Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Κεντρική Σελίδα

Ιεραποστολή - Χριστιανική Επέκταση, Ορθοδοξία και Ιστορικά θέματα

Η Χριστιανική επέκταση εν μέσω διωγμών // Οι διωγμοί κατά της Εκκλησίας στην Προκωνσταντίνεια εποχή ΟΛΟΚΛΗΡΟ Ιστορικό βιβλίο // Άγιος Ιλαρίων: Ο Ιεραπόστολος Μοναχός τής αρχαίας Παλαιστίνης (4ος αιώνας) // Η Ιεραποστολική δράση τού Αγίου Ιωάννη τού Χρυσοστόμου στη Φοινίκη (5ος αιώνας) // Ο Ευαγγελισμός τών Γότθων // Ο Ευαγγελισμός τών Λαζών και τής Κολχίδος

Ιεραποστολή στα πέριξ της Αυτοκρατορίας βάρβαρα έθνη

Ο Ευαγγελισμός τών Αράβων

και η αποτυχία εδραίωσής του

 

Πηγή: Ιεραποστολικό βιβλίο τού Μακ. Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας Αναστασίου: "Έως εσχάτου τής γης" σελ. 108 - 111.

 

Αξιόλογη ιεραποστολική προσπάθεια αναπτύχθηκε και για τον εκχριστιανισμό των Αράβων, οι οποίοι βρίσκονταν προς τον νότο της αυτοκρατορίας.

Σε περιόδους ανομβρίας πολλοί Άραβες νομάδες, αναζητώντας τροφή για τα ζώα τους και τους εαυτούς τους, μετεκινούντο προς τον βορρά φθάνοντας συχνά μέχρι τα όρια της Νεκράς Θάλασσας και του Ευφράτη και επιχειρώντας επιδρομές στις γύρω περιοχές. Τα αραβικά αυτά φύλα, καθώς έρχονταν σε επικοινωνία με τους Χριστιανικούς πληθυσμούς, δέχθηκαν βαθμιαίως τον Χριστιανισμό. Πολλοί κληρικοί του Βυζαντίου ενδιαφέρθηκαν για τη διάδοση του ευαγγελίου μεταξύ των Αράβων. Ο Χρυσόστομος, στην επιστολή του προς τον πρεσβύτερο Κωνστάντιο, σημειώνει χαρακτηριστικά: «Ταύτ’ ουν εννοών, δέσποτά μου, και Φοινίκης, και Αραβίας, και των κατά την Ανατολήν μη παύση φροντίζων Εκκλησιών, ειδώς ότι πλείονα λήψη τον μισθόν»[1].

Σπουδαίο όμως ρόλο έπαιζαν στον εκχριστιανισμό των Αράβων οι μοναχοί της Συρίας, Παλαιστίνης και Μεσοποταμίας. Ο άγιος Ευθύμιος (+473) προσείλκυσε ολόκληρη φυλή Αράβων (Σαρακηνών) με τον αρχηγό τους. Ο τελευταίος μάλιστα, αφού βαπτίσθηκε, μετονομάσθηκε Πέτρος και εργάσθηκε ιεραποστολικά μεταξύ των ομοφύλων του. Πολλοί από αυτούς τους οποίους οδήγησε στον Άγιο για να βαπτισθούν έστησαν τις σκηνές τους κοντά στον μεγάλο ασκητή, ενώ αργότερα ιδρύθηκε γι' αυτούς η Επισκοπή Παρεμβολών[2].

Άξια πολλής προσοχής είναι και η ακτινοβολία του Συμεών του Στυλίτου (+460). Αδιάκοπα συνέρρεαν προς αυτόν νομάδες, για να ακούσουν τη διδασκαλία του, και πολλοί ασπάζονταν τον Χριστιανισμό. Και άλλοι στυλίτες ήσαν εγκατεσπαρμένοι σε διάφορα σημεία της Συρίας και Μεσοποταμίας και ασκούσαν μεγάλη επίδραση στους Άραβες.

Τέλος, σπουδαίο κέντρο Ιεραποστολής υπήρξε ο Ναός των Αγίων Σέργιου και Βάκχου, στη Σεργιούπολη. Οι δύο αυτοί Άγιοι, τους οποίους γενικά τιμούσαν οι Χριστιανοί της Ανατολής, ενέπνεαν στους Άραβες τον σεβασμό και υπήρξαν κυριολεκτικά πνευματικοί μαγνήτες που προσείλκυαν πολλούς στην πίστη[3].

Κατά τον 6ο αιώνα, στα σύνορα του βυζαντινού κράτους, αναπτύχθηκαν δύο ισχυρά αραβικά κράτη: Το κράτος των Λακμιδών, παρά τον Ευφράτη, και το βασίλειο των Γασανιδών, ανατολικά της Παλαιστίνης και πλησίον των συνόρων της Αραβίας. Τόσο οι Έλληνες όσο και οι Πέρσες χρησιμοποιούσαν αυτούς τους Άραβες στους πολέμους τους και κυρίως σε επιδρομές. Οι μετακινήσεις των νομάδων για πολεμικούς ή άλλους σκοπούς μέσα στις γειτονικές Χριστιανικές πόλεις συντελούσαν στην προσέλκυσή τους στον Χριστιανισμό.

Μεγάλη δραστηριότητα για τον εκχριστιανισμό των Αράβων ανέπτυξαν οι Νεστοριανοί και οι Μονοφυσίτες. Οι Γασανίδες, υπό την επίδραση διαφόρων μονοφυσιτών μοναχών και εξορίστων Επισκόπων, προσχώρησαν νωρίς στον Μονοφυσιτισμό, ο δε αρχηγός τους Αρέθας, στον οποίο ο Ιουστιανιανός για τις προς το Βυζάντιο στρατιωτικές του υπηρεσίες είχε απονείμει τον τίτλο του πατρικίου ή βασιλιά, ανέλαβε με πάθος την υποστήριξη του Μονοφυσιτισμού και την περαιτέρω διάδοσή του στους Άραβες. Σπουδαίο ρόλο επίσης έπαιξε σ' αυτήν ο δραστήριος Ιάκωβος Βαραδαίος (507-585), ο ανακαινιστής και διοργανωτής του Μονοφυσιτισμού.

Οι Άραβες που ζούσαν στην Περσία την εποχή αυτή (Λακμίδες) ήσαν ακόμη ειδωλολάτρες. Ο αρχηγός τους μάλιστα Μουνδίρ Αλαμούνδαρος κατά τους Βυζαντινούς χρονογράφους, σε μια και μόνο μέρα, στη διάρκεια μιας επιδρομής του, θυσίασε στον θεό του Ouzza 400 μοναχούς μιας μονής της Συρίας κοντά στην Έδεσσα και αργότερα τον γιό του Γασανίδη αντιπάλου του, Αρέθα[4].

Τελικά όμως τον 6ο αιώνα και οι Άραβες της Περσίας προσελκύσθηκαν στον Χριστιανισμό (από τους Νεστοριανούς). Στο κέντρο τους, τη Χίρα, είχε την έδρα του Επίσκοπος Άραβας νεστοριανός και υπήρχε σχολή νεστοριανική για τους Χριστιανούς Άραβες.

Αλλά και οι Ορθόδοξοι δεν έπαψαν να ασκούν την επιρροή τους στους Άραβες, όπως π,χ. ο άγιος Σάββας (+532). Για πνευματική ενίσχυση των νομάδων Αράβων υπήρχαν αρκετοί περιοδεύοντες μοναχοί, καθώς επίσης και Επίσκοποι[5].

Η αντίθεση Μονοφυσιτών και Ορθοδόξων είχε δυστυχώς πολύ δυσάρεστες συνέπειες στην περαιτέρω διάδοση της Χριστιανικής πίστεως μεταξύ των Αράβων. Για μια ακόμη φορά η διαίρεση των Χριστιανών υπήρξε το μέγα ανασταλτικό της εξαπλώσεως και σταθεροποιήσεως του Χριστιανισμού.

Στην κυρίως Αραβία ο Χριστιανισμός είχε διαδοθεί νωρίτερα. Ήδη τον 3ο αιώνα, όταν ο Ωριγένης (+254) επισκέφθηκε τη Βόρειο Αραβία, υπήρχαν εκεί πολλές επισκοπές, από τις οποίες αξιολογότερη ήταν αυτή των Βόστρων.

Κατά τους επόμενους αιώνες αναχωρητές και μοναχοί συνέχισαν τη διάδοση του ευαγγελίου μεταξύ των Αράβων. Επίσης από την Αιθιοπία ήρθαν πολλοί Ιεραπόστολοι. Ο αριθμός όμως των Χριστιανών παρέμενε πάντοτε μικρός.

Μεταξύ των Ομηριτών, οι οποίοι κατοικούσαν στην ευδαίμονα Αραβία (σημερινή Τεμένη, την παλαιά περιοχή της βασίλισσας Σαβά), είχαν μεγάλες επιτυχίες οι Ιουδαίοι. Επανειλημμένως κατόρθωσαν να προκαλέσουν σφοδρούς διωγμούς κατά τών Χριστιανών, σε έναν από τους οποίους μαρτύρησε και ο άγιος Αρέθας.

Το 535 επενέβησαν στη Νότιο Αραβία οι Αιθίοπες, για να εμποδίσουν τους διωγμούς κατά τών Χριστιανών, πιθανώς με υποκίνηση τού Ιουστιανιανού. Επανειλημμένως οι βασιλείς τής Αιθιοπίας εκστράτευσαν κατά τών Ομηριτών, άλλοτε με επιτυχία, άλλοτε ανεπιτυχώς, χωρίς όμως τελικά ο Χριστιανισμός να εδραιωθεί στην Ευδαίμονα Αραβία.

Όσον αφορά τις κατά καιρούς επιδράσεις τού Βυζαντίου, αξιοσημείωτη είναι η εισαγωγή στην Αραβία, δια τού επισκόπου Γρηγεντίου, τών "Νόμων τών Ομηριτών", οι οποίοι ήσαν άμεσα επηρεασμένοι από την Ιουστιανιάνειο Νομοθεσία και επιδίωκαν τη βελτίωση τής ηθικής καταστάσεως που επικρατούσε[6].

Η διάδοση τού Χριστιανισμού και τού Ιουδαϊσμού, και η παρατεταμένη σύγκρουση μεταξύ τους, ξύπνησαν στα σπλάχνα τού αραβικού κόσμου το θρησκευτικό συναίσθημα με διάθεση καθαρά συγκρητιστική, από την οποία στη συνέχεια ξεπήδησε το Ισλάμ.

 

Σημειώσεις


1. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Κωνσταντίω πρεσβυτέρω, επιστολή ΣΚΑ', PG 52,733.

2. Χρυσ. Παπαδοπούλου, Ιστορία της Εκκλησίας Ιεροσολύμων, 1910, σ. 157.

3. Χρυσ. Παπαδοπούλου, Ιστορία της Εκκλησίας Αντιoχείας, Αλεξάνδρεια 1951, σ. 508.

4. Χρυσ. Παπαδοπούλου, ένθ. αν., σ. 505.

5. Κ. Αμάντου, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, Α΄ Αθήναι 1939, σ. 345.

6. PG 86 Ι, 560.

Δημιουργία αρχείου: 4-12-2015.

Τελευταία μορφοποίηση: 4-12-2015.

ΕΠΑΝΩ