφήν
από τα εν αυτή δήθεν κοσμοείδωλα και δεισιδαιμονικά στοιχεία, ίνα γίνουν τα
υπόλοιπα αποδεκτά από τον σύγχρονον άνθρωπον.83 Όμως δεν είναι η
Αγία Γραφή η χρήζουσα απομυθεύσεως, αλλά η αυγουστίνειος ερμηνευτική παράδοσις,
ήτις εγκαταλείψασα την πατερικήν αποφατικήν της θεώσεως ερμηνευτικήν παράδοσιν
επέβαλεν επί της Αγίας Γραφής μίαν ξένην προς αυτήν ειδωλολατρικήν
κοσμοθεωρίαν, με αποτέλεσμα να μη κατανοή πλέον τον αποφατικόν τρόπον χρήσεως
των περί Θεού και της παρουσίας Αυτού και της μεθέξεως της χάριτος Αυτού
ονομάτων.
Η
βασική αδυναμία της αυγουστινείου θεολογίας της φραγκολατινικής παραδόσεως και
η αιτία της πτώσεως αυτής εν τη συγχρόνω δυτική σκέψει είναι η αντίληψις ότι ο
άνθρωπος είναι δυνατόν να συλλάβη λογικώς το άκτιστον και την ουσίαν αυτού δια
των αρχετύπων των όντων. Αι προϋποθέσεις αύται ως ρίζαν έχουν την εκ μέρους του
Αυγουστίνου αντιμετώπισιν ωρισμένων συγκεκριμένων προσωπικών προβλημάτων.
Ίνα
υπερβή 1) τα εκ των Μανιχαίων τεθέντα προβλήματα βάσει του ισχυρισμού αυτών ότι
ο άνθρωπος δύναται να συλλάβη μόνον τα υλικά κατηγορήματα του φωτός και του
σκότους, εφόσον αι αντιτιθέμεναι αύται δυνάμεις είναι η μόνη και υψίστη κατ'
αυτούς πραγματικότης εξ ής συνίστανται τα πάντα, 2) τα εκ του σκεπτικισμού
τεθέντα προβλήματα, βάσει του ισχυρισμού των λεγομένων ακαδημαϊκών ότι τίποτε
το θετικώς και απολύτως και μετά βεβαιότητος γνωστόν δύναται να υπάρχη εν τη
ζωή ταύτη, και 3) τα εκ της σαρκός προσωπικά προβλήματα, κατέληξε δυστυχώς ο
Αυγουστίνος εις την πλατωνικήν φιλοσοφίαν προ του βαπτίσματός του και ουδέποτε
εγκατέλειψε τας προϋποθέσεις της φιλοσοφίας ταύτης εις τας οποίας καθυπέταξε το
χριστιανικόν δόγμα.
Βάσει
των ανωτέρω προβλημάτων η πλατωνική φιλοσοφία εδίδαξε τον Αυγουστίνον α) περί
της υπάρξεως μιας πέραν της ύλης πραγματικότητος, ήτις κατανοείται δια του
ηγεμονικού, β) περί της βεβαίας γνώσεως αυτής, και γ) περί της ευδαίμονος ζωής
δια της υπερβάσεως των μεταβλητών και δια της ενώσεως μετά της πνευματικής και
αμεταβλήτου πραγματικότητος.84
Πάντως
μόνον μετά το βάπτισμα κατηνόησε την περί ενσαρκώσεως του Λόγου διδασκαλίαν της
Εκκλησίας και ούτω μόνον τότε κατάλαβε την διαφοράν ταύτην μεταξύ Ορθοδόξων και
Πλατωνικών.85 Ουδέποτε όμως εγκατέλειψε την γνώμην του, ότι η
Εκκλησία και οι Πλατωνικοί συμφωνούν εις τας περί Αγίας Τριάδος και προορισμού
του ανθρώπου διδασκαλίας αυτών.86 Επομένως η μόνη διαφορά μεταξύ των
είναι κατά τον Αυγουστίνον ότι οι πνεύμα έχοντες Χριστιανοί γνωρίζουν που
υπάγουν και την οδόν, δηλαδή τον Χριστόν, ενώ οι Πλατωνικοί γνωρίζουν που
πρέπει να υπάγουν αλλά δεν γνωρίζουν αυτήν την οδόν. Μετά είναι οι απλοϊκοί
πιστοί οι οποίοι δεν γνωρίζουν που υπάγουν, αλλά ακολουθούν την οδόν, και οι
απλοϊκοί άπιστοι οι οποίοι αγνοούν και την οδόν και τον προορισμόν των.87
Υπό
την πίεσιν των συγχρόνων εξελίξεων εις την γνωσιολογίαν και πολιτικήν
φιλοσοφίαν, εις την ψυχολογίαν, κοινωνιολογίαν, ιστοριογραφίαν, εις τας θετικάς
επιστήμας και την ανθρωπολογίαν και παλαιοντολογίαν, η μεσαιωνική πεποίθησις
των Φραγκολατίνων περί της υπάρξεως αμεταβλήτων ειδών εγκατελείφθη αμεταστρεπτί
υπό των εκατομμυρίων πνευματικών απογόνων αυτών και ως εκ τούτου
διαμφισβητείται η ύπαρξις αμεταβλήτου κριτηρίου της ηθικής ως και η δυνατότης
εκπληρώσεως της επιθυμίας του ανθρώπου, δι' ευδαιμονίαν εις υπερβατικήν
στατικήν και αμετάβλητον δουλοπρεπή κατάστασιν.
Το
παράδοξον είναι, ότι πολλοί εκ των κληρονόμων του φραγκολατινικού αυγουστινείου
πολιτισμού απομακρύνονται σήμερον από τον Χριστιανισμόν, επειδή δεν δύνανται
πλέον να πιστεύσουν εις διδασκαλίας, τας οποίας απεκήρυξαν οι Πατέρες
γνωρίσαντες τον Χριστόν.
Το
δράμα της Ρωσσίας ήρχισε κυρίως επί Μεγάλου Πέτρου, ότε διεδόθησαν αι αρχαί της
Σχολαστικής θεολογίας τόσον ώστε να καταντήσουν οι Ρώσσοι θεολόγοι να γράφουν
και να διδάσκουν με όλας τας συνεπείας Λατινιστί.88 Κατά τα τέλη του
παρελθόντος αιώνος ήρχισε μία ισχυρά επάνοδος εις την θεολογίαν των Ρωμαίων
Πατέρων. Το ίδιον παρατηρείται και εις την Ρουμανίαν,89 και την
Σερβίαν,90 εις ωρισμένους τουλάχιστον θεολόγους.
Η
επάνοδος όμως εις την θεολογίαν και πνευματικότητα των αγίων Πατέρων είναι
απαραίτητος, διότι άνευ των θεουμένων ούτε οδηγούς δυνάμεθα να έχωμεν, ούτε την
αποστολικήν ευσέβειαν να φθάσωμεν, και άρα ούτε τον προορισμόν μας να
γνωρίζωμεν, ούτε την Αγίαν Γραφήν να ερμηνεύσωμεν.
Αλλ'
ίνα ολοκληρωθή η επάνοδος αυτή και καρποφορήση πρέπει να απελευθερωθούν οι
Ρωμαίοι Πατέρες από την ερμηνευτικήν περί αυτών παράδοσιν των Φραγκολατίνων και
των απογόνων αυτών. Προς τούτο είναι απαραίτητος η σαφής και ακριβής διάκρισις
μεταξύ της πατερικής και της αυγουστινείου θεολογικής μεθόδου.
Εις
τους Πατέρας το κριτήριον της αληθείας και των δογμάτων είναι η εν Θεώ θεωρία
των θεουμένων. Δηλαδή η εν Χριστώ κοινωνία των προφητών, αποστόλων και αγίων
είναι το θεμέλιον του αλαθήτου της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως και της θεολογικής
μεθόδου Αυτής.
Εγκαταλείψαντες
οι Φραγκολατίνοι την εν Χριστώ ένωσιν των θεουμένων, δηλαδή την περί θεώσεως
και θεολογίας διδασκαλίαν αυτών, αντικατέστησαν εν καιρώ το αλάθητον της
κοινωνίας των θεουμένων και των μετ' αυτών κοινωνούντων της αποστολικής
διαδοχής της χειροτονίας, της χάριτος και της αληθείας με το αλάθητον του
φραγκολατίνου Πάπα της Ρώμης, όστις ιδέαν δεν έχει περί της θεώσεως και της επ'
αυτής ερειδομένης θεολογίας των προφητών, των αποστόλων και των αγίων. Αλλ'
ούτε ο Προτεσταντισμός υπωπτεύθη ποτέ την ύπαρξιν της τοιαύτης επί της θεώσεως
ερειδομένης θεολογίας, διότι και αυτός υπήρξε κατ' εξοχήν κατασκεύασμα του
Αυγουστίνου και του φραγκολατινικού πολιτισμού.
Η' Η
Αποκάλυψις, η Ιερά Παράδοσις, η Αγία Γραφή και το Αλάθητον
Το
κέντρον της Ιεράς Παραδόσεως είναι ο Χριστός και η μετ' Αυτού κοινωνία και η
περί Αυτού μαρτυρία των φίλων Αυτού προφητών, αποστόλων και αγίων. Εις την
Παλαιάν Διαθήκην ο Χριστός απεκάλυπτεν Εαυτόν ασάρκως και εν Εαυτώ τον Πατέρα
δια Πνεύματος Αγίου εις τους προφήτας φίλους Αυτού, μετά δε την ενανθρώπησιν
Αυτού εν σαρκί εις τους φίλους Αυτού προφήτας, αποστόλους και αγίους.
Εν
τη αποκαλύψει ως και εν τη Ιερά Παραδόσει έχομεν τρία τινα, 1) Τον
αποκαλύπτοντα και δοτήρα, 2) το αποκαλυπτόμενον ή την δωρεάν, και 3) τον
δέκτην, φύλακα και μεταδότην της αποκαλυπτομένης δωρεάς.
1)
Ο αποκαλύπτων δοτήρ είναι ο Θεός. Ο απεσταλμένος μεταφορεύς και εν Εαυτώ κατά
φύσιν φέρων και αποκαλύπτων τον Θεόν και την Αυτού δωρεάν δοτήρ είναι ο Λόγος
του Θεού, όστις εν τω αποκαλύπτοντι και κατά φύσιν δοτήρι Πνεύματι Αυτού
χαρίζει την αποκάλυψιν και μέθεξιν της δωρεάς τοις ανθρώποις μέσω των προφητών,
των αποστόλων, των αγίων και του ιερατείου.
2)
Η αποκαλυπτομένη και μετεχομένη δωρεά της οποίας την μέθεξιν χαρίζει ο Χριστός
εκ του Πατρός εν Πνεύματι Αγίω εις τον λαόν του Θεού, μέσω των προφητών,
αποστόλων και αγίων είναι η άκτιστος φυσική δόξα του Χριστού, ήτις αμερίστως
μερίζεται εν μεριστοίς κατά την αξίαν ή προετοιμασίαν των ανθρώπων. Η δωρεά της
αποκαλύψεως και μεθέξεως της δόξης του Θεού δια του Αγγέλου του Θεού εν τω
Πνεύματι Αυτού τοις προφήταις και τω λαώ του Θεού εν τη Παλαιά Διαθήκη,
συμπεριλαμβάνει εν τη ενσαρκώσει και την ανθρωπίνην φύσιν του Θεού Λόγου.
Μεταξύ
Παλαιάς και Καινής Διαθήκης ναι μεν υπάρχει ταυτότης της πηγής της
αποκαλυπτομένης δωρεάς, διότι και εις τας δύο Διαθήκας είναι ο Χριστός, Όστις
αποκαλύπτει τον Θεόν, οδηγεί και σώζει τον λαόν Του, δια των θεουμένων φίλων
Αυτού, αλλά υπάρχει ριζική διαφορά. Την διαφοράν ταύτην συνοψίζομεν ως εξής.
Ενώ
ο λαός του Θεού εν τη Παλαιά Διαθήκη είχε μέθεξιν και πρόγευσιν της δόξης του
Χριστού, παρά ταύτα εκυριάρχει επ' αυτού ο διάβολος δια του θανάτου. Υπό το
κράτος του θανάτου ή εις τον Άδην ευρίσκοντο όχι μόνον οι άδικοι αλλά και οι
δίκαιοι φίλοι του Θεού.1 Εν τω ενσαρκωθέντι Λόγω κατηργήθη ο
θάνατος, και ο έχων το κράτος αυτού εστερήθη της κυριαρχίας ήν εξήσκει αδίκως
επί των δικαίων.2 Αι πύλαι του Άδου ή του θανάτου κατίσχυον της
Εκκλησίας εν τη Παλαιά Διαθήκη, αλλά δια της εν Χριστώ πρώτης αναστάσεως των
αγίων και της καταργήσεως του πρώτου θανάτου έπαυσαν να κατισχύουν Αυτής.3
Πρό της ενσαρκώσεως η μέθεξις της δόξης ή βασιλείας του Λόγου υπό των προφητών
και των πιστών ήτο προσωρινή, εν δε τω θανάτω και τη αναστάσει του
ενσαρκωθέντος Λόγου κατέστη μόνιμος.4 Και εις τας δύο Διαθήκας η
μέθεξις εις την δόξαν ή βασιλείαν του Χριστού έχει χαρακτήρα αποκαλυπτικόν,
σωστικόν, αγιαστικόν και θεωτικόν, αν και προ της ενσαρκώσεως δεν ήτο μόνιμος.5
Αυτή
η εν τω λαώ του Θεού ενέργεια του Λόγου προ και μετά την ενσάρκωσιν Αυτού είναι
η Παρακαταθήκη της πίστεως,6 ως και το κέντρον και η μορφοποιός
δύναμις της Ιεράς Παραδόσεως και η κεντρική διδασκαλία της Αγίας Γραφής.
3)
Ο δέκτης, φύλαξ και μεταδότης της θείας ταύτης αποκαλύψεως και δωρεάς είναι ο
δια της θεώσεως γενόμενος προφήτης, απόστολος και άγιος της Εκκλησίας, ως και ο
παραμένων εν Πνεύματι Αγίω πιστός εις τους θεουμένους και την διδασκαλίαν αυτών
λαός του Θεού. Ο ούτω θεούμενος προφήτης, απόστολος και άγιος λαμβάνει άμεσον
γνώσιν του Θεού δια του Χριστού εν Πνεύματι, και ο λαός του Θεού
λαμβάνει μέσω των θεουμένων φίλων του Χριστού έμμεσον γνώσιν περί
του Θεού.7 Την έμμεσον ταύτην περί Θεού γνώσιν μεταδίδει ο Λόγος του
Θεού δια των προφητών, αποστόλων και αγίων προφορικώς και γραπτώς εν νοήμασι μέσω
εικόνων και ρητών. Ο λαός λαμβάνει από τους θεουμένους προφήτας, από τον
ενσαρκωθέντα Λόγον, και από τους αποστόλους και τους αγίους νοήματα και εικόνας
εν κτιστοίς ρήμασι, ενώ οι διαβεβηκότες εν θεωρία θεούμενοι βλέπουν αοράτως τα
αόρατα, ακούουν ανηκούστως τα ανήκουστα και τα άρρητα και νοούν υπερνοητώς τα
υπέρ την νόησιν και την λογικήν μυστήρια της βασιλείας.8
Η
εκ των προφητών, εκ του ενσαρκωθέντος Λόγου και εκ των αποστόλων έμμεσος γνώσις
περί του Θεού εμπεριέχεται εις την Αγίαν Γραφήν, εις την λειτουργικήν και
μυστηριακήν ζωήν της Εκκλησίας, εις τα συγγράμματα των Πατέρων και εις τας
αποφάσεις των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων. Η δε άμεσος υπό των θεουμένων
γνώσις του Θεού υπερβαίνει τα περί Θεού σύμβολα ταύτα, ουδέποτε όμως διαφέρει
αυτών, αλλ' είναι πάντοτε σύμφωνος προς ταύτα. Όπως η άμεσος και έμμεσος γνώσις
πάντοτε συμφωνούν ούτω και οι έχοντες την άμεσον γνώσιν πάντοτε συμφωνούν
μεταξύ των και κατανοούν τα νοήματα αλλήλων. Υπάρχει μεταξύ αυτών ερμηνευτική
ταυτότης. Δια τούτο ψευδοπροφήτης και ψευδαπόστολος και ψευδοάγιος ή
ψευδοθεούμενος διδάσκει αντίθετα προς την διδασκαλίαν της Αγίας Γραφής και των
θεουμένων.
Η
δύναμις ήτις καθιστά δυνατήν την αποδοχήν, την φύλαξιν και την μετάδοσιν ή
παράδοσιν της αποκαλυπτομένης και σωστικής, αγιαστικής και θεωτικής δωρεάς του
Θεού, δηλαδή της Παρακαταθήκης της εν τω σαρκωθέντι Λόγω ως άνω ενεργείας και
χάριτος, είναι αυτή αύτη η Παρακαταθήκη, ήτις μεταδίδεται και μετέχεται δια του
μυστηρίου της δόξης και βασιλείας ή δια του μυστηρίου του Σταυρού και της
Αναστάσεως.9
Ο
εμφανίσας Εαυτόν εν δόξη ασάρκως τοις προφήταις και εν σαρκί αυτοίς και τοις
αποστόλοις Λόγος του Θεού, Όστις τω Πνεύματι Αυτού ενεφάνισεν εν Εαυτώ τον
Πατέρα Θεόν και επ' εσχάτων των ημερών εγεννήθη ως άνθρωπος εκ της Θεοτόκου,
είναι Αυτός η Παρακαταθήκη ήν παραλαμβάνει και παραδίδει η Ιεραρχία από γενεάς
εις γενεάν κατά την θείαν Ευχαριστίαν εις τους επισκόπους και τους πρεσβυτέρους
κατά την ημέραν της χειροτονίας αυτών, ίνα δια των επισκόπων και των
πρεσβυτέρων φυλαχθή και μεταδοθή προς αγιασμόν και θέωσιν των πιστών.10
Αλλά ο σαρκωθείς Λόγος, ο ίδιος, ο οίκος του Θεού και το κατοικητήριον των
πιστών, είναι Εκείνος Όστις εν τω επισκόπω τη ζώση εν τοις μυστηρίοις εικόνι
Αυτού,11 δέχεται, φυλάττει και μεταδίδει ή παραδίδει την
Παρακαταθήκην, δηλαδή τον Εαυτόν Του μετά των αγγέλων και των φίλων Αυτού προς
τελείωσιν του λαού Αυτού. Ο Χριστός είναι η Εκκλησία,12 ή η Άμπελος,13
ήν εφύτευσεν ο Θεός τη δεξιά Αυτού, ήτοι δια της δόξης και της βασιλείας Αυτού,
δι' ής κατέστρεψε το βασίλειον του θανάτου και ανέστησε τας ψυχάς των νεκρών εν
τω Άδη και δια του βαπτίσματος ανιστά τας ψυχάς των κεκαθαρμένων των
πεφωτισμένων και των θεουμένων.14 Αι δε ψυχαί αυταί είναι τα κλήματα
της αμπέλου και γεωργός ο Θεός.15
Ο
Θεός δια του ενσαρκωθέντος Λόγου εν Πνεύματι Αγίω καθιστά δυνατήν την αποδοχήν,
φύλαξιν και μετάδοσιν της χάριτος, ουχί παρά την βούλησιν ακαταγωνίστως, αλλ'
αντιθέτως τη συνεργεία του ανθρώπου προς καρποφόρον βλάστησιν των κλημάτων. Η
άμπελος και τα κλήματα ομού είναι η Εκκλησία. Το αποκοπτόμενον της αμπέλου
άκαρπον και ξηρόν κλήμα παύει να είναι φορεύς της Παρακαταθήκης, αφού, η
Παρακαταθήκη δεν δύναται να ταυτισθή με το νεκρόν κλήμα. Η Παρακαταθήκη είναι
ολόκληρος η άμπελος μετά των καρποφόρων κλημάτων, δηλαδή ο σεσαρκωμένος Λόγος
του Θεού σύν τοις μετόχοις του σώματος και της βασιλείας Αυτού αγίοις και
πιστοίς.16 Εξ όλων των μέχρι τούδε λεχθέντων συνάγεται ότι, ίνα
έχωμεν ορθήν και ολοκληρωμένην αντίληψιν περί της Ιεράς Παραδόσεως ή της
Παρακαταθήκης, πρέπει να καθορισθή ορθώς Α) ποίος είναι και πώς καθίσταται ο
δέκτης, φύλαξ και μεταδότης της Παρακαταθήκης της πίστεως, και Β) τί και πώς
δέχεται, φυλάττει και μεταδίδει.
Α) Οι
δέκται, φύλακες και μεταδόται της Παρακαταθήκης της Ιεράς Παραδόσεως
διαιρούνται σαφώς και ακριβώς εις γνωστικούς και πιστούς,17 δηλαδή
1) εις τους γνωρίζοντας αμέσως την δόξαν και βασιλείαν του Θεού γνωστικούς
αυτόπτας μάρτυρας της προ και μετά την ενσάρκωσιν φυσικής θεότητος του Χριστού,
προφήτας, αποστόλους και αγίους, και 2) εις τους Πνεύματι Αγίω αποδεχομένους,
φυλάσσοντας και μεταδίδοντας με παιδικήν απλότητα την προφορικήν και γραπτήν
περί Θεού μαρτυρίαν και διδασκαλίαν των θεοπτών πιστούς.
Οι
έχοντες την ενδιάθετον πίστιν18 αληθινοί πιστοί δεν παραδέχονται,
όπως είδαμε, γενικήν τινά της φαντασίας ή της φιλοσοφίας ιδέαν περί Θεού, αλλά
πιστεύουν συγκεκριμένως και αποκλειστικώς εις τον Θεόν του Αβραάμ, του Ισαάκ
και του Ιακώβ.19 Δηλαδή πιστεύουν εις τον Κύριον της Δόξης, Όστις τω
Πνεύματι Αυτού απεκάλυψεν εν Εαυτώ την φυσικήν Αυτού άκτιστον δόξαν και
βασιλείαν και θεότητα του Θεού ασάρκως εν τη Παλαιά Διαθήκη και εν σαρκί εν τη
Καινή Διαθήκη. Οι πιστοί αποδέχονται απολύτως και αδιστάκτως την μαρτυρίαν και
περί Θεού διδασκαλίαν των προφητών, των αποστόλων και των αγίων, αρκούνται δε
εις τα ρήματα και τα νοήματα αυτών. Αποφεύγουν την επιστημονικήν και
φιλοσοφικήν μέθοδον ανευρέσεως της περί Θεού και χάριτος και ενσαρκώσεως και
Εκκλησίας κ.λ.π. αληθείας διότι α) μεταξύ της αληθείας ταύτης και της εν τω
κόσμω επιστημονικής περί της φύσεως αληθείας ουδεμία ομοιότης υπάρχει και άρα
ούτε επιστημονική μέθοδος υπάρχει γεφυρώσεως της κάτω αληθείας προς την άνω και
β) οι πνευματικοί ηγέται και πατέρες αυτών, οι προφήται, οι απόστολοι και οι
άγιοι, δεν είναι στοχασταί διαλεγόμενοι και αναζητούντες την αλήθειαν, αλλ'
αυτόπται μάρτυρες της εν Χριστώ αληθείας,20 ήτοι της θεότητος, της
βασιλείας, της χάριτος και της δόξης του Χριστού, της υποστατικής εν Αυτώ
ενώσεως των δύο Αυτού φύσεων, της ομοουσιότητος του Λόγου και του Αγίου
Πνεύματος τω Πατρί, των μυστηρίων της βασιλείας του Θεού, της Εκκλησίας, της
κρίσεως κ.τ.λ., αφού την ημέραν της Πεντηκοστής οι απόστολοι ωδηγήθησαν εις
πάσαν την αλήθειαν υπό του Παρακλήτου Πνεύματος ως υπεσχέθη εις αυτούς ο
Κύριος. Δι' αυτόν τον λόγον οι θεούμενοι προφήται και απόστολοι και οι
ακολουθούντες αυτούς Πατέρες της Εκκλησίας θεολογούν ουχί στοχαστικώς και
διαλεκτικώς αλλά πνευματικώς εν τω γνόφω της μυστικής θεολογίας.21
Η
νεοφανής μεταξύ Ορθοδόξων τινών διδασκαλία ότι τα λόγια του Χριστού προς τους
μαθητάς Αυτού εν τω Ευαγγελίω του Ιωάννου 14,25-26 : 16,12-13 α) κάμνουν άμεσον
λόγον "περί του έργου του Αγίου Πνεύματος εν τη Εκκλησία μετά την Ανάληψιν
του Χριστού και την Πεντηκοστήν" και β) αναφέρονται εις την οδήγησιν των
"πιστών" και γ) αναφέρονται εις την εκάστοτε οδήγησιν της Εκκλησίας
"εις βαθυτέραν κατανόησιν και εναργεστέραν σύλληψιν των μυστηρίων της δια
του Ιησού Χριστού επιτελεσθείσης σωτηριώδους οικονομίας", είναι
απαράδεκτος πλάνη και εντελώς ξένη προς την διδασκαλίαν των Πατέρων της
Εκκλησίας και εν γενικαίς γραμμαίς ομοιάζει με τους καταδικασθέντας ισχυρισμούς
των Μοντανιστών περί της μετά την Πεντηκοστήν οδηγήσεως εις πάσαν την αλήθειαν.22
Συνοψίζων
την εν προκειμένω διδασκαλίαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας, δηλαδή των αγίων Πατέρων
και μάλιστα όλων αυτών ο μέγας της Ορθοδοξίας πατήρ άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς
γράφει τα εξής περί της ημέρας της Πεντηκοστής, "αλλά και
επί το σωτήριον ερχόμενος πάθος προς τους οικείους μαθητάς έλεγεν, "εάν
αγαπάτέ με τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε, και εγώ ερωτήσω τον Πατέρα, και άλλον
Παράκλητον δώσει υμίν, ίνα μένη μεθ' υμών εις τον αιώνα, το Πνεύμα της
αληθείας"23. Και πάλιν, "ταύτα λελάληκα υμίν, παρ' υμίν
μένων, ο δε Παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιον, ό πέμψει ο Πατήρ εν τω ονόματί μου,
εκείνος υμάς διδάξει πάντα"24]. Και πάλιν, "όταν έλθη ο
Παράκλητος, όν εγώ πέμψω υμίν παρά του Πατρός, το Πνεύμα της αληθείας, ό παρά του
Πατρός εκπορεύεται, εκείνος μαρτυρήσει περί εμού, και οδηγήσει υμάς εις πάσαν
την αλήθειαν". Νύν ουν επληρώθη η επαγγελία, και κατήλθε το Πνεύμα το
Άγιον, παρά Πατρός τε και Υιού πεμφθέν τε και δοθέν, και τους αγίους μαθητάς
περιλάμψαν, και όλως λαμπάδας ανάψαν θείως, μάλλον δε φωστήρας αναδείξαν
υπερκοσμίους και παγκοσμίους, αιωνίου ζωής επέχοντος λόγον, δι' αυτών την
οικουμένην πάσαν εφώτισεν".
Επομένως
τα λεχθέντα ταύτα του Χριστού περί της υπό του Παρακλήτου οδηγήσεως των
αποστόλων εις πάσαν την αλήθειαν εξεπληρώθησαν την ημέραν της Πεντηκοστής.
Αναφέρονται εις την εν τη ημέρα ταύτη εμπειρίαν της θεώσεως, δηλαδή της
επιδημίας δια μόνιμον μέθεξιν του Παρακλήτου Πνεύματος και της αποκαλύψεως
Αυτού ως υποστάσεως ή προσώπου. Εκείνα τα οποία δεν ηδύναντο βαστάζειν οι
απόστολοι εν τω 16ω κεφαλαίω του Ιωάννου εβάσταζον την Πεντηκοστήν δια
της θεώσεως αυτών, δηλαδή δια της εν Θεώ θεωρίας.
Εδώ
έχομεν σαφώς την διάκρισιν μεταξύ 1) της υπό του Κυρίου διδασκαλίας και
αποκαλύψεως δια του λόγου και των θαυμάτων, ήτις δεν είναι ακόμη η εμπειρία
απάσης της αληθείας, την οποίαν δεν μανθάνει τις μόνον ούτω και 2) της
αποκαλύψεως ή φανερώσεως της φυσικής δόξης και θεότητος του Χριστού εν Αγίω
Πνεύματι δια της θεώσεως του όλου ανθρώπου, ήτις υπερβαίνει τον λόγον και την
νόησιν. Κατ' ουδένα τρόπον δύνανται να εκληφθούν τα λόγια του Χριστού περί
οδηγήσεως εις πάσαν την αλήθειαν ως να επρόκειτο περί οδηγήσεως εις πάσαν την
αλήθειαν μετά την ημέραν της Πεντηκοστής.
Επίσης
τα λεχθέντα του Χριστού περί οδηγήσεως εις πάσαν την αλήθειαν δεν αναφέρονται
εις τους πιστούς γενικώς αλλά εις τους γενομένους φίλους του Χριστού
αποστόλους, ως σαφώς αναπτύσσει ανωτέρω ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Δεν είναι
η εμπειρία αυτή όλων των πιστών ή όλων των μελών της Εκκλησίας αλλά μόνον των
γενομένων φίλων του Χριστού αγίων. Οσάκις άγιοί τινες ως ο απόστολος Παύλος, ο
πρωτομάρτυς Στέφανος,26 και άλλοι πολλοί μεταγενεστέρως έφθαναν εις
την θέωσιν ή θεοπτίαν ωδηγούντο οι θεούμενοι ούτοι εις την ιδίαν ακριβώς
αλήθειαν εις ήν ωδηγήθησαν οι απόστολοι την ημέραν της Πεντηκοστής. Δηλαδή αυτή
η αποκάλυψις μετά την Πεντηκοστήν είναι απλώς φανέρωσις της δόξης του εν σαρκί
Λόγου. Δεν έχει καθόλου την σημασίαν της αποκαλύψεως νέων ή συμπληρωματικών
αληθειών πέραν των όσων απεκαλύφθησαν κατά την Πεντηκοστήν. Δια τούτο ο
απόστολος Παύλος εκφράζει την διδασκαλίαν όλων των αποστόλων γράφων, "αλλά
και εάν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίσηται υμίν παρ' ό ευηγγελισάμεθα
υμίν, ανάθεμα έστω, ως προειρήκαμεν, και άρτι πάλιν λέγω, εί τις υμάς ευαγγελίζεται
παρ' ό παρελάβετε, ανάθεμα έστω".
Αλλά
ούτε αποτελεί η εμπειρία αύτη της θεώσεως "εμβάθυνσιν" εις τας ήδη
αποκεκαλυμμένας αληθείας, ως να μη υπήρχε την Πεντηκοστήν η ανωτάτη δυνατή εν
τη ζωή ταύτη βαθμίς εμβαθύνσεως η υπερβαίνουσα πάσαν λογικήν και νοητήν
εμβάθυνσιν.
Χρειάζεται
προσοχή να μη δώσωμεν εις την πατερικήν χρήσιν της λέξεως αποκάλυψις την
δυτικήν της λέξεως σημασίαν, καθ' ήν πρόκειται περί αποκαλύψεων λέξεων,
εικόνων, νοημάτων και αξιωμάτων, άνευ της υπερβαινούσης τον λόγον και την
νόησιν ακτίστου δόξης του Χριστού, εις ά πιστεύει πεπλανημένως η δυτική
Εκκλησία, ότι οφείλει δια των θεολόγων της να εμβαθύνη, ίνα με την πάροδον του
χρόνου κατανοήση καλύτερον την αποκάλυψιν δια την ανάπτυξιν των δογμάτων.
Πρόοδος
μετά την Πεντηκοστήν υπάρχει ουχί εις την οδήγησιν της Εκκλησίας εις πάσαν την
αλήθειαν ή εις την βαθυτέραν κατανόησιν αυτής, αλλά εις την εν τοις Πατράσι και
Οικουμενικαίς και Τοπικαίς Συνόδοις διατύπωσιν της αληθείας ταύτης υπό την
καθοδήγησιν του Αγίου Πνεύματος προς αντιμετώπισιν εξαιρέτων, αναγκών, και εις
την υπό της Εκκλησίας οδήγησιν των πιστών εις μέθεξιν της ήδη και πλήρως
αποκαλυφθείσης την Πεντηκοστήν αληθείας δια της καθάρσεως, του φωτισμού και της
θεώσεως.
Η
Εκκλησία δογματίζουσα και διατυπούσα την διδασκαλίαν της δεν είναι το ίδιον με
την υπό του Παρακλήτου Πνεύματος οδήγησιν εις πάσαν την αλήθειαν. Ούτε
πρόκειται "περί συμπληρώσεως και ολοκληρώσεως της εν Χριστώ διδαχής"
εις τους πιστούς, αλλά περί δογματίσεως και διατυπώσεως της κατά την
Πεντηκοστήν πλήρως αποκαλυφθείσης πάσης αληθείας.
Ο
ισχυρισμός ότι το Άγιον Πνεύμα οδηγεί την Εκκλησίαν εις βαθυτέραν κατανόησιν
και εναργεστέραν σύλληψιν των μυστηρίων της δια του Ιησού Χριστού
επιτελεσθείσης σωτηριώδους οικονομίας είναι δόγμα της φραγκοπαπικής
αυγουστινείου παραδόσεως, όπως είδωμεν, βάσει του οποίου οι Φράγκοι εδογμάτισαν
τω 809 το αιρετικόν περί Filioque δόγμα, και μετά την κατάκτησιν του
Πατριαρχείου της Ρώμης όλας τας άλλας πλάνας των, και το οποίον δόγμα επί
αιώνας καταδικάζει η Ορθόδοξος Εκκλησία.
Εις
τους Πατέρας δεν υπάρχει βαθυτέρα κατανόησις των μυστηρίων από την θεωτικήν
εμπειρίαν των αποστόλων την Πεντηκοστήν, και αυτή η εν Θεώ θεωρία υπερβαίνει
τας ανθρωπίνας δυνάμεις της κατανοήσεως και συλλήψεως, αφού υπερβαίνει την
νόησιν και την λογικήν. Εις τί λοιπόν δύναται ο μη θεούμενος να εμβαθύνη, ίνα
αποκτήση βαθυτέραν κατανόησιν και εναργεστέραν σύλληψιν από την Πεντηκοστήν και
με ποίον μέσον; Οι μεταγενεστέρως εν τη Εκκλησία θεούμενοι δεν έχουν ποτέ
βαθυτέραν τινά κατανόησιν από αυτήν των αποστόλων, αλλά πάντοτε την ιδίαν και
ταύτην αν τους την δωρίση ο Χριστός. Όθεν δεν οδηγείται η Εκκλησία εις πάσαν
την αλήθειαν ή εις βαθυτέραν κατανόησιν αυτής, αλλά απλώς οι πιστοί οδηγούνται
εις βαθυτέραν αυτής κατανόησιν δια της καθάρσεως, του φωτισμού και της
υπερβαινούσης την κατανόησιν θεώσεως.
Όλως
εσφαλμένως λοιπόν πιστεύουν οι ετερόδοξοι ιστορικοί των δογμάτων ότι η εκάστοτε
εμφάνισις νέας ορολογίας εν τη Εκκλησία ως τα ονόματα "Αγία Τριάς",
"μία ουσία", "τρείς υποστάσεις", "ομοούσιος",
"φυσική ή υποστατική ένωσις", Filioque κ.λ.π. σημαίνει πρόοδον εις
κατανόησιν των δογμάτων ή ανάπτυξιν, ή εξέλιξιν αυτών. Αι εσφαλμέναι αυταί
ερμηνείαι έχουν την ρίζαν των εις την θεολογικήν μέθοδον του Αυγουστίνου. Οι
Ρωμαίοι Πατέρες είχον ακριβή και σαφή γνώσιν της εισαγωγής και της εξελίξεως
νέας ορολογίας, αλλ' ουδέποτε εξέλαβον ταύτην ως εμβάθυνσιν, ανάπτυξιν ή
εξέλιξιν, αλλά μόνον ως διατύπωσιν και δογμάτισιν της ήδη και πλήρως
κατανοηθείσης υπερνοητώς δια της θεώσεως αληθείας. Η κλείς της κατανοήσεως της
δογματικής θεολογίας και της θεολογικής μεθόδου των Πατέρων δεν είναι
φιλοσοφικόν τι σύστημα αλλά οι βίοι των προφητών, των αποστόλων και των αγίων,
ως ήδη διεπιστώσαμεν.
Η
ριζική διαφορά μεταξύ των γνωστικών (προφητών, αποστόλων και αγίων) και των
πιστών είναι ότι ο θεούμενος μετέχει μετά των πιστών της Παρακαταθήκης της
θείας χάριτος, μέσω της διδασκαλίας, των θαυμάτων, και των μυστηρίων της
βασιλείας του Χριστού, αλλά επί πλέον ο Χριστός αποκαλύπτει εις αυτόν την
φυσικήν δόξαν, βασιλείαν, θεότητα, και χάριν Αυτού, του Πατρός και του Αγίου
Πνεύματος. Ούτως ο θεούμενος μετέχει και της αποκαλύψεως της υπερβαινούσης την
εν κτισταίς λέξεσι, εικόσι, συμβόλοις και νοήμασιν έκφρασιν της Παρακαταθήκης.
Προς το παρόν οι πιστοί γνωρίζουν τα διδάγματα και θαύματα και τας ενεργείας
του Χριστού και των αγίων Αυτού εν τη Αγία Γραφή και τοις θείοις μυστηρίοις, τα
σαφώς μαρτυρούντα περί της φυσικής θεότητος του Χριστού και της μετ' Αυτού κατά
χάριν συμβασιλείας των αγίων. Οι πιστοί μετέχουν και αυτοί μετά των θεουμένων
της ιδίας Παρακαταθήκης, αλλά της κεκρυμμένης εν κτισταίς λέξεσι, εικόσι,
συμβόλοις, νοήμασι και τελεταίς, και προορίζονται και αυτοί να ίδουν τον
Χριστόν κατά πνεύμα εν τη δόξη και βασιλεία Αυτού ως είδον Αυτόν οι απόστολοι
εν Θαβώρ κατά την Μεταμόρφωσιν, μετά την Ανάστασιν και κατά την Πεντηκοστήν.
Πρέπει
να τονισθή ευθύς εξ αρχής ότι η κτιστή εν λέξεσι, εικόσι και συμβόλοις έκφρασις
της ακτίστου χάριτος και ενεργείας του Θεού Λόγου και της ενσαρκώσεως Αυτού, η
οποία είναι η Αγία Γραφή, τα σύμβολα και οι όροι των Οικουμενικών Συνόδων και
τα συγγράμματα ή η διδασκαλία των Πατέρων είναι έργον της αλαθήτου ενεργείας
του Αγίου Πνεύματος του φωτίζοντος τους προφήτας, τους αποστόλους και τους
αγίους εις την δια της κτιστής ταύτης εκφράσεως καθοδήγησιν των πιστών εις
εκπλήρωσιν του θελήματος του Θεού δια της μεθέξεως της δόξης και βασιλείας του
Χριστού. Τα ρήματα και αι ενέργειαι του Χριστού είναι αλάθητα διότι ο Χριστός
είναι φύσει η αυτοαλήθεια. Η Αγία Γραφή, οι όροι των Οικουμενικών Συνόδων, η
ερμηνευτική παράδοσις των αγίων Πατέρων, και η λειτουργική εν τοις μυστηρίοις
ζωή της Εκκλησίας είναι επίσης αλάθητοι εκφράσεις της ενέργειας του Θεού και
οδηγούν κατά τρόπον ασφαλή και απλανή τους πιστούς τους έχοντας πνευματικούς
πατέρας, με το χάρισμα της διακρίσεως των πνευμάτων, εις τον αγιασμόν και την
θέωσιν ακριβώς, διότι εμπεριέχουν την διδασκαλίαν, την πράξιν και την εμπειρίαν
των θεουμένων προφητών, αποστόλων και αγίων των γνωρισάντων και γνωριζόντων τον
Χριστόν ουχί μόνον κατά σάρκα αλλά και κατά πνεύμα εν τη δόξη Αυτού.
Η
υπάρχουσα εν τη παρακαταθήκη διάκρισις μεταξύ της υπερβαινούσης την νόησιν την
λογικήν και την αίσθησιν δόξης του Θεού και της εν κτιστοίς συμβόλοις και
νοήμασι εκφράσεως αυτής προ και μετά την ενσάρκωσιν, ουδεμίαν σχέσιν έχει με
πλατωνικήν τινα διάκρισιν μεταξύ υπερβατικών αρχετύπων και εν τω κόσμω εικόνων
αυτών εξ επόψεως είτε γνωσιολογικής είτε σωτηριολογικής. Μεταξύ της
ακτίστου δόξης του Θεού και των κτισμάτων, όπως είδαμεν, ουδεμία
ομοιότης υπάρχει. Δια τούτο ξανατονίζομεν πώς η δόξα του Θεού λέγεται
και γνόφος και το πυρ της κολάσεως λέγεται και σκότος. Η απόδοσις αυτή
αντιθέσεων εις τον Θεόν γίνεται, όπως είδαμεν, ίνα τονισθή ότι αι περί τον Θεόν
ενέργειαι υπερβαίνουν πάν κτιστόν αγγελικόν, ανθρώπινον και κοσμολογικόν
κατηγόρημα.
Είναι
φανερόν ότι η μέχρι τούδε περιγραφομένη Παρακαταθήκη της Παραδόσεως, ως
βασιλεία και δόξα του Θεού, υπάρχει προ κτίσεως κόσμου, δημιουργεί την κτίσιν,
φανερούται τοις πρωτοπλάστοις και μετά την πτώσιν τοις προπατόροις και
προφήταις εν τη Παλαιά Διαθήκη, πληρούται δια της ενσαρκώσεως του Λόγου και της
υπ' Αυτού "πατήσεως" του θανάτου, και ενεργεί την κάθαρσιν, τον
φωτισμόν και την θέωσιν των πιστών εν τη Εκκλησία. Εκ του γεγονότος τούτου
φαίνεται σαφώς ότι η Παρακαταθήκη της Ιεράς Παραδόσεως είναι τι διάφορον ή
ανεξάρτητον του κειμένου της Αγίας Γραφής και δια της θεώσεως γίνεται γνωστή
αμέσως άνευ της μεσολαβήσεως του κειμένου των Γραφών. Βασισθείς επ' αυτής της
διακρίσεως ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς γράφει, "ο τούτον (τόν Χριστόν) δια
της τηρήσεως των θείων εντολών εν εαυτώ κτησάμενος, ουδέ της μαθήσεως των
Γραφών δεήσεται, αλλά και χωρίς αυτής πάσας οίδεν ακριβώς και των
δια μαθήσεως ιόντων διδάσκαλος αν είη ασφαλής, ως ο Ιωάννης (ο Βαπτιστής) και ο
Αντώνιος".
Παρά
ταύτα η Αγία Γραφή δεν είναι τι διάφορον της Παρακαταθήκης της Ιεράς
Παραδόσεως, εφόσον είναι μέρος αυτής, και η Παρακαταθήκη εμπεριέχεται εν τη
Αγία Γραφή. Εν τούτοις η Παρακαταθήκη δεν είναι ταυτόν με την Αγίαν Γραφήν,
διότι ταυτίζεται όπως είδαμεν, με την Εκκλησίαν. Ούτε δεν ταυτίζεται η Αγία
Γραφή με την Ιεράν Παράδοσιν η οποία είναι η καθ' όλου έκφρασις της Εκκλησίας.
Ουδεμία όμως διαφορά υπάρχει μεταξύ της Παρακαταθήκης, ήτοι της Εκκλησίας εν τη
Αγία Γραφή και τη Ιερά Παραδόσει.
Παρά
ταύτα, όμως η Παρακαταθήκη, ήτοι η Εκκλησία ως περιγράφεται εν τη Παλαιά και Καινή
Διαθήκη, δεν υπάρχει εν τη Αγία Γραφή καθ' εαυτήν, αλλά μόνον εν τη εκφράσει,
καθ' εαυτή υπάρχουσα εις την Ιεράν Παράδοσιν από προ κτίσεως του κόσμου μέχρι
της συντελείας των αιώνων, εφόσον η Εκκλησία είναι το σώμα και η νύμφη του
νυμφίου Χριστού και ο Χριστός είναι η άμπελος εν ή ζουν και καρποφορούν τα
κλήματα. Εν άλλαις λέξεσι ο Χριστός, ήτοι η Παρακαταθήκη της Ιεράς Παραδόσεως,
υπάρχει εν τη Αγία Γραφή και ενεργεί δι' Αυτής μόνον όταν αναγινώσκεται και
ερμηνεύεται εν τη Εκκλησία, δηλαδή μόνον όταν ο ερμηνευτής ανήκει εις την τάξιν
των θεουμένων ή των φωτισμένων "τό μετριώτατον". Εκτός της Εκκλησίας
η Παρακαταθήκη είναι κεκρυμμένη από τους αναγινώσκοντας την Αγίαν Γραφήν, διότι
αν και η Παρακαταθήκη μαρτυρείται υπό της Αγίας Γραφής και εμπεριέχεται εν
αυτή, εν τούτοις η Αγία Γραφή δεν ερμηνεύεται εξ αυτής αλλά μόνον υπό της
Εκκλησίας και δη υπό των εν Αυτή θεουμένων αγίων των εχόντων την ιδίαν μετ'
αλλήλων της θείας δόξης εμπειρίαν και αποκάλυψιν. Η εν τη Αγία Γραφή περιγραφή
της αποκαλυπτικής και θεωτικής εμπειρίας των προφητών και των αποστόλων δεν
είναι και δεν δύναται να είναι αυτή αύτη η εμπειρία της αποκαλύψεως της δόξης
του Χριστού, αφού 1) η εμπειρία και 2) η θεία δόξα υπερβαίνουν κάθε αισθητήν
και νοητήν εμπειρίαν και περιγραφήν. Είναι λοιπόν απολύτως αδύνατον
επιστημονικώς να χρησιμοποιηθούν δια την ουσιαστικήν ερμηνείαν της Αγίας Γραφής
κριτήρια εκτός της ερμηνευτικής παραδόσεως των θεουμένων.
Χρήζει
μεγάλης προσοχής το γεγονός ότι η Αγία Γραφή καθ' εαυτήν είναι βίβλος μυστική
και απρόσιτος εις τον κατά κόσμον φυσικόν άνθρωπον, ως και εις τα κριτήρια όλων
των επιστημών και φιλοσοφιών, εφόσον μεταξύ ακτίστου και κτιστού ουδεμία
ομοιότης υπάρχει. Αλλά και εις τον θεούμενον προφήτην, απόστολον και άγιον ο
Θεός και εν αποκαλύψη παραμένει μυστήριον, διότι η θεία δόξα ως και η μέθεξις
αυτής υπερβαίνει και την νόησιν και την αίσθησιν, αν και ολόκληρος ο άνθρωπος
εν τω σαρκωθέντι Λόγω δοξάζεται, δηλαδή θεούται. Δια τον λόγον αυτόν ο
χρησιμοποιών επιστημονικήν ή φιλοσοφικήν μέθοδον και έχων αφετηρίαν τα της
πείρας και της λογικής κατηγορήματα της γνώσεως και τα νομιζόμενα υπό τινων
υπέρ την πείραν κατηγορήματα της δήθεν καθαράς ή αμιγούς νοήσεως, απηλλαγμένης
συμβεβηκότων, αυτομάτως διαστρέφει την Αγίαν Γραφήν. Είναι όχι μόνον
πνευματικώς αλλά και επιστημονικώς αστείον να πιστεύη κανείς ότι είναι δυνατόν
να ερμηνεύση ορθώς την Αγίαν Γραφήν ερμηνευτής μη έχων ιδέαν περί της εις τους
προφήτας και τους αποστόλους αποκαλύψεως της δόξης του Χριστού. Η Εκκλησία
αναγνωρίζει ως γνώμονα και κανόνα ερμηνείας της Ιεράς Παραδόσεως και της εν
Αυτή Παρακαταθήκης, εις ας ανήκει και ών μέρος είναι η Αγία Γραφή, τους
δοξασμένους, ήτοι θεουμένους προφήτας, αποστόλους και αγίους Πατέρας, και
ουδέποτε τον τυχόντα επιστήμονα, τον πολλάκις αγνοούντα όχι μόνον την προς την
μέθεξιν της θείας δόξης οδόν, αλλά ακόμη και την ύπαρξιν ταύτης της μεθέξεως ή
θεώσεως και δη εντεύθεν του τάφου.
Οι
αγνοούντες την εμπειρίαν ταύτην της υπό των προφητών, αποστόλων και αγίων
μεθέξεως της βασιλείας του Θεού και μη κατανοούντες την ταυτότητα και την
σημασίαν της ταυτότητος ταύτης της φανερωθείσης δόξης του Λόγου εν ταις δύο
Διαθήκαις και εν τη Εκκλησία, αδυνατούν να ανιχνεύσουν και να αντιληφθούν την απόλυτον
ενότητα και ταυτότητα της διδασκαλίας των προφητών, των αποστόλων και των αγίων
και φαντάζονται την ύπαρξιν πολλών ειδών θεολογιών εις τας δύο Διαθήκας και εις
την Εκκλησίαν. Την ακαταστασίαν ταύτην των απογόνων των Φραγκολατίνων
προσπαθούν τινες των κατά πνεύμα ραγιάδων (οίτινες παιδιόθεν φαίνεται έμαθον να
θαυμάζουν κάθε ξένην αυθεντίαν), να εισαγάγουν εις την ορθόδοξον θεολογίαν ως
δήθεν κάτι το επιστημονικόν. Θεωρούν μάλιστα εαυτούς ως φωστήρας και σωτήρας
των δήθεν καθυστερημένων Ορθοδόξων. Αλλά όπως είδαμεν ούτε επιστήμονες
πραγματικοί είναι, ούτε φωστήρες, ούτε σωτήρες. Προσπαθούν δια της
ψευδοεπιστημονικής εκ της Δύσεως μεθόδου των να εκτοπίσουν από την συνείδησιν
του ελληνικού λαού την αυθεντίαν των θεουμένων και να την αντικαταστήσουν με την
ιδικήν των αυθεντίαν. Αλλά ο λαός είναι περισσότερον επιστήμων απ' αυτούς διότι
τους αγνοεί και προσκυνεί τα άγια λείψανα των θεουμένων και γνωρίζει τον Θεόν
μέσω του βίου και της θεώσεως αυτών.
Πάντως
μεταξύ Παλαιάς και Καινής Διαθήκης και μεταξύ Αγίας Γραφής και Ιεράς Παραδόσεως
δεν υπάρχει και δεν δύναται να υπάρχη διαφορά ή αντίθεσις εις την θεολογίαν και
την πνευματικότητα ακριβώς διότι η εν δόξη φανέρωσις του Θεού δια του Λόγου εν
Πνεύματι Αγίω εις τους προφήτας και δια της ενσαρκώσεως εις τους προφήτας, τους
αποστόλους και τους αγίους είναι εν αυταίς ταυτόν και αυτή αύτη η Παρακαταθήκη.
Η ουσιαστική διαφορά μεταξύ των Διαθηκών είναι ότι ο Λόγος ενεφάνιζεν εν Εαυτώ
τον Θεόν εν Πνεύματι πρώτον εις τους προφήτας άνευ σαρκός, εν δε τη ενσαρκώσει
απεκάλυψε την δόξαν ή θεότητα Αυτού δια της εκ της Παρθένου γεννηθείσης
ανθρωπίνης φύσεως Αυτού και καταπατήσας τον θάνατον και χαρίσας τοις φίλοις
Αυτού την μόνιμον πλέον μέθεξιν της δόξης Αυτού, εμφανίζει έκτοτε Εαυτόν εν
τοις φίλοις Αυτού εις τους αιώνας.
Η
Εκκλησία διδάσκει περί Θεού αλαθήτως, διότι είναι ο Χριστός, Όστις βασιλεύει
σύν τοις συμβασιλεύουσι μετ' Αυτού φίλοις Αυτού και μεταδίδει Εαυτόν μετά των
φίλων Αυτού τοις πιστοίς ως Παρακαταθήκην μέσω της Αγίας Γραφής και εν τοις
μυστηρίοις. Η Παρακαταθήκη αύτη και η Ιερά Παράδοσις είναι ταυτόν και
εκφράζονται εν τη Αγία Γραφή και τη καθ' όλου ζωή της Εκκλησίας, ήτις ζωή
ολόκληρος λέγεται Ιερά Παράδοσις. Ούτω το αλάθητον δεν περιορίζεται ούτε κατά
τόπον ούτε κατά χρόνον. Είναι γνώρισμα της Εκκλησίας, της Παρακαταθήκης και της
Ιεράς Παραδόσεως και εμπεριέχεται εν τη Αγία Γραφή, αλλά μόνον όταν αποτελή
μέρος της μυστηριακής εν Χριστώ ζωής των θεουμένων και των πιστών. Τούτο διότι
εις το κέντρον της Ιεράς Παραδόσεως περί τον εν δόξη Χριστόν είναι οι φίλοι
Αυτού προφήται, απόστολοι και άγιοι, οίτινες γνωρίζουν τον Θεόν δια του Χριστού
εν Πνεύματι, ως ο φίλος γνωρίζει τον φίλον αυτού, και δια της θεώσεως ταύτης
μετέχουν κατά χάριν του φύσει αλαθήτου του Χριστού. Οι πιστοί δέ, μετέχουν του
αλαθήτου του Χριστού μέσω των φίλων Αυτού και μέσω των την αποστολικήν διαδοχήν
εχόντων επισκόπων, αφού μένουν πιστοί μετά του κλήρου εις την διδασκαλίαν των
φίλων του Θεού και αφού οι ηγέται αυτών θεολογούν συμφώνως προς τας σαφείς
ενδείξεις της θεώσεως των θεουμένων και περιορίζονται μεθοδολογικώς και
πνευματικώς εις τα ρήματα και τα νοήματα αυτών.
Αν
και η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστος και εν τη Εκκλησία διδάσκει περί του Θεού
και των σχέσεων Αυτού μετά του κόσμου αλαθήτως, εν τούτοις η Αγία Γραφή εκτός
της Εκκλησίας, του σώματος του Χριστού, της ζώσης Παρακαταθήκης της Ιεράς
Παραδόσεως, δεν διδάσκει αλαθήτως, διότι λείπει η ερμηνευτική ενέργεια του
Αγίου Πνεύματος, ήτις αντικαθίσταται υπό της ενεργείας ξένων προς την θεώσιν
κριτηρίων. Οι οδηγηθέντες υπό του Παρακλήτου Πνεύματος εις πάσαν την αλήθειαν
φίλοι του Θεού γνωρίζουν τί ποιεί ο Κύριος. Ο ευρισκόμενος εκτός της κοινωνίας
των φίλων του Θεού και μη ακολουθών υποτακτικώς την διδασκαλίαν αυτών αγνοεί
την κλείδα της Αγίας Γραφής, διότι ευρίσκεται εκτός της Παρακαταθήκης της
Παραδόσεως, και επομένως εκτός της αληθείας.
Το
κέντρον της Ιεράς Παραδόσεως είναι η εν τη δόξη και τη βασιλεία του Θεού και
του ενσαρκωθέντος Λόγου Αυτού και εν τω Πνεύματι Αυτού ένωσις και θέωσις των
φίλων Αυτού. "Και εγώ την δόξαν ήν δέδωκάς μοι δέδωκα αυτοίς, ίνα ώσιν έν
καθώς ημείς έν εσμέν, εγώ εν αυτοίς και συ εν εμοί, ίνα ώσι τετελειωμένοι εις
έν, και ίνα γινώσκη ο κόσμος ότι συ με απέστειλας και ηγάπησας αυτούς καθώς εμέ
ηγάπησας. Πάτερ, ούς δέδωκάς μοι, θέλω ίνα όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσι μετ'
εμού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν ήν δέδωκάς μοι, ότι ηγάπησάς με προ
καταβολής κόσμου".
Πρόγευσιν
της θέας ταύτης της δόξης του Χριστού είχον οι προφήται της Παλαιάς Διαθήκης, ο
Βαπτιστής Ιωάννης και οι απόστολοι Πέτρος, Ιάκωβος και Ιωάννης εν Θαβώρ κατά
την Μεταμόρφωσιν. Την υψίστην μορφήν εν τη ζωή ταύτη της θέας της δόξης της
Αγίας Τριάδος είχον όλοι οι απόστολοι την Πεντηκοστήν. Ότι ο Χριστός εννοεί την
εντεύθεν του τάφου θέαν της δόξης Αυτού φαίνεται σαφώς από την αιτιολογίαν
"ίνα γινώσκη ο κόσμος ότι συ με απέστειλας ...". Παρομοίαν θέαν της
θείας δόξης είχον και ο πρωτομάρτυς Στέφανος και ο απόστολος Παύλος.
Ο
Παύλος μάλιστα θέτει τας εν δόξη εμφανίσεις του αναστάντος Κυρίου εις το
κέντρον της Ιεράς Παραδόσεως μαζί με τον θάνατον, την ταφήν και την τριήμερον
Ανάστασιν Αυτού, "παρέδωκα γαρ υμίν εν πρώτοις, ό και παρέλαβον, ότι
Χριστός απέθανεν υπέρ των αμαρτιών ημών κατά τας Γραφάς, και ότι ετάφη, και ότι
εγήγερται τη ημέρα τη τρίτη κατά τας Γραφάς, και ότι ώφθη Κηφά, είτα τοις
δώδεκα, έπειτα ώφθη επάνω πεντακοσίοις αδελφοίς εφάπαξ, εξ ών οι πλείονες
μένουσιν έως άρτι, τινές δε εκοιμήθησαν, έπειτα ώφθη Ιακώβω, είτα τοις
αποστόλοις πάσιν, έσχατον δε πάντων ωσπερεί τω εκτρώματι ώφθη καμοί".
Β) Ως
προϋπόθεσις της θεωρίας ή θέας ταύτης της ακτίστου δόξης του Χριστού, ήτοι της
θεώσεως, τίθεται η ου ζητούσα τα εαυτής αγάπη και φιλία μετά αλλήλων και μετά
του Θεού δια της χάριτι Θεού εκριζώσεως της φιλαυτίας. Τον αναστάντα Χριστόν
δεν ορά πλέον ο κόσμος. Μόνον οι θεούμενοι θεωρούν Αυτόν. "Ουκ αφήσω υμάς
ορφανούς, έρχομαι προς υμάς. Έτι μικρόν και ο κόσμος με ουκέτι θεωρεί, υμείς δε
θεωρείτέ με, ότι εγώ ζώ και υμείς ζήσετε. Εν εκείνη τη ημέρα γνώσεσθε υμείς ότι
εγώ εν τω πατρί μου και υμείς εν εμοί καγώ εν υμίν. Ο έχων τας εντολάς μου και
τηρών αυτάς, εκείνός εστιν ο αγαπών με, ο δε αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του
πατρός μου, καγώ αγαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτώ εμαυτόν".
Δηλαδή
η θέωσις ή η θεοπτία ή η θέα της δόξης ή της θεότητος ή της βασιλείας του
Χριστού προϋποθέτει μίαν ριζικήν αλλαγήν της πνευματικής καταστάσεως του
ανθρώπου. Από δούλος, ή μισθωτός, ή και εχθρός, πρέπει να μεταβληθή ο άνθρωπος
εις φίλον του Θεού. Το ότι η φιλία αυτή μετά του Θεού δεν είναι η κατά κόσμον
τοιαύτη, φαίνεται σαφώς από το γεγονός ότι μετά μακράν συναναστροφήν και μόλις
προ της Σταυρώσεως, κατά τον Μυστικόν Δείπνον, ο Χριστός είπεν εις τους
αποστόλους, "υμείς φίλοι μου εστε, εάν ποιήτε ό εγώ εντέλλομαι υμίν,
ουκέτι λέγω υμάς δούλους, ότι ο δούλος ουκ οίδε τί ποιεί αυτού ο κύριος, υμάς
δε είρηκα φίλους ...".46 Η φιλία αυτή κατορθούται χάριτι Θεού
και τη συνεργεία του ανθρώπου δια της καταλλαγής του ανθρώπου τω Θεώ μέσω του
μυστηρίου του Σταυρού και της Αναστάσεως.47 Οι απόστολοι έγιναν
φίλοι του Χριστού, μάλιστα προ της εν Γολγοθά σταυρικής θυσίας, διότι ήραν τον
σταυρόν αυτών και ηκολούθησαν τον Χριστόν.48 Άνευ του μυστηρίου
τούτου δεν δύναται να υπάρχη καταλλαγή τω Θεώ. Επομένως τίθενται εις το κέντρον
της Ιεράς Παραδόσεως οι θεούμενοι προφήται, απόστολοι και άγιοι φίλοι του
Χριστού και αυτόπται μάρτυρες της θεότητος Αυτού, οι μετάσχοντες και μετέχοντες
του μυστηρίου του Σταυρού και της Αναστάσεως, του μεταβάλοντος αυτούς εις
φίλους του Θεού.49
Συνάγεται
εξ όλων των μέχρι τούδε λεχθέντων εν τω δοκιμίω τούτω ότι ο μη δεχόμενος ως
βάσιν και προϋπόθεσιν της θεολογίας τους θεουμένους αγίους δεν δύναται να
γνωρίση τον Χριστόν, ούτε γνωρίζει τί είναι προφήτης και τί είναι απόστολος. Οι
απορρίπτοντες τους αγίους Διαμαρτυρόμενοι και οι αγνοούντες την θέωσιν Παπικοί
ευρίσκονται αποκεκομμένοι από την αλυσίδα της Ιεράς Παραδόσεως και της
αποστολικής διαδοχής και εκτός της αληθείας, εφ' όσον η θέωσις των θεουμένων
είναι η μόνη απλανής και αλάθητος γέφυρα των πιστών προς τον Χριστόν και προς
συμμετοχήν εις την δόξαν και βασιλείαν Αυτού.
Όταν
λοιπόν ερωτώμεν δια τον ακριβέστερον καθορισμόν της Ιεράς Παραδόσεως τί και πώς
δέχεται, φυλάττει και μεταδίδει ο δέκτης, φύλαξ και μεταδότης προφήτης,
απόστολος και άγιος φίλος του Χριστού, δυνάμεθα να απαντήσωμεν ότι δια της
θεώσεως ή θεοπτίας ή ενώσεως μετά του Χριστού, δέχεται, φυλάττει και μεταδίδει
το μυστήριον του Σταυρού και της Αναστάσεως και εν αυτώ τον Πατέρα δια του
ενσαρκωθέντος Λόγου εν Πνεύματι Αγίω.50 Ο Χριστός δια των φίλων
Αυτού και δια των διαδόχων των αποστόλων επισκόπων ενεργεί το μυστήριον του
Σταυρού και της Αναστάσεως εν τοις μυστηρίοις της Εκκλησίας, ίνα οι έχοντες τον
αρραβώνα του Πνεύματος φθάσουν εις την μόνιμον μέθεξιν της πρώτης αναστάσεως
των πέραν του τάφου φίλων Αυτού.51
Το
μυστήριον του Σταυρού και της Αναστάσεως είναι η προ του κόσμου αεί υπάρχουσα
και τοις πάσι κατά δύναμιν χωρούσα και κατ' αξίαν μετεχομένη ποικιλοτρόπως θεία
δόξα, μεγαλειότης και μεγαλοπρέπεια, εν ή οικεί η Αγία Τριάς. Είναι η αγαπητική
ενέργεια του Θεού, η οποία ου ζητεί τα εαυτής και υπερβαίνει πάν κτιστόν
κατηγόρημα και πάσαν ανθρωπίνην και αγγελικήν εμπειρίαν, αισθητήν και νοητήν,
είναι δε και η κολαστική δύναμις, ήτις καταστρέφει την αμαρτίαν και την δύναμιν
των αντιτιθεμένων προς το θέλημα του Θεού και τελειοί, όσον χωρεί, και τους
αμετανοήτους εχθρούς του Θεού δια της κολάσεως αυτών. Εκ των αναριθμήτων και
απείρων και πολυποικίλων της αμερίστως μεριζομένης τοις μεριστοίς απλής και
ενικής δόξης και ενεργείας του Θεού, η θεία εκείνη δύναμις και χάρις, ήτις κατ'
εξοχήν εμόρφωσε και μορφοί την Ιεράν Παράδοσιν δια της υπ' Αυτού καθάρσεως και
του φωτισμού των πιστών και της θεώσεως των θεουμένων, είναι το μυστήριον τούτο
του Σταυρού και της Αναστάσεως.
Ο
αναβαλλόμενος το απρόσιτον αυτό φως ως ιμάτιον Θεός διαιρείται αδιαιρέτως εν
διαιρετοίς και μερίζεται αμερίστως εν μεριστοίς και πολλαπλασιάζεται
απολλαπλασιάστως εν ταις ενεργείαις και τοις χαρίσμασι Αυτού και υπάρχει
ολόκληρος αχωρήτως και απεριορίστως εν εκάστη ενεργεία και εκάστω χαρίσματι
Αυτού, περιβάλλων τας περιβαλλούσας Αυτόν ενεργείας ταύτας, παραμένων
αμετακινήτως τρισυπόστατος εν ταις κατ' ουσίαν σχέσεσιν Αυτού, και απλούς την
φύσιν, δηλαδή την υπερούσιον κρυφιότητα. Η δύναμις αυτή του Σταυρού και της
Αναστάσεως είναι η διαιρουμένη αδιαιρέτως και κατ' αξίαν μετεχομένη αγάπη του
Θεού, ήτις ενεργεί προ του τον κόσμον είναι παρά τω Θεώ, εν τη δημιουργία και
κυβερνήσει του κόσμου, προ της εμφανίσεως του νόμου του Μωϋσέως, μετά τον
νόμον, προ της ενανθρωπήσεως εν τη ενανθρωπήσει, προ της σταυρικής θυσίας, εν
τη σταυρική θυσία και μετά την σταυρικήν θυσίαν. Καθιστά δε την σταυρικήν
θυσίαν, ήτοι την δύναμιν της Αναστάσεως, παρούσαν και ενεργούσαν, εν τη θεία
Ευχαριστία και τοις μυστηρίοις, την κάθαρσιν, τον φωτισμόν και την θέωσιν.56
Δια του μυστηρίου του Σταυρού και της Αναστάσεως και δια της σταυρικής Αυτού
θυσίας ο Χριστός μετά του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος καταλλάσει Εαυτώ τον
κόσμον και ενεργεί την διατροφήν των πιστών και την πνευματικήν αύξησιν και
άνδρωσιν αυτών προς την θέωσιν.
Πρέπει
να τονισθή ότι το μυστήριον ή η δύναμις του Σταυρού και της Αναστάσεως είναι
άκτιστος ενέργεια ή προσόν περί την υπερούσιον κρυφιότητα, το οποίον δεν αποκτά
ο Θεός, αλλά υπάρχει Αυτώ αϊδίως κατά φύσιν. Επομένως η δια της σταυρικής
θυσίας καταλλαγή δεν προσθέτει ούτε αφαιρεί τί από την προς τον κόσμον αγάπην
του Θεού. Η καταλλαγή λοιπόν του ανθρώπου τω Θεώ ουδέποτε δύναται να εκληφθή ως
συμφιλίωσις, δύο αμοιβαίως εχθραινόντων αλλήλους. Ο Θεός ουδέποτε παύει να
είναι και εις τους εχθρούς Αυτού φίλος κατά την ιδίαν Αυτού αγάπην. Ακριβώς δια
τον λόγον αυτόν ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερμηνεύων τον απόστολον Παύλον
γράφει, "καταλλάγητε τω Θεώ. Και ουκ είπε καταλλάξατε εαυτοίς τον Θεόν, ου
γαρ εκείνός εστιν ο εχθραίνων, αλλ' ημείς, Θεός γαρ ουδέποτε εχθραίνει".58
Ο Θεός γίνεται εχθρός και κολαστική δύναμις μόνον εξ επόψεως των κατά την ιδίαν
αυτών βούλησιν και αντίληψιν αντιτιθεμένων κατά της αγάπης του Θεού. Δια τον
λόγον αυτόν ο άνθρωπος και όχι ο Θεός καταλλάσεται δια του μυστηρίου του
Σταυρού και δια της καταλλαγής ταύτης μεταμορφούται από εχθρόν εις φίλον του
Θεού και ούτως η δύναμις του Σταυρού παρέχει την μέθεξιν εις την Ανάστασιν του
Χριστού. Δια της μονίμου καταστάσεως της θεώσεως το μυστήριον του Σταυρού
γίνεται των θεουμένων η ανάστασις.59
Το
μυστήριον αυτό του Σταυρού, το οποίον είναι το μυστήριον της Αναστάσεως των
μονίμως μετεχόντων αυτού θεουμένων, είναι η θεία εκείνη δύναμις, ήτις συνέχει
και μορφοποιεί την Ιεράν Παράδοσιν, αλλά και χωρίζει από Αυτήν τον παλαιόν
κόσμον της πλάνης και της απωλείας.
Οι
αντιτιθέμενοι κατά του θελήματος του Θεού όσον αφορά κυρίως εις την δια του
μυστηρίου του Σταυρού θέωσιν αυτών είναι εχθροί του Θεού δια των αμαρτιών αυτών
και της τυφλώσεως αυτών, και όταν ακόμη νομίζουν κατά φαντασίαν και
συναισθηματικώς ότι τα έχουν καλά με τον Θεόν. Άλλοι βλέπουν τον Θεόν
εχθραίνοντα παρά την πραγματικότητα της προς αυτούς φιλίας και αγάπης του Θεού.
Εξ αιτίας της σκληρύνσεως των ούτω συναισθηματικώς αφελών και των θεωρούντων ή
φανταζομένων τον Θεόν ως εχθρόν, η αγάπη και η φιλία και η θεωτική χάρις και
δόξα και βασιλεία και τόπος και μονή του Θεού καταφθάνει εις τους αμετανοήτους
αφελείς και εχθρούς του Θεού και εις τους πεπτωκότας αγγέλους ως πυρ το
αιώνιον, σκότος το εξώτερον και τόπος βασάνων.60
Η
Παρακαταθήκη και η Ιερά Παράδοσις είναι ο χώρος της καθαρτικής, φωτιστικής και
θεωτικής ενεργείας του Θεού, ενώ η κόλασις είναι ο χώρος της καθαρτικής μεν
αλλά πυρακτικής και κολαστικής ενεργείας του Θεού. Η φωτιστική, πυρακτική,
θεωτική και κολαστική ενέργεια του Θεού είναι μία και απλή αλλά μερίζεται
αμερίστως εν μεριστοίς κατά την αξίαν των μετεχόντων ή των μη μετεχόντων. Όλοι
φθάνουν και θα φθάσουν εις την επίγνωσιν της αληθείας της φανερώσεως του
Χριστού εν δόξη, αλλά δεν θα μετέχουν όλοι.61 Αντιθέτως δέ, θα
κολάζωνται από την θέαν του ακτίστου πυρός και η κατάστασις αυτή εν τόποις
βασάνων θα είναι δια τους κολαζομένους η σωτηρία αυτών.62
Ο
απόστολος Παύλος γράφει εν προκειμένω, "θεμέλιον γαρ άλλον ουδείς δύναται
θείναι παρά τον κείμενον, ός εστιν Ιησούς Χριστός, ει δε τις εποικοδομεί επί
τον θεμέλιον χρυσίον, αργύριον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμην, εκάστου
το έργον φανερόν γενήσεται, η γαρ ημέρα δηλώσει, ότι εν πυρί αποκαλύπτεται, και
εκάστου το έργον οποίόν εστιν το πυρ αυτό δοκιμάσει. Εί τινος το έργον μενεί ό
εποικοδόμησεν, μισθόν λήψεται, εί τινος το έργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται,
αυτός δε σωθήσεται, ούτως δε ως δια πυρός".63
Εις
την περιγραφήν της κολάσεως χρησιμοποιούνται αι αντιθέσεις "πύρ" και
"σκότος", διότι αντιστοιχούν με το "φώς" και τον
"γνόφον", ήτοι την "φωτεινήν νεφέλην" ή τον "λαμπρινόν
γνόφον" τον επισκιάζοντα και φωτίζοντα υπερνοητώς τους δεχομένους την
αποκάλυψιν δοξασμένους ή θεουμένους. Ακριβώς όπως η δόξα του Θεού είναι εις την
εμπειρίαν την αποκαλυπτικήν των προφητών, αποστόλων και αγίων "φώς"
και "γνόφος",64 εμφαινομένη ως φωτεινή νεφέλη περιβάλλουσα
και έσωθεν φωτίζουσα και ποτίζουσα και συνάμα υπερβαίνουσα πάν νοητόν και
αισθητόν κατηγόρημα, ούτω και εις τους κολαζομένους η ιδία δόξα και το ίδιον
φως εμφανίζεται ως "πύρ καταναλίσκον"65 και "σκότος
εξώτερον"66 και "τόπος βασάνων"67 και εις
τους μη τελείους ακόμη πιστούς η φωτεινή νεφέλη εμφαίνεται ως "καπνός
αστραπτόμενος".68
Ενώ
ο μετέχων εις τους κόλπους του Αβραάμ πτωχός Λάζαρος ευφραίνεται, ο μη μετέχων
αλλά εις επίγνωσιν της αληθείας καταφθάνων πλούσιος, βασανίζεται από την θέαν
της ιδίας πραγματικότητος.69 Η απάντησις του Αβραάμ προς τον
πλούσιον "έχουσι Μωϋσέα και τους προφήτας" σημαίνει απλούστατα ότι οι
προφήται είδον τον Θεόν εν λαμπρώ γνόφω και εγνώρισαν ότι δια τους μη αγαπώντας
τον Θεόν και μη ποιούντας το θέλημα Αυτού το ίδιον φώς-γνόφος είναι πυρ
καταναλίσκον, σκότος εξώτερον, και τόπος βασάνων.70
Εις
τον μη ανιόντα επί το όρος και εκτός της θεωρίας παραμείνοντα πιστόν και
πρόσκαιρα ηγνισμένον παραγγέλει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, "καπνιζόμενόν τε
το όρος βλεπέτω και καταστραπτόμενον, απειλήν τε ομού και θαύμα τοις ανιέναι μη
δυναμένοις".71
Όσον
αφορά εις τα ανωτέρω περί κολάσεως ο αυτός άγιος γράφει τα εξής, "όστις δε
υπό της συζυγίας χείρων εγένετο, και τοσούτον τω πηλώ συνεσχέθη, ως μη
δυνηθήναι εμβλέψαι προς τας της αληθείας αυγάς, μηδέ υπέρ τα κάτω γενέσθαι,
γεγονός άνωθεν, και προς τα άνω καλούμενος, άθλιος ούτος εμοί της τυφλώσεως,
καν ευροή τοις ενταύθα, και τοσούτω πλέον, όσω περ αν μάλλον υπό της ευροίας
παίζηται, και πείθηται άλλο τι καλόν είναι προ του όντος καλού, πονηρόν πονηράς
δόξης καρπόν δρεπόμενος, ή ζόφον κατακριθήναι, ή ως πυρ ιδείν, όν
ως φως ουκ εγνώρισεν".72
Εκ
των ανωτέρω φαίνεται σαφώς ότι και της κολάσεως η εμπειρία του πυρός και του
σκότους υπερβαίνει την αίσθησιν, την λογικήν και την νόησιν. Ούτε δύναται όμως
το σκότος της κολάσεως να χαρακτηρισθή ως άγνοια ή έλλειψις ή κενόν ως θα
συνέβαινε με μίαν καθαρώς φιλοσοφικήν μορφήν της αποφατικής θεολογίας. Το ότι η
της αποκαλύψεως αποφατική θεολογία της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης και των
αγίων Πατέρων αφορά και εις την κόλασιν και το ότι βασίζεται αποκλειστικώς η
περί αυτής ορθή διδασκαλία εις τους θεουμένους αναπτύσσει ο άγιος Γρηγόριος ο
Παλαμάς συνοψίζων την διδασκαλίαν της Εκκλησίας ως εξής, "οι δε τω μη
παθείν τα θεία, μηδ' ιδείν μηδαμώς πιστεύοντες ως φως υπέρ φως οράσθαι τον
Θεόν, αλλά λογικώς μόνον θεωρείσθαι (διδασκαλία του ακολουθούντος τον
Αυγουστίνον και την φραγκολατινικήν παράδοσιν Βαρλαάμ), τυφλοίς εοίκασιν, οι
της του ηλίου θέρμης μόνης αντιλαμβανόμενοι τοις ορώσιν απιστούσιν ότι και
φαιδρός εστιν ο ήλιος. Ει δε και τους ορώντας οι τυφλοί μεταδιδάσκειν
εγχειρούσιν, ως ου φως εστιν ο εν αισθητοίς φανότατος απάντων ήλιος,
καταγέλαστοι μεν ούτοι τοις αισθητώς ορώσιν έσονται. Εκείνοι δ' οι τα
παραπλήσια πάσχοντες περί τον του παντός υπερανιδρυμένον "τής δικαιοσύνης
ήλιον",73 ου παρά των νοερώς ως αληθώς ορώντων μόνον, αλλά και
παρά των πιστευόντων τοις ορώσι θρηνηθήσονται, μη μόνον ότι του Θεού δι'
υπερβολήν της περί ημάς αγαθότητος, εκ του πάντων εξηρημένου και αλήπτου και
αφθέγκτου, προς το νώ μεθεκτόν τε και θεωρητόν αοράτως συγκαταβαίνοντος καθ'
υπερούσιον εαυτού δύναμιν ανεκφοίτητον, αυτοί μένουσιν ανέραστοι προς τον
αυτοπτικόν και αυτονόητον εκείνον έρωτα, αλλ' ότι και τοις προς το φως εκείνο
χειραγωγούσι δια των λόγων υπό φιλανθρωπίας αγίοις ουκ εθέλοντες έπεσθαι, κατά
κρημνών φέρουσιν εαυτούς και συγκατασπάν επιχειρούσι τους πειθομένους, ως αν
δήπου κοινωνούς σχοίεν όταν "ως πυρ ίδωσιν" κατά τον Θεολόγον
Γρηγόριον "όν ως φως ουκ εγνώρισαν",74 ουδέ επίστευσαν.
Αλλά γαρ και το πυρ εκείνο σκοτεινόν, μάλλον δε τω ηπειλημένω σκότει ταυτόν.
Ταύτα δε "τώ διαβόλω και τοις Αγγέλοις αυτού προητοίμασται"75
κατά τον του Κυρίου λόγον. Ουκούν ούτε αισθητόν απλώς, αμοιρούσι γαρ αισθήσεως
προητοίμασται τοις πονηροίς αγγέλοις, ούθ απλώς άγνοια τουτί το σκότος, ου γαρ
αγνοήσουσι τότε μάλλον τον Θεόν ή νυν οι νυν τοις κληρονόμοις του σκότους
εκείνου πεπεισμένοι, μάλλον, μεν ουν και βέλτιον είσονται, "πάσα γαρ φησι
σάρξ εξομολογήσεται ότι Κύριος Ιησούς Χριστός εις δόξαν Θεού Πατρός"
αμήν".76
Η
εις τους προφήτας, αποστόλους και αγίους φανέρωσις ταύτη της αγαπητικής και
κολαστικής δυνάμεως του Θεού, την οποίαν όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι θα δούν ή
ως φως ή ως πύρ, φέρει αμέσως προ οφθαλμών και την ριζικήν διαφοράν μεταξύ της
διδασκαλίας ταύτης και αυτής των Πλατωνικών και των ακολουθούντων τον ιερόν
Αυγουστίνον Προτεσταντών και Παπικών οίτινες διδάσκουν ότι η θέα της θείας
ουσίας (!!!) συνεπάγεται την ευδαιμονία