Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Κεντρική Σελίδα

Πατερικά και Θεολογικά

Μιλάει η Αγία Γραφή για την Αγία Τριάδα; * Πατήρ - Υιός - Άγιο Πνεύμα: Ο ένας αλλά Τριαδικός Θεός τής Αγ. Γραφής * Τρόπος ύπαρξης τού Τριαδικού Θεού *  σπερματική δύναμη τού Θεού πίσω από τη φυσική ακολουθία τής δημιουργίας

Αγίου Γρηγορίου Νύσσης: "Κατά Ευνομίου Λόγος 2ος"

Η κατά φύσιν αφθαρσία τής Θεότητας

ανακαινίζει την κατά φύσιν φθαρτότητά μας

Αγίου Γρηγορίου Νύσσης

 

Πηγή: Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, Λόγος 2ος κατά Ευνομίου (PG 45, 465–472).

Μ

Αρχαίο Κείμενο Μετάφραση

Η τών Χριστιανών πίστις η εις πάντα τα έθνη κατά το πρόσταγμα τού Κυρίου παρά τών μαθητών κηρυχθείσα ούτε εξ ανθρώπων εστίν, ούτε δι’ ανθρώπων, αλλά δι’ αυτού τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού·

ός Λόγος ων και ζωή, και φως, και αλήθεια, και Θεός, και σοφία, και πάντα όσα κατά φύσιν εστί· δια τούτο μάλιστα εν ομοιώματι ανθρώπου γενόμενος, και μετασχών τής φύσεως ημών κατά πάντα καθ’ ομοιότητα χωρίς αμαρτίας.

Καθ’ ομοιότητα δε το μετά ψυχής και σώματος αναλαβείν όλον τον άνθρωπον· ώστε δι’ αμφοτέρων ημίν γενέσθαι την σωτηρίαν.

Ούτος επί τής γης ώφθη, και τοις ανθρώποις συναναστρέφη· ίνα μηκέτι οι άνθρωποι κατά τας εαυτών γνώμας περί τού όντος δοξάζωσι· τας γινωμένας αυτοίς από στοχασμών τινων υπονοίας δόγμα ποιούμενοι.

Αλλά πεισθέντες ότι αληθώς Θεός εφανερώθη εν σαρκί, εκείνο μόνον αληθινόν τής ευσεβείας μυστήριον είναι πιστεύσωμεν, ό δι’ αυτού ημίν τού Λόγου και Θεού παρεδόθη, τού δι’ εαυτού τοις αποστόλοις λαλήσαντος.

Την δε εκ τής αρχαιοτέρας Γραφής, εκ νόμου τε και προφητείας, και τής παροιμιώδους διδασκαλίας γινομένην περί τής υπερκειμένης φύσεως διδασκαλίαν, δι’ εσόπτρου τινός και αινίγματος ως μαρτυρίαν τής αποκαλυφθείσης ημίν αληθείας δεχώμεθα, ευσεβώς την διάνοιαν τών ρητών εκλαμβάνοντες· ως συμφωνείν τη παρά τού δεσπότου τών όλων εκτεθείση πίστει·

ην επί λέξεως καθαράν και απαρεγχείρητον φυλάσσομεν, ως παρελάβομεν· και την εν ολίγω παρατροπήν τών παραδοθέντων ρημάτων εσχάτην κρίνοντες βλασφημίαν τε και ασέβειαν. Πιστεύομεν ουν καθώς εξέθετο τοις μαθηταίς την πίστιν ο Κύριος ο ειπών, ότι

"Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα τού Πατρός και τού Υιού και τού αγίου Πνεύματος".

Ούτός εστιν ο Λόγος τού μυστηρίου, εν ω δια τής άνωθεν γεννήσεως μετασκευάζεται ημών η φύσις από τού φθαρτού προς το άφθαρτον· εκ τού παλαιού ανθρώπου ανακαινιζομένη κατ’ εικόνα τού κτίσαντος εν αρχή το θεοειδές ομοίωμα.

Ταύτης ουν παρά τού Θεού τοις αποστόλοις παραδοθείσης τής πίστεως, ούτε υφαίρεσιν, ούτε παραλλαγήν, ούτε προσθήκην ποιούμεθα· σαφώς ειδότες ότι ο τολμών την θείαν φωνήν δια κακουργίας σοφιστικής παρατρέπειν, ούτος εκ τού πατρός τού διαβόλου εστίν· ος αφείς τής αληθείας τα ρήματα, εκ τών ιδίων λαλεί, πατήρ ψεύδους γενόμενος. Παν γαρ το παρά την αλήθειαν λεγόμενον, ψεύδός εστί πάντως και ουκ αληθές.

Επεί ουν το δόγμα τούτο παρ’ αυτής εκτίθεται τής αληθείας· ει τι παρεπινοούσιν επί αθετήσει τής θείας ταύτης φωνής οι τών πονηρών αιρέσεων ευρεταί·

ως αντί μεν τού Πατρός κτίστην αυτόν και δημιουργόν τού Υιού ονομάζειν· αντί δε τού Υιού έργον και κτίσμα και ποίημα· αντί δε τού αγίου Πνεύματος, κτίσμα κτίσματος, και έργον έργου· και πάντα όσα τοις θεομάχοις περί αυτού λέγειν δοκεί·

πάντα τα τοιαύτα άρνησιν τής αποκαλυφθείσης ημίν εν τω δόγματι τούτω θεότητος, και παράβασιν ονομάζομεν. Άπαξ γαρ μεμαθήκαμεν παρά τού Κυρίου, προς ό βλέπειν χρη τη διανοία· δι' ου γίνεται η από τού θνητού προς το αθάνατον τής φύσεως ημών μεταστοιχείωσις· τούτο δε εστίν ο Πατήρ και ο Υιός και το άγιον Πνεύμα·

φοβερόν ουν είναί φαμεν και ολέθριον παραλογίσασθαι μεν τας θείας ταύτας φωνάς· αντεπινοείν δε τας επί αθετήσει τούτων παρευρισκομένας· ώσπερ επιδιορθουμένας τον Θεόν Λόγον, τον νομοθετήσαντα ταύτας τας φωνάς ημίν επί τής πίστεως έχειν. Εκάστη γαρ τών κλήσεων τούτων δια τής προσφυούς σημασίας νοουμένη, κανών αληθείας, και νόμος ευσεβείας τοις Χριστιανοίς γίνεται.

Πολλών γαρ όντων και άλλων ονομάτων, οις το Θείον διασημαίνεται, εν ιστορία τε και προφητεία, και νόμω· πάντα καταλιπών ο Δεσπότης Χριστός, ημάς προσάγεσθαι δυνάμενος τη περί τού όντος πίστει, ταύτας τας φωνάς παρατίθεται· αρκείν αποφηνάμενος παραμένειν ημάς τη τού Πατρός τε και τού Υιού, και τού αγίου Πνεύματος κλήσει, εις κατανόησιν τού όντως όντος· όπερ και έν εστι και ουχ έν.

Τω μεν γαρ λόγω τής ουσίας έν εστι·  διο και εις εν όνομα βλέπειν ο Δεσπότης ενομοθέτησε·

τοις δε γνωριστικοίς τών υποστάσεων ιδιώμασιν, εις Πατρός τε και Υιού και αγίου Πνεύματος πίστιν διήρηται· αδιαστάτως τε μεριζόμενον και ασυγχύτως ενούμενον.

Όταν γαρ ακούσωμεν Πατέρα, ταύτην αναλαμβάνομεν την διάνοιαν, ότι το όνομα τούτο, ουκ εφ’ εαυτού νοείται μόνον, αλλά και την προς τον Υιόν σχέσιν δια τής ιδίας εμφάσεως αποσημαίνει. Ού γαρ αν Πατήρ κεχωρισμένος εφ’ εαυτού νοηθείη, μη Υιού συνημμένου δια τής τού Πατρός εκφωνήσεως. Πατέρα ουν μαθόντες, τη αυτή φωνή και την εις τον Υιόν πίστιν συνεδιδάχθημεν.

Επειδή τοίνυν το Θείον τη φύσει όπερ εστί καθό εστιν αεί ωσαύτως έχει· ούτε ποτέ τι μη ον ό νυν εστιν, ούτε ποτέ τι εσόμενον, ό νυν ουκ έστι.

Πατήρ δε ωνομάσθη παρά τού Λόγου ο αληθινός Πατήρ· τω δε Πατρί και ο Υιος συνεμφαίνεται· αναγκαίως πιστεύομεν, ότι ο μηδεμίαν τροπήν ή αλλοίωσιν εν τη φύσει παραδεχόμενος, ό νυν εστι, και αεί πάντως ην· ην· ή ει ποτέ τι ουκ ην, ουδέ νυν πάντως εστίν.

Επεί ουν Πατήρ υπό τού αληθινού Λόγου κατονομάζεται, πάντοτε πάντως και ην Πατήρ και έστι, και έσται ως ην.

Ου γαρ δη θεμις επί τής θείας τε και ακηράτου φύσεως, μη πάντοτε το καλόν περί αυτήν είναι λέγειν· ει γαρ μη αεί ην ό νυν εστίν, ετράπη πάντως ή προς το χείρον από τού κρείττονος, ή προς το κρείττον από τού χείρονος· τούτων δε ίσόν εστι το ασεβές καθ' εκάτερον· οπότερον αν επί τής θείας λέγηται φύσεως. Αλλά μην ανεπίδεκτόν εστι το Θείον τροπής τε και αλλοιώσεως.

Άρα παν ότιπέρ εστι καλόν και αγαθόν, αεί περί την τού καλού θεωρείται πηγήν· καλόν δε και καλού παντός επέκεινα ο Μονογενής εστί Θεός, ο ων εν τοις κόλποις τού Πατρός· ο δε ων εν τοις κόλποις, ουχί εγγενόμενος;

Ουκούν αποδέδεικται δια τούτων το εξ αϊδίου τον Υιόν ενθεωρείσθαι τω Πατρί τω εν ώ εστιν, ζωήν όντα και φως, και αλήθειαν· και παν αγαθόν όνομά τε και νόημα· ών χωρίς εφ’ εαυτού λέγειν είναί ποτε τον Πατέρα, τής εσχάτης ασεβείας άμα και παραπληξίας εστίν.

Ει γαρ ο Υιός, καθώς η Γραφή λέγει, δύναμίς εστι Θεού, και σοφία, και αλήθεια, και φως, και αγιασμός, και ειρήνη, και ζωή, και τα τοιαύτα, προ τού τον Υιόν είναι, καθώς τοις αιρετικοίς δοκεί, ουδέ ταύτα ην πάντως.

Τούτων δε μη όντων, κενόν πάντως τών τοιούτων αγαθών τον πατρώον εννοήσουσι κόλπον· ως αν ουν μήτε ο Πατήρ ερημός τε τών εαυτού αγαθών εννοηθείη· μη δε εις ταύτην την ατοπίαν εκπέσοι το δόγμα, αναγκαίως κατά την φωνήν τού Δεσπότου, τη αϊδιότητι τού Πατρός η περί τού Υιού πίστις συνθεωρείται.

Ού χάριν πάντα καταλιπών τα ονόματα όσα προς ένδειξιν τής υπερκειμένης φύσεως λέγεται, την τού Πατρός κλήσιν, ως ενδεικτικωτέραν τής αληθείας εκτίθεται ημίν επί τής πίστεως, ήτις, καθώς είρηται, τη σχετική διανοία και τον Υιόν μεθ' εαυτής συνενδείκνυται· τού δε Υιού ος εστιν εν τω Πατρί, αεί όντος όπερ εστίν, καθώς είρηται και εν τοις έμπροσθεν λόγοις· ότι το Θείον τη φύσει την προς το μείζον αύξησιν ου προσδέχεται· ου γαρ ορά τι έξω εαυτού άλλο αγαθόν, ου κατά μετουσίαν προσλαμβάνει το πλείον· αλλ’ αεί ωσαύτως έχοντος, ούτε αποβάλοντος ό έχει, ούτε προσλαμβάνοντος ό μη έχει· ούτως γαρ τι τών αποβλήτων έχει, και ει τι μακάριον και ακήρατον, και αληθινόν, και αγαθόν περί αυτόν και εν αυτώ πάντως εστίν·

αναγκαίως ορώμεν, ουκ εξ επικτήσεως αυτώ προσγινόμενον το Πνεύμα το αγαθόν τε και άγιον· όπερ εστίν ευθές ηγεμονικόν, ζωοποιόν, το πάσης τής κτίσεως περικρατητικόν τε και αγιαστικόν· ό πάντα εν πάσιν ενεργεί καθώς βούλεται·

ως μηδέν τι μεταξύ διάλειμμα τού Χριστού προς το Χρίσμα νοείν, ή τού βασιλέως προς την βασιλείαν· ή τής σοφίας προς το πνεύμα τής σοφίας· ή τής αληθείας προς το πνεύμα τής αληθείας· ή τής δυνάμεως, προς το πνεύμα τής δυνάμεως·

αλλ’ εξ αϊδίου τω Πατρί ενθεωρουμένου τού Υιού· ος εστι σοφία τε και αλήθεια, και βουλή, και ισχύς, και γνώσις, και σύνεσις· εξ αϊδίου και το Πνεύμα το άγιον αυτώ συνθεωρείται·

όπερ εστί Πνεύμα σοφίας τε και αληθείας, και βουλής, και συνέσεως· και πάντα τα άλλα όσα ο Υιός εστι και ονομάζεται.

Δια τούτό φαμεν συνημμένον άμα και διακεκριμένον παραδεδόσθαι τοις αγίοις μαθηταίς το τής ευσεβείας μυστήριον· το δειν πιστεύειν εις το όνομα τού Πατρός, και τού Υιού, και τού αγίου Πνεύματος·

η μεν γαρ τών υποστάσεων ιδιότης, τρανήν τε και ασύγχυτον ποιείται την προσώπων διαστολήν·

έν δε όνομα προκείμενον τής κατά την πίστιν εκθέσεως, σαφώς ημίν την ενότητα τής ουσίας τών εν τη πίστει προσώπων διερμηνεύει, Πατρός τε λέγω και Υιού και Πνεύματος αγίου·

δια γαρ τών κλήσεων τούτων, ου φύσεως διαφοράν διδασκόμεθα, αλλά μόνας τας τών υποστάσεων γνωριστικάς ιδιότητας. Ώστε γινώσκειν ημάς, μήτε Υιόν τον Πατέρα είναι, μήτε Πατέρα τον Υιόν· μήτε Υιόν ή τον Πατέρα, ή το Πνεύμα το άγιον· αλλ’ έκαστον εν τω ιδιάζοντι τής υποστάσεως χαρακτήρι γνωρίζειν· εν αορίστω τελειότητι,

και εφ’ εαυτού θεωρούμενον, και από τού συνημμένου ου διαιρούμενον.

Η πίστη των Χριστιανών, η οποία κηρύχθηκε σε όλα τα έθνη από τους μαθητές σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου, δεν προέρχεται από ανθρώπους ούτε παραδόθηκε μέσω ανθρώπων. Προέρχεται από τον ίδιο τον Κύριό μας Ιησού Χριστό.

Αυτός είναι ο Λόγος, η Ζωή, το Φως, η Αλήθεια, ο Θεός, η Σοφία και όλα όσα υπάρχουν κατά φύση στον Θεό. Γι’ αυτό ακριβώς έγινε άνθρωπος. Έλαβε μορφή ανθρώπου και μετείχε στη φύση μας σε όλα, κατά την ομοιότητα με εμάς, χωρίς όμως αμαρτία.

Η ομοιότητα αυτή σημαίνει ότι προσέλαβε ολόκληρο τον άνθρωπο, με ψυχή και σώμα· έτσι η σωτηρία μας πραγματοποιήθηκε και ως προς την ψυχή και ως προς το σώμα.

Αυτός εμφανίσθηκε επάνω στη γη και συναναστράφηκε μαζί με τους ανθρώπους. Το έκανε αυτό για να μη σχηματίζουν πλέον οι άνθρωποι αντιλήψεις για τον αληθινό Θεό σύμφωνα με τις προσωπικές τους γνώμες. Επειδή συνήθιζαν να μετατρέπουν σε δόγματα τις υποθέσεις και τους συλλογισμούς που γεννούσε η ανθρώπινη σκέψη.

Αντί γι’ αυτό, πρέπει να πεισθούμε ότι πραγματικά ο Θεός φανερώθηκε με σάρκα. Πρέπει να πιστεύσουμε ότι μόνο εκείνο είναι το αληθινό μυστήριο της ευσεβείας, το οποίο μας παραδόθηκε από τον ίδιο τον Λόγο και Θεό που μίλησε προσωπικά στους αποστόλους και τους το παρέδωσε.

Τη διδασκαλία που βρίσκεται στην αρχαιότερη Γραφή, δηλαδή στον Νόμο, στους Προφήτες και στα διδακτικά βιβλία, και η οποία αναφέρεται στην υπέρτατη θεία φύση, πρέπει να τη δεχόμαστε σαν μαρτυρία της αλήθειας που μας αποκαλύφθηκε. Διότι εκείνη η διδασκαλία δόθηκε σαν μέσα από καθρέπτη και αίνιγμα, εμείς όμως πρέπει να κατανοούμε με ευσέβεια το νόημα των λόγων της· και να το ερμηνεύουμε έτσι ώστε να συμφωνεί με την πίστη που παρέδωσε ο Κύριος των πάντων.

Αυτή την πίστη τη διαφυλάσσουμε ακριβώς όπως την παραλάβαμε. Τη διατηρούμε καθαρή και χωρίς καμία παραποίηση. Θεωρούμε μάλιστα ότι ακόμη και η παραμικρή αλλοίωση των παραδομένων λόγων αποτελεί έσχατη βλασφημία και ασέβεια. Πιστεύουμε λοιπόν όπως ακριβώς παρέδωσε την πίστη στους μαθητές Του ο Κύριος, όταν είπε:

«Πηγαίνετε και κάντε μαθητές όλα τα έθνη, βαπτίζοντάς τους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».

Αυτός είναι ο Λόγος του μυστηρίου. Μέσα σε αυτό το μυστήριο η φύση μας μεταμορφώνεται με την αναγέννηση. Μεταβαίνει από τη φθορά στην αφθαρσία. Ο παλαιός άνθρωπος ανακαινίζεται σύμφωνα με την εικόνα Εκείνου που δημιούργησε από την αρχή το θεοειδές πρότυπο.

Αφού λοιπόν αυτή η πίστη παραδόθηκε από τον Θεό στους αποστόλους, εμείς δεν αφαιρούμε τίποτε από αυτήν. Δεν την αλλοιώνουμε. Δεν προσθέτουμε τίποτε σε αυτήν. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι όποιος τολμά να διαστρέφει με σοφιστικά τεχνάσματα τον θείο λόγο, αυτός έχει πατέρα του τον διάβολο. Επειδή ο διάβολος εγκατέλειψε τα λόγια της αλήθειας και μιλά από τα δικά του. Έτσι έγινε πατέρας του ψεύδους. Κάθε λόγος που λέγεται αντίθετα προς την αλήθεια είναι οπωσδήποτε ψεύδος και όχι αλήθεια.

Αφού λοιπόν αυτό το δόγμα προέρχεται από την ίδια την Αλήθεια, όσα επινοούν οι ιδρυτές των πονηρών αιρέσεων για να αναιρέσουν αυτή τη θεία διδασκαλία, τα απορρίπτουμε.

Έτσι, αντί να τον ονομάζουν τον Πατέρα «Πατέρα», τον ονομάζουν κτίστη και δημιουργό του Υιού. Αντί να ονομάζουν τον Υιό «Υιό», τον αποκαλούν έργο, κτίσμα και κατασκεύασμα. Και αντί να ονομάζουν το Άγιο Πνεύμα όπως μας το παρέδωσε η πίστη, το παρουσιάζουν ως κτίσμα ενός κτίσματος και ως έργο ενός έργου. Το ίδιο κάνουν και με όλα τα άλλα που αρέσει στους θεομάχους να λένε γι’ Αυτό.

Όλα αυτά τα θεωρούμε άρνηση της θεότητας που μας αποκαλύφθηκε μέσα σε αυτό το δόγμα. Τα θεωρούμε επίσης παράβαση της πίστεως· επειδή μία φορά για πάντα μάθαμε από τον Κύριο πού πρέπει να στρέφεται η διάνοιά μας. Μάθαμε προς ποια αλήθεια πρέπει να βλέπουμε. Μέσα από αυτήν πραγματοποιείται η μεταβολή της φύσεώς μας από τη θνητότητα στην αθανασία. Και αυτή η αλήθεια είναι ο Πατέρας και ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα.

Γι’ αυτό λέμε ότι είναι φοβερό και ολέθριο πράγμα να διαστρεβλώνει κάποιος αυτές τις θείες ονομασίες. Και ακόμη χειρότερο να επινοεί άλλες έννοιες που εμφανίζονται για να αναιρέσουν το περιεχόμενό τους. Είναι σαν να επιχειρεί να διορθώσει τον Θεό Λόγο, ο οποίος θέσπισε αυτές τις ονομασίες ως κανόνα της πίστεώς μας. Επειδή κάθε μία από αυτές τις ονομασίες, όταν κατανοείται σύμφωνα με το φυσικό και αρμόζον νόημά της, γίνεται για τους Χριστιανούς κανόνας αλήθειας και νόμος ευσεβείας.

Υπάρχουν βέβαια και πολλά άλλα ονόματα με τα οποία δηλώνεται το Θείο. Τα συναντούμε στην ιστορία, στην προφητεία και στον νόμο. Όμως ο Δεσπότης Χριστός, ενώ μπορούσε με πολλά ονόματα να μας οδηγήσει στην πίστη προς τον αληθινό Θεό, άφησε όλα τα άλλα κατά μέρος και μας παρέδωσε αυτές ακριβώς τις ονομασίες. Με αυτό έδειξε ότι αρκεί να μένουμε σταθερά στην ονομασία του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Διότι αυτές είναι αρκετές για να οδηγηθούμε στη γνώση του αληθινά Όντος, εκείνου που είναι ένα και συγχρόνως δεν είναι ένα κατά τρόπο απλό.

Ως προς την ουσία είναι ένα. Γι’ αυτό και ο Κύριος όρισε να αναφερόμαστε σε ένα όνομα.

Ως προς όμως τα ιδιαίτερα γνωρίσματα των υποστάσεων, η πίστη διακρίνεται σε Πατέρα, Υιό και Άγιο Πνεύμα.

Έτσι το θείο μυστήριο είναι συγχρόνως αδιαίρετα διαιρεμένο και ασυγχύτως ενωμένο.

Επειδή όταν ακούμε τη λέξη «Πατέρας», σχηματίζουμε αμέσως την εξής έννοια: ότι το όνομα αυτό δεν νοείται μόνο του, αλλά με την ίδια έμφαση φανερώνει και τη σχέση προς τον Υιό. Επειδή κανείς δεν μπορεί να νοήσει Πατέρα χωρισμένο από τον Υιό. Η ίδια η λέξη «Πατέρας» φέρει μαζί της την έννοια του Υιού. Έτσι, όταν διδαχθήκαμε τον Πατέρα, με την ίδια λέξη διδαχθήκαμε συγχρόνως και την πίστη στον Υιό.

Αφού λοιπόν η θεία φύση είναι αυτό ακριβώς που είναι, παραμένει πάντοτε η ίδια. Ούτε υπήρξε ποτέ κάτι που να μην ήταν αυτό που είναι τώρα, ούτε πρόκειται κάποτε να γίνει κάτι που τώρα δεν είναι.

Ο αληθινός Πατέρας ονομάστηκε Πατέρας από τον ίδιο τον Λόγο. Και μαζί με τον Πατέρα φανερώνεται και ο Υιός. Γι’ αυτό πιστεύουμε αναγκαστικά ότι Εκείνος που δεν δέχεται καμία μεταβολή ή αλλοίωση στη φύση Του, είναι τώρα αυτό που ήταν πάντοτε. Αν υπήρξε ποτέ στιγμή κατά την οποία δεν ήταν αυτό που είναι τώρα, τότε δεν θα μπορούσε ούτε τώρα να είναι πραγματικά αυτό που είναι.

Αφού λοιπόν ο αληθινός Λόγος ονομάζει τον Θεό Πατέρα, είναι αναγκαίο να δεχθούμε ότι πάντοτε ήταν Πατέρας, πάντοτε είναι Πατέρας και πάντοτε θα είναι Πατέρας.

Δεν επιτρέπεται να λέμε για τη θεία και άφθαρτη φύση ότι κάποτε δεν είχε το αγαθό που έχει τώρα. Διότι, αν δεν ήταν πάντοτε αυτό που είναι τώρα, τότε οπωσδήποτε μεταβλήθηκε. Ή μεταβλήθηκε από το καλύτερο στο χειρότερο, ή από το χειρότερο στο καλύτερο. Και οι δύο αυτές εκδοχές είναι εξίσου ασεβείς όταν αποδίδονται στη θεία φύση. Διότι το θείο δεν επιδέχεται ούτε μεταβολή ούτε αλλοίωση.

Άρα κάθε αγαθό και κάθε τελειότητα βρίσκονται πάντοτε γύρω από την πηγή κάθε αγαθού. Ο δε Μονογενής Θεός που βρίσκεται στους κόλπους τού Πατρός, είναι αγαθός και βρίσκεται υπεράνω κάθε αγαθού. Και εκείνος που βρίσκεται στους κόλπους του Πατρός δεν είναι κάποιος που προστέθηκε αργότερα ή εμφανίστηκε σε μεταγενέστερο χρόνο.

Έχει ήδη αποδειχθεί λοιπόν από όσα είπαμε ότι ο Υιός θεωρείται μαζί με τον Πατέρα από την αιωνιότητα. Διότι μέσα στον Πατέρα υπάρχει η Ζωή, το Φως, η Αλήθεια και κάθε αγαθό όνομα και νόημα. Γι’ αυτό το να ισχυρίζεται κάποιος ότι ο Πατέρας υπήρξε κάποτε χωρίς αυτά, είναι συγχρόνως η έσχατη ασέβεια και η μεγαλύτερη παραφροσύνη.

Διότι, αν ο Υιός είναι — όπως λέει η Γραφή — η δύναμη του Θεού, η σοφία του Θεού, η αλήθεια, το φως, ο αγιασμός, η ειρήνη, η ζωή και όλα τα παρόμοια αγαθά, τότε, πριν υπάρξει ο Υιός — όπως ισχυρίζονται οι αιρετικοί — τίποτε από αυτά δεν θα υπήρχε.

Αν όμως αυτά δεν υπήρχαν, τότε θα έπρεπε να θεωρήσουμε ότι ο πατρικός κόλπος ήταν κενός από όλα αυτά τα αγαθά. Για να μη νοηθεί λοιπόν ποτέ ο Πατέρας στερημένος από τα δικά Του αγαθά, και για να μη φθάσει το δόγμα σε μια τόσο παράλογη θέση, η πίστη στον Υιό συνθεωρείται αναγκαστικά μαζί με την αιωνιότητα του Πατρός, σύμφωνα με τη διδασκαλία του Κυρίου.

Γι’ αυτό ο Κύριος άφησε κατά μέρος όλα τα άλλα ονόματα που χρησιμοποιούνται για να φανερώσουν την υπέρτατη θεία φύση· και παρέδωσε στην πίστη μας το όνομα του Πατρός, επειδή αυτό φανερώνει πληρέστερα την αλήθεια. Όπως είπαμε ήδη, το όνομα αυτό, λόγω της σχετικής του σημασίας, φανερώνει συγχρόνως και τον Υιό. Και επειδή ο Υιός υπάρχει μέσα στον Πατέρα και είναι αιώνια αυτό που είναι, όπως ήδη αποδείχθηκε, και επειδή η θεία φύση δεν δέχεται καμία αύξηση προς κάτι ανώτερο, διότι δεν βλέπει έξω από τον εαυτό της κάποιο άλλο αγαθό για να το αποκτήσει, ούτε λαμβάνει κάτι περισσότερο με μετοχή σε κάτι ξένο, αλλά παραμένει πάντοτε η ίδια, ούτε χάνει κάτι από όσα έχει, ούτε αποκτά κάτι που δεν είχε· γι’ αυτό κάθε τι μακάριο, άφθαρτο, αληθινό και αγαθό βρίσκεται πάντοτε μέσα της και γύρω της.

Γι’ αυτό καταλαβαίνουμε αναγκαστικά ότι το αγαθό και άγιο Πνεύμα δεν προστέθηκε στον Θεό αργότερα σαν κάποιο επίκτητο αγαθό. Δεν είναι κάτι που απέκτησε κάποτε. Το Άγιο Πνεύμα είναι εκείνο που κατευθύνει τα πάντα. Είναι ζωοποιό. Κυριαρχεί σε ολόκληρη την κτίση. Την αγιάζει και τη συγκρατεί. Ενεργεί τα πάντα μέσα σε όλους, όπως το ίδιο θέλει.

Γι’ αυτό δεν πρέπει να φανταζόμαστε κανένα διάστημα ή καμία απόσταση ανάμεσα στον Χριστό και το Χρίσμα Του, ούτε ανάμεσα στον Βασιλέα και τη Βασιλεία Του. Ούτε ανάμεσα στη Σοφία και το Πνεύμα της Σοφίας. Ούτε ανάμεσα στην Αλήθεια και το Πνεύμα της Αληθείας. Ούτε ανάμεσα στη Δύναμη και το Πνεύμα της Δυνάμεως.

Αντίθετα, όπως ο Υιός θεωρείται αιώνια μαζί με τον Πατέρα, ο Υιός που είναι η Σοφία, η Αλήθεια, η Βουλή, η Ισχύς, η Γνώση και η Σύνεση, έτσι και το Άγιο Πνεύμα θεωρείται αιώνια μαζί με Αυτόν.

Διότι είναι το Πνεύμα της Σοφίας, το Πνεύμα της Αληθείας, το Πνεύμα της Βουλής, το Πνεύμα της Συνέσεως, και κάθε άλλη ιδιότητα που υπάρχει και ονομάζεται στον Υιό.

Γι’ αυτό λέμε ότι το μυστήριο της ευσεβείας παραδόθηκε στους αγίους μαθητές συγχρόνως ενωμένο και διακεκριμένο. Δηλαδή, ότι πρέπει να πιστεύουμε στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Από τη μία πλευρά, το ιδιαίτερο γνώρισμα κάθε υποστάσεως καθιστά σαφή και αδιαμφισβήτητη τη διάκριση των προσώπων.

Από την άλλη πλευρά, το ένα όνομα που δόθηκε στην ομολογία της πίστεως μάς ερμηνεύει καθαρά την ενότητα της ουσίας των προσώπων που ομολογούμε. Δηλαδή του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Επειδή μέσω αυτών των ονομασιών δεν διδασκόμαστε κάποια διαφορά φύσεως. Διδασκόμαστε μόνο τα ιδιαίτερα γνωρίσματα των υποστάσεων. Έτσι γνωρίζουμε ότι ο Πατέρας δεν είναι Υιός. Ούτε ο Υιός είναι Πατέρας. Ούτε το Άγιο Πνεύμα είναι Πατέρας ή Υιός. Αλλά κάθε πρόσωπο το αναγνωρίζουμε από το ιδιαίτερο γνώρισμα της υποστάσεώς του. Και το καθένα θεωρείται τέλειο καθ’ εαυτό.

Ταυτόχρονα όμως δεν χωρίζεται από τα άλλα με τα οποία είναι αιώνια ενωμένο. Κάθε πρόσωπο διατηρεί τον δικό του υποστατικό χαρακτήρα. Όμως δεν αποκόπτεται από τη φυσική ενότητα της θεότητας.

Έτσι ούτε συγχέονται τα πρόσωπα, ούτε διαιρείται η θεία φύση. Διατηρείται συγχρόνως και η αληθινή διάκριση των υποστάσεων και η αληθινή ενότητα της ουσίας.

Δημιουργία αρχείου: 25-6-2026.

Τελευταία μορφοποίηση: 26-6-2026.

ΕΠΑΝΩ