Νεοπαγανιστικές απάτες

Απάντηση στις συκοφαντίες τού Νεοπαγανισμού

Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Περί Διωγμών

1ο Μέρος: Ο Μύθος για το κλείσιμο τών φιλοσοφικών σχολών τής Αθήνας από τον Ιουστινιανό το 529 μ.Χ. * Έκλεισε ο Ιουστινιανός το 529 την Ακαδημία των Αθηνών; * Ο Λιβάνιος διαψεύδει τους Νεοπαγανιστές περί δήθεν απαγόρευσης των θυσιών * Η αντιπαγανιστική νομοθεσία της Ρώμης στην πράξη * Το "κλείσιμο" της Ακαδημίας Αθηνών το 529 μ.Χ.

2ο Μέρος

529 μ.Χ.: Ο ΜΥΘΟΣ

Κατάρρευση τού ψευδούς ισχυρισμού κλεισίματος τών Φιλοσοφικών σχολών τής Αθήνας

Δρ. Γιάννης Κ. Τσέντος

 

Πηγή: Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του Ι. Ν. Αγίων Ταξιαρχών Ιστιαίας.

Αναδημοσίευση από: https://www.entaksis.gr/26330/

 

Κλείνοντας το προηγούμενο, Α΄ μέρος τής μελέτης μας για το πολυθρύλητο 529 μ.Χ., θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στις εξής σκέψεις: Το κλείσιμο τής Νεοπλατωνικής Ακαδημίας τής Αθήνας το 529 μ.Χ. με διάταγμα τού αυτοκράτορα Ιουστινιανού είναι ομολογουμένως ένα θέμα που φαίνεται να εξυπηρετεί άριστα τους σκοπούς τών πολεμίων τού χριστιανισμού, καθώς εμφανίζει τον χριστιανισμό να συγκρούεται με ό,τι ευγενέστερο και υψηλότερο ανέδειξε η αρχαία Ελλάδα: την ελληνική φιλοσοφία. Έτσι, το 529 μ.Χ. γίνεται συχνά το θεμέλιο για μια σειρά από δριμύτατα κατηγορώ ενάντια σε αυτή τη «σκοταδιστική θρησκεία», τον χριστιανισμό, η οποία επέβαλε την απαγόρευση τής φιλοσοφίας, διέκοψε βίαια την υπερχιλιετή ελληνική φιλοσοφική παράδοση, έσβησε το φως τής ελληνικής παιδείας και βύθισε τον κόσμο στο σκοτάδι τού μεσαίωνα.

Βεβαίως, υπάρχουν πλείστες όσες «λεπτομέρειες» που αμβλύνουν σημαντικά τις εντυπώσεις, αν δεν ανατρέπουν κιόλας πλήρως το κατηγορητήριο:

– ότι, όπως είχαμε τονίσει ήδη αρκετά παλαιότερα από τις σελίδες τών Ακτίνων[1], η Αθήνα το 529 μ.Χ. βρισκόταν πλέον σε τελεία παρακμή και δεν είχε καμμία απολύτως σχέση με το «κλεινόν άστυ» τής αρχαιότητας.

– ότι, όπως τονίσαμε πρόσφατα[2], η Νεοπλατωνική Ακαδημία τού έκτου μ.Χ. αιώνα δεν έχει καμμία απολύτως σχέση με την Ακαδημία τού Πλάτωνα, καθώς δεν αποτελεί ούτε ιστορική ούτε φιλοσοφική συνέχειά της, σε καμμία περίπτωση δεν αντιπροσωπεύει περίοδο ακμής για τη φιλοσοφία, και δεν βρισκόταν καν στον ίδιο χώρο!

– ότι το 529 μ.Χ. δεν σημαίνει πόλεμο κατά τής φιλοσοφίας, η οποία εξακολούθησε να διδάσκεται και να τιμάται (με τη Νεοπλατωνική Σχολή τής Αλεξανδρείας, για παράδειγμα, να εξακολουθεί να λειτουργεί κανονικά)[3].

– ότι οι πραγματικοί συνεχιστές τού Πλάτωνα και τού Αριστοτέλη είναι οι μεγάλοι Πατέρες τής Εκκλησίας μας, και όχι ο Πρόκλος και ο Δαμάσκιος με τον θεουργικό μυστικισμό και τις αποκρυφιστικές δοξασίες και πρακτικές τους.

Αυτά και άλλα πολλά θα μπορούσαμε να πούμε, όπως άλλωστε και το έχουμε κάνει στο παρελθόν. Και όμως, αν περιοριζόμασταν να πούμε αυτά, θα μοιάζαμε… αφελείς! Διότι, όταν ακούμε να επαναλαμβάνεται ότι το 529 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός εξέδωσε αυτοκρατορικό διάταγμα με το οποίο έκλεισε τις φιλοσοφικές σχολές τής Αθήνας, το πρώτο πράγμα που θα έπρεπε κανονικά να διερωτηθούμε δεν είναι ποια σημασία και ποιές προεκτάσεις έχει αυτό, τι σημαίνει ή τι δεν σημαίνει.

Το πρώτο πράγμα που θα έπρεπε κανονικά να διερωτηθούμε είναι… από πού το γνωρίζουμε!

Αν θελήσουμε να αναζητήσουμε προσεκτικά τι ακριβώς γνωρίζουμε για το κλείσιμο τής Νεοπλατωνικής Ακαδημίας το 529 μ.Χ. και από πού το γνωρίζουμε, είναι περισσότερο από βέβαιο ότι θα εκπλαγούμε, διαπιστώνοντας πόσο αβέβαια είναι ακόμη και εκείνα τα πράγματα που συνήθως αποδεχόμαστε αξιωματικά ως εντελώς αυτονόητα.

 

1. Το επίμαχο διάταγμα στην ιουστινιάνεια νομοθεσία

Για καλή μας τύχη, ό,τι παρήγαγε ο Ιουστινιανός από νόμους, διατάγματα, ερμηνευτικές εγκυκλίους κτλ., εν ολίγοις δε το σύνολο τού νομοθετικού έργου τού Ιουστινιανού, σώζεται μέχρι σήμερα[4]. Τι πιο φυσικό λοιπόν για τον φιλέρευνο μελετητή τής εποχής μας, που έχει στα χέρια του το σύνολο τής ιουστινιάνειας νομοθεσίας, από το να μπει στον πειρασμό να αναζητήσει σε αυτήν το επίμαχο διάταγμα που υποτίθεται ότι έθετε τέρμα στη διδασκαλία τής φιλοσοφίας στην Αθήνα.

Δεν είναι δύσκολο να μαντεύσει κανείς το αποτέλεσμα αυτής τής αναζήτησης: Τον φιλέρευνο μελετητή τής εποχής μας τον περιμένει η έκπληξη, ίσως μάλιστα ακόμη και η απογοήτευση, καθώς σε ολόκληρη την ιουστινιάνεια νομοθεσία δεν υπάρχει κανένα απολύτως νομοθέτημα σχετικό με την Αθήνα και τη νεοπλατωνική σχολή τής φιλοσοφίας. Όπως επισημαίνει και ο J. A. S. Evans, «δεν υπάρχει καμμία ειδική ρύθμιση στο σύνολο τών νόμων τού Ιουστινιανού που να κάνει ειδική μνεία για την Ακαδημία».[5]

 

2. Η πηγή μας

Με δεδομένο ότι το επίμαχο διάταγμα τού Ιουστινιανού δεν υπάρχει πουθενά στην ιουστινιάνεια νομοθεσία, ευλόγως θα διερωτηθεί κανείς το εξής: Από ποιές πηγές γνωρίζουμε ότι υπήρξε τέτοιο διάταγμα; Πόσοι και ποιοί συγγραφείς μαρτυρούν την ύπαρξή του;

Εδώ φθάνουμε σε ένα σημείο που όσοι δεν είναι εξοικειωμένοι με τη μελέτη τής γραμματείας τής περιόδου θα ήταν πολύ δύσκολο να συνειδητοποιήσουν: ότι το κλείσιμο τής Νεοπλατωνικής Ακαδημίας με αυτοκρατορικό διάταγμα είναι ένα γεγονός με τέτοια –έστω συμβολική– σημασία, ώστε θα αναμέναμε να μνημονεύεται όχι από έναν ή δύο ή πέντε συγγραφείς τής περιόδου, αλλά από πάμπολλους. Πόσοι λοιπόν και ποιοί είναι οι συγγραφείς που το μνημονεύουν; Τα αποτελέσματα τής αναζήτησής μας είναι, για μία ακόμη φορά, απογοητευτικά.

Η απαγόρευση τής διδασκαλίας τής φιλοσοφίας στην Αθήνα με αυτοκρατορικό διάταγμα τού Ιουστινιανού δεν μνημονεύεται παρά σε μία και μόνο πηγή: τον βυζαντινό χρονογράφο Ιωάννη Μαλάλα (περ. 491-578 μ.Χ.), πιθανώτατα εξελληνισμένο Σύρο (η συριακή λέξη “malál” σημαίνει «ρήτορας»), τον παλαιότερο εκπρόσωπο τής βυζαντινής χρονογραφίας. Αυτός ο Μαλάλας γράφει στη Χρονογραφία του ότι επί υπατείας τού Δεκίου ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός «θέσπισε νόμο και έστειλε διαταγή στην Αθήνα, προστάζοντας να μη διδάσκει κανένας φιλοσοφία ούτε δίκαιο[6]», ούτε να επιτρέπονται τυχερά παιχνίδια σε καμμία πόλη, επειδή, όπως προσθέτει ο Μαλάλας, κάποιοι που επιδίδονταν σε τυχερά παιχνίδια είχαν προκαλέσει αναταραχή στην Κωνσταντινούπολη και είχαν τιμωρηθεί παραδειγματικά.[7]

Έτσι ο Ιωάννης Μαλάλας –και μόνον αυτός– μάς δίνει όλα τα στοιχεία που συνήθως θεωρούμε ως αυτονόητα για το θέμα μας, καθώς μνημονεύει ένα διάταγμα τού Ιουστινιανού που απαγόρευε τη διδασκαλία τής φιλοσοφίας και τού δικαίου στην Αθήνα, και προσδιορίζει επιπλέον και τη χρονική στιγμή τής εκδόσεως τού εν λόγω διατάγματος στο έτος τής υπατείας τού Δεκίου, δηλαδή στο 529 μ.Χ.

 

3. Εσωτερικά προβλήματα τής μαρτυρίας τού Μαλάλα

Η μαρτυρία όμως τού Μαλάλα δεν στέκει απλώς απελπιστικά μόνη στην προσπάθειά μας να τεκμηριώσουμε την ύπαρξη διατάγματος τού Ιουστινιανού· η μαρτυρία τού Μαλάλα έχει και αρκετά εσωτερικά προβλήματα.

Κατά πρώτον, η ευκολία με την οποία ο Μαλάλας περνάει από τα σχετικά με τη διδασκαλία τής φιλοσοφίας στα σχετικά με τα τυχερά παίγνια ελάχιστα αρμόζει σε μεθοδική παρουσίαση τού θέματος.

Κάποιοι μελετητές είχαν επισημάνει μια πρόσθετη δυσκολία: Ο Μαλάλας, παρατηρούσαν, δεν μιλάει εδώ μόνο για απαγόρευση τής διδασκαλίας τής φιλοσοφίας στην Αθήνα, αλλά κάνει λόγο και για απαγόρευση τής διδασκαλίας τού δικαίου. Όπως επισημαίνει ο J. A. S. Evans, ο Μαλάλας είναι ο μόνος συγγραφέας που μάς πληροφορεί για την ύπαρξη νομικής σχολής στην Αθήνα.[8] Και για αυτήν, όπως και για το επίμαχο διάταγμα τού Ιουστινιανού, δεν έχουμε καμμία άλλη μαρτυρία.

Το πρόβλημα επιτείνεται περαιτέρω, δεδομένου ότι ο ίδιος ο Μαλάλας λίγο νωρίτερα στη Χρονογραφία του μάς γνωρίζει ότι το 529 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός έστειλε «μονόβιβλον» που περιείχε τον Codex Iustinianus στη Βυρητό (τής οποίας η νομική σχολή υπήρξε περίφημη στην αρχαιότητα) και στην Αθήνα![9] Ήδη από τα τέλη τού 19ου αιώνα ο Ferdinand Gregorovius[10] είχε διακρίνει εδώ μια αντίφαση: Πώς μπορεί ο Ιουστινιανός το 529 να τιμά τη νομική σχολή τής Αθήνας (την οποία, επαναλαμβάνουμε, μόνο ο Μαλάλας αναφέρει), αποστέλλοντας σε αυτήν ένα «μονόβιβλον» τής νέας νομοθεσίας, και την ίδια στιγμή να απαγορεύει τη διδασκαλία τού δικαίου στην Αθήνα; Είναι δυνατόν η αυτοκρατορική πολιτική για τη διδασκαλία τού δικαίου στην Αθήνα να άλλαξε άρδην σε χρόνο μηδέν; Αυτοί οι εύλογοι προβληματισμοί είναι αλήθεια ότι τελευταία αμβλύνθηκαν σημαντικά, με νεώτερη, κριτική έκδοση τού έργου τού Μαλάλα το 2000 [11], η οποία, λαμβάνοντας υπ’ όψιν το σύνολο τών χειρογράφων, διόρθωσε το «μηδένα διδάσκειν φιλοσοφίαν μηδέ νόμιμα εξηγείσθαι» σε «μηδένα διδάσκειν φιλοσοφίαν μηδέ αστρονομίαν εξηγείσθαι». Ο E. Watts επιχειρηματολόγησε περαιτέρω υπέρ αυτής τής διόρθωσης[12]. Ακόμη και έτσι, όμως, το πέρασμα από τη διδασκαλία τής φιλοσοφίας στα τυχερά παιχνίδια δεν προσφέρει εχέγγυα σοβαρότητας.

 

4. Το πρόβλημα τής αξιοπιστίας τού Μαλάλα

Η επόμενη απορία μας είναι και εύλογη και αναμενόμενη, και αφορά το ζήτημα τής αξιοπιστίας τού Μαλάλα. Διότι βεβαίως θα έπρεπε ο Μαλάλας να είναι «τέρας αξιοπιστίας», ώστε να θεωρήσουμε ως δεδομένο ότι υπήρξε διάταγμα τού Ιουστινιανού που έκλεισε τη Νεοπλατωνική Ακαδημία τής Αθήνας, απλώς και μόνον επειδή το αναφέρει αυτός (και μόνο), κι ας μην υπάρχει τέτοιο διάταγμα πουθενά στην ιουστινιάνεια νομοθεσία, κι ας μην αναφέρει κάτι τέτοιο καμμία από τις πάμπολλες πηγές που θα αναμέναμε κανονικά να το αναφέρουν, κι ας έχει και η δική του μαρτυρία πλήθος εσωτερικών προβλημάτων και αντιφάσεων…

Θα μπορούσε, άραγε, ο Μαλάλας να θεωρηθεί τέτοιο «τέρας αξιοπιστίας»;

Η αλήθεια είναι ότι η ίδια η λογική τού έργου τού Μαλάλα δεν προσφέρει εχέγγυα αξιοπιστίας. Η Χρονογραφία του, το μόνο έργο που μάς έχει αφήσει και σώζεται ακέφαλο (δηλαδή λείπει η αρχή του) και κολοβό (δηλαδή λείπει το τέλος του), φαίνεται ότι κάλυπτε την περίοδο από τής κτίσεως τού κόσμου μέχρι το τελευταίο έτος τής βασιλείας τού Ιουστινιανού (565 μ.Χ.)[13]. Σε αυτήν παρελαύνουν ο Αδάμ, οι Αιγύπτιοι σοφοί, οι ποικίλοι ανατολικοί λαοί, η ελληνική μυθολογία, η Ρώμη και το Βυζάντιο, και εν ολίγοις μια απίστευτη ποικιλία θεμάτων, διάσπαρτη και από αναφορές σε φυσικές καταστροφές, καθώς και από θρύλους και κάθε λογής μυθεύματα. Η γλώσσα στην οποία είναι γραμμένη η Χρονογραφία δείχνει ότι το έργο δεν απευθυνόταν στους λογίους και μορφωμένους, αλλά προοριζόταν να λειτουργήσει ως λαϊκό ανάγνωσμα. Ένα έργο γραμμένο με τέτοια λογική προφανώς δεν προσφέρει εξ ορισμού τα καλύτερα εχέγγυα αξιοπιστίας.

Αλλά ακόμη και αν αφήσουμε στην άκρη τη λογική τής Χρονογραφίας τού Μαλάλα, ο αναγνώστης τού έργου του θα βρει πολλούς λόγους να αμφιβάλλει για την αξιοπιστία του.

Διότι, πράγματι, πόσο αξιόπιστος μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι ένας συγγραφέας που εμφανίζει τον Ηρόδοτο ως μεταγενέστερο τού Πολυβίου[14], ο οποίος στην πραγματικότητα έζησε τρεις αιώνες αργότερα;

Πόσο να βασιστούμε στον συγγραφέα που γράφει ότι ο Δημόκριτος ήταν σύγχρονος τού Πέλοπα[15];

Πόσο τοις μετρητοίς να πάρουμε τα όσα γράφει αυτός που εξυμνεί τον περίφημο Ρωμαίο ρήτορα Κικέρωνα και τον ιστορικό Σαλλούστιο ως… «τους πιο σοφούς ποιητές τών Ρωμαίων»[16];

Πόσο σοβαρή πηγή να θεωρήσουμε τον συγγραφέα που βεβαιώνει ότι ο Κύκλωπας τού Ευριπίδη είχε… τρία μάτια[17];

 

5. Αμφισβήτηση τής αξιοπιστίας τού Μαλάλα από τους μελετητές

Αμφισβητώντας την αξιοπιστία τού Μαλάλα, δεν κομίζουμε βεβαίως «γλαύκα εις Αθήνας». Ήδη ο σπουδαίος βυζαντινολόγος Karl Krumbacher, ο θεμελιωτής τών βυζαντινών σπουδών, δεν φείδεται χαρακτηρισμών, γράφοντας απερίφραστα ότι το έργο τού Μαλάλα είναι ένα «ελεεινό κατασκεύασμα», ένα «αγροίκο και παιδαριώδες σύγγραμμα»[18].

Ομοίως, και όσοι από τους σύγχρονους μελετητές αναλαμβάνουν να διερευνήσουν τι ακριβώς έγινε το 529 μ.Χ. μοιραία σκοντάφτουν στο θέμα τής αξιοπιστίας τού Μαλάλα. Ο H. J. Blumenthal επισημαίνει ότι ο Μαλάλας δεν είναι ιστορικός τής πρώτης γραμμής, και στη συγκεκριμένη περίπτωση μπορεί κάλλιστα να έκανε αυθαίρετες προεκτάσεις και να παρερμήνευσε το τι ακριβώς συνέβη[19]. Ο Gunnar of Hällström προειδοποιεί «κομψά» ότι η γνώμη τών σύγχρονων μελετητών για την αξιοπιστία τού Μαλάλα δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντική[20]. Ο Nigel Wilson κάνει λόγο για μια «γενικά αναξιόπιστη πηγή»[21]. Ο Alan Cameron φθάνει μέχρι τού σημείου να γράφει ότι «γενικά είναι πιο εύκολο να μην πιστεύσουμε τον Μαλάλα, παρά να τον πιστεύσουμε»[22].

Αν θελήσουμε να δούμε πότε ακριβώς άρχισε η αμφισβήτηση τής πληροφορίας τού Μαλάλα, μάς περιμένει μια έκπληξη. Ο Gunnar of Hällström, ο οποίος αναφέρεται διεξοδικά στο θέμα τού υποτιθέμενου διατάγματος τού Ιουστινιανού και στον τρόπο με τον οποίο το είδαν διάφοροι μελετητές παγκοσμίως, καταγράφει ως πρώτη περίπτωση αποστασιοποίησης από την αφελή και αστόχαστη υιοθέτηση τής πληροφορίας τού Μαλάλα τον Ferdinand Gregorovius.

Αυτός, σημειώνει, ήδη το 1889 διετύπωσε «σοβαρότατες επιφυλάξεις» σε ό,τι αφορά το κλείσμο τών σχολών το 529 μ.Χ., ακολουθώντας, όπως γράφει, «έναν κάποιο Paparrigopoulos»![23] Πρόκειται βεβαίως για τον «πατέρα» τής νεοελληνικής ιστοριογραφίας Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο (1815-1891). Πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Παπαρρηγόπουλος μπορεί μεν να είναι πασίγνωστος στην Ελλάδα, μέχρι τού σημείου να εξυμνείται ως εθνικός μας ιστορικός, αλλά παραμένει σχεδόν άγνωστος στη διεθνή επιστημονική κοινότητα, καθώς το πρόβλημα τής γλώσσας φαίνεται ότι εγείρει ανυπέρβλητα εμπόδια για τη γνωριμία με το έργο τού μεγάλου μας ιστορικού.

Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, αναφερόμενος στην περίφημη κατάργηση τών σχολών τής Αθήνας, που όλοι οι σύγχρονοί του θεωρούσαν ως γεγονός αναμφισβήτητο, τόλμησε να θέσει ευθέως το ερώτημα: «Αλλ’ είναι άρά γε το γεγονός τούτο τοσούτον βέβαιον όσον κοινώς υπολαμβάνεται;». Ευθύς δε αμέσως, μετά από επιμελή διερεύνηση τών πηγών, ο Παπαρρηγόπουλος παρατηρεί ευθαρσώς ότι «ουδαμού αναφέρεται ρητή τών εν Αθήναις σχολών κατάργησις»[24].

Την εποχή βεβαίως τού Παπαρρηγόπουλου κανείς δεν διενοείτο να αμφισβητήσει ότι ο Ιουστινιανός διέταξε το κλείσιμο τών σχολών τής Αθήνας. Αλλά ο κορυφαίος αυτός ιστορικός είχε την ευθυκρισία και την ιστορική υπευθυνότητα να διακρίνει ότι ο Μαλάλας είναι μια εξαιρετικά επισφαλής πηγή, και ως εκ τούτου η πληροφορία του σε καμμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ακριβής εκ προοιμίου. Έτσι ο Παπαρρηγόπουλος αναδεικνύεται εν προκειμένω σε πρόδρομο τής σύγχρονης έρευνας, για την οποία η αμφισβήτηση τής πληροφορίας τού Μαλάλα είναι πλέον κοινός τόπος.

 

6. Εναλλακτικές ερμηνείες

Με δεδομένα πλέον όλα τα παραπάνω, η σύγχρονη έρευνα αμφισβητεί ευθέως ότι ο Ιουστινιανός εξέδωσε ποτέ διάταγμα για την Αθήνα και τη Νεοπλατωνική Ακαδημία. Άλλωστε, αυτή η αμφισβήτηση μοιάζει μονόδρομος: Όπως είδαμε, το υποτιθέμενο διάταγμα τού Ιουστινιανού δεν υπάρχει πουθενά στην ιουστινιάνεια νομοθεσία. Έπειτα, ενώ θα αναμέναμε ένα τέτοιο διάταγμα να μνημονεύεται σε πάμπολλες πηγές, δεν αναφέρεται παρά σε μία και μόνο: τον Ιωάννη Μαλάλα.

Και σαν να μην έφθανε αυτό, η συγκεκριμένη μαρτυρία τού Μαλάλα έχει σημαντικά προβλήματα εσωτερικής συνοχής και αντιφάσεων. Αλλά και γενικώτερα, όπως είδαμε, ο Μαλάλας είναι μια πηγή παροιμιώδους αναξιοπιστίας.

Η συνειδητοποίηση τών παραπάνω έστρεψε την έρευνα στην αναζήτηση εναλλακτικών ερμηνειών: Με δεδομένο ότι, όπως φαίνεται, ουδέποτε εξεδόθη διάταγμα τού Ιουστινιανού για την Αθήνα και τη διδασκαλία τής φιλοσοφίας σε αυτήν, μήπως συνέβη κάποιες άλλες διατάξεις τής ιουστινιάνειας νομοθεσίας να επέφεραν το ίδιο ουσιαστικά αποτέλεσμα, να οδήγησαν δηλαδή στην αναστολή τής λειτουργίας τής Νεοπλατωνικής Ακαδημίας τής Αθήνας; Αν συνέβη κάτι τέτοιο, σημειώνει ο Blumenthal[25], τότε καταλαβαίνουμε πολύ καλά πού ακριβώς έγκειται η παρανόηση εκ μέρους τού Μαλάλα.

Έτσι εγκαινιάσθηκε μια αναζήτηση άλλων διατάξεων τής ιουστινιάνειας νομοθεσίας που θα μπορούσαν να είχαν οδηγήσει στο ίδιο πρακτικά αποτέλεσμα: στην αναστολή λειτουργίας τής Νεοπλατωνικής Ακαδημίας τής Αθήνας.

Μήπως οι ένοχες διατάξεις τής ιουστινιάνειας νομοθεσίας ήταν οι Ι.5.18.4 και Ι.11.10.2, οι οποίες, αν εφαρμόζονταν κατά γράμμα, θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην απαγόρευση διδασκαλίας μαθημάτων από εθνικούς (ειδωλολάτρες); Αλλά γνωρίζουμε ότι στην Αλεξάνδρεια, στη Γάζα, στη Βηρυτό και αλλού οι εθνικοί διδάσκαλοι εξακολούθησαν να ασκούν κανονικά τα καθήκοντά τους παρά τις επίμαχες διατάξεις. Στη Νεοπλατωνική Σχολή τής Αλεξανδρείας, μάλιστα, γνωρίζουμε ότι όχι απλώς οι εθνικοί φιλόσοφοι εξακολούθησαν να διδάσκουν κανονικά, συνεργαζόμενοι με τους χριστιανούς φιλοσόφους, αλλά και η ίδια η διεύθυνση τής σχολής παρέμεινε στα χέρια εθνικών φιλοσόφων επί πολλές δεκαετίες μετά το επίμαχο 529 μ.Χ. Και δεν είναι εύκολο να υποθέσουμε ότι οι εν λόγω διατάξεις τής ιουστινιάνειας νομοθεσίας, οι οποίες δεν εφαρμόσθηκαν πουθενά αλλού στην αυτοκρατορία[26], εφαρμόσθηκαν με τέτοια άτεγκτη αυστηρότητα ειδικά στην Αθήνα.

Μήπως η αιτία τού θανάτου τής Νεοπλατωνικής Ακαδημίας τής Αθήνας θα μπορούσε να αναζητηθεί στις ίδιες αυτές διατάξεις τής ιουστινιάνειας νομοθεσίας, αλλά για έναν άλλο λόγο, ότι προέβλεπαν τη στέρηση τής δημόσιας επιχορήγησης (τής «δημοσίας σιτίσεως») από ειδωλολάτρες διδασκάλους[27]; Άλλωστε, ο Προκόπιος στο έργο του Ανέκδοτα ή Απόκρυφη Ιστορία αναφέρεται ρητώς σε στέρηση τών δημοσίων επιχορηγήσεων από ιατρούς και διδασκάλους[28], που σημαίνει ότι αυτή η πρόβλεψη τού νόμου εφαρμόσθηκε στην πράξη. Αλλά και εδώ υπάρχει πρόβλημα. Διότι η λειτουργία τής νεοπλατωνικής Ακαδημίας τής Αθήνας θα επηρεαζόταν από τη στέρηση τής κρατικής επιχορήγησης τότε και μόνον τότε, αν η Ακαδημία εξαρτούσε τη λειτουργία της από τη λήψη τής συγκεκριμένης κρατικής επιχορήγησης. Τίποτε όμως δεν μάς επιτρέπει να υποθέσουμε κάτι τέτοιο.

Απεναντίας μάλιστα, γνωρίζουμε ότι η Ακαδημία λειτουργούσε ως ιδιωτικό ίδρυμα, το οποίο μάλιστα είχε στη διάθεσή του μια μεγάλη περιουσία, τα λεγόμενα «διαδοχικά», που διαχειριζόταν ο εκάστοτε σχολάρχης. Έτσι, ο Blumenthal σημειώνει ότι οι εν λόγω διατάξεις τής ιουστινιάνειας νομοθεσίας δεν συνδέονται άμεσα και αδιαφιλονίκητα με τις δραστηριότητες τής Ακαδημίας, στον βαθμό που αυτή ήταν ένα ιδιωτικό ίδρυμα[29], ο Jean Sirinelli τονίζει ομοίως ότι η σχολή τών Αθηνών δεν εξαρτιόταν από την κρατική επιχορήγηση[30], και ο John Glucker εκτιμά ότι οι διατάξεις τού Κώδικα δεν μάς δίνουν το δικαίωμα να μιλάμε για «κλείσιμο τής Ακαδημίας», αφού το ίδρυμα τού Δαμασκίου ήταν μια ιδιωτική πρωτοβουλία, κάτι το εντελώς διαφορετικό από την Ακαδημία τού Πλάτωνα[31].

Μήπως, τότε, οι επίμαχες διατάξεις που οδήγησαν στο τέλος τής Νεοπλατωνικής Ακαδημίας πρέπει να αναζητηθούν αλλού, και συγκεκριμένα στις διατάξεις Ι.11.9.1, Ι.11.9.2 και Ι.11.10.1, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε δήμευση τής περιουσίας τής Ακαδημίας, σε περίπτωση που αυτή θεωρείτο κέντρο προαγωγής τής «ειδωλολατρικής ασέβειας»; Κάτι τέτοιο, πράγματι, θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στην αναστολή τής λειτουργίας τής σχολής. Προς την εκδοχή τής δήμευσης κλίνουν οι Blumenthal[32], Whittaker[33], Zeller[34], Browning[35], Herrin[36], Gerostergios[37] και Evans[38].

Όλα αυτά, όμως, όλη αυτή η αναζήτηση εναλλακτικών διατάξεων τής ιουστινιάνειας νομοθεσίας που θα μπορούσαν να είχαν οδηγήσει στο κλείσιμο τής Νεοπλατωνικής Ακαδημίας τής Αθήνας (με δεδομένο πλέον για τη σύγχρονη έρευνα ότι ο Ιουστινιανός ουδέποτε εξέδωσε διάταγμα για την Αθήνα και τις σχολές της) δεν είναι παρά υποθέσεις επί υποθέσεων, εικασίες επί εικασιών. Πρέπει να έχουμε την ειλικρίνεια να συμφωνήσουμε με τον Bury ότι «δεν γνωρίζουμε ακριβώς τι συνέβη το 529 μ.Χ.».[39]

Αλλά θα μπορούσαμε να πούμε εδώ και κάτι ακόμα: ότι όλη αυτή η αναζήτηση εναλλακτικών ερμηνειών θυμίζει, από μια άποψη, την ακόλουθη ιστορία: Στα χρόνια που στην Ευρώπη η Αναγέννηση πάλευε με τον Μεσαίωνα, σε μια εποχή κατά την οποία ο Γαληνός ήταν η απόλυτη αυθεντία σε θέματα Ιατρικής, ο Φλαμανδός ιατρός και ανατόμος Andreas Vesalius (1514-1564) τόλμησε να ψελλίσει ότι ο Γαληνός είχε πέσει έξω σε κάποιες από τις ανατομικές του παρατηρήσεις.

Το κατεστημένο εφρύαξε. Αναθέματα και καταδίκες εκτοξεύθηκαν κατά τού αυθάδους Φλαμανδού, που είχε τολμήσει να αμφισβητήσει τον μέγα Γαληνό. Αλλά, αργά ή γρήγορα, έρχεται η στιγμή που η αλήθεια δικαιώνεται. Έτσι, το κατεστημένο που είχε σπεύσει να καταδικάσει τον Vesalius δεν μπορούσε να επιμένει να αρνείται τα αυτονόητα, και σύντομα βρέθηκε στην ανάγκη να ομολογήσει: «Είναι αλήθεια ότι κάποια πράγματα στο ανθρώπινο σώμα δεν είναι έτσι όπως τα είχε περιγράψει ο Γαληνός. Άρα (προσέξτε το σκεπτικό…), είναι φανερό ότι το ανθρώπινο σώμα έχει αλλάξει από την εποχή τού Γαληνού μέχρι σήμερα(!!!)».

Τόσο αγκιστρωμένη ήταν η σκέψη κάποιων στην αυθεντία τού Γαληνού! Σε τέτοιο βαθμό ήταν γαλουχημένοι αυτοί με την ιδέα τής απόλυτης αυθεντίας τού Γαληνού, ώστε ήταν πρόθυμοι να δεχθούν οτιδήποτε άλλο, εκτός από το ότι ο μέγας Γαληνός θα μπορούσε ποτέ να είχε πέσει έξω…

Κάτι ανάλογο θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συμβαίνει και στην περίπτωσή μας: Η συνειδητοποίηση τής απόλυτης ανεπάρκειας και αναξιοπιστίας τής μαρτυρίας τού Μαλάλα απέδειξε πόσο αστήρικτη ήταν η αντίληψη ότι ο Ιουστινιανός εξέδωσε διάταγμα με το οποίο έκλεισε τη Νεοπλατωνική Ακαδημία τής Αθήνας.

Κατόπιν τούτου, αρκετοί μελετητές αποδύθηκαν σε μια εργώδη αναζήτηση άλλων διατάξεων τής ιουστινιάνειας νομοθεσίας που θα μπορούσαν να είχαν οδηγήσει στο ίδιο αποτέλεσμα. Αλλά προσέξτε: Η τόσο ανεπαρκής και αναξιόπιστη μαρτυρία τού Μαλάλα είναι η μόνη μας πηγή για το ότι ο Ιουστινιανός εξέδωσε το επίμαχο διάταγμα, εξίσου όμως και για το ότι η Νεοπλατωνική Ακαδημία έκλεισε το 529!

Αν η ανεπάρκεια και η αναξιοπιστία τής μαρτυρίας τού Μαλάλα μάς κάνει να αρνηθούμε το πρώτο, τι μάς υποχρεώνει να εξακολουθούμε να παίρνουμε ως δεδομένο το δεύτερο; Αλλά βεβαίως, όπως και στο παράδειγμά μας με τον Γαληνό, έτσι και εδώ είναι πολύ δύσκολο να αρνηθεί κανείς αυτό που επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα εμφανιζόταν ως ακλόνητο δεδομένο. Με μία διαφορά: Καταλαβαίνουμε γιατί θα μπορούσε κάποιος να μείνει προσκολλημένος στην αυθεντία ενός Γαληνού· δεν καταλαβαίνουμε, όμως, γιατί θα έπρεπε να μένει προσκολλημένος στην αυθεντία ενός Μαλάλα…

 

7. Η μεγάλη ανατροπή

Το 1969 ο Βρετανός μελετητής και ακαδημαϊκός Alan Cameron, παγκοσμίως γνωστός για τις μελέτες του για την Ύστερη Αρχαιότητα, δημοσίευσε ένα ρηξικέλευθο άρθρο, το οποίο επέγραψε «Οι τελευταίες μέρες τής Ακαδημίας στην Αθήνα»[40]. Το άρθρο αυτό, χωρίς υπερβολή, τάραξε τα λιμνάζοντα ύδατα, ανατρέποντας άρδην σχεδόν όλα όσα πιστεύαμε ότι γνωρίζαμε για το κλείσιμο τής νεοπλατωνικής Ακαδημίας.

Ο Alan Cameron επέστησε την προσοχή σε ένα ερμηνευτικό έργο Εις τον Πλάτωνος Αλκιβιάδην τού Ολυμπιοδώρου (495-570 μ.Χ.), εθνικού νεοπλατωνικού φιλοσόφου τής Νεοπλατωνικής σχολής τής Αλεξανδρείας, ο οποίος συνέχισε να διδάσκει κανονικά πολλές δεκαετίες μετά το 529 μ.Χ., και μάλιστα βρέθηκε στην ηγεσία τής σχολής από το 520.

Στο ίδιο το εν λόγω έργο τού Ολυμπιοδώρου υπάρχουν στοιχεία που μάς επιτρέπουν να το χρονολογήσουμε. Πιο συγκεκριμένα, ο Ολυμπιόδωρος μνημονεύει ένα περιστατικό από τη ζωή κάποιου γραμματικού Ανατολίου, το οποίο τοποθετείται στα τέλη τής δεκαετίας τού 540 [41]. Η αναφορά τού Ολυμπιοδώρου στο περιστατικό αυτό γίνεται με τέτοιο τρόπο, ώστε είναι φανερό πως αυτό θεωρείται ως κάτι που οι αναγνώστες δεν θα θυμούνταν πλέον. Άρα, συμπεραίνει πολύ λογικά ο Cameron, το συγκεκριμένο έργο τού Ολυμπιοδώρου πρέπει να χρονολογηθεί το νωρίτερο περί το 560, τουλάχιστον δηλαδή τρεις δεκαετίες μετά το επίμαχο 529 μ.Χ.

Στο έργο αυτό τού Ολυμπιοδώρου υπάρχει ένα σημείο που πραγματικά αρκεί, για να φέρει τα πάνω κάτω.

Συγκεκριμένα, ο Ολυμπιόδωρος αναφέρεται στην περιουσία τής Ακαδημίας, τα «διαδοχικά», και γράφει ότι αυτή διατηρείται «μέχρι σήμερα» (κατά λέξιν, «μέχρι τού παρόντος»)[42], όπου «σήμερα» είναι ο χρόνος συγγραφής τού έργου τού Ολυμπιοδώρου, δηλαδή, όπως είδαμε, τουλάχιστον το 560 μ.Χ.!

Αυτή η φράση μοιάζει να ανατρέπει τα πάντα. Το λιγώτερο τρεις δεκαετίες μετά το επίμαχο 529 μ.Χ., ο Ολυμπιόδωρος όχι απλώς δεν φαίνεται να γνωρίζει τίποτε για κλείσιμο τής Ακαδημίας, αλλά και μάς βεβαιώνει ότι η περιουσία της παραμένει αλώβητη!

Το συμπέρασμα τού Alan Cameron είναι ότι η Ακαδημία λειτουργούσε ακόμη εκείνη την εποχή, και μάλιστα είχε στη διάθεσή της και μια σημαντική περιουσία, τουλάχιστον τριάντα χρόνια μετά το υποτιθέμενο κλείσιμό της και την υποτιθέμενη δήμευση τής περιουσίας της. Κατά τον Cameron, μάλιστα, δεν αποκλείεται η Ακαδημία να συνέχισε να λειτουργεί μέχρι τη σλαβική επιδρομή που ερήμωσε την Αθήνα πενήντα ολόκληρα χρόνια μετά το περιβόητο 529 μ.Χ.!

Η μεγάλη αυτή ανατροπή που σηματοδότησε η μελέτη τού Alan Cameron έκανε κάποιους να θυμηθούν και μεμονωμένες αναφορές σε πηγές που εμφανίζουν προσωπικότητες να έχουν διδαχθεί φιλοσοφία στην Αθήνα σε εποχή μεταγενέστερη τού 529 μ.Χ. Τέτοιες προσωπικότητες είναι ο Θεόδωρος τής Ταρσού, μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Canterbury[43], και ο Τυχικός ο Βυζάντιος[44].

Παρατηρείται μάλιστα και το εξής παράδοξο: Ακόμη και μελετητές που –από κεκτημένη ίσως ταχύτητα– δεν αμφισβητούν τη μαρτυρία τού Μαλάλα για διάταγμα τού Ιουστινιανού σχετικά με τη Νεοπλατωνική Ακαδημία τής Αθήνας (διάταγμα που όλα δείχνουν ότι ουδέποτε υπήρξε) πείθονται εν τούτοις ότι η Νεοπλατωνική Ακαδημία συνέχισε να λειτουργεί κανονικά πολλές δεκαετίες μετά. Η Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου, για παράδειγμα, σημειώνει ότι σύμφωνα με νεώτερη άποψη το κλείσιμο τού 529 είχε προσωρινό χαρακτήρα, και η σχολή λειτούργησε στην Αθήνα μέχρι το τέλος τού έκτου αιώνα, ίσως μάλιστα και ακόμη αργότερα[45]! Ο Nigel Wilson δεν αμφισβητεί μεν ιδιαίτερα την πληροφορία τού Μαλάλα –αν και κάνει λόγο για μια «γενικά αναξιόπιστη πηγή» –, αλλά εκτιμά ότι μια ιδιωτική λέσχη σαν την Ακαδημία μπορούσε να είχε συνεχίσει να υπάρχει[46], θεωρεί ότι η εκτίμηση τών μαρτυριών δείχνει ότι το διάταγμα τού 529 δεν σήμανε εντελώς το τέλος τής φιλοσοφίας στην Αθήνα[47] και σημειώνει ότι το περιβόητο διάταγμα τού 529 μπορεί να είχε μικρότερες συνέπειες απ’ ό,τι πιστεύεται γενικά, αν και η ανώτερη εκπαίδευση δεν φαίνεται να συνεχίσθηκε στην Αθήνα πολύ μετά τα μέσα τού έκτου αιώνα[48]. Ο G. Fernández δεν διακρίνει καμμία απολύτως συνέπεια τού περιβόητου διατάγματος τού 529 [49].

Και ο Jean Sirinelli ομοίως επισημαίνει ότι δεν είναι απολύτως εξακριβωμένο ότι το 529 σηματοδοτεί το οριστικό σβήσιμο τής σχολής τών Αθηνών, και θεωρεί πολύ πιθανόν η Ακαδημία να επιβίωσε διακριτικά ως θεσμός και ως εκπαιδευτήριο, μέχρι που χάθηκε οριστικά με την επιδρομή τών Σλάβων στην Αθήνα πενήντα χρόνια αργότερα.[50] Γενικά, όσον αφορά την τύχη τής Νεοπλατωνικής Ακαδημίας τής Αθήνας, φαίνεται ότι πρέπει να επιστρέψουμε στο συμπέρασμα στο οποίο είχε καταλήξει ο Bréhier, πριν καν την ανατρεπτική μελέτη τού Cameron: ότι η Νεοπλατωνική σχολή απλώς «έσβησε από έλλειψη μαθητών, και ίσως και διδασκάλων»[51].

Ο H. J. Blumenthal, ο οποίος μάς έχει δώσει μία από τις πιο διεξοδικές μελέτες για το κλείσιμο τής Ακαδημίας, παραδέχεται με κάθε ειλικρίνεια ότι, αν ερμηνεύσουμε τις διατάξεις τού Ιουστινιάνειου Κώδικα κατά τρόπο που δεν ευνοεί το ενδεχόμενο εφαρμογής τους στην περίπτωση τής Ακαδημίας και αν δεχθούμε το συμπέρασμα που βγάζει ο Cameron από το κείμενο τού Ολυμπιοδώρου, τότε η υπόθεση ότι το 529 μ.Χ. επεβλήθη το κλείσιμο τής Ακαδημίας –έστω και προσωρινά– φαντάζει πιο ασθενής απ’ ό,τι ισχυρίσθηκε ακόμη και ο ίδιος ο Cameron[52]. Απλώς, ο Blumenthal αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο ο Ολυμπιόδωρος να μην ήταν καλά πληροφορημένος.[53] Ας μάς επιτραπεί όμως να παρατηρήσουμε ότι κάτι τέτοιο φαντάζει απίθανο. Ο Ολυμπιόδωρος δεν ήταν ένας απλός φιλόσοφος τής εποχής. Ήταν ο σχολάρχης τής Νεοπλατωνικής Σχολής τής Αλεξανδρείας, δηλαδή τής μίας από τις δύο Νεοπλατωνικές Σχολές τής αυτοκρατορίας εκείνη την εποχή (η άλλη ήταν η Ακαδημία τής Αθήνας). Βεβαίως, οι δύο αυτές σχολές είχαν κινηθεί προϊόντος τού χρόνου προς διαφορετικές κατευθύνσεις, με τη Σχολή τής Αλεξανδρείας να κλίνει προς την επιστήμη, ενώ τη Σχολή τής Αθήνας να αποκλίνει προς τον αποκρυφισμό. Αλλά πάντως, οι δύο αυτές σχολές βρίσκονταν σε συνεχή διάλογο –έστω και κατ’ αντιπαράθεση– η μία προς την άλλη.

Το να μην έχει πάρει λοιπόν είδηση ο σχολάρχης τής Σχολής τής Αλεξανδρείας ότι η Σχολή τής Αθήνας έπαυσε να λειτουργεί, τουλάχιστον τριάντα χρόνια πριν, δεν είναι απλώς απίθανο· είναι… επιστημονική φαντασία.

 

8. Επίμετρον

Σήμερα, δυσκολευόμαστε να θεωρήσουμε κάτι περισσότερο αναχρονιστικό από το να βλέπει κανείς ως δεδομένο ότι η Νεοπλατωνική Ακαδημία τής Αθήνας έκλεισε το 529 μ.Χ. με διάταγμα τού αυτοκράτορα Ιουστινιανού. Όπως αποδεικνύεται, φαίνεται ότι όχι απλώς ουδέποτε υπήρξε το επίμαχο διάταγμα τού Ιουστινιανού, αλλά και ότι η Νεοπλατωνική Ακαδημία τής Αθήνας συνέχισε να λειτουργεί μετά το 529. Δεκαετίες ολόκληρες συστηματικής έρευνας, που παρουσιάσαμε συνοπτικά παραπάνω, έχουν καταλήξει σε συμπεράσματα που δεν μπορούν παρά να προβληματίζουν, αν μη τι άλλο, καθώς αναδεικνύουν ξεκάθαρα τον βαθμό στον οποίο ένας μύθος, επιμελώς καλλιεργημένος και σταθερά επαναλαμβανόμενος, μπορεί να καταλήξει να εκλαμβάνεται από τους πάντες ως αδιαμφισβήτητη ιστορική αλήθεια. Βεβαίως, πάντα έχει κάποιος το δικαίωμα να κρατήσει αποστάσεις από τα συμπεράσματα τής νεώτερης έρευνας και να τα αμφισβητήσει. Αυτό που δεν τού επιτρέπεται να κάνει είναι να τα αγνοεί.

 

Σημειώσεις


1. Γιάννης Κ. Τσέντος, «Χριστιανισμός και Ελληνισμός. Το κλείσιμο τών σχολών τής Αθήνας από τον Ιουστινιανό», Ακτίνες 622 (Ιούνιος 2001), σελ. 190-193.

2. Γιάννης Κ. Τσέντος, «Η “άλλη” Ακαδημία τής Αθήνας τής ύστερης Αρχαιότητας», Μέρος Α΄, Ακτίνες 756 (Μάρτιος-Απρίλιος 2016), σελ. 62- 66· Μέρος Β΄, Ακτίνες 757 (Μάιος-Ιούνιος 2016), σελ. 90-98.

3. Γιάννης Κ. Τσέντος, «Χριστιανισμός και Ελληνισμός. Το κλείσιμο τών σχολών τής Αθήνας από τον Ιουστινιανό», Ακτίνες 622 (Ιούνιος 2001), σελ. 191-192.

4. Όπως είναι γνωστό, έχουμε τον Ιουστινιάνειο Κώδικα (Codex Iustinianus), που εκδόθηκε το 529 υπό την επιμέλεια τού Τριβωνιανού, σπουδαίου νομικού και στενού συνεργάτη τού Ιουστινιανού, και αποτελεί μια συνθετική δημοσίευση τών αυτοκρατορικών νόμων από την εποχή τού Αδριανού έως την εποχή τού Ιουστινιανού, τον Πανδέκτη ή Digestum, τον νέο κώδικα, που δημοσιεύθηκε το 534, τις Εισηγήσεις ή Institutiones και τις Νεαρές (Novellae), όπου, όπως είναι πολύ γνωστό, οι νέοι νόμοι τού Ιουστινιανού είναι πλέον γραμμένοι στα ελληνικά και όχι στα λατινικά. Όλα αυτά μαζί έγιναν γνωστά από τον 16ο αιώνα ως Corpus Iuris Civilis.

5. J. A. S. Evans, Η εποχή τού Ιουστινιανού, μετάφρ. Βασίλη Κουρή, Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 1998, σελ. 134.

6. Ειδικώτερα για το θέμα τής διδασκαλίας τού δικαίου βλ. παρακάτω.

7. Ιωάννου Μαλάλα, Χρονογραφία, ed. L. Dindorf, 451.16-21: «Επί δε τής υπατείας τού αυτού Δεκίου ο αυτός βασιλεύς θεσπίσας πρόσταξιν έπεμψεν εν Αθήναις, κελεύσας μηδένα διδάσκειν φιλοσοφίαν μηδέ νόμιμα εξηγείσθαι μήτε κόττον εν μια τών πόλεων γίνεσθαι, επειδή εν Βυζαντίω ευρεθέντες τινές τών κοττιστών και βλασφημίαις δειναίς εαυτούς περιβαλόντες χειροκοπηθέντες περιεβωμβήθησαν εν καμήλοις».

8. J. A. S. Evans, Η εποχή τού Ιουστινιανού, σελ. 134, σημ. 257.

9. Ιωάννου Μαλάλα, Χρονογραφία, 448.6-10: «Εν αυτώ δε τω χρόνω ανακωδίκευσις εγένετο τών παλαιών νόμων· και ποιήσας ιδίους νόμους κατέπεμψεν εν πάσαις ταις πόλεσι προς το τους δικαζομένους μη περιπίπτειν θλίψεσι και ζημίαις, αλλά ταχείαν έχειν την απαλλαγήν· όπερ μονόβιβλον κατασκευάσας έπεμψεν εν Αθήναις και εν Βηρυτώ».

10. Ferdinand Gregorovius, Geschichte der Stadt Athen im Mittelalter, von der Zeit Justinians bis zur türkischen Eroberung, Stuttgart 1889, σελ. 55-56.

11. Ioannis Malalae Chronographia, ed. Ioannes Thurn, Corpus Fontium Historiae Byzantinae, Series Berolinensis 35, De Gruyter, Berlin 2000.

12. Βλ. E. Watts, “Justinian, Malalas and the end of Athenian philosophical teaching in A.D. 529”, Journal of Roman Studies 94 (2004), σελ. 171.

13. Το σωζόμενο κείμενο ξεκινά με τη μυθολογία τής αρχαίας Αιγύπτου και φθάνει μέχρι την εκστρατεία τού Μαρκιανού, ανεψιού τού Ιουστινιανού, στη Βόρειο Αφρική το 563.

14. Ιωάννου Μαλάλα, Χρονογραφία, 157.18-20: «Ταύτα δε ιστόρησαν οι σοφώτατοι Θάλης και Κάστωρ και Πολύβιος συγγραψάμενοι και μετ’ αυτούς Ηρόδοτος ο ιστοριογράφος».

15. Ιωάννου Μαλάλα, ό.π., 84.19-85.4, όπου ο Μαλάλας, αφού αναφέρεται στη βασιλεία τού Πέλοπα, προσθέτει ότι «εν αυτοίς δε τοις χρόνοις ην ο Δημόκριτος, φιλοσοφούμενα διδάσκων».

16. Ιωάννου Μαλάλα, ό.π., 212.18-19: «Εν τοις αυτοίς ουν χρόνοις ην ο Κικέρων και ο Σαλλούστιος, οι σοφώτατοι Ρωμαίων ποιηταί».

17. Ιωάννου Μαλάλα, ό.π., 117.1-2: «Ο γαρ σοφός Ευριπίδης δράμα εξέθετο περί τού Κύκλωπος ότι τρεις είχεν οφθαλμούς…».

18. Βλ. Karl Krumbacher, Geschichte der byzantinischen Literatur, von Justinian bis zum Ende des Oströmischen Reiches (527-1453), C.H. Beck’sche Verlagsbuchhandlung, München 18972, σελ. 325-334.

19. H. J. Blumenthal, “529 and its sequel: What happened to the Academy?”, Byzantion 48 (1978), σελ. 382.

20. Gunnar of Hällström, “The closing of the Neoplatonic School in AD 529. An additional aspect”, εν Paavo Castrén (ed.), Post-Herulian Athens. Aspects of life and culture in Athens AD 267-529, Helsinki 1994, σελ. 144.

21. Nigel G. Wilson, Scholars of Byzantium, Duckworth, London 1983, σελ. 37 (= Nigel G. Wilson, Οι λόγιοι στο Βυζάντιο, μετάφρ. Νικ. Κονομή, Αθήνα 1991, σελ. 59).

22. Alan D. E. Cameron, “The last days of the Academy in Athens”, Proceedings of the Cambridge Philoso phical Society 195 (1969), σελ. 8.

23. “following a certain Paparrigopoulos”(!!!), Gunnar of Hällström, “The closing of the Neoplatonic School in AD 529. An additional aspect”, εν Paavo Castrén (ed.), Post-Herulian Athens. Aspects of life and culture in Athens AD 267- 529, σελ. 142, σημ. 12. Η παραπομπή είναι στο Ferdinand Gre go rovius, Geschichte der Stadt Athen im Mittelalter, von der Zeit Justinians bis zur türkischen Erob erung, σελ. 56, σημ. 1.

24. Κωνσταντίνου Παπαρρηγοπούλου, Ιστορία τού ελληνικού έθνους, τόμος 4, Εκδοτικός Οίκος «Ελευθερουδάκη» Α.Ε., εν Αθήναις 19326, σελ. 133.

25. H. J. Blumenthal, “529 and its sequel: What happened to the Academy?”, Byzantion 48 (1978), σελ. 382.

26. Αυτό επισημαίνει, εξάλλου, και ο J. A. S. Evans (Η εποχή τού Ιουστινιανού, σελ. 134). Δεν πρέπει να μάς εκπλήσσει το γεγονός ότι γίνεται εδώ λόγος για νομοθετικές διατάξεις που ουδέποτε εφαρμόσθηκαν στην πράξη, καθώς αυτό ήταν σύνηθες την περίοδο που μελετάμε. Ακόμη και οι πιο αυστηρές αντιπαγανιστικές διατάξεις τών νομοθεσιών τού Μεγάλου Θεοδοσίου και τού Ιουστινιανού είχαν τις περισσότερες φορές τον χαρακτήρα μιας επίσημης διακήρυξης συμπόρευσης τής αυτοκρατορικής αρχής προς τη χριστιανική πίστη (άρα και τον λαό τής αυτοκρατορίας, που είχε αγκαλιάσει τον χριστιανισμό) και μιας ανοικτής αποδοκιμασίας τού αρχαίου θρησκεύματος, χωρίς σε καμμιά περίπτωση οι προβλεπόμενες κυρώσεις να εφαρμόζονται κατά γράμμα. Ο Σωζομενός γράφει χαρακτηριστικά για τη νομοθεσία τού Μεγάλου Θεοδοσίου ότι προέβλεπε αυστηρότατες ποινές, οι οποίες όμως δεν εφαρμόζονταν, διότι στόχος τού αυτοκράτορα δεν ήταν να επιβάλει κυρώσεις, αλλά να εμπνεύσει φόβο στους υπηκόους του, ώστε αυτοί να γίνουν «ομόφρονες αυτώ περί το θείον» (Σωζομενού, Εκκλησιαστ. ιστορία, ed. J. Bidez και G. C. Hansen, Ζ΄ 12, 12.1-4: «Και χαλεπάς τοις νόμοις ενέγραφε τιμωρίας. Αλλ’ ουκ επεξήει· ου γαρ τιμωρείσθαι, αλλ’ εις δέος καθιστάν τους υπηκόους εσπούδαζεν, όπως ομόφρονες αυτώ γένοιντο περί το θείον»).

27. Codex Iustinianus, ed. Paul Krüger, Weidmann, Berlin 1929, σελ. 57, I.5.18.4.14-16: «μόνοις δε εκείνοις διδάσκειν και σιτήσεως δημοσίας τυγχάνειν εφίεμεν τοις τής ορθοδόξου πίστεως ούσιν». Codex Iustinianus, ό.π., σελ. 64, I.11.10.2.1-10: «Παν δε μάθημα παρά τών νοσούντων την τών ανοσίων Ελλήνων μανίαν διδάσκεσθαι κωλύομεν, ώστε μη κατά τούτο προσποιείσθαι αυτούς παιδεύειν τους εις αυτούς αθλίως φοιτώντας, ταις δε αληθείαις τας τών δήθεν παιδευομένων διαφθείρειν ψυχάς· αλλά μηδέ εκ τού δημοσίου σιτήσεως απολαύειν αυτούς, ουκ έχοντας παρρησίαν ουδέ εκ θείων γραμμάτων ή πραγματικών τύπων τοιούτων τινός άδειαν αυτοίς εκδικείν».

28. Προκοπίου, Ανέκδοτα, ed. G. Wirth, κστ΄ 5.1- 6.1: «Αλλά και τους ιατρούς τε και διδασκάλους τών ελευθερίων τών αναγκαίων απορείσθαι πεποίηκε. Τας τε γαρ σιτήσεις, ας οι πρότερον βεβασιλευκότες εκ τού δημοσίου χορηγείσθαι τούτοις δη τοις επιτηδεύμασιν έταξαν, ταύτας δη ού τος αφείλετο πάσας».

29. H. J. Blumenthal, “529 and its sequel: What happened to the Academy?”, Byzantion 48 (1978), σελ. 382.

30. Jean Sirinelli, Τα παιδιά τού Αλεξάνδρου. Ελληνική γραμματολογία τών ελληνιστικών, τών ρωμαϊκών χρόνων και τής ύστερης αρχαιότητας, 334 π.Χ. – 519 μ.Χ., μετάφρ. Σοφίας Μπίνα-Σωτηροπούλου, Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 2001, σελ. 736.

31. John Glucker, Antiochus and the Late Academy, Hypomnemata 56, Göttingen 1978, σελ. 328.

32. H. J. Blumenthal, “529 and its sequel: What happened to the Academy?”, Byzantion 48 (1978), σελ. 383.

33. Thomas Whittaker, The Neoplatonists. A study in the history of Hellenism, Georg Olms, Hildesheim 19874 (ed. pr. Cambridge 1928), σελ. 182.

34. Eduard Zeller, Outlines of the history of Greek philosophy, Routlege & Kegan Paul Ltd / The Humanities Press Inc., London / New York 1955, σελ. 310.

35. Robert Browning, Justinian and Theodora, σελ. 100· ομοίως Robert Browning, «Ο αιώνας τού Ιουστινιανού», εν Ιστορία τού ελληνικού έθνους, τόμος Ζ΄, Εκδοτική Αθηνών, σελ. 158.

36. Judith Herrin, The formation of Christendom, Princeton University Press, Princeton 1987, σελ. 77.

37. Asterios N. Gerostergios, Justinian the Great. The emperor and saint, Institute for Byzantine and Mod ern Greek Studies, Belmont, Massachusetts 1982, σελ. 72-73.

38. J. A. S. Evans, Η εποχή τού Ιουστινιανού, σελ. 134.

39. John B. Bury, History of the Later Roman Empire from the death of Theodosius I to the death of Justinian, vol. II, σελ. 369.

40. Alan D. E. Cameron, “The last days of the Academy in Athens”, Proceedings of the Cambridge Philo sophical Society 195 (1969), σελ. 7-29.

41. Ολυμπιοδώρου, Σχόλια εις τον Πλάτωνος Αλκιβιάδην, ed. L. G. Westerink, 2.80-82.

42. Ολυμπιοδώρου, ό.π., 141.1-3: «Ίσως δε ο Πλάτων ως ευπορών αμισθίαν επετήδευσεν· διο και μέχρι τού παρόντος σώζονται τα διαδοχικά, και ταύτα πολλών δημεύσεων γινομένων». Βεβαίως, η αναγωγή τών «διαδοχικών» στον ίδιο τον Πλάτωνα είναι εσφαλμένη, όπως σημειώνει και ο σχολάρχης τής Νεοπλατωνικής Ακαδημίας τής Αθήνας Δαμάσκιος (Βίος Ισιδώρου (ap. Photium), ed. C. Zintzen, απ. 158: «Η τών διαδόχων ουσία ουχ ως οι πολλοί νομίζουσι Πλάτωνος ην το ανέκαθεν· πένης γαρ ην ο Πλάτων, και μόνον τον εν Ακαδημία εκέκτητο κήπον, ού η πρόσοδος νομισμάτων τριών, η δε τής ουσίας όλης χιλίων ή και έτι πλειόνων υπήρχεν επί Πρόκλου, πολλών τών αποθνησκόντων κτήματα τη σχολή καταλιμπανόντων»), αλλά, εν πάση περιπτώσει, η ίδια η διατύπωση τού Δαμασκίου «ως οι πολλοί νομίζουσι» («όπως πιστεύουν οι περισσότεροι») δείχνει ότι το λάθος αυτό ήταν ευρύτατα διαδεδομένο.

43. Η σχετική αναφορά, γραμμένη 219 έτη μετά το 529 μ.Χ., προέρχεται από επιστολή τού Πάπα Ζαχαρία προς τον άγιο Βονιφάτιο: S. Bonifatii et Lullii Epistolae, ed. M. Tangl, MGH, Epist. Sel.I, Berlin 1916, σελ. 173.

44. Η σχετική αναφορά υπάρχει στον Αρμένιο διανοητή Ανανία από τη Σιράκ (610-685 μ.Χ.): Ananias of Shirak, Autobiography, translated by F. C. Conybeare, εν Byzantinische Zeitschrift 6 (1897), σελ. 572-4.

45. Αικατερίνης Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή ιστορία, Αθήναι 1975, σελ. 292.

46. Nigel G. Wilson, Scholars of Byzantium, σελ. 37 (= Nigel G. Wilson, Οι λόγιοι στο Βυζάντιο, σελ. 59).

47. Nigel G. Wilson, ό.π., σελ. 37 (= Nigel G. Wilson, Οι λόγιοι στο Βυζάντιο, σελ. 60).

48. Nigel G. Wilson, ό.π., σελ. 28 (= Nigel G. Wilson, Οι λόγιοι στο Βυζάντιο, σελ. 48).

49. G. Férnandez, “Justiniano y la clausura de la escuela de Atenas”, Erytheia 2.2 (1983), σελ. 29.

50. Jean Sirinelli, Τα παιδιά τού Αλεξάνδρου. Ελληνική γραμματολογία τών ελληνιστικών, τών ρωμαϊκών χρόνων και τής ύστερης αρχαιότητας, 334 π.Χ. – 519 μ.Χ., σελ. 736.

51. É. Bréhier, The history of philosophy. The Hellenistic and Roman age, Chicago / London 1965, σελ. 214.

52. H. J. Blumenthal, “529 and its sequel: What happened to the Academy?”, Byzantion 48 (1978), σελ. 384.

53. H. J. Blumenthal, ό.π., σελ. 372.

Δημιουργία αρχείου: 8-7-2026.

Τελευταία μορφοποίηση: 8-7-2026.

ΕΠΑΝΩ