Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Επιστροφή στην Κεντρική σελίδα

Κοινωνία και Γεγονότα

Σχέσεις Εκκλησίας - Κράτους // Η αντιεξουσιαστική υφή της Χριστιανικής πίστης // To Kράτος του Θεού το Kράτος του Aνθρώπου και η Θεανθρώπινη Πολιτεία // Συμφέρον και Εκλογές

Σχέσεις Εκκλησίας - Κράτους

Η Εκκλησία πρέπει να πορεύεται την τεθλιμμένη και δύσβατη οδό, είτε την διευκολύνει, είτε την εμποδίζει το κράτος

π. Βασιλείου Ι. Καλλιακμάνη

Αναπληρωτή Καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του Α.Π.Θ.

 

Πηγή: Ομιλία απομαγνητοφωνημένη που έγινε στις 29-05-2005, στο Δημοτικό Θέατρο του Δήμου Νεάπολης Θεσσαλονίκης από την εφημερίδα «Χριστιανική», το περιοδικό «Άρδην» και το τοπικό  έντυπο «Λευκός Πύργος», με θέμα: «552 χρόνια μετά την Άλωση: σχέση Κράτους – Εκκλησίας σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης στην Ελλάδα, στα Βαλκάνια και την Ευρώπη».

 

Σεβασμιώτατε, Αξιότιμε Δήμαρχε, Κυρίες και κύριοι.

Βρίσκομαι σήμερα εδώ, ύστερα από υπόσχεση που έδωσα στον φίλο και ενορίτη Μανώλη Τασόγλου πριν από αρκετό καιρό. Ήταν τότε, που τα κανάλια ανακύκλωναν κάθε βράδυ το βίο και την σκανδαλώδη πολιτεία κάποιων κληρικών με τους οποίους ταύτιζαν την Εκκλησία.

Ήταν τότε, που Κυριακή πρωί άλλος φίλος - καθηγητής Πανεπιστημίου - μου είπε στο ιερό του Αγίου Γεωργίου Νεάπολης: «Σήμερα θα είναι άδεια η Εκκλησία». Κι όμως η εκκλησία-ναός γέμισε ασφυκτικά, η Θεία Λειτουργία έγινε, ο λαός του Θεού αγιάσθηκε και παρηγορήθηκε.  

Ταυτόχρονα ένας άλλος φίλος, ο Γιώργος Τζιορμπατζής εμπνευσμένος από την Κυριακάτικη σύναξή μας έγραψε ενθουσιώδες άρθρο στην «Χριστιανική» εκφράζοντας την εμπιστοσύνη του στους παπάδες της ενορίας μας.

Άρχισα με τον τρόπο αυτό, διότι όπως καταλαβαίνετε βρίσκομαι εδώ όχι τόσο ως πανεπιστημιακός, όσο ως ο παπάς της ενορίας, ο οποίος καλούμαι να δώσω λόγο στους ενορίτες μου. Ευχηθείτε ο λόγος αυτός να εκφράζει κι άλλους και να μην είναι εντελώς υποκειμενικός.

Να διευκρινίσω επίσης ότι δεν είμαι κανονολόγος η νομικός. Εξάλλου ποτέ δεν ασχολήθηκα σχολαστικά με το γράμμα των κανόνων και των νόμων και δεν επέτρεψα στον εαυτό μου συνειδητά να γίνει φύλακας νόμων και κανόνων, δηλ. εκκλησιαστικός νομοφύλακας.

Πάντοτε είχα στο νου μου τον Κύριο του ελέους, της φιλανθρωπίας, της συγκατάβασης, της θυσίας, της διακονίας και της σταυρωμένης αγάπης. Πάντοτε σκεπτόμουν την εκκλησία ως μάνα και όχι ως μητριά.  Ως χώρο ανάπαυσης και παρηγοριάς του σύγχρονου απελπισμένου και καταπονημένου ανθρώπου.  Ως χώρο φανερώσεως της Χάριτος και αγιασμού των ανθρώπων. Είχα στο μυαλό μου τους λόγους του Χριστού: «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς».

Για να μην μακρηγορώ όμως προχωρώ κατευθείαν στο θέμα μας. 

Από τα δημοσιεύματα που διαβάζει κανείς στον τύπο τον τελευταίο καιρό καταλαβαίνει ότι το θέμα των σχέσεων κράτους -  Εκκλησίας θα μας απασχολήσει  κατά το προσεχές διάστημα, είτε το θέλουμε είτε όχι. Όλα τα κόμματα το έχουν στην αντζέτα τους και θα το θέσουν και εν όψει των επόμενων εκλογών.

Αλλά για να γίνει αυτή η συζήτηση χρειάζεται να ορισθούν τα πράγματα, να διευκρινισθούν οι όροι. Αυτό όμως δεν είναι απλό. Φαντάζει δύσκολο, διότι συχνά υπάρχει σύγχυση.

Τι σημαίνει λοιπόν Εκκλησία και τι σημαίνει κράτος;

Εκκλησία είναι ο εκάστοτε Αρχιεπίσκοπος και η Ιεραρχία; Είναι το σύνολο των κληρικών με τη γραφειοκρατική οργάνωση και τη θεσμική νομιμοποίηση; Να σημειώσω παρενθετικά ότι ο θεσμός δεν είναι πάντοτε τόσο κακός, όπως παρουσιάζεται. Όταν λειτουργεί σωστά διασφαλίζει την ποικιλία των χαρισμάτων του εκκλησιαστι­κού σώματος.

Μήπως Εκκλησία είναι η σύναξη όλων «των αγίων των απ’ αιώνος Θεώ ευαρεστησάντων», οι οποίοι «ερχόμενοι εκ της θλίψεως της μεγάλης, έπλυναν τας στολάς αυτών και ελεύκαναν αυτάς εν τω αίματι του αρνίου»; «Οι πεπελεκισμένοι διά την μαρτυρίαν Ιησού και διά τον λόγον του Θεού», για να θυμηθούμε την Αποκάλυψη;  Εκκλησία είναι όλοι όσοι πιστεύουν ιδεολογικά στο Χριστό;

Ή μήπως είναι μόνο οι «εν Κυρίω αποθνήσκοντες», αλλά και οι ζώντες - κληρικοί και λαϊκοί - που σηκώνουν αγόγγυστα τον σταυρό του Κυρίου και αισθάνονται εσωτερική χαρά και μυστική καύχηση για τον πλούτο της Χάριτος του Θεού, που εκχέεται απλόχερα στον κόσμο;

Βέβαια στη συζήτηση που άρχισε να γίνεται, είναι σαφές, ότι όταν λέμε Εκκλησία δεν την εννοούμε με το θεολογικό της περιεχόμενο. Αλλά κι αυτό είναι απόλυτα σωστό; Οι παραπάνω αναγωγές έγιναν διότι ορισμένοι με αφορμή την τελευταία εκκλησιαστική κρίση θεωρούν ότι διαχρονικά και ιστορικά η Εκκλησία ευθύνεται για όλα τα κακά που συμβαίνουν στον κόσμο.

Δεν θα σας κουράσω με άλλα ερωτήματα και δεν θα επιχειρήσω βαθυστόχαστους θεολογικούς ορισμούς. Θα ήθελα να δούμε όμως την οπτική του λαού μας για την Εκκλησία.

Ο λαός μας στην μακραίωνη παράδοση ταύτισε το ναό με την εκκλησία. Διότι ο ναός έγινε το κέντρο της λατρευτικής και της κοινωνικής ζωής.  Αλλά και επειδή σε αυτόν τελούνταν το μυστήριο της Ευχαριστίας - η οποία στην εκκλησιαστική παράδοση ταυτίστηκε με την εκκλησία - με την πάροδο του χρόνου στη συνείδηση του λαού μας ναός και εκκλησία σημαίνουν το ίδιο περίπου πράγμα. Οπότε, όταν ο λαός μας λέει ότι πάει στην εκκλησία, εννοεί ότι μεταβαίνει στο ναό για την μετοχή στη θεία Λειτουργία, αλλά και τις άλλες εκκλησιαστικές ακολουθίες.  

Συχνά η προσέλευση στο ναό είναι ανεξάρτητη από το πρόσωπο του επισκόπου η του ιερέα που διακονεί εκεί. Επομένως θα μπορούσαμε σχηματικά να δεχθούμε ότι ο ναός παραπέμπει στην θεία Ευχαριστία και εν συνεχεία στο θεσμό της Εκκλησίας.

Γι’ αυτόν προφανώς το λόγο εν μέσω πρωτάκουστων σκανδάλων ο ναός του Αϊ Γιώργη της Νεάπολης γέμιζε ασφυκτικά. Φαίνεται ότι το αισθητήριο του λαού μας δεν έχει αμβλυνθεί εντελώς, παρά τις στρεβλώσεις και την αλλοτρίωση των τελευταίων χρόνων.

Στο σημείο αυτό να θυμίσω ένα επεισόδιο στους λόφους της Αθήνας του 19ου αιώνα, όπως το διασώζει ο Τερτσέτης. Ένας Άγγλος περιηγητής βρήκε έξω από στην Αθήνα έναν αγράμματο βοσκό και θέλοντας να ειρωνευθεί την πίστη του τον ρώτησε:

 – Τι πιστεύεις εσύ; Κι εκείνος χωρίς καν να δειλιάσει και χωρίς πολλά λόγια  στράφηκε προς το μέρος που ήταν κτισμένη μια μικρή εκκλησιά και δείχνοντάς την του είπε:

- Εγώ πιστεύω, ότι πιστεύει εκείνη. Και ο Άγγλος συνέχισε.

- Κι εκείνη τι πιστεύει;

-  Ότι πιστεύω εγώ.

Ο αγράμματος βοσκός ταύτιζε απόλυτα την πίστη του με την πίστη της Εκκλησίας. Ας είμαστε όμως προσεκτικοί διότι το φρόνημα αυτό δεν είναι σύνηθες στις μέρες μας.

Αποφύγαμε να ορίσουμε την Εκκλησία και μιλήσαμε παραβολικά. Με τον ίδιο τρόπο θα συνεχίσουμε, αφού αναφέρουμε ότι ανάλογη δυσκολία έχουμε και στον ορισμό του κράτους. Πάντως σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να ταυτιστεί το κράτος με την κοινωνία.

Τι είναι κράτος;

Κράτος είναι ο χωροφύλακας;

ο δικαστής;

ο βουλευτής;

ο δήμαρχος;

ο νομάρχης;

ο έφορος;

ο έπαρχος;

ο πρωθυπουργός;

ο υπουργός;

ο αρχηγός κάποιου κόμματος;

ή ο απρόσωπος θεσμός που υπηρετείται από κάποιους συνεπείς ή ασυνεπείς γραφειοκράτες;

Και όσοι μιλούν για χωρισμό κράτους και εκκλησίας τι ακριβώς εννοούν;

Θέλουν θεσμικά να μην έχει θέση η Εκκλησία στο δημόσιο βίο; Μήπως θέλουν με την κρατική δύναμη να μας «αλλάξουν την πίστη»; Εμποδίζει πράγματι η Εκκλησία ως συνισταμένη των παραπάνω ορισμών την πρόοδο της κοινωνίας; Γίνεται  τροχοπέδη στην πορεία του τόπου;

Μήπως από την άλλη μεριά  ως εγκόσμιος θεσμός η Εκκλησία χρησιμοποιείται από το εκάστοτε κράτος  αδιαμαρτύρητα  για να δικαιώσει τον κοινωνικό της ρόλο; Οπότε καταλήγει να ξεπλένει αμαρτίες άλλων; Μήπως όμως τελικά αυτός είναι ο κύριος ρόλος της; Το να ξεπλένει και να σηκώνει τις αμαρτίες του κόσμου; 

Θα αναφέρω ορισμένα ιστορικά παραδείγματα, ξεκινώντας από την σύγχρονη εποχή και πηγαίνοντας προς τα πίσω, κι ο καθένας ας τα κρίνει με τα δικά του κριτήρια. Βρισκόμαστε στα 1992. Έχουν πέσει τα καθεστώτα της ανατολικής Ευρώπης και τα κράτη της βαλκανικής σπαράσσονται από εσωτερικές συγκρούσεις. Στη γειτονιά μας και στα βόρεια σύνορά μας ένα κρατίδιο της πρώην Γιουγκοσλαβικής δημοκρατίας με κέντρο τα Σκόπια διεκδικεί το όνομα και την ιστορία της Μακεδονίας.

 Κυκλοφορεί χάρτες με τη Θεσσαλονίκη ως πρωτεύουσα. Έχει αρχίσει σε διεθνές επίπεδο μια επιστημονική συζήτηση για το θέμα και πολλές ξένες χώρες σπεύδουν να συνάψουν διπλωματικές σχέσεις με το νεοπαγές κρατίδιο. Στην Ελλάδα και ιδιαίτερα στην Μακεδονία μας πνίγει το δίκιο. Όλοι είναι ανάστατοι. Πολιτικοί, ακαδημαϊκοί, λόγιοι, εκπαιδευτικοί, αλλά και δημοσιογράφοι στα ραδιόφωνα, τις εφημερίδες, τις τηλεοράσεις έχουν ως πρώτο θέμα το λεγόμενο «Μακεδονικό».

Το κράτος - κυβέρνηση βρίσκεται μάλλον σε αμηχανία. Εξάλλου επί 50 χρόνια θεωρούσε το θέμα ανύπαρκτο. Η μάλλον έβαζε τους κληρικούς να το λύσουν. Προφανώς δεν τολμάει να αντιδράσει επίσημα. Ίσως  υπάρχουν διεθνείς δεσμεύσεις. Σε 10 χρόνια το θέμα θα ξεχαστεί, σκέπτεται. Κάποιος όμως πρέπει να μπει μπροστά. Να δείξουμε τη βούληση του λαού προς τις ξένες χώρες που δεν μας καταλαβαίνουν.

Και τότε επιστρατεύεται έμμεσα ο εκκλησιαστικός θεσμός. Τα αντανακλαστικά της εθναρχικής θέσης των επισκόπων λειτουργούν. Στις 14 Φεβρουαρίου 1992 πάνω από ένα εκατομμύριο λαός κατέκλυσε την παραλία της Θεσσαλονίκης. Πίσω από τη συγκέντρωση, νομάρχες, υπουργοί, βουλευτές, δήμαρχοι, κοινοτάρχες. Σύσσωμη η Μακεδονία με μισθωμένα λεωφορεία στον Λευκό Πύργο.

 Μια τέτοια κινητοποίηση ήταν αδύνατη από τη θεσμική εκκλησία. Από το ξενοδοχείο «Μακεδονία Παλλάς» ως το λιμάνι έφθανε η συγκέντρωση. Κύριοι ομιλητές ο μακαριστός Θεσσαλονίκης Παντελεήμων με το δήμαρχο Θεσσαλονίκης. Όλοι σχεδόν οι Μητροπολίτες της Βορείου Ελλάδος βρίσκονται απέναντι από την εξέδρα που είχε στηθεί στον Λευκό Πύργο.

Κατεβήκαμε και μεις από τη Νεάπολη με τα παιδιά του εντευκτηρίου. Είχαν προηγηθεί βέβαια ατέλειωτες συζητήσεις, ότι σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να καλλιεργήσουμε το μίσος για τους γείτονές μας. Αυτό σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να δικαιωθεί σύμφωνα με τους λόγους του Ευαγγελίου. Η θέση αυτή παρότι ήταν αυτονόητη για συνειδητούς χριστιανούς, μόλις που γινόταν ανεκτή από τους συνομιλητές μας.

Τέτοια ήταν η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, την εποχή εκείνη. Κατεβήκαμε λοιπόν όχι για να καλλιεργήσουμε το μίσος απέναντι στους σκοπιανούς, αλλά για να θυμίσουμε την αρχή του δικαίου.  Παρόντες στην πορεία ο Μπάμπης, ο Κούλης, ο Πέτρος, η Γιάννα, η Ελένη, η Γιώτα, ο Νίκος και τα άλλα παιδιά. Παιδιά από διάφορους πολιτικούς χώρους.

Δώσαμε συνέντευξη και σε αγγλικό κανάλι, διότι το πανώ που υψώναμε ήταν γραμμένο στα αγγλικά. Αφού εκφράσαμε με μέγα πάθος  τη βούλησή μας ως δημοκρατικοί πολίτες και επαναλάβαμε ότι η Μακεδονία είναι μία και ελληνική - κανείς δεν μας είπε ότι αυτό δεν ήταν εντελώς αθώο - γυρίσαμε το απόγευμα ενθουσιασμένοι και κατάκοποι στα σπίτια μας. Ακολούθησαν τηλέφωνα στους συγγενείς και στους φίλους να μοιραστούμε τον ενθουσιασμό μας και να καυχηθούμε για την τεράστια επιτυχία μας.

 Το βράδυ όμως ένα τηλεφώνημα δεν με άφησε να κοιμηθώ τον ύπνο του δικαίου πολίτη που πραγματοποίησε το δημοκρατικό του καθήκον.  Ήταν ο καθηγητής μου από την Γερμανία, που μου τηλεφώνησε για να ενημερωθεί. Προσπάθησα να του μεταφέρω το κλίμα και τον ενθουσιασμό μου.

Τον έβλεπα διστακτικό και αναρωτιόμουν γιατί άραγε; Σε λίγο μου λέει:

-Εδώ στη Γερμανία τα κανάλια παρουσίασαν τον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης ως φανατικό Χομεϊνί και τους άλλους επισκόπους ως μουλάδες.

Θέλουν προσοχή αυτά τα πράγματα.

-Μπορεί η εκκλησία να ασχολείται με την πολιτική;

-Μήπως είναι άλλη η αποστολή της; κατέληξε.

-Και το δίκιο;

Και το πλήθος, και η βούληση του λαού;

Πού πάνε όλα αυτά;

Ποιος θα τα εκφράσει; αναρωτιόμουν, κι εγώ από τη μεριά μου. Η συγκέντρωση ήταν Παρασκευή.

 Την Κυριακή ένοιωσα το δεύτερο τράνταγμα. Η έγκριτη αθηναϊκή κυριακάτικη εφημερίδα που διάβαζα επί χρόνια, δεν ανέφερε τίποτα για τη συγκέντρωση. Από τότε σταμάτησα να την παίρνω.

Οι συγκεντρώσεις όμως συνεχίσθηκαν σε όλες τις πόλεις της Μακεδονίας. Κύριος ομιλητής, ο επιχώριος Μητροπολίτης και ακολουθούσαν δήμαρχοι και τοπικές αρχές. Παντού μέγα πλήθος και μέγα πάθος. Οι νομάρχες έδιναν σιωπηρή άδεια στα σχολειά να συμμετέχουν στα συλλαλητήρια και το πανηγύρι κράτησε καιρό. Το επίσημο κράτος  στο συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών πήρε ομόφωνη απόφαση ότι δεν δεχόμαστε τη χρήση του όρου Μακεδονία, ούτε παράγωγά του για τη γειτονική χώρα.

Σε λίγους μήνες ένας βουλευτής του κυβερνώντος τότε κόμματος με το σύνθημα της Μακεδονίας έριξε την κυβέρνηση και δημιούργησε δικό του κόμμα. Στις εκλογές που ακολούθησαν εκλέγοντας μερικούς βουλευτές έγινε ο ρυθμιστής των εξελίξεων. Ψήφισε τον μακροβιότερο και επιτυχέστερο - όπως λένε - πρόεδρο της δημοκρατίας, - έστω κι αν δεν είχε αρμοδιότητες, όπως ο ίδιος ο πρόεδρος συχνά έλεγε - και αφού το κόμμα του διαλύθηκε, ο ίδιος έγινε το μήλον της έριδος για τα δύο μεγάλα κόμματα στις προηγούμενες εκλογές του 2004. 

Όλοι τον ήθελαν στις τάξεις τους για ευνόητους λόγους. Όταν το θέμα της Μακεδονίας ξεχάστηκε, έμεινε στην θεσμική εκκλησία η ρετσινιά ότι καλλιεργεί τον εθνικισμό και την μισαλλοδοξία. Οι πολιτικοί μέσα από τις βουλευτικές εκλογές «αναβαπτίσθηκαν» και έμειναν αλώβητοι. Οι κληρικοί όμως βγήκαν τραυματισμένοι.

Πάμε στα 1803 σε μια συνοικία της Κωνσταντινούπολης, την περιοχή του Μεγάλου Ρεύματος. Εκεί είχε αναπτυχθεί αξιόλογη ελληνική κοινότητα. Έμποροι, τεχνίτες, πραγματευτές και προεστοί  συνασπίζονται. Συγκεντρώνουν χρήματα. Βάζουν ρεφενέ και θέλουν να ανοίξουν ελληνικό σχολείο. Επισκευάζουν κτήριο. Βρίσκουν και δασκάλους. Φτιάχνουν και τον κανονισμό του σχολείου.

 Πως όμως να διασφαλίσουν την συνέχεια και την απρόσκοπτη λειτουργία του σχολείου; Βλέπετε ο φόβος της διαφθοράς και της διαπλοκής είναι παλιό φαινόμενο. Να πάνε στην τουρκική διοίκηση; Θα τους ζητήσει υπέρογκα ποσά. Σκέπτονται κάτι άλλο. Ζητούν από τον Πατριάρχη να επικυρώσει τους κανονισμούς της εφορείας του σχολείου με ένα αφοριστικό κείμενο. «Ο φόβος φυλάει τα έρμα», σκέπτονται. 

Αναφέρεται λοιπόν στην Πατριαρχική Πράξη, ότι όσοι τολμήσουν και ανατρέψουν τους κανονισμούς και τη λειτουργία του σχολείου, «αφωρισμένοι υπάρχωσιν από Θεού Κυρίου Παντοκράτορος και κατηραμένοι και ασυγχώρητοι και μετά θάνατον άλυτοι και τυμπανιαίοι. Αι πέτραι και ο σίδηρος λυθείησαν αυτοί δε, μηδαμώς. Κληρονομήσειαν την λέπραν του Γιεζή και την αγχόνην του Ιούδα, στένοντες και τρέμοντες εν τη γη ως ο Κάϊν, άγγελος Κυρίου καταδιώξει αυτούς εν πυρίνη ρομφαία, τα κτήματα αυτών είησαν εις απώλειαν, εν γενεά μια εξαλειφθείναι το όνομα αυτών μετά ήχου, η οργή του Θεού είη επί τας κεφαλάς αυτών και η μερίς αυτών μετά του προδότου Ιούδα και είησαν υπεύθυνοι πάσαις ταις πατριαρχικαίς καί συνοδικαίς αραίς και ένοχοι του πυρός της γεένης και τω αιωνίω αναθέματι υπόδικοι».

 Σε πολλούς σύγχρονους λόγιους και μόνο το περιεχόμενο της Πράξης αυτής αρκεί για να χαρακτηρισθεί η θεσμική εκκλησία ως σκοταδιστική, οπισθοδρομική, μεσαιωνική, αφιλάνθρωπη και αυταρχική.

Το πόσα παιδιά έμαθαν γράμματα από τη λειτουργία του σχολείου αυτού λίγους ενδιαφέρει. Ή το ότι με ανάλογα κείμενα διατηρήθηκε στοιχειωδώς σε περίοδο πολύχρονης αιχμαλωσίας ο κοινωνικός ιστός των ρωμηών, ουδόλως αναφέρεται. Και να σκεφθεί κανείς ότι τα αφοριστικά αυτά κείμενα συνάντησαν την έντονη αντίδραση των λεγόμενων συντηρητικών της εποχής εκείνης με κορυφαίο τον άγιο Νικόδημο  Αγιορείτη.

Εξάλλου είπαμε, η εκκλησία είναι για να ξεπλένει τις αμαρτίες των παιδιών της. (Για σκεφτείτε τι θα γινόταν σήμερα, αν αποφάσιζε η Εκκλησία να αφορίσει όσους κατακλέβουν το δημόσιο χρήμα, όσους αδικούν τους οικονομικά ασθενέστερους, όσους εκμαυλίζουν τη νεολαία μας, όσους προβάλλουν τα σκουπίδια της κοινωνίας μας στα Μ.Μ.Ε., διαστρέφουν την αλήθεια και ποτίζουν με της λήθης το νερό το λαό μας).

Προχωρώ στο τρίτο παράδειγμα. Βρισκόμαστε στο 33 μ.Χ. Στη Γαλιλαία ο Χριστός αφού έχει καλέσει μερικούς ψαράδες κοντά του, αλλά και κάποιους λόγιους και τελώνες, συγκροτεί τον πρώτη εκκλησία. Τους διδάσκει, θαυματουργεί μπροστά στα μάτια τους, ελέγχει το θρησκευτικό κατεστημένο της εποχής και γίνεται ο στόχος της πολιτικής και της θρησκευτικής εξουσίας. Καλεί τότε τους μαθητές και αρχίζει να τους προϊδεάζει για το πάθος του σταυρού. Εκείνοι δεν τον καταλαβαίνουν.

Ο Πέτρος αυθόρμητος όπως είναι, προσπαθεί να τον εμποδίσει από την πορεία προς το σταυρό. Δεν θέλει να τον χάσει. Δέχεται τότε την έντονη επιτίμηση του Χριστού: «Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά· ότι ου φρονείς τα του Θεού, αλλά τα των ανθρώπων».

Δυο άλλοι μαθητές ακούγοντας για τη μέλλουσα βασιλεία του, ζητάνε πρωτοκαθεδρίες, προκαλώντας τα πικρόχολα σχόλια των υπολοίπων. Θέλουν νάνε ο ένας εκ δεξιών και ο άλλος εξ ευωνύμων.

Ο Ιησούς τους καλεί και τους καθησυχάζει με τούτα τα λόγια: «Ξέρετε ότι αυτοί που θεωρούνται ηγέτες των εθνών ασκούν απόλυτη εξουσία πάνω τους, και οι άρχοντές τους τα καταδυναστεύουν. Σε εσάς όμως δεν πρέπει να συμβαίνει αυτό, αλλά οποίος θέλει να γίνει μεγάλος ανάμεσά σας πρέπει να γίνει υπηρέτης σας· και όποιος από σας θέλει να είναι πρώτος πρέπει να γίνει δούλος όλων. Γιατί ο Υιός του Ανθρώπου δεν ήρθε για να τον υπηρετήσουν, αλλά για να υπηρετήσει και να προσφέρει τη ζωή του λύτρο για όλους».

 Έχουν τα λόγια αυτά κάποια σχέση με το σήμερα;

 Ίσως ναι, ίσως και όχι.

 Εξαρτάται από που βλέπει κανείς τα πράγματα.

Ας ξαναπιάσουμε το νήμα εκεί που τω αφήσαμε παραπάνω.

Το ζήτημα των σχέσεων κράτους εκκλησίας τίθεται εδώ και χρόνια σε εντελώς καινούργια βάση. Η νέα πολιτική σκέψη θέλει την Εκκλησία να περιορίζεται στον ιδιωτικό χώρο ως παράγοντα ενίσχυσης της κοινωνικής ηθικής, και συνεπίκουρο στο προνοιακό έργο του κράτους. Κάτι σαν Μ.Κ.Ο, για να χρησιμοποιήσουμε σύγχρονους όρους.

Πάντως για μεγάλο μέρος της ελληνικής διανόησης ο εκκλησιαστικός λόγος και ρόλος μόλις γίνεται ανεκτός. Ότι και να πει, ότι και να κάνει η εκκλησιαστική ηγεσία είναι εκ προοιμίου λάθος. Ένεκα όμως του διακηρυγμένου πολιτικού φιλελευθερισμού και ίσως του υποκριτικού σεβασμού σε μια μερίδα συμπολιτών, που επιμένουν να θρησκεύουν, ο λόγος της Εκκλησίας γίνεται ανεκτός, εντός ορισμένων πλαισίων βέβαια.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός, είναι για πολλούς διαρκώς ύποπτος, οπισθοδρομικός και αντιδραστικός. Δικαιούται όμως ύπαρξης χάρη στη μεγαθυμία του «δημοκρατικού πλουραλισμού». Αρκεί να μη μας ενοχλεί με πολλά λόγια και ο χρόνος και η «πρόοδος» θα εξαλείψει και αυτό το φαινόμενο, όπως και τόσα άλλα κατάλοιπα της λαϊκής δεισιδαιμονίας.  

Φοβάμαι πως κι από την άλλη πλευρά του λόφου ή την άλλη όχθη του ποταμού, τα πράγματα δεν είναι ενθαρρυντικά. Η εκπροσώπηση του εκκλησιαστικού οργανισμού χωλαίνει.

Η κάμερα της Τ.V. απομυθοποιεί και ευτελίζει. Κι εκεί που όλοι παλαιότερα θέλαμε η Eεκκλησία να έχει δημόσιο λόγο και μεγάλο μέρος του λαού  άρχισε συνειδητά και όχι εθιμικά να θρησκεύει και να ανακαλύπτει τους πνευματικούς θησαυρούς της πίστης μας συχνά τον απογοητεύουμε.

Καθώς η τηλεόραση φιλοξενεί κάθε λογής «εκκλησιαστικούς εκπροσώπους», μπορεί ο τηλεθεατής να διακρίνει κάποια σημάδια της παθολογίας μας. Μη έλεγχος του θυμικού μας, έπαρση, νοσταλγία της κρατικής προστασίας, εκφορά άποψης για κάθε θέμα χωρίς καμιά προεργασία, φανατισμός, γάντζωμα στις εγκόσμιες εθνικές αξίες, πίστη στην ανωτερότητα της φυλής, μισαλλοδοξία, ηθικολογία και όχι σπάνια φαιδρότητα και να φοβάται κανείς τι θα ακούσει πάλι.

Δεν λείπουν βέβαια και οι νηφάλιες φωνές, αλλά αυτές χάνονται μέσα στον ορυμαγδό των εναλλασσόμενων πληροφοριών και της τηλεθέασης. Το παράδοξο και ενθαρρυντικό είναι ότι άνθρωποι από άλλους χώρους αισθάνονται εγγύτερα προς τον πλούτο της παράδοσής μας και καταθέτουν σήμερα μια πιο γνήσια μαρτυρία. Μπορεί ο Θεός να επιτρέπει όλα αυτά ως σκόλοπα, για να μην υπεραίρεται το εκκλησιαστικό σώμα.

Καθώς τελειώνω, ίσως αναρωτιέστε, που το πάμε; Κακά τα ψέματα:

Οι αλήθειες στις οποίες θεμελιώνεται η Εκκλησία του Χριστού είναι υπεριστορικές, υπερκοινωνικές, διαχρονικές, πανανθρώπινες και οικουμενικές, γι’ αυτό και οικοδόμησαν έναν θαυμάσιο και παγκόσμια αναγνωρισμένο πολιτισμό. Ο σύγχρονος κόσμος σχεδόν απεχθάνεται το υπέρλογο, το «μεταφυσικό», ό,τι δεν είναι χειροπιαστό.

Ο σύγχρονος κόσμος είναι αντιεκκλησιαστικός, όχι επειδή οι δημοσιογράφοι αποκαλύπτουν τα σκάνδαλα κάποιων ιερωμένων. Ο κόσμος είναι αντιεκκλησιαστικός, διότι δεν ζούμε εν κοινωνία και εν αγάπη. Διότι αποθεώσαμε το άτομό μας. Διότι δε δεχόμαστε να σηκώσουμε τον σταυρό της κοινωνικής  ευθύνης και να ακολουθήσουμε των Χριστό στο πάθος. Σε όποιο μετερίζι κι αν μας έταξε ο Θεός.

Και με τις σχέσεις Εκκλησίας - κράτους τι γίνεται;

Δεν μπορώ να πω για το κράτος. Μπορώ όμως να αρθρώσω δειλά δυο λόγια για την  Εκκλησία. Χρέος της είναι να μην αρνηθεί το σταυρό και την άδικη χλεύη. «Μακάριοι εστέ όταν ονειδίσωσιν υμάς και διώξωσι και είπωσι παν πονηρόν ρήμα καθ’ υμών ψευδόμενοι ένεκεν εμού».

Να διαλεχθεί με το σύγχρονο κόσμο στη γλώσσα του. Εν μετανοία και εν αγάπη.

Να μεταφέρει το μήνυμα της ελπίδας, της νίκης πάνω στον πόνο και το θάνατο.

Να ακυρώσει τη δύναμη της αμαρτίας, που εγκλωβίζει τα παιδιά της στον κόσμο της πτώσης και της φθοράς.

Χρειάζεται γι’ αυτό υπομονή, εγκαρτέρηση, επιμονή, οξυδέρκεια και έμπονη  αγάπη.

Χρειάζεται προσευχή για να φωτίσει η Χάρη του Θεού όλους μας.

Η Εκκλησία πρέπει να πορεύεται την τεθλιμμένη και δύσβατη οδό, είτε την διευκολύνει, είτε την εμποδίζει το κράτος.

Και διευκόλυνση δεν υφίσταται ούτε με το σφιχταγκάλιασμα κράτους και εκκλησιαστικών στελεχών, αλλά ούτε και με την κοινωνική περιθωριοποίηση και την απαξίωσή τους.

Η διευκόλυνση επιτυγχάνεται με την απονομή του προσήκοντος σεβασμού. Και ο προσήκων σεβασμός δεν μπορεί να απορρέει από κανονιστικές διατάξεις - όσο καλές κι αν είναι- ενός διπλωματικού κονκορδάτου, που κάποια στιγμή θα υπάρξει και ίσως είναι απαραίτητο.

Θα πηγάζει από την έμπνευση που θα εκπέμπει ο λόγος και η βιωτή των στελεχών της Εκκλησίας, όχι τόσο ως ανθρώπων του κόσμου τούτου, αλλά ως ανθρώπων του Θεού, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

 

Για τη μετεγγραφή στο μονοτονικό και την επιμέλεια του κειμένου: Π. Μ.

Δημιουργία αρχείου: 7-6-2005.

Τελευταία ενημέρωση: 24-1-2015.