Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Κεντρική Σελίδα

Αγία Γραφή και Προτεσταντισμός

Τα βιβλία τής Αγίας Γραφής * Διαβαθμίσεις των βιβλίων * Η διάκριση Θείων και Θεοπνεύστων βιβλίων * Είναι η Αγία Γραφή η ΜΟΝΗ πηγή πίστης; * Είναι το Sola Scriptura (μόνον η Γραφή) το κλειδί για την αλήθεια; * Ήταν οι Ορθόδοξοι Πατέρες οπαδοί του Προτεσταντικού δόγματος Sola Scriptura («μόνο η Αγία Γραφή»); * Η Εκκλησία ως εγγυήτρια τής Αγίας Γραφής

Ποιος αποφάσισε

τι να περιέχει η Αγία Γραφή;

Απομαγνητοφώνηση - Μετάφραση: Κ. Ν.

 

Πηγή: https://youtu.be/YiR3h2deOIQ

Η Αγία Γραφή δεν διέθετε εξ αρχής ένα Πίνακα Περιεχομένων.

Κανένα βιβλίο στην Καινή Διαθήκη σας δεν σάς λέει ποια βιβλία ανήκουν στην Καινή Διαθήκη.

Επί 367 χρόνια μετά την Ανάσταση του Ιησού Χριστού, κανείς δεν είχε μια ολοκληρωμένη λίστα.  Η Εκκλησία βάπτιζε, η Εκκλησία κήρυττε, η Εκκλησία αντιμετώπιζε λιοντάρια - και όλα αυτά, χωρίς το Βιβλίο που κρατάτε σήμερα στα χέρια σας.

Άρα, ποιός αποφάσισε τι θα περιείχε η Αγία Γραφή;

Επιτρέψτε μου να σας επισημάνω κάτι που οι περισσότεροι Χριστιανοί δεν έχουν αναλογιστεί ποτέ.

Όταν ο Απόστολος Παύλος έγραψε την Επιστολή του προς τους Ρωμαίους γύρω στο έτος 57 μ.Χ., δεν είχε κατά νου πως έγραφε ένα τμήμα μιας Αγίας Γραφής.  Έγραφε μια Επιστολή προς μια συγκεκριμένη Εκκλησία, για μια συγκεκριμένη κατάσταση.

Όταν ο Απόστολος Ιωάννης έγραψε το κείμενο της Αποκάλυψης γύρω στο 95 μ.Χ., δεν σκεφτόταν πως έγραφε το τελευταίο βιβλίο ενός έργου που ονομαζόταν «Αγία Γραφή». Κατέγραφε ένα όραμα που του δόθηκε από τον Θεό, όταν βρισκόταν εξόριστος στο νησί της Πάτμου.

Για την πρώτη γενιά των Χριστιανών, δεν υπήρχε «Αγία Γραφή». Υπήρχαν Επιστολές που κυκλοφορούσαν μεταξύ Εκκλησιών.  Υπήρχαν τα τέσσερα Ευαγγέλια, τα οποία τα αντέγραφαν και τα μοίραζαν. Υπήρχαν προφορικές παραδόσεις, που μεταδίδονταν από τους ίδιους τους Αποστόλους.   Αλλά δεν υπήρχε καμία «Αγία Γραφή» μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Μετά ήρθε ο Μαρκίων.

Το έτος 144 μ.Χ. στην πόλη της Ρώμης, ένας άνδρας ονόματι Μαρκίων από την Σινώπη είχε αφορισθεί από την Χριστιανική Εκκλησία. Ποιό ήταν το έγκλημά του; Το συμπίλημα της πρώτης Χριστιανικής Βίβλου στην Ιστορία.

Ο Μαρκίων ήταν ένας πλούσιος εφοπλιστής, ο γιος ενός επισκόπου, ο οποίος πίστευε κάτι βαθύτατα λανθασμένο. Πίστευε πως ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης ήταν ένας κακός Δημιουργός, και πως ο Θεός του Ιησού Χριστού ήταν ένας εντελώς διαφορετικός, στοργικός Θεός.

Έτσι ο Μαρκίων έπιασε το «κόψε-ράψε» των Γραφών.

-Απέρριψε ολόκληρη την Παλαιά Διαθήκη.

-Απέρριψε τρία από τα τέσσερα Ευαγγέλια.

-Κράτησε μόνο μια απλοποιημένη εκδοχή του Ευαγγελιστή Λουκά.

-Και κράτησε 10 επιστολές του Αποστόλου Παύλου – διορθωμένες, ώστε να αφαιρεθεί κάθε αναφορά στον Ιουδαϊσμό.

11 βιβλία. Αυτή ήταν η «Αγία Γραφή» του Μαρκίωνα.

Και ήταν το πρώτο συμπίλημα Χριστιανικού Κανόνα που έγινε ποτέ.

Η Εκκλησία όμως είχε ένα πρόβλημα.

Μέχρι τον Μαρκίωνα, οι Χριστιανοί χρησιμοποιούσαν τις Γραφές, χωρίς να έχουν την ανάγκη να ορίσουν ποια ακριβώς βιβλία αποτελούσαν ένα σύνολο Γραφών.  Και τώρα, ένας δημοφιλής αιρετικός κήρυττε μια ακρωτηριασμένη «Αγία Γραφή» σε όλη την έκταση της Αυτοκρατορίας.

Όπως το έθεσε ο Χριστιανός συγγραφέας Τερτυλλιανός, ο Μαρκίων «φύτευε εκκλησίες, όπως οι σφήκες φτιάχνουν φωλιές».  Μαρκιωνίτικα εκκλησιάσματα ξεπρόβαλλαν στην Ρώμη, στην Καρχηδόνα, στην Αντιόχεια, στην Συρία…

Οι Ορθόδοξοι Επίσκοποι έπρεπε να επέμβουν. Έπρεπε να πουν με σαφήνεια ποια βιβλία άφησαν πίσω τους οι Απόστολοι, ποια γραπτά ήταν πάντα αποδεκτά από την Εκκλησία, ποιες Επιστολές και ποια Ευαγγέλια όντως μετέδιδαν την Πίστη.

Και έτσι ξεκίνησε το μακροχρόνιο έργο του ορισμού του Κανόνα (της Αγίας Γραφής).  Χρειάσθηκαν άλλα 200 χρόνια για να ολοκληρωθεί.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν αποφάσιζαν με ψηφοφορίες ποιά Βιβλία ήταν Γραφές. Χρησιμοποιούσαν τέσσερα κριτήρια:

 

1.  Αποστολική προέλευση.

Ένα Βιβλίο έπρεπε να έχει γραφτεί από έναν Απόστολο ή από ένα στενό σύντροφο ενός Αποστόλου, όπως  ο Μάρκος, που περπάτησε μαζί με τον Πέτρο, ο Λουκάς, που ταξίδεψε με τον Παύλο.  Αυτοί οι άνδρες έφεραν Αποστολική εξουσία.

 

2.  Καθολική αποδοχή.

Ένα Βιβλίο έπρεπε να γίνει αποδεκτό από τις Εκκλησίες ολόκληρης της Αυτοκρατορίας: από την Ρώμη μέχρι την Αλεξάνδρεια, από την Αντιόχεια μέχρι την Ιερουσαλήμ.  Δεν αρκούσε ένα τοπικά προτιμώμενο γραπτό.  Έπρεπε να αναγνωριστεί από ολόκληρη την Εκκλησία.

 

3.  Δογματική συνέπεια.

Ένα Βιβλίο έπρεπε να συμφωνεί με αυτά που πάντοτε δίδασκε η Εκκλησία - τον κανόνα της Πίστεως που παραδόθηκε από τους Αποστόλους. Αν ένα γραπτό δίδασκε ένα διαφορετικό Χριστό, ένα διαφορετικό Θεό, ένα διαφορετικό Ευαγγέλιο, απορριπτόταν.

 

4.  Λειτουργική χρήση.

Γινόταν όντως ανάγνωση του Βιβλίου κατά την Κυριακάτικη Ευχαριστία;  Το χρησιμοποιούσαν για να διδάσκει τους κατηχούμενους που προετοιμάζονταν για το Βάπτισμα;

 

Τα 4 αυτά κριτήρια δεν εντοπίζονται μέσα στην Αγία Γραφή.  Προήλθαν από την βιούμενη Παράδοση της Εκκλησίας.

Και κάτι για το οποίο οι περισσότεροι Χριστιανοί δεν είχαν ποτέ λάβει γνώση:

7 βιβλία μέσα στην Καινή Διαθήκη σας κάποτε είχαν αμφισβητηθεί.  Η πρώιμη Εκκλησία τα ονόμασε «αντιλεγόμενα» - που σημαίνει πως είχαν «σχολιασθεί αρνητικά».

Η Προς Εβραίους Επιστολή. Κανένας συγγραφέας δεν κατονομάζεται μέσα στο κείμενο. Η δυτική Εκκλησία την αμφισβητούσε επί αιώνες.

Η Επιστολή Ιακώβου. Ο ιστορικός Ευσέβιος Καισαρείας έγραψε πως ελάχιστοι από τους αρχαίους το παραθέτουν.

Η Β’ Επιστολή Πέτρου. Πολλοί στην πρώιμη Εκκλησία πίστευαν πως ήταν πλαστογραφία.

Η Β’ Επιστολή Ιωάννου, η Γ’ Επιστολή Ιωάννου, Πολύ μικρή, περιορισμένη η κυκλοφορία τους. Κάποιοι αμφισβήτησαν τον συγγραφέα.

Η Επιστολή Ιούδα. Μοιάζει να παραθέτει από το Απόκρυφο Βιβλίο του Ενώχ. Αυτό προβλημάτισε πολλούς Πατέρες,

και το Βιβλίο της Αποκαλύψεως. Η Ανατολική Εκκλησία άργησε να το αποδεχτεί. Ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων το είχε απορρίψει. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος δεν το παρέθεσε ποτέ – ούτε σε ένα κήρυγμά του. Η Σύνοδος της Λαοδικείας το 360 μ.Χ. δεν το συμπεριέλαβε.

Αυτά τα 7 βιβλία, η Επιστολή προς Εβραίους, του Ιακώβου, η Β' Πέτρου, η Β' Ιωάννη, η Γ' Ιωάννη, του Ιούδα, και η Αποκάλυψη προορίζονταν για το τσεκούρι….

Επίσης υπήρχαν και άλλα βιβλία - βιβλία που τα θεωρούσαν Γραφές ορισμένοι από τους πρώτους Χριστιανούς, τα οποία τελικά αποκλείστηκαν:

Η «Διδαχή» - ένα εγχειρίδιο του πρώτου αιώνα για το βάπτισμα, την προσευχή και την Ευχαριστία. Χρησιμοποιήθηκε από τις εκκλησίες για αιώνες. Αλλά δεν έφερε αποστολική συγγραφή,

Το «Ποιμένας του Ερμά» - διαβαζόταν ευρέως στην πρώιμη Εκκλησία, και είχε συμπεριληφθεί σε ορισμένες πρώιμες Βίβλους.  Ο Αθανάσιος έλεγε πως «ήταν καλό για οδηγία, αλλά όχι για την Αγία Γραφή».

Η «Επιστολή Βαρνάβα» - περιλαμβάνεται στον Μέγα Σιναϊτικό Κώδικα, που θεωρείται Αγία Γραφή από ορισμένους Πατέρες, όμως δεν την είχε γράψει ο πραγματικός Απόστολος Βαρνάβας.

Η Α’ Κλήμεντος - μια Επιστολή από την  Εκκλησία της Ρώμης προς την Εκκλησία της Κορίνθου, γραμμένη γύρω στο 96 μ.Χ.,  πολύ σεβαστή, όμως όχι Αποστολική.

Ύστερα, υπήρχαν και τα αιρετικά ευαγγέλια.

Το Ευαγγέλιο του Θωμά, το Ευαγγέλιο του Ιούδα, το Ευαγγέλιο του Πέτρου, το Ευαγγέλιο της Μαρίας: όλα Γνωστικά, όλα γραμμένα πάρα πολύ αργά για να είναι Αποστολικά. Όλα απορρίφθηκαν.

Και μετά ήρθε ο άνθρωπος που επί τέλους έθεσε τα όρια.

Ο Αθανάσιος Αλεξανδρείας, Επίσκοπος, υπέρμαχος της Ορθοδοξίας, ο άνθρωπος που υπερασπίσθηκε την θεότητα του Χριστού εναντίον της αίρεσης του Αρείου:  εξορίσθηκε πέντε φορές,  επέστρεψε πέντε φορές. Κάθε χρόνο, ο Επίσκοπος της Αλεξανδρείας έγραφε μια επιστολή σε όλες τις Εκκλησίες, ανακοινώνοντάς τους την ημερομηνία του Πάσχα.

Ο Αθανάσιος έγραψε 45 από αυτές τις επιστολές κατά την διάρκεια της ζωής του.  Όμως η 39η Επιστολή που γράφτηκε για το Πάσχα του έτους 367 μ.Χ. περιείχε κάτι εξαιρετικό.

Για πρώτη φορά στην Ιστορία, ένας Χριστιανός ηγέτης απαρίθμησε και τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης. Ακριβώς τα 27 που έχετε σήμερα. Ούτε ένα περισσότερο, ούτε ένα λιγότερο. Και έκλεισε την λίστα με τα εξής λόγια:

«Αυτές είναι οι πηγές της σωτηρίας. Να μην προσθέσει κανείς σε αυτά. Να μην αφαιρεθεί τίποτα.»

Όμως η μία επιστολή ενός επισκόπου δεν αρκούσε.  Η Εκκλησία χρειαζόταν Συνόδους - συγκεντρώσεις επισκόπων - για να επικυρώσει όσα είχε δηλώσει ο Αθανάσιος.

Το έτος 393 μ.Χ. στην πόλη Hippo Regius (Ιππών) στην Βόρεια Αφρική, συγκροτήθηκε μια  Σύνοδος. Παρευρέθηκαν περίπου 30 Επίσκοποι. Ένας νεαρός ιερέας ονόματι Αυγουστίνος ήταν παρών. Η Σύνοδος εξέδωσε τον Κανόνα 36, τον πρώτο επίσημο κατάλογο των 27 βιβλίων της Καινής Διαθήκης που επικυρώθηκε από Σύνοδο Επισκόπων.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 397 μ.Χ., η Σύνοδος της Καρχηδόνας επανεβεβαίωσε την ίδια λίστα. Ο Αυγουστίνος, τώρα επίσκοπος Ιππώνος, παρευρέθηκε και αυτός.

Το 419 μ.Χ., η Σύνοδος της Καρχηδόνας συναντήθηκε ξανά, με 217 επισκόπους. Ο Κανόνας επικυρώθηκε.

Η πορεία δεν ήταν ομαλή. Η Ανατολική Εκκλησία άργησε περισσότερο να αποδεχτεί την Αποκάλυψη. Η εν Τρούλλω Σύνοδος το 692 μ.Χ. επικύρωσε τελικά τον Αφρικανικό Κανόνα για την Ανατολή.

Τα σπουδαία χειρόγραφα αυτής της εποχής  - ο Σιναϊτικός Κώδικας και ο Βατικανός Κώδικας, αμφότερα γραμμένα γύρω στο έτος 350 μ.Χ. - περιείχαν τα βιβλία της Καινής Διαθήκης.

Όμως ο Σιναϊτικός Κώδικας περιελάμβανε και τον «Ποιμένα του Ερμά» και την «Επιστολή Βαρνάβα», αντιμετωπίζοντάς τα ως Γραφές. Χρειάστηκαν αιώνες προσεκτικής διάκρισης, αιώνες Επισκόπων, Συνόδων, μοναχών και θεολόγων, αιώνες καθοδήγησης της Εκκλησίας από το Άγιο Πνεύμα, για να αναγνωριστεί τι είχε εμπνεύσει ο Θεός. Και εδώ είναι το ερώτημα που αυτό εγείρει.

Η λίστα των Βιβλίων μέσα στην Αγία Γραφή σας δεν υπήρχε μέσα στην Αγία Γραφή σας. Δεν δηλώνει η Καινή Διαθήκη τι ανήκει στην Καινή Διαθήκη. Ο Πίνακας Περιεχομένων που βλέπετε κάθε Κυριακή προήλθε από την Εκκλησία.

Αν λοιπόν εμπιστεύεστε την Αγία Γραφή σας (και θα έπρεπε να την εμπιστεύεστε), ήδη εμπιστεύεστε την αυθεντία της Εκκλησίας που σάς την έδωσε.

Η Εκκλησία αναγνώρισε τα βιβλία.

Η Εκκλησία τα διατήρησε.

Η Εκκλησία τα αντέγραφε με το χέρι - 1500 χρόνια πριν την ύπαρξη του τυπογραφείου.

Ο Άγιος Αυγουστίνος το είπε ευθέως. «Δεν θα πίστευα το ίδιο το Ευαγγέλιο, αν δεν υπήρχε η αυθεντία της καθολικής Εκκλησίας.»

Δεν εννοούσε την σύγχρονη Ρωμαιοκαθολική «εκκλησία».

Εννοούσε την παγκόσμια Εκκλησία των πρώτων αιώνων.

Την Εκκλησία που έγραψε το Σύμβολο της Πίστεως.

Την Εκκλησία που έδωσε τον ορισμό της Αγίας Τριάδος.

Την Εκκλησία που έδωσε στον κόσμο την Αγία Γραφή.

Δεν μπορείς να έχεις Αγία Γραφή χωρίς την Εκκλησία, επειδή η Εκκλησία ήρθε πρώτη, και η Αγία Γραφή προήλθε από τα χέρια Της.

Υπάρχει ένας παλαιότερος τρόπος να διαβάζεις την Αγία Γραφή. Παλαιότερος από την Μεταρρύθμιση, παλαιότερος από τον Γουτεμβέργο, παλαιότερος από τον ίδιο τον Κώδικα.  Είναι ο τρόπος που οι πρώτοι Χριστιανοί την διάβαζαν,  ως «το βιβλίο της Εκκλησίας», εντός της Παράδοσης που το έδωσε, αχώριστο από τις Προσευχές, τα Μυστήρια, τις Συνόδους και τους Αγίους.

Η Αγία Γραφή δεν γράφτηκε από έναν μόνο άνθρωπο.

Η Αγία Γραφή δεν διατηρήθηκε από ένα μόνο έθνος.

Η Αγία Γραφή προήλθε από μια κοινότητα - μια κοινότητα Επισκόπων, Μαρτύρων, Πατέρων και Μοναχών. Μια κοινότητα που προσευχόταν τις Γραφές,  πριν οι Γραφές βιβλιοδεθούν ανάμεσα σε δύο εξώφυλλα.

Αυτή η κοινότητα εξακολουθεί να υπάρχει. Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει διατηρήσει τον ίδιο Κανόνα, την ίδια Λειτουργία, την ίδια Πίστη - για 2000 χρόνια, χωρίς διακοπή.

Την επόμενη φορά λοιπόν που θα ανοίξετε την Αγία Γραφή σας, θυμηθείτε το εξής.

Κάθε βιβλίο που κρατάτε επιλέχθηκε από άνδρες με άμφια, συγκεντρωμένους σε Συνόδους, συμπροσευχόμενους, συνδιαλεγόμενους, ζυγίζοντες και τελικά συμφωνούντες.  Άνδρες όπως ο Αθανάσιος, άνδρες όπως ο Αυγουστίνος. Άνδρες που πίστευαν πως το ίδιο Άγιο Πνεύμα που ενέπνευσε τα Βιβλία θα καθοδηγούσε και την Εκκλησία για να τα αναγνωρίσει.

Η Αγία Γραφή είναι το «Βιβλίο της Εκκλησίας». Ήταν πάντα το «Βιβλίο της Εκκλησίας», και δεν μπορεί να γίνει κατανοητή χωριστά από την Εκκλησία που την συνέγραψε, που την συνέλεξε και την διατήρησε.

Να θυμάστε: η Αγία Γραφή προήλθε από την Εκκλησία

Δημιουργία αρχείου: 24-6-2026.

Τελευταία μορφοποίηση: 24-6-2026.

ΕΠΑΝΩ