Σε ποια Δημιουργική ημέρα πλάσθηκε ο άνθρωπος και σε ποια ημέρα βρισκόμαστε σήμερα; * Δούλος, μισθωτός, Υιός * Κάθαρση - Φωτισμός - Θέωση ή Θεωρία και Πράξη
|
«Ερασιτεχνικός» είναι ο Χριστιανισμός Η κατάπαυση ως δημιουργική μετοχή αγάπης Του π. Στεφάνου Φρήμαν
|

|
Εντολή 4. «μνήσθητι την ημέρα των σαββάτων αγιάζειν αυτήν. Έξ ημέρας εργά και ποιήσεις πάντα τα έργα σου· τη δε ημέρα τη εβδόμη σάββατα Κυρίω τω Θεώ σου· ου ποιήσεις εν αυτή παν έργον, συ και ο υιός σου και η θυγάτηρ σου, ο παις σου και η παιδίσκη σου, ο βους σου και το υποζύγιόν σου και παν κτήνος σου και ο προσήλυτος ο παροικών εν σοί. εν γαρ έξ ημέραις εποίησε ο Κύριος τον ουρανόν και την γην και την θάλασσαν και πάντα τα εν αυτοίς και κατέπαυσε τη ημέρα τη εβδόμη· δια τούτο ευλόγησε Κύριος την ημέραν την εβδόμην και ηγίασεν αυτήν.» ************** Χρόνια υπάρχει ένας όρος που περιγράφει τα μη επαγγελματικά αθλήματα, (αθλήματα που παίζονταν χωρίς αμοιβή). Ο όρος ήταν «ερασιτεχνικά», που σημαίνει «έρωτας για την τέχνη». Οι ερασιτέχνες ήταν εκείνοι που έπαιζαν «για την αγάπη του παιχνιδιού». Έπαιζαν στον ελεύθερο χρόνο τους. Αυτό δεν υπονοεί υποχρεωτικά πως οι επαγγελματίες δεν έχουν αγάπη για το παιχνίδι. Απλώς, το να παίζεις για χρήματα είναι κάτι πολύ διαφορετικό. Ο αγαπημένος μου ερασιτέχνης όλων των εποχών ήταν ο παίκτης γκολφ, Μπόμπι Τζόουνς. Πολύ συχνά κέρδιζε ακόμη και τους επαγγελματίες. Ήταν ο ιδρυτής και σχεδιαστής του Εθνικού Ομίλου Γκολφ Augusta National Golf Club (όπου παίζεται το παιχνίδι των κορυφαίων). Αποσύρθηκε από όλους τους αγώνες, σε ηλικία μόλις 28 ετών. Ζούμε πλέον σε ένα κόσμο επαγγελματικών αθλημάτων, που συχνά χαρακτηρίζονται από μισθούς πολυεκατομμυρίων δολαρίων (και από ουκ ολίγα δράματα). Τα μεγάλα κολεγιακά αθλήματα - ο κάποτε «καρδιακός χώρος» του ερασιτέχνη - τώρα είναι επί πληρωμή. Το τοπίο συνεχίζει να αλλάζει. Το ότι το άθλημα - η πεμπτουσία της ανθρώπινης αναψυχής - έχει «χρηματοποιηθεί» σημαίνει επίσης πως έχει χάσει την αληθινά ερασιτεχνική του πραγματικότητα: δεν αγαπάμε πλέον το ίδιο το παιχνίδι, ή τουλάχιστον κινδυνεύουμε να ξεχάσουμε την αγάπη που έκανε το παιχνίδι να αξίζει να παίζεται. Σε πολλά σκηνικά παγκοσμίως, ο αθλητισμός είναι ένα υποκατάστατο για τον πόλεμο, μια έκφραση ακραίου φθόνου…. φορέας των παθών μας. Εξαντλητικός, με την χειρότερη σημασία της λέξης.
Η Ορθοδοξία είναι για τους Ερασιτέχνες Ίσως φανεί περίεργο να σκεφτούμε την χριστιανική μας πρακτική ως μια άποψη αναψυχής ή παιχνιδιού. Ωστόσο, είναι κάτι αρκετά θεμελιώδες για την εν Χριστώ ζωή μας. «Ήμην (=η Σοφία) παρ' αυτώ αρμόζουσα. Εγώ ήμην ή προσέχαιρε, καθ‘ ημέραν δε ευφραινόμην εν προσώπω αυτού εν παντί καιρω» (Παροιμίες 8:30). (Εγώ [η Σοφία] ήμουν μαζί Του συναρμολογώντας τα πάντα. Εγώ ήμουν αυτή που χαιρόταν και που κάθε ημέρα ευφραινόμουν ενώπιόν Του, όλο τον καιρό.) Ο Μέγας Αντώνιος διέκρινε τρία είδη Χριστιανών: του δούλου, του μισθωτού και του γιού. Ο δούλος εργάζεται από φόβο. Ο μισθωτός εργάζεται για την αμοιβή. Ο γιος εργάζεται από αγάπη. Οι δύο πρώτοι είναι «επαγγελματίες», αν θέλετε. Ο Χριστιανισμός τους είναι ωφελιμιστικός, με ένα σκοπό πέρα από αυτόν. Όμως ο γιος είναι ο «ερασιτέχνης» - αυτός που εργάζεται με αγάπη. Είναι επίσης ο μόνος από τους τρεις που γνωρίζει τον Θεό, διότι μόνο η αγάπη μπορεί να γνωρίσει. Η ελληνική λέξη για την αναψυχή είναι η «σχόλη» - η προέλευση της λέξης «σχολείο». Η αρχαία αντίληψη ήταν πως η αναψυχή ήταν και απαίτηση για την μάθηση - τουλάχιστον για την μάθηση ενός συγκεκριμένου είδους. «...η υψηλότερη μορφή γνώσης έρχεται στον άνθρωπο σαν ένα δώρο: μια ξαφνική φώτιση, μια στιγμή ιδιοφυΐας, μια αληθινή περισυλλογή που έρχεται αβίαστα και χωρίς πρόβλημα.» (Pieper, Josef. «Αναψυχή: Η βάση της κουλτούρας», σελ. 34). Από την εμπειρία μου, η ίδια η αναψυχή (στην πραγματική της σημασία και μορφή) συχνά απαιτεί τον προσωπικό της αγώνα. Το να μάθουμε να σταματάμε, να μένουμε ακίνητοι, να μην θορυβούμε, να αποσυνδεόμαστε, να αφουγκραζόμαστε, δεν έρχονται εύκολα σε όλους μας. Έχω γνωρίσει αρκετούς ανθρώπους για τους οποίους μια παρατεταμένη ασθένεια τούς επέβαλε μια περίοδο ελεύθερου χρόνου, κατά την οποία η χρόνια παραμελημένη περισυλλογή άλλαξε την ζωή τους. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ο ελεύθερος χρόνος έχει αποκτήσει έννοιες πολύ απομακρυσμένες από την προέλευσή του. Όπως τα περισσότερα πράγματα στον πολιτισμό μας, είναι και αυτό ένα υποσύνολο της εργασίας. Ο ελεύθερος χρόνος για αναψυχή τώρα απλώς «επαναφορτίζει τις μπαταρίες μας», καθιστώντας μας ικανούς να εργαζόμαστε «καλύτερα». Απαιτεί την εργασία, για να δικαιολογήσει την ύπαρξή του. Ωθούμεθα από την τρέλα της απόκτησης. Το κέρδος, ο πλούτος και η υποτιθέμενη διαχείριση της κατάληξης της Ιστορίας θεωρούνται τα κλειδιά της ανθρώπινης ευτυχίας. Η σοφία των Πατέρων το θεωρεί αυτό βαθιά πλανημένο. Ο κόσμος μας - της απόκτησης που βασίζεται στην εργασία - μαστίζεται από το πνευματικό πρόβλημα της ακηδίας, η οποία συχνά μεταφράζεται ως «οκνηρία» ή «αδράνεια». Φανταζόμαστε πως «οκνηρία» είναι η απροθυμία να εργαστούμε. Στην πραγματικότητα είναι η αδυναμία μας να ανεχθούμε την αληθινή αναψυχή. «...το αντίθετο της ακηδίας [αδράνειας] δεν είναι το πνεύμα της εργασίας με την έννοια της καθημερινής εργασίας, του να κερδίζει κανείς τα προς το ζην. Είναι του ανθρώπου η χαρούμενη και ιλαρή επιβεβαίωση της ύπαρξής του, μια υποχώρησή του μέσα στον κόσμο και στον Θεό – δηλαδή αγάπη». (Pieper, σελ. 45).
Το Χριστιανικό «Σαββάτο» Το θεμελιώδες στοιχείο βρίσκεται μέσα στην 4η Εντολή: «μνήσθητι την ημέρα των σαββάτων αγιάζειν αυτήν…» Είναι λάθος να πιστεύουμε πως ο Θεός εργάστηκε επί έξι «ημέρες» και δεν έκανε απολύτως τίποτα την εβδόμη. Η Γένεση λέει πως ολοκλήρωσε (τελείωσε ή εκπλήρωσε) μεν το έργο Του την έβδομη: «και ευλόγησεν ο Θεός την ημέραν την εβδόμην και ηγίασεν αυτήν· ότι εν αυτη κατέπαυσεν από πάντων των έργων αυτού, ων ήρξατο ο Θεός ποιήσαι.» Το κείμενο αποκαλύπτει πως το σημαντικό έργο της έβδομης «ημέρας» είναι πως ο Θεός κατέπαυσε – δηλαδή, σταμάτησε και ξεκουράστηκε από τα έργα που έκανε. Αυτή η «ξεκούραση» είναι η ίδια η αγαθότητα του Θεού και η αγαθότητα της δημιουργίας Του. Εισερχόμαστε σε αυτή την ξεκούραση, καθώς παρατηρούμε εκείνη την αγαθότητα – η οποία συμπεριλαμβάνει την αγαθότητα της δικής μας δημιουργίας. Αυτό είναι η θεμελιώδης πράξη της λατρείας. Δεν επιδιώκουμε να χτίσουμε ή να διορθώσουμε, να διαχειριστούμε ή να διαμορφώσουμε, μέσω της λατρείας μας. Η λατρεία δεν καθορίζεται από ένα έργο και έναν επιθυμητό σκοπό. Η λατρεία είναι η κοινωνία μας στην αγαθότητα του Θεού, μέσα από την ευγνωμοσύνη για τη δική μας ύπαρξη και την ύπαρξη όλων των πραγμάτων: «η χαρούμενη και ιλαρή επιβεβαίωση» της δικής μας ύπαρξης - και της ύπαρξης όλων των πραγμάτων. Υπάρχει ένα θέμα «Σάββατου» που στοιχειώνει τις σελίδες των Ευαγγελίων. Ο Ιησούς φαίνεται σχεδόν να προτιμά να θεραπεύει ανθρώπους την ημέρα του Σαββάτου. Συνεχώς βρίσκεται αντιμέτωπος με τους Φαρισαίους που Τον κατηγορούν ότι παραβιάζει τον Νόμο του Μωυσή. Αυτό το παρατηρούμε τόσο συχνά, που πρέπει να υποθέσουμε πως υπάρχει κάποιος σκοπός σε αυτές τις ενέργειές Του, οι οποίες σίγουρα είναι πολύ βαθύτερες από απλά συμβάντα της ημερολογιακής εβδομάδας. Το εκκλησιαστικό έτος είναι διδακτικό. Το Μεγάλο και Άγιο Σάββατο είναι το όνομα που δίνεται στο Σάββατο της Μεγάλης Εβδομάδας του Πάσχα. Είναι η ημέρα κατά την οποία ο Χριστός κείτεται μέσα στον τάφο (ο Θεός «ξεκουράζεται»). Είναι επίσης η ημέρα κατά την οποία «θανάτω θάνατον πατήσας», ολοκληρώνοντας έτσι το έργο που άρχισε πάνω στον Σταυρό. Η Εκκλησία μετά μιλάει για την Κυριακή (την πρώτη ημέρα της εβδομάδας), την ημέρα της Αναστάσεως, ως την «όγδοη ημέρα» - το αιώνιο Σάββατο. Το να ζεις ενωμένος με τον αναστημένο Χριστό σημαίνει να ζεις μέσα στην Κατάπαυσή του – την οριστική «ξεκούραση» του Θεού - και να εισέρχεσαι στην πληρότητα του Σαββάτου Του. «άρα απολείπεται σαββατισμός τω λαω του Θεού. Ο γαρ εισελθών εις την κατάπαυσιν αυτού και αυτός κατέπαυσεν από των έργων αυτού, ώσπερ από των ιδίων ο Θεός.» (Εβρ.4:9-10) Απομένει, λοιπόν, η σαββατική ανάπαυση για τον λαό του Θεού. Διότι όποιος εισήλθε στην Κατάπαυσή Του – την οριστική ανάπαυσή Του - κι αυτός έπαυσε από τα δικά του έργα, όπως ο Θεός από τα δικά Του. Για ένα Χριστιανό, η «τήρηση του Σαββάτου» δεν είναι θέμα τήρησης μιας ημέρας. Πρόκειται για τρόπο ζωής, ένας τρόπος ύπαρξης, μια μεταμόρφωση σε «σαββατική ανάπαυση» του Θεού. Αυτή η τήρηση του Σαββάτου (της ιερής «ξεκούρασης») υποδεικνύει ένα τρόπο γνώσης που είναι ουσιαστικός για την κοινωνία. Ιδού ένα ενδιαφέρον παράδειγμα: Σύμφωνα με τον Καντ, η γνώση του ανθρώπου πραγματοποιείται με την πράξη της σύγκρισης, της εξέτασης, της συσχέτισης, της διάκρισης, της αφαίρεσης, της εξαγωγής συμπερασμάτων, της επίδειξης - όλα αυτά είναι μορφές ενεργής νοητικής προσπάθειας. Η γνώση - η πνευματική, διανοητική γνώση του ανθρώπου (σύμφωνα με την θέση του Καντ) είναι η δραστηριότητα, αποκλειστικά η δραστηριότητα». (Pieper, σελ. 27). Ένα τέτοιο είδος γνώσης συνοψίζεται εύκολα με τη λέξη «μαεστρία» (δεξιότητα). Πόσοι αγωνιζόμενοι να κατανοήσουν την Ορθοδοξία ή να προσηλυτιστούν, έχουν επιζητήσει τέτοια «μαεστρία»; Πόσοι από εμάς άραγε εξακολουθούμε να θεωρούμε την μαεστρία το μέσον μας για την γνώση; Υπάρχει όμως ένα άλλο είδος γνώσης, ένα που συνάδει με την εν Χριστώ «ξεκούραση». Όπως σημειώθηκε παραπάνω: «...η υψηλότερη μορφή γνώσης έρχεται στον άνθρωπο σαν ένα δώρο: μια ξαφνική φώτιση, μια στιγμή ιδιοφυΐας, μια αληθινή περισυλλογή που έρχεται αβίαστα και χωρίς πρόβλημα.» Είναι ενδιαφέρον, πως η διαλογική συλλογιστική, το είδος της γνώσης που περιέγραψε ο Καντ, θεωρείτο κλασικά η μορφή σκέψης που ήταν ειδικώς ανθρώπινη. Ωστόσο, η υψηλότερη μορφή γνώσης θεωρείτο «υπερ-ανθρώπινη», κάτι που ανήκε στους αγγέλους και το θείο. Στην Ανατολική Εκκλησία, αυτή η μορφή γνώσης περιγράφεται ως νοητή - και δεν είναι αποκομμένη από την ανθρώπινη φύση μας. Είναι, ωστόσο, ο τρόπος και το μέσον με τα οποία γνωρίζουμε τον Θεό. Είναι μια γνώση που δεν είναι προϊόν εργασίας, αλλά ο καρπός της αγάπης. Η νοητή αντίληψη είναι μια μορφή γνώσης που δεν έχει καμία «μαεστρία» (δεξιότητα) μέσα της. Αντιλαμβάνεται. Προσέχει, αλλά δεν έχει καμία επιθυμία να ελέγξει αυτό που βλέπει. Η νοητή ικανότητα είναι το κύριο μέσο αντίληψης της ομορφιάς. Ο καλύτερος τρόπος έκφρασής της είναι ο θαυμασμός. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η ανθρώπινη ύπαρξη και ευημερία απαιτούν τόσο την διαλογική συλλογιστική όσο και την νοητή αντίληψη. Υπάρχει - ιδιαίτερα ριζωμένη στην Εντολή για το Σάββατο - μια ιεραρχία. Η διαλογική συλλογιστική, το «έργο» της σκέψης, υποτάσσεται στη νοητή αντίληψη - την γνώση του θαυμασμού. Στη ζωή της Εκκλησίας, Η πλέον μοναδική πράξη θαυμασμού βρίσκεται μέσα στην Θεία Λειτουργία. Είναι πράγματι μια άσκηση νοητής αντίληψης. Μάλιστα η ίδια η Λειτουργία περιγράφει τις πράξεις της ως να λαμβάνουν χώρα στο «νοητό θυσιαστήριο εις τους ουρανούς». Φυσικά, μέσα στο πλήθος των περισπασμών μας και στις εσωτερικές μας συνήθειες των διαλογικών (και χειρότερων) περιπλανήσεων, αυτός ο νοητός θαυμασμός εύκολα χάνεται σε μας. Το «έργο» της Λειτουργίας δεν είναι ένα έργο. Είναι μια μη-εργασία – ένας «σαββατισμός» μέσα στην παρουσία του Θεού. Είναι ακριβώς μέσα σε αυτή την σαββατική, ιερή «ξεκούραση» που εφαρμόζουμε το «μνήσθητι την ημέρα των σαββάτων αγιάζειν αυτήν…» Η ιερή μας αναψυχή είναι το αντίθετο της αδράνειας (ακηδία). Δεν υπάρχει πλήξη μέσα σε αυτήν. Είναι, πράγματι, η ιλαρή επιβεβαίωση της ύπαρξής μας. Εμπεριέχεται μέσα στην ευλογία του Θεού που συγχωρεί τις αμαρτίες μας και ολοκληρώνει τα πάντα. Εν Αυτώ αναλαμβάνουμε και την «ερασιτεχνική» μας κατάσταση - την θέση εκείνων που ενεργούν για χάρη της αγάπης. Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν! |
Δημιουργία αρχείου: 15-6-2026.
Τελευταία μορφοποίηση: 15-6-2026.