Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Κεντρική Σελίδα

Δογματικά θέματα

Η Χιλιετής Βασιλεία είναι Παρούσα * Ο Φωτισμός είναι η Βασιλεία των αγίων * Άκτιστη και κτιστή Εκκλησία * Οι έννοιες τής Βασιλείας τού Θεού

Το Μυστήριο ως Πραγματικότητα

Η "πληρότητα" τής Βασιλείας τού Θεού

Τού π. Στεφάνου Φρήμαν

Μετάφραση Κ. Ν.

 

Πηγή: https://glory2godforallthings.com

Ο C.S. Lewis κάποτε συζήτησε το ζήτημα του πώς οι άγγελοι (και τα όμοια) μπορούσαν να περάσουν μέσα από έναν τοίχο. Η απάντησή του ήταν ενδιαφέρουσα: πρότεινε πως μπορούσαν να το κάνουν αυτό, όχι επειδή ήταν λιγότερο «ουσιαστικοί» (με την έννοια της ύπαρξης ουσίας), αλλά επειδή ήταν περισσότερο ουσιαστικοί. Όπως ακριβώς ένας βράχος είναι πιο «ουσιαστικός» από το νερό ή τον αέρα, έτσι -υποστήριξε- ένας άγγελος (ή κάτι όμοιο) είναι πιο «ουσιαστικός» από την δική μας υλικότητα. Φυσικά, αυτό είναι εντελώς συζητήσιμο και μη αποδείξιμο. Αποτελεί, ωστόσο, μια χρήσιμη εικόνα για να στοχαστούμε πάνω σε μια άλλη πτυχή της πραγματικότητας, εκείνη που η Εκκλησία περιγράφει ως «μυστήριο». Η τάση μας, όταν σκεφτόμαστε οτιδήποτε δεν βλέπουμε με άμεσο τρόπο, είναι να υποθέτουμε πως ή πρόκειται για κάτι φανταστικό ή για κάτι νοητό - δηλαδή, πως δεν είναι κάτι περισσότερο από μια ιδέα. Αυτό εξηγεί τον σύγχρονο τρόπο που αντιμετωπίζονται τα μυστήρια ως «μνημονεύσεις» ή κάτι παρόμοιο. Οτιδήποτε δεν μπορούμε να «αγγίξουμε», είναι απλώς μια ιδέα.

Ως ένα βαθμό, αυτή η προσέγγιση δεν συμπεριλαμβάνει μόνο τα μυστήρια, αλλά και τον ίδιο τον Θεό. Ο «Θεός της κατανόησής μας» εύκολα γίνεται τίποτα περισσότερο από μια απλή κατανόηση. Η ριζοσπαστική δήλωση της Ορθόδοξης πίστης (και του κλασικού Χριστιανισμού γενικότερα) είναι ότι το «μυστήριο» της Βασιλείας του Θεού είναι το ίδιο το θεμέλιο και το νόημα αυτού που είναι «πραγματικό», ενώ ό,τι βλέπουμε και αγγίζουμε είναι εφήμερο και εξαρτημένο, στερούμενο κάθε έσχατης πραγματικότητας.

«μη σκοπούντων ημών τα βλεπόμενα, αλλά τα μη βλεπόμενα. Τα γαρ βλεπόμενα πρόσκαιρα, τα δε μη βλεπόμενα αιώνια.»  (Β΄ Κορ. 4:18).

Υπάρχει ένα είδος «μυστηριακότητας» που χαρακτηρίζει πολλούς σύγχρονους Χριστιανούς, οι οποίοι ακολουθούν αυτό που εξωτερικά μοιάζει με τον κλασικό Χριστιανισμό. Οι μορφές διατηρούνται, αλλά ο νους που τις συνοδεύει έχει υιοθετήσει τις στάσεις του «λιγότερο από πραγματικού» προς ό,τι βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια. Ο πολιτισμός μας είναι διαποτισμένος από «συναισθηματισμό», δηλαδή την ιδέα πως αυτό που νιώθω (ή σκέφτομαι) για κάτι είναι αυτό που έχει σημασία. Τα πράγματα για τα οποία σκεφτόμαστε ή νιώθουμε έχουν σημασία - μόνο ως αφορμή για την σκέψη και το συναίσθημά μας.  Όμως το κήρυγμα της Βασιλείας του Θεού έρχεται σε πλήρη αντίθεση με αυτή την προσέγγιση.

Ο Χριστός κηρύττει την έλευση της Βασιλείας του Θεού. Δεν πρόκειται για κάποιο «κατοπινό» γεγονός το οποίο ακόμη αναμένουμε. Εγκαινιάστηκε, με τον ερχομό του ίδιου του Χριστού: «ήρξατο δε λέγειν προς αυτούς ότι σήμερον πεπλήρωται η γραφή αύτη εν τοις ωσίν υμών.»  (Λουκ. 4:21). Ούτε ο Χριστός ανήγγειλε κάποια διαδικασία, την έναρξη ενός εγχειρήματος που ανέθετε στην Εκκλησία Του. Το μυστήριο της Βασιλείας του Θεού δεν αποτελεί έργο ανθρώπων, ούτε μέρος μιας ιστορικής διαδικασίας. Η Βασιλεία του Θεού είναι ακέραιη και πλήρης - και ανέκαθεν υπήρξε τέτοια (και δεν μπορεί να είναι διαφορετικά).

Αυτό είναι απολύτως ουσιαστικό για την κατανόηση του κηρύγματος του Ευαγγελίου, καθώς και της θέσης του στη ζωή μας (ή, ακριβέστερα, της θέσης της ζωής μας εντός αυτού). Η Βασιλεία του Θεού είναι ταυτόχρονα κρυμμένη και φανερούμενη· έρχεται μέσω αποκάλυψης, φανέρωσης, εισβολής, και ξεσκεπάσματος του κρυμμένου. Ήταν κρυμμένη εξ αρχής, αλλά και πάντοτε υπήρχε από την αρχή, στην πληρότητά της. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε πως το Πνεύμα του Θεού ανέκαθεν υπάρχει, στην πληρότητά Του. Εμείς «γεμίζουμε» με το Άγιο Πνεύμα. Εκείνος είναι «πανταχού παρών και τα πάντα πληρών». Η πληρότητα αποτελεί ουσιώδες χαρακτηριστικό της Βασιλείας. Αν εμείς  δούμε κάτι από αυτήν εν μέρει, αυτό δεν συμβαίνει επειδή η ίδια η Βασιλεία είναι εν μέρει, αλλά επειδή η πληρότητά της δεν έχει ακόμη φανερωθεί.

Αυτό είναι σημαντικό, καθώς αγγίζει τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο στεκόμαστε απέναντι στη Βασιλεία, καθώς και τον θεμελιώδη προσανατολισμό της χριστιανικής μας ύπαρξης. Η νεωτερικότητα μάς έμαθε να σκεφτόμαστε με όρους διαδικασίας, εξέλιξης και χρονικότητας. Φανταζόμαστε τους εαυτούς μας ως δημιουργούς και πρωτεργάτες. Πάρα πολλοί (ακόμη και μεταξύ των Ορθοδόξων) αντιλαμβάνονται την «συνέργειά» μας με τον Θεό ως μια αμοιβαία συνεισφορά σε ένα κοινό προϊόν. Όμως, το «προϊόν» της πνευματικής ζωής είναι η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος - δηλαδή, το ίδιο το Άγιο Πνεύμα. Εμείς δεν μπορούμε να συνεισφέρουμε ούτε το παραμικρό προς αυτό τον σκοπό.

Η θέωση αποτελεί το δηλωμένο τέλος και σκοπό της χριστιανικής ζωής. Σύμφωνα με τον Άγιο Μάξιμο, αυτό σημαίνει το να γίνει κανείς «άκτιστος κατά χάριν». Δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να κάνει το κτιστό ον για να κάνει τον εαυτό του άκτιστο. Αυτό είναι αποκλειστικά έργο του Θεού. Όταν μιλάμε για «συνέργεια», κανονικά εννοείται η αποδοχή μας ενός ολοκληρωμένου έργου, και όχι μια προσθήκη σε κάτι ημιτελές. Η παρερμηνεία σε αυτό έχει συμβάλλει σε έναν αυξανόμενο Πελαγιανισμό μέσα στη σύγχρονη σκέψη.

Τα μυστήρια αναμφίβολα παραπέμπουν στην ολοκληρωμένη πραγματικότητα του μυστηρίου της Βασιλείας. Μια χαρακτηριστική ευχή στην ακολουθία του Βαπτίσματος λέει:

«Ο λύτρωσιν αμαρτιών, δια τού αγίου Βαπτίσματος, τω δούλω (τη δούλη) σου…. δωρησάμενος, και ζωήν αναγεννήσεως αυτώ (αυτή) χαρισάμενος· Αυτός, Δέσποτα Κύριε, τον φωτισμόν τού προσώπου σου εν τη καρδία αυτοίς (αυτής) εναυγάζειν δια παντός ευδόκησον· τον θυρεόν τής πίστεως αυτού (αυτής) ανεπιβούλευτον εχθροίς διατήρησον· το τής αφθαρσίας ένδυμα, ό περιεβάλετο, αρρύπωτον εν αυτώ (αυτή) και αμόλυντον διαφύλαξον· άθραυστον εν αυτώ (αυτή) την πνευματικήν σφραγίδα τη χάριτί σου διατηρών, και ίλεως αυτώ (αυτή) τε και ημίν γενόμενος, κατά το πλήθος τών οικτιρμών σου».

Κατά τον ίδιο τρόπο, η Θεία Λειτουργία είναι γεμάτη από αναφορές σε ένα ολοκληρωμένο έργο, συχνά αναφέροντας πράγματα που εμείς τα θεωρούμε μελλοντικά, σαν να είναι του παρελθόντος:

«Συ εκ τού μη όντος εις το είναι ημάς παρήγαγες, και παραπεσόντας ανέστησας πάλιν, και ουκ απέστης πάντα ποιών, έως ημάς εις τον ουρανόν ανήγαγες, και την Βασιλείαν σου εχαρίσω την μέλλουσαν.»

(Εσύ είσαι Εκείνος που μας έφερε από την ανυπαρξία στην ύπαρξη, κι όταν πέσαμε μας ξανασήκωσες, και δεν σταμάτησες να κάνεις τα πάντα μέχρι να μας ανεβάσεις στον ουρανό και να μας χαρίσεις την μέλλουσα Βασιλεία Σου.)

Πρόκειται για μια πολύ παράξενη γραμματική δομή: «…μέχρι που μας ανέβασες στον ουρανό [παρελθόντα χρόνο]» και «μας χάρισες [παρελθόντα χρόνο] την Βασιλεία Σου την μέλλουσα [μέλλον]». Αυτή είναι η «εσχατολογική» φύση της πίστης. Εκείνο που πρόκειται να έρθει έχει ήδη εισέλθει στον κόσμο, καθιστώντας μας, ήδη από τώρα, αυτό που θα γίνουμε.

Ο θεμελιώδης προσανατολισμός μας σε μια τέτοια ζωή είναι προς την σωτηρία μας - ως δωρεά. Ο Θεός δίνει, εμείς λαμβάνουμε. Γι’ αυτό τον λόγο, η ζωή μας οφείλει να χαρακτηρίζεται, πρωτίστως, από ευχαριστία: πάντοτε και για τα πάντα.

Υπάρχουν λεπτές παραμορφώσεις που μας απομακρύνουν από αυτόν τον τρόπο ζωής. Συχνά τείνουμε να αντιλαμβανόμαστε τον Θεό ως Εκείνον που μας παρέχει χάρη (βοήθεια), για να μπορέσουμε οι ίδιοι να πράξουμε το ένα ή το άλλο, ή να γίνουμε το ένα ή το άλλο. Έτσι, η έμφαση πηγαίνει στο τι κάνουμε εμείς, ενώ ο Θεός υποβιβάζεται σε ένα βοηθητικό ρόλο. Αυτό όμως αποτελεί πορεία που οδηγεί στο άγχος, την αποτυχία και την απελπισία.

Οι Φαρισαίοι ήταν πρωταθλητές αυτής της προσέγγισης, επιδιδόμενοι με ζήλο στην άσκηση κάθε πράξης που θεωρούσαν αγαθή. Ταυτόχρονα, εξοργίζονταν βλέποντας τους τελώνες και τις πόρνες να λαμβάνουν δωρεάν περισσότερα και απ’ όσα οι ίδιοι είχαν κατορθώσει. Τελικά, επιδίωξαν να καταστρέψουν τον Ίδιο τον Δότη των δωρεών.

Αυτή η αντίληψη για την Βασιλεία του Θεού - ως μυστήριο, ως το πλήρως ολοκληρωμένο τέλος των πάντων, το οποίο ωστόσο εισέρχεται ήδη στη ζωή και τον κόσμο μας - απουσιάζει από τη σύγχρονη χριστιανική σκέψη. Έχει χαθεί και αντικατασταθεί από ιστορικοποιημένες χρονολογίες, οι οποίες εκθειάζουν την ιστορική διαδικασία, πάνω από την χριστιανική εσχατολογία. Μάλιστα, η λέξη «εσχατολογία» έχει αλλοιωθεί, για να σημαίνει απλώς «γεγονότα που θα συμβούν στο Τέλος του Χρόνου» (συχνά συνοδευόμενα από τις παράλογες θεωρίες του Ντάρμπι). Η Βασιλεία του Θεού έχει μετατοπιστεί εκτός πλανήτη και έχει γίνει συνώνυμη με έναν «ουρανό» που υπάρχει «κάπου αλλού» και ο οποίος, στην καλύτερη περίπτωση, θα έρθει εδώ, μόνο στο Τέλος του Χρόνου. Αυτή δεν είναι η χριστιανική πίστη, όπως αποκαλύφθηκε από τον Χριστό και κηρύχθηκε από τους Αποστόλους.

Το μυστήριο της Βασιλείας του Θεού είναι πραγματικό και αληθινό - μάλιστα, αποτελεί το θεμέλιο της πραγματικότητας και της αλήθειας.  Μας βυθίζουν μέσα σε αυτήν κατά το Βάπτισμα, και το τρώμε και το πίνουνε στην Θεία Ευχαριστία. Ολόκληρη η χριστιανική ζωή διαμορφώνεται, όπως οφείλει, από την παρουσία της. Η σωτηρία μας δεν είναι τίποτε άλλο παρά η φανέρωση και η αποκάλυψη αυτής της Βασιλείας μέσα μας.

Φέρνω στον νου τα λόγια του Αγίου Παύλου:

«Τη προσευχή προσκαρτερείτε, γρηγορούντες εν αυτή εν ευχαριστία, προσευχόμενοι άμα και περί ημών, ίνα ο Θεός ανοίξη ημίν θύραν τού λόγου, λαλήσαι το μυστήριον τού Χριστού, δι' ό και δέδεμαι».

(Να προσβλέπετε στην προσευχή, αγρυπνώντας σε αυτήν με ευχαριστία· προσευχόμενοι ταυτόχρονα και για εμάς, ώστε ο Θεός να μας ανοίξει μια θύρα του λόγου, για να κηρύττουμε το μυστήριο του Χριστού - για το οποίο βρίσκομαι και δεσμώτης». (Κολ. 4:2-3).

Δημιουργία αρχείου: 21-10-2026.

Τελευταία μορφοποίηση: 21-10-2026.

ΕΠΑΝΩ