Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Κεντρική Σελίδα

Πατερικά και Ψευτοθεοί

Αθανασίου Αλεξανδρείας: Λόγος περί της Ενανθρωπίσεως του Λόγου και της δια σώματος προς ημάς επιφανείας Αυτού Κείμενο - Μετάφραση * Λακταντίου: Θεϊκοί Θεσμοί, (Περί Δικαιοσύνης). Το Χρυσό γένος τού Κρόνου και η διαφθορά τού Δία

Προς Αυτόλυκον 1-4.

Η γελοιότητα τής ειδωλολατρείας

και η φθαρτότητα τής μεταβλητής κτίσης

Αγίου Θεοφίλου Αντιοχείας

 

Πηγή κειμένου σε πολυτονικό πριν τη μετατροπή του: https://el.wikisource.org

Πηγή: Θεοφίλου Αντιοχείας Βιβλίο 2 "Προς Αυτόλυκον" 1-4. PG 6, 1048–1053.

Κείμενο Μετάφραση

1. Επειδή προ τούτων τών ημερών εγένετο λόγος ημίν, ω αγαθώτατε Αυτόλυκε, πυθομένου σου τις μου ο θεός και δι' ολίγου παρασχόντος σου τα ώτα τη ομιλία ημών, περί τής θεοσεβείας μου εξεθέμην σοι·

έτι δε και αποταξάμενοι εαυτοίς μετά πλείστης φιλίας επορεύθημεν έκαστος εις τον εαυτού οίκον, καίπερ σκληρώς τα πρώτά σου έχοντος προς ημάς· οίδας γαρ και μέμνησαι ότι υπέλαβες μωρίαν είναι τον λόγον ημών.

σού ουν μετά ταύτα προτρεψαμένου με, καν <ιδιώτης ω τω λόγω>, πλην βούλομαί σοι και νυν δια τούδε τού συγγράμματος ακριβέστερον επιδείξαι την ματαιοπονίαν και ματαίαν θρησκείαν εν ή κατέχη, άμα και δι' ολίγων τών κατά σε ιστοριών ων αναγινώσκεις, ίσως δε ουδέπω γινώσκεις, το αληθές φανερόν σοι ποιήσαι.

2. Και γαρ γέλοιόν μοι δοκεί λιθοξόους μεν και πλάστας ή ζωγράφους ή χωνευτάς πλάσσειν τε και γράφειν και γλύφειν και χωνεύειν και θεούς κατασκευάζειν, οι, έπαν γένωνται υπό τών τεχνιτών, ουδέν αυτούς ηγούνται·

όταν δε αγορασθώσιν υπό τινων και ανατεθώσιν εις ναόν καλούμενον ή οίκόν τινα, τούτοις ου μόνον θύουσιν οι ωνησάμενοι, αλλά και οι ποιήσαντες και πωλήσαντες έρχονται μετά σπουδής και παρατάξεως θυσιών τε και σπονδών εις το προσκυνείν αυτοίς και ηγούνται θεούς αυτούς, ουκ ειδότες ότι τοιούτοί εισιν οποίοι και ότε εγένοντο υπ' αυτών ήτοι λίθος ή χαλκός, ή ξύλον ή χρώμα, ή και ετέρα τις ύλη.

Τούτο δη και υμίν συμβέβηκεν τοις αναγινώσκουσι τας ιστορίας και γενεαλογίας τών λεγομένων θεών. οπόταν γαρ επιτυγχάνετε ταις γενέσεσιν αυτών, ως ανθρώπους αυτούς νοείτε· ύστερον δε θεούς προσαγορεύετε και θρησκεύετε αυτοίς, ουκ εφιστάνοντες ουδέ συνιέντες ότι οίους αυτούς ανέγνωτε γεγονέναι τοιούτοι και εγεννήθησαν.

 

3. Και τών μεν τότε θεών, είπερ εγεννώντο, γένεσις πολλή ηυρίσκετο. το δε νυν πού θεών γένεσις δείκνυται;

ει γαρ τότε εγέννων και εγεννώντο, δήλον ότι εχρήν και έως τού δεύρο γίνεσθαι θεούς γεννητούς· ει δε μη γε, ασθενές το τοιούτο νοηθήσεσθαι· ή γαρ εγήρασαν, διο ουκ έτι γεννώσιν, ή απέθανον και ουκ έτι εισίν. ει γαρ εγεννώντο θεοί, εχρήν και έως τού δεύρο γεννάσθαι, καθάπερ γαρ και άνθρωποι γεννώνται· μάλλον δε και πλείονες θεοί ώφειλον είναι τών ανθρώπων, ως φησιν Σίβυλλα·

Ει δε θεοί γεννώσι και αθάνατοί γε μένουσι,

πλείονες ανθρώπων γεγεννημένοι αν θεοί ήσαν,

ουδέ τόπος στήναι θνητοίς ουκ αν ποθ' υπήρξεν.

ει γαρ ανθρώπων θνητών και ολιγοχρονίων όντων τα γεννώμενα τέκνα έως τού δεύρο δείκνυται, και ου πέπαυται το μη γεννάσθαι ανθρώπους, διο πληθύουσι πόλεις και κώμαι, έτι μην και χώραι κατοικούνται, πώς ουχί μάλλον εχρήν θεούς τους μη αποθνήσκοντας κατά τους ποιητάς γεννάν και γεννάσθαι, καθώς φατε θεών γένεσιν γεγενήσθαι;

προς τι δε τότε μεν το όρος το καλούμενον Όλυμπος υπό θεών κατωκείτο, νυνί δε έρημον τυγχάνει;

ή τίνος είνεκεν τότε μεν ο Ζεύς εν τη Ίδη κατώκει (εγινώσκετο οικών εκεί κατά τον Όμηρον και τους λοιπούς ποιητάς) νύνι δε αγνοείται; δια τι δε και ουκ ην πανταχόσε, αλλά εν μέρει γης ευρίσκετο;

ή γαρ τών λοιπών ημέλει, ή αδύνατος ην τού πανταχόσε είναι και τών πάντων προνοείν.

ει γαρ ην, ει τύχοι ειπείν, εν τόπω ανατολικώ, ουκ ην εν τόπω δυτικώ· ει δε αύ πάλιν εν τοις δυτικοίς ην, ουκ ην εν τοις ανατολικοίς.

Θεού δε τού υψίστου και παντοκράτορος και τού όντως θεού τούτό εστιν μη μόνον το πανταχόσε είναι, αλλά και <πάντα εφοράν και πάντων ακούειν>,

έτι μην μηδέ το εν τόπω χωρείσθαι· ει δε μη γε, μείζων ο χωρών τόπος αυτού ευρεθήσεται· μείζον γαρ εστιν το χωρούν τού χωρουμένου· Θεός γαρ ου χωρείται, αλλά αυτός εστι τόπος τών όλων.

Προς τι δε και καταλέλοιπεν ο Ζεύς την Ίδην; πότερον τελευτήσας, ή ουκ έτι ήρεσεν αυτώ εκείνο το όρος;

πού δε και επορεύθη; εις ουρανούς; ουχί. αλλά ερείς εις Κρήτην; ναι· όπου και τάφος αυτώ έως τού δεύρο δείκνυται. πάλιν φήσεις εις Πείσαν, ο κλέων έως τού δεύρο τας χείρας Φειδίου.

Έλθωμεν τοίνυν επί τα συγγράμματα τών φιλοσόφων και ποιητών.

 

4. Ένιοι μεν τής στοάς αρνούνται και το εξ όλου θεόν είναι, ή, ει και εστιν, μηδενός φασιν φροντίζειν τον θεόν πλην εαυτού.

και ταύτα μεν παντελώς Επικούρου και Χρυσίππου η άνοια απεφήνατο.

έτεροι δε φασιν αυτοματισμόν τών πάντων είναι, και τον κόσμον αγένητον και φύσιν αΐδιον, και το σύνολον πρόνοιαν μη είναι θεού ετόλμησαν εξειπείν, αλλά θεόν είναι μόνον φασίν την εκάστου συνείδησιν. άλλοι δ' αύ το δι' όλου κεχωρηκός πνεύμα θεόν δογματίζουσιν.

Πλάτων δε και οι τής αιρέσεως αυτού θεόν μεν ομολογούσιν αγένητον και πατέρα και ποιητήν τών όλων είναι· είτα υποτίθενται θεόν και ύλην αγένητον και ταύτην φασίν συνηκμακέναι τω θεώ.

ει δε θεός αγένητος και ύλη αγένητος, ουκ έτι ο θεός ποιητής τών όλων εστίν κατά τους Πλατωνικούς, ουδέ μην μοναρχία θεού δείκνυται, όσον το κατ' αυτούς. έτι δε και ώσπερ ο θεός, αγένητος ων, και αναλλοίωτός εστιν, ούτως, ει και η ύλη αγένητος ην, και αναλλοίωτος και ισόθεος ην·

το γαρ γενητόν τρεπτόν και αλλοιωτόν, το δε αγένητον άτρεπτον και αναλλοίωτον.

Τι δε μέγα, ει ο θεός εξ υποκειμένης ύλης εποίει τον κόσμον; και γαρ τεχνίτης άνθρωπος, επάν ύλην λάβη από τινος, εξ αυτής όσα βούλεται ποιεί.

θεού δε η δύναμις εν τούτω φανερούται ίνα εξ ουκ όντων ποιή όσα βούλεται, καθάπερ και το ψυχήν δούναι και κίνησιν ουχ ετέρου τινός εστιν αλλ' ή μόνου θεού.

και γαρ άνθρωπος εικόνα μεν ποιεί, λόγον δε και πνοήν ή αίσθησιν ου δύναται δούναι τω υπ' αυτού γενομένω.

θεός δε τούτου πλείον τούτο κέκτηται, το ποιείν λογικόν, έμπνουν, αισθητικόν.

ώσπερ ουν εν τούτοις πάσιν δυνατώτερός εστιν ο θεός τού ανθρώπου, ούτως και το εξ ουκ όντων ποιείν και πεποιηκέναι τα όντα, και όσα βούλεται και ως βούλεται.

 

1. Επειδή πριν από λίγες ημέρες έγινε μεταξύ μας μια συζήτηση, αγαπητέ μου Αυτόλυκε, όταν με ρώτησες ποιος είναι ο Θεός μου, και μου έδωσες για λίγο την προσοχή σου για να ακούσεις τα λόγια μου, σου εξήγησα την πίστη και την ευσέβειά μου.

Έπειτα, αφού αποχαιρετιστήκαμε με πολλή φιλία, πήγαμε ο καθένας στο σπίτι του. Αυτό συνέβη παρόλο που στην αρχή ήσουν αρκετά αυστηρός απέναντί μου. Διότι γνωρίζεις και θυμάσαι ότι θεώρησες τα λόγια μου ανοησία.

Επειδή όμως αργότερα με παρότρυνες να σου γράψω, παρόλο που δεν είμαι ειδικός στην τέχνη του λόγου, θέλω και τώρα, με αυτό το γραπτό, να σου δείξω με μεγαλύτερη ακρίβεια πόσο μάταιος είναι ο κόπος και πόσο μάταιη είναι η θρησκεία στην οποία βρίσκεσαι. Ταυτόχρονα, μέσα από λίγες από τις δικές σου ιστορικές πηγές που διαβάζεις — και ίσως ακόμη δεν κατανοείς σωστά — θέλω να σου φανερώσω την αλήθεια.

 2. Μου φαίνεται πράγματι γελοίο το εξής: Οι λιθοξόοι, οι γλύπτες, οι ζωγράφοι και οι χαλκουργοί κατασκευάζουν, ζωγραφίζουν, σμιλεύουν και χύνουν μορφές που ονομάζονται θεοί. Όσο όμως αυτά τα αντικείμενα βρίσκονται ακόμη στα χέρια των τεχνιτών που τα έφτιαξαν, εκείνοι δεν τα θεωρούν τίποτε σπουδαίο.

Όταν όμως κάποιος τα αγοράσει και τα τοποθετήσει σε έναν ναό ή σε κάποιο σπίτι, τότε όχι μόνο εκείνοι που τα αγόρασαν τους προσφέρουν θυσίες, αλλά ακόμη και οι ίδιοι οι κατασκευαστές και πωλητές τους έρχονται με μεγάλη επισημότητα, με θυσίες και σπονδές, για να τα προσκυνήσουν και τα θεωρούν θεούς. Και δεν αντιλαμβάνονται ότι αυτά είναι ακριβώς τα ίδια πράγματα που ήταν και όταν τα κατασκεύασαν: πέτρα, χαλκός, ξύλο, χρώμα ή οποιοδήποτε άλλο υλικό.

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με εσάς που διαβάζετε τις ιστορίες και τις γενεαλογίες των λεγόμενων θεών. Όταν διαβάζετε για τη γέννησή τους, καταλαβαίνετε ότι ήταν άνθρωποι. Αργότερα όμως τους αποκαλείτε θεούς και τους λατρεύετε, χωρίς να προσέχετε και χωρίς να κατανοείτε ότι αυτοί γεννήθηκαν ακριβώς όπως τους διαβάσατε: ως όντα με ανθρώπινη αρχή και ανθρώπινη κατάσταση.

3. Και για εκείνους τους θεούς του παρελθόντος, αν πράγματι γεννήθηκαν, αναφέρονται πολλές γεννήσεις. Τώρα όμως, πού φαίνεται να γεννιούνται θεοί;

Αν τότε γεννούσαν και γεννιούνταν, είναι φανερό ότι θα έπρεπε να συνεχίζεται αυτό μέχρι και σήμερα και να γεννιούνται νέοι θεοί. Αν όμως δεν συμβαίνει αυτό, τότε η αντίληψη αυτή αποδεικνύεται αδύναμη. Διότι υπάρχουν δύο ενδεχόμενα: είτε οι θεοί γέρασαν και γι’ αυτό δεν γεννούν πλέον, είτε πέθαναν και δεν υπάρχουν πια. Αν πράγματι οι θεοί γεννιούνταν, θα έπρεπε να γεννιούνται και σήμερα, όπως ακριβώς γεννιούνται οι άνθρωποι. Μάλιστα, θα έπρεπε να υπάρχουν περισσότεροι θεοί από ανθρώπους, όπως λέει και η Σίβυλλα:

«Αν οι θεοί γεννούν και παραμένουν αθάνατοι, τότε θα είχαν γεννηθεί περισσότεροι θεοί από τους ανθρώπους και δεν θα υπήρχε ποτέ τόπος για να σταθούν οι θνητοί άνθρωποι».

Πράγματι, βλέπουμε ότι οι άνθρωποι είναι θνητοί και ζουν λίγο χρόνο. Κι όμως, τα παιδιά τους συνεχίζουν να γεννιούνται μέχρι σήμερα. Η ανθρώπινη γέννηση δεν έχει σταματήσει. Γι’ αυτό οι πόλεις και τα χωριά πληθαίνουν και ακόμη περισσότερες περιοχές κατοικούνται. Πόσο περισσότερο λοιπόν θα έπρεπε να γεννούν και να γεννιούνται οι θεοί, αφού, σύμφωνα με τους ποιητές, δεν πεθαίνουν, αλλά είναι αθάνατοι; Εσείς όμως λέτε ότι κάποτε υπήρχε γέννηση θεών, ενώ τώρα δεν υπάρχει πλέον.

Για ποιο λόγο, λοιπόν, το βουνό που ονομάζεται Όλυμπος κατοικείτο τότε από θεούς, ενώ τώρα είναι έρημο;

Γιατί τότε ο Δίας κατοικούσε στην Ίδη; Ο Όμηρος και οι άλλοι ποιητές έλεγαν ότι ζούσε εκεί. Γιατί τώρα δεν γνωρίζεται που βρίσκεται; Και γιατί δεν βρισκόταν παντού, αλλά μόνο σε ένα συγκεκριμένο μέρος της γης;

Μήπως αδιαφορούσε για τους υπόλοιπους τόπους; Ή μήπως δεν είχε τη δύναμη να βρίσκεται παντού και να φροντίζει τα πάντα;

Διότι, αν βρισκόταν, ας πούμε, σε κάποιο ανατολικό μέρος, δεν θα βρισκόταν σε κάποιο δυτικό. Και αν πάλι βρισκόταν στη δύση, δεν θα ήταν στην ανατολή.

Όμως αυτό είναι γνώρισμα του Υψίστου και Παντοκράτορος Θεού, του αληθινού Θεού: όχι μόνο να βρίσκεται παντού, αλλά και να βλέπει τα πάντα και να ακούει τα πάντα.

Επιπλέον, δεν περιορίζεται μέσα σε κάποιον τόπο. Διότι αν περιοριζόταν από έναν τόπο, τότε ο τόπος που τον περιέχει θα ήταν μεγαλύτερος από Αυτόν. Και πράγματι, εκείνο που περιέχει είναι μεγαλύτερο από εκείνο που περιέχεται. Ο Θεός δεν περιέχεται μέσα σε κάποιον χώρο. Αντιθέτως, Αυτός είναι ο τόπος και η στήριξη όλων των πραγμάτων.

Γιατί λοιπόν ο Δίας εγκατέλειψε την Ίδη; Μήπως επειδή πέθανε; Ή μήπως επειδή δεν του άρεσε πλέον εκείνο το βουνό;

Και πού πήγε; Στον ουρανό; Όχι. Μήπως θα πεις ότι πήγε στην Κρήτη; Ναι, εκεί όπου μέχρι σήμερα δείχνουν τον τάφο του. Ή μήπως θα πεις ότι πήγε στην Πίσα; Εκεί μέχρι σήμερα διατηρείται η φήμη και το έργο των χεριών του Φειδία που τον κατασκεύασε.

Ας αφήσουμε λοιπόν αυτά και ας εξετάσουμε τώρα τα συγγράμματα των φιλοσόφων και των ποιητών.

4. Μερικοί από τους Στωικούς αρνούνται εντελώς ότι υπάρχει Θεός. Ή, ακόμη κι αν παραδέχονται ότι υπάρχει, λένε ότι δεν φροντίζει για τίποτε άλλο παρά μόνο για τον εαυτό του.

Τέτοιου είδους παραλογισμούς εξέφρασαν πλήρως ο Επίκουρος και ο Χρύσιππος.

Άλλοι υποστηρίζουν ότι όλα γίνονται από μόνα τους, χωρίς κάποια θεία καθοδήγηση. Λένε ότι ο κόσμος δεν έχει αρχή και ότι η φύση υπάρχει αιώνια. Τολμούν ακόμη να πουν ότι το σύνολο των πραγμάτων δεν βρίσκεται κάτω από την πρόνοια του Θεού, αλλά ότι θεός είναι μόνο η συνείδηση του κάθε ανθρώπου. Άλλοι πάλι διδάσκουν ότι θεός είναι το πνεύμα που διαπερνά ολόκληρο το σύμπαν.

Ο Πλάτων και οι οπαδοί της σχολής του ομολογούν ότι υπάρχει ένας Θεός, αγέννητος, Πατέρας και δημιουργός των πάντων. Έπειτα όμως υποθέτουν ότι και η ύλη είναι αγέννητη και ότι υπάρχει από πάντα μαζί με τον Θεό.

Αν όμως και ο Θεός είναι αγέννητος και η ύλη είναι επίσης αγέννητη, τότε σύμφωνα με τους Πλατωνικούς ο Θεός δεν είναι πλέον πραγματικά δημιουργός των πάντων. Επίσης, με αυτή την αντίληψη δεν φαίνεται να υπάρχει η μοναδική κυριαρχία του Θεού.

Ακόμη, όπως ακριβώς ο Θεός, επειδή είναι αγέννητος, είναι και αμετάβλητος, έτσι και η ύλη, αν ήταν πράγματι αγέννητη, θα έπρεπε και αυτή να είναι αμετάβλητη και ισόθεη.

Διότι κάθε τι που έχει γίνει και έχει αρχή είναι μεταβλητό και μπορεί να αλλάξει. Ενώ αυτό που δεν έχει αρχή είναι αμετάβλητο και αναλλοίωτο.

Και ποιο μεγάλο πράγμα θα έκανε ο Θεός, αν δημιουργούσε τον κόσμο από μια ύλη που ήδη υπήρχε; Και ένας άνθρωπος τεχνίτης, όταν πάρει από κάποιον μια ύλη, μπορεί από αυτή να κατασκευάσει ό,τι θέλει.

Η δύναμη όμως του Θεού φανερώνεται ακριβώς σε αυτό: ότι δημιουργεί από το μηδέν ό,τι θέλει. Όπως ακριβώς μόνο ο Θεός μπορεί να δώσει σε κάτι ψυχή και κίνηση.

Ο άνθρωπος μπορεί να κατασκευάσει ένα άγαλμα ή μια εικόνα, αλλά δεν μπορεί να δώσει στο έργο του λογική, πνοή ζωής ή αισθήσεις.

Ο Θεός όμως έχει κάτι πολύ ανώτερο από αυτό: μπορεί να δημιουργεί όντα λογικά, έμψυχα και με αισθήσεις.

Όπως λοιπόν σε όλα αυτά ο Θεός είναι ασύγκριτα ισχυρότερος από τον άνθρωπο, έτσι έχει και τη δύναμη να δημιουργεί τα όντα από το μηδέν, και να δημιουργεί ό,τι θέλει και με τον τρόπο που θέλει.

Δημιουργία αρχείου: 23-6-2026.

Τελευταία μορφοποίηση: 26-6-2026.

ΕΠΑΝΩ