|
Απάντηση στις συκοφαντίες τού Νεοπαγανισμού |
2ο Μέρος: Ο Μύθος για το κλείσιμο τών φιλοσοφικών σχολών τής Αθήνας από τον Ιουστινιανό το 529 μ.Χ. * Έκλεισε ο Ιουστινιανός το 529 την Ακαδημία των Αθηνών; * Ο Λιβάνιος διαψεύδει τους Νεοπαγανιστές περί δήθεν απαγόρευσης των θυσιών * Η αντιπαγανιστική νομοθεσία της Ρώμης στην πράξη * Το "κλείσιμο" της Ακαδημίας Αθηνών το 529 μ.Χ.
|
1ο Μέρος 529 μ.Χ.: Ο ΜΥΘΟΣ Οι ψευδείς ισχυρισμοί για το κλείσιμο τών φιλοσοφικών σχολών τής Αθήνας από τον Ιουστινιανό Δρ. Γιάννης Κ. Τσέντος
Πηγή: Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του Ι. Ν. Αγίων Ταξιαρχών Ιστιαίας. Αναδημοσίευση από: https://www.entaksis.gr/26330/ |

|
«Το 529 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός εξέδωσε αυτοκρατορικό διάταγμα με το οποίο έκλεισε τις φιλοσοφικές σχολές τής Αθήνας». Σχεδόν όλοι γνωρίζουν αυτή τη χρονολογία-ορόσημο και αυτό το σημαδιακό γεγονός – θεωρώντας πάντα ότι πρόκειται για αδιαμφισβήτητο γεγονός, που δεν επιδέχεται καμμία απολύτως αμφισβήτηση. Όπως όμως θα δούμε, τα πράγματα δεν έχουν καθόλου έτσι. Το περίφημο 529 μ.Χ. αντιπροσωπεύει απλώς ένα ακόμα παράδειγμα –πλάι στα τόσα άλλα– που πιστοποιεί πόσο ελάχιστη σχέση μπορεί να έχει η πραγματικότητα με έναν επιμελώς καλλιεργημένο μύθο, τον οποίο σχεδόν οι πάντες εκλαμβάνουν ως αδιαμφισβήτητη ιστορική αλήθεια.
1. Εισαγωγή Το κλείσιμο τών σχολών τής Αθήνας είναι ομολογουμένως ένα θέμα που φαίνεται να εξυπηρετεί απολύτως τους σκοπούς τών πολεμίων τού χριστιανισμού, καθώς μέσα από αυτό ο χριστιανισμός φέρεται να συγκρούεται με ό,τι ευγενέστερο και υψηλότερο ανέδειξε η αρχαία Ελλάδα: την ελληνική φιλοσοφία. Ο τρόπος παρουσίασης τού θέματος από πολλούς ιστορικούς μπορεί να δώσει λαβή για επιθέσεις ενάντια στον χριστιανισμό, ο οποίος χρεώνεται με το βίαιο τέλος τής υπερχιλιετούς ελληνικής φιλοσοφικής παράδοσης. Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει εν προκειμένω ο Edward Gibbon (1737- 1794), ένας από τους σπουδαιότερους ιστορικούς όλων τών εποχών, ο οποίος έχει διαμορφώσει σε πολύ μεγάλο βαθμό τον τρόπο με τον οποίο και εμείς οι ίδιοι βλέπουμε την παρακμή και την πτώση τού αρχαίου κόσμου. Στο περίφημο έργο του The history of the decline and fall of the Roman empire, ο Gibbon υποστηρίζει ότι η κυριώτερη αιτία τής πτώσεως τής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας υπήρξε η επικράτηση τού χριστιανισμού, ο οποίος εισήγαγε έναν φθοροποιό ανατολικό μυστικισμό στη θέση τού ρωμαϊκού ρεαλισμού. Σε ό,τι αφορά το θέμα που συζητούμε εδώ, ο Edward Gibbon καταδικάζει απερίφραστα το κλείσιμο τών σχολών τής Αθήνας, που είχαν δώσει τόσους σοφούς στην ανθρωπότητα, μολονότι αναγνωρίζει ότι αυτές είχαν παρακμάσει από το αρχαίο τους μεγαλείο[1]. Ο Ιουστινιανός, κατ’ αυτόν, επέβαλε αιώνια σιωπή στις σχολές τής Αθήνας[2]. Ο Gibbon, πάντα πρόθυμος να βλέπει στον χριστιανισμό την αιτία τής παρακμής τού αρχαίου μεγαλείου, βρίσκει την ευκαιρία να εκτοξεύσει ένα δριμύτατο κατηγορώ ενάντια στον χριστιανισμό: «Τα όπλα τών Γότθων ήταν λιγώτερο ολέθρια για τις σχολές τής Αθήνας από την επικράτηση μιας νέας θρησκείας, οι υπηρέτες τής οποίας έθεσαν τέλος στην άσκηση τού λόγου, έλυσαν κάθε ζήτημα με ένα άρθρο πίστεως και καταδίκασαν τους άπιστους ή τους σκεπτικιστές στις φλόγες τής κολάσεως· (…) επέδειξαν την αδυναμία τής κατανόησης και τη διαστροφή τής καρδιάς, προσέβαλαν την ανθρώπινη φύση στο πρόσωπο τών σοφών τής αρχαιότητας και έθεσαν υπό απαγόρευση το πνεύμα τής επιστημονικής έρευνας, τόσο αντίθετο προς το πιστεύω, ή τουλάχιστον προς την ιδιοσυγκρασία ενός ταπεινού πιστού»[3].
2. Παλαιότεροι και νεώτεροι μελετητές για το 529 μ.Χ. Ανάλογος είναι κατ’ ουσίαν ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζουν το θέμα και πολλοί άλλοι, παλαιότεροι ή νεώτεροι μελετητές. Ο Charles Émile Ruelle κάνει λόγο για δυνάμεις που επί δύο ήδη αιώνες είχαν εξαπολύσει πόλεμο ενάντια στη φιλοσοφία, και τέλος το 529 μ.Χ. έφθασαν να αμφισβητήσουν μέχρι και τη νομική της ύπαρξη[4]. Ο Gustav Friedrich Hertzberg θεωρεί το 529 μ.Χ. ως τη στιγμή που η Βυζαντινή πολιτική εξουσία άφησε κατά μέρος με βάναυση οργή την τελευταία επιεική επιφύλαξη απέναντι στην Αθήνα, και κάνει λόγο για «απηνή διατάγματα» και για ολοσχερή καταστροφή τών λειψάνων τού αρχαίου βίου επί ελληνικού εδάφους[5]. Ο Charles Diehl αναφέρεται στο διάταγμα τού Ιουστινιανού, γράφοντας ότι αυτό απαγόρευσε τη διδασκαλία τής φιλοσοφίας, εξόρισε τους διδασκάλους της και δήμευσε την περιουσία και τις δωρεές που εξασφάλιζαν την επιβίωση τών σχολών. Ο Diehl αναγνωρίζει ότι η σημασία αυτού τού επεισοδίου έχει συχνά υπερτονισθεί, αλλά παρά ταύτα τονίζει ότι το κλείσιμο τών σχολών τής Αθήνας διατηρεί μια συμβολική αξία, καθώς σηματοδοτεί τη στιγμή τής μετάβασης από τον ελληνορωμαϊκό στον βυζαντινό κόσμο[6]. Ο H. C. Butler θεωρεί το διάταγμα τού Ιουστινιανού ως ένα θανάσιμο πλήγμα, που σήμανε το τέλος τής κλασικής Αθήνας, η οποία έπεσε έκτοτε στο σκοτάδι τής λήθης[7]. Ο William Gordon Holmes αναφέρεται στον βίαιο τερματισμό τών εργασιών τών φιλοσόφων στην Αθήνα, σχολιάζει ότι ο Ιουστινιανός είχε πεισθεί ότι η κοσμική παιδεία ήταν μια μάταιη επιδίωξη, και προσθέτει ότι ως συνέπεια τής πολιτικής τού Ιουστινιανού μια γενική αγραμματοσύνη άρχισε να κυριαρχεί στην αυτοκρατορία[8]. Ο Αμίλκας Αλιβιζάτος εκτιμά ότι το κλείσιμο τών σχολών τής Αθήνας κατάφερε το θανάσιμο πλήγμα στη φιλοσοφία. Η Αθήνα, γράφει, εξακολουθούσε να είναι η έδρα τής φιλοσοφίας, η οποία ήταν το μοναδικό στήριγμα τού ζωντανού ακόμη εθνικού κόσμου· μετά από το διάταγμα τού Ιουστινιανού οι σχολές έκλεισαν αμέσως, και διδάσκαλοι και μαθητές υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την Αθήνα[9]. Κατά τον John Bury η νομοθεσία τού Ιουστινιανού υπέγραψε τη θανατική καταδίκη τών Αθηναϊκών σχολών, οι οποίες είχαν μια συνεχή παράδοση από τις ημέρες τού Πλάτωνα και τού Αριστοτέλη. Μερικοί από τους φιλοσόφους που έχασαν τη δουλειά τους αποφάσισαν να ρίξουν μαύρη πέτρα πίσω τους και να μεταναστεύσουν στην Περσία[10]. Ο Thomas Whittaker βλέπει με σιγουριά στο 529 μ.Χ. την ημερομηνία θανάτου τής Ακαδημίας, και μαζί της τών αρχαίων σχολών· έκτοτε, γράφει, κανένας διδάσκαλος δεν επιτρεπόταν πλέον να διδάσκει δημόσια την ελληνική φιλοσοφία[11]. Ο Ιουστινιανός, ο οποίος επιθυμούσε να έχει τη φήμη τού αυστηρά ορθοδόξου, αποφάσισε κατά τον Whittaker να θέσει τέρμα στην ελευθερία τών φιλοσόφων να αμφισβητούν τις χριστιανικές θέσεις σε θεωρητικά ζητήματα, και με διάταγμά του απαγόρευσε τη διδασκαλία τής αρχαίας φιλοσοφίας. Η ελευθερία τού φιλοσοφείν υπήχθη πλέον παντού εντός τών ορίων που προδιέγραφε η χριστιανική Εκκλησία[12]. Ο Βασίλειος Τατάκης σημειώνει ότι με το κλείσιμο τών φιλοσοφικών σχολών τής Αθήνας από τον Ιουστινιανό εξέλιπε και το τελευταίο εμπόδιο για τον τελικό θρίαμβο τού χριστιανισμού[13]. Ο Aleksandr Vasiliev εντάσσει το κλείσιμο τής φημισμένης φιλοσοφικής σχολής τής Αθήνας στο πλαίσιο τής προσπάθειας τού Ιουστινιανού για την εξάλειψη τών τελευταίων υπολειμμάτων τού παγανισμού, και μάς πληροφορεί ότι μετά το διάταγμα τού Ιουστινιανού πολλοί καθηγητές τής φιλοσοφίας εξορίσθηκαν, και η περιουσία τής σχολής δημεύθηκε[14]. Ο Eduard Zeller αποδίδει το κλείσιμο τών σχολών στο γεγονός ότι σε μια εκχριστιανισμένη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία η φιλοσοφία δεν μπορούσε πλέον να διατηρεί μια θέση ανεξάρτητη από τη θριαμβεύουσα Εκκλησία[15]. Ο Albin Lesky αναφέρεται στη μετάβαση τών τελευταίων επτά φιλοσόφων τής σχολής τής Αθήνας στην Ανατολή, και στην επιστροφή τους «σε μιαν Αθήνα που δεν μπορούσε πια να είναι η πόλη τής πλατωνικής Ακαδημίας»[16]. Στα διάφορα συγγράμματα που πραγματεύονται την ιστορία τής εκπαίδευσης στην ελληνική αρχαιότητα, όπως για παράδειγμα στις μελέτες τών J. W. H. Walden[17], Henri Irenée Marrou[18] και M. L. Clarke[19], το κλείσιμο τών σχολών τής Αθήνας καταγράφεται ως ένα θλιβερό γεγονός. Η αρχαιολόγος και ιστορικός Alison Frantz αποδίδει τη συνοχή και αντίσταση τής αρχαίας παράδοσης στην επίδραση τής νεοπλατωνικής Ακαδημίας, η οποία εξακολούθησε να αποτελεί έναν καθοριστικό παράγοντα στην Αθηναϊκή ζωή μέχρι το υποχρεωτικό κλείσιμό της το 529 μ.Χ. κατόπιν διατάγματος τού Ιουστινιανού. Ο τελευταίος σχολάρχης τής Ακαδημίας Δαμάσκιος, γράφει, προτίμησε μαζί με άλλους την εξορία στην περσική αυλή από την καταγγελία τών παγανιστικών του πιστεύω[20]. Η έμμονη έμφαση τών Αθηναϊκών σχολών στην παραδοσιακή φιλοσοφία, όπως διαπιστώνει η ίδια συγγραφεύς σε άλλο άρθρο της, δεν μπορούσε πλέον να γίνεται ανεκτή, καθώς ο χριστιανισμός εδραιωνόταν ως η επίσημη θρησκεία τού κράτους[21]. Ο John Barker κάνει λόγο για θανάσιμο κτύπημα που κατάφερε ο Ιουστινιανός στον παγανισμό, πλήττοντας τον ισχυρότερο εναπομείναντα προμαχώνα του, το κλασικό εκπαιδευτικό σύστημα. Το 529 μ.Χ., γράφει, ο Ιουστινιανός έκλεισε τις σχολές ανώτερης εκπαίδευσης τής Αθήνας, φονεύοντας έτσι τις τελευταίες παραδόσεις τής πλατωνικής Ακαδημίας, με αποτέλεσμα να υπάρξει μια μεγάλη έξοδος ειδωλολατρών λογίων έξω από τα σύνορα τής αυτοκρατορίας[22]. Ο Will Durant φθάνει μέχρι τού σημείου να μιλάει για τέλος τής ελληνικής φιλοσοφίας ύστερα από ένδεκα αιώνες ιστορία[23]. Ο Robert Browning θεωρεί ότι το κλείσιμο τού «πανεπιστημίου» τής Αθήνας, η οποία για μία χιλιετία ήταν κέντρο φιλοσοφικών και φιλολογικών σπουδών, υπήρξε αποτέλεσμα τής πολιτικής τού Ιουστινιανού για την επιβολή τής ορθοδοξίας[24]. Ο Arnold Toynbee επιμένει ιδιαίτερα στους επτά φιλοσόφους που αναγκάσθηκαν να αναζητήσουν άσυλο στην Περσική αυτοκρατορία, και σχολιάζει ότι αυτοί ήταν οι τελευταίοι σπουδαστές τής ελληνικής φιλοσοφίας που ήταν ελεύθεροι να ακολουθήσουν την κλίση τους ατιμωρητί, κάτι που δεν συνέβη με τον Μέγα Φώτιο τον ένατο αιώνα, τον Μιχαήλ Ψελλό και τον Ιωάννη Ιταλό τον ενδέκατο και τον Γεμιστό Πλήθωνα τον δέκατο πέμπτο[25]. Ο W. H. C. Frend αναφέρεται στο κλείσιμο το 529 μ.Χ. τής Ακαδημίας τής Αθήνας, τού «τελευταίου επιζώντος κέντρου τής ειδωλολατρικής πνευματικής ζωής», τονίζει όμως ότι αυτό το βήμα δεν σήμαινε την άρνηση όλων τών παγανιστικών πολιτιστικών αξιών[26]. Ο Alexander Demandt μιλάει για σύγκρουση με τη χριστιανική κυβέρνηση τής αυτοκρατορίας, η οποία υποχρέωσε πολλούς καθηγητές τής φιλοσοφίας να εγκαταλείψουν την Αθήνα[27]. Η Πολύμνια Αθανασιάδη θεωρεί ως εντελώς αναμενόμενο ότι το προκλητικά ακμάζον παγανιστικό ίδρυμα τού Δαμασκίου δεν μπορούσε να εξακολουθεί τις δραστηριότητές του ανεμπόδιστο σε μια πόλη που διατηρούσε μια συμβολική σημασία μέσα στη Βυζαντινή αυτοκρατορία[28]. Έτσι, γράφει, η μεγάλη ακμή τής φιλοσοφίας επί Δαμασκίου στην Αθήνα προκάλεσε ένα αυτοκρατορικό διάταγμα που απαιτούσε την άμεση αναστολή κάθε φιλοσοφικής δραστηριότητας[29]. Στην Ελλάδα ακόμη και σύγχρονοι μελετητές χωρίς την παραμικρή προκατάληψη ή επιθυμία επίθεσης ενάντια στον χριστιανισμό θεωρούν το κλείσιμο τής νεοπλατωνικής Ακαδημίας τής Αθήνας ως μια αναντίρρητη πραγματικότητα[30] με θλιβερές προεκτάσεις. Χαρακτηριστική είναι ασφαλώς η ευθεία καταδίκη τού κλεισίματος τής Ακαδημίας από τον Μεθόδιο Φούγια, ο οποίος χαρακτηρίζει την πολιτική τού Ιουστινιανού ως ταπεινωτική και ολέθρια για την πόλη τών Αθηνών[31], και φθάνει μέχρι τού σημείου να κάνει λόγο για βαριά αμαρτία που φέρει στην πλάτη του το Βυζάντιο σε βάρος και τής Εκκλησίας και τού Ελληνισμού![32]
3. Το 529 μ.Χ. στα σχολικά βιβλία Στα σχολικά εγχειρίδια το κλείσιμο τής Νεοπλατωνικής Ακαδημίας από τον Ιουστινιανό μνημονεύεται σταθερά ως αδιαφιλονίκητο ιστορικό γεγονός, μερικές φορές μάλιστα συνοδευόμενο από καυστικά σχόλια. Στην Ε΄ Δημοτικού, υπό τον τίτλο «Μια “σκιερή σελίδα” τού Ιουστινιανού», τα παιδιά μαθαίνουν ότι: «Το δεύτερο έτος τής βασιλείας του (529 μ.Χ.) ο Ιουστινιανός έκλεισε τη Φιλοσοφική Σχολή τής Αθήνας, που λειτουργούσε από την εποχή τού Πλάτωνα (εννέα αιώνες πριν), επειδή θεωρούσε ότι ήταν ο τελευταίος χώρος συντήρησης τής αρχαίας θρησκείας. Οι δάσκαλοι τής Σχολής υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη και να ζήσουν αλλού χωρίς το δικαίωμα να διδάσκουν»[33]. Στη Β΄ Γυμνασίου, το κλείσιμο τής Νεοπλατωνικής Ακαδημίας συμπεριλαμβάνεται σε μια παράγραφο με θέμα τη θρησκευτική πολιτική τού Ιουστινιανού: «Στον θρησκευτικό τομέα (sc. ο Ιουστινιανός) προσπάθησε να επιβάλει την Ορθοδοξία σε όλη την έκταση τής αυτοκρατορίας και γι’ αυτό καταδίωξε τους οπαδούς τών αιρέσεων και τής αρχαίας θρησκείας και ανέστειλε τη λειτουργία τής Νεοπλατωνικής Ακαδημίας στην Αθήνα. Παράλληλα φρόντισε να διαδώσει τον Χριστιανισμό σε λαούς τού Καυκάσου και τής Ανατολικής Αφρικής»[34]. Στο βιβλίο τής Ιστορίας τής Α΄ Λυκείου κινείται στην ίδια γραμμή: «Ο Ιουστινιανός αντιμετώπισε με σκληρότητα τα κατάλοιπα τών αρχαίων θρησκειών. Γι’ αυτό το λόγο έκλεισε τη νεοπλατωνική σχολή τών Αθηνών (529 μ.Χ.) και δήμευσε την περιουσία της»[35]. Στη Γ΄ Λυκείου οι μαθητές διαβάζουν για την Πλατωνική Ακαδημία: «Η περίφημη αυτή σχολή θα λειτουργήσει για εννέα αιώνες, μέχρι το 529 μ.Χ., όταν την έκλεισε ο Ιουστινιανός» – για να προστεθεί στο διδακτικό εγχειρίδιο αμέσως μετά, εντός παρενθέσεως, το ακόλουθο σχόλιο: «Να σημειώσουμε πάντως πως τότε η σχολή βρισκόταν σε πλήρη παρακμή»[36].
4. Το 529 μ.Χ. στην αντιχριστιανική πολεμική Αν καθ’ όλα απροκατάλητοι μελετητές φθάνουν να καταδικάζουν με τέτοια προθυμία το κλείσιμο τών σχολών τής Αθήνας, δεν δυσκολεύεται κανείς να φαντασθεί πώς χρησιμοποιούν το εν λόγω γεγονός οι ορκισμένοι πολέμιοι τού χριστιανισμού, οι οποίοι επείγονται να αποδείξουν πάση θυσία την ιστορική σύγκρουση και ασυμβατότητα ελληνισμού και χριστιανισμού. Δεν είναι, πράγματι, δύσκολο να αναπαραγάγουμε το δριμύ τους κατηγορητήριο, το οποίο ασφαλώς θα έμοιαζε κάπως έτσι: «Το 529 μ.Χ. ο χριστιανισμός αποκάλυψε το πραγματικό του πρόσωπο. Αφού πρώτα φρόντισε να υπονομεύσει μεθοδικά τα θεμέλια τού λαμπρού πολιτισμού τής αρχαιότητας, αφού κατέστρεψε τα αρχαία αγάλματα και γκρέμισε τους αρχαίους ναούς, ο χριστιανισμός έσπευσε τέλος να θέσει εκποδών και το τελευταίο εμπόδιο που στεκόταν στον δρόμο του για τον ολοκληρωτικό θρίαμβο: την ελευθερία τής σκέψης και τού λόγου. Παντού στην αυτοκρατορία, η μία μετά την άλλη, οι πόλεις είχαν προσκυνήσει τον χριστιανισμό, είτε ηττημένες από τη βαρβαρότητα τών φανατισμένων ορδών τών οπαδών τής νέας θρησκείας, είτε παραδομένες στην αποχαύνωση που κήρυσσαν από βήματος οι χριστιανοί ιεροκήρυκες. Μόνο μία πόλη εξακολουθούσε να αντιστέκεται, η Αθήνα, η πρωτεύουσα τού ελληνισμού, στην οποία μια χούφτα άνθρωποι επέμεναν να δίδουν μεγαλύτερη αξία στον τρίβωνα τού φιλοσόφου παρά στο ράσο τού μοναχού. Το 529 μ.Χ. ο χριστιανισμός ολοκλήρωσε τον θρίαμβό του, θέτοντας εκποδών και το τελευταίο αυτό εμπόδιο, και μένοντας ελεύθερος να πανηγυρίσει τη νίκη του πάνω στα ερείπια τού πολιτισμού. Οι τελευταίοι φιλόσοφοι αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν την κοιτίδα τής φιλοσοφίας και να καταφύγουν στην Περσία, προσδοκώντας να βρουν εκεί ευνοϊκότερες συνθήκες για τη φιλοσοφία, η οποία δεν μπορούσε πλέον να ανθεί σε ένα σκοταδιστικό καθεστώς».
5. Εις απάντησιν… Αν έπρεπε να απαντήσουμε σε αυτό το δριμύ κατηγορητήριο, θα μπορούσαμε ασφαλώς να πούμε πολλά, τα οποία άλλωστε δεν δυσκολεύεται ίσως κανείς να φαντασθεί: – ότι, όπως είχαμε τονίσει ήδη αρκετά παλαιότερα από τις σελίδες τών Ακτίνων[37], η Αθήνα το 529 μ.Χ. βρισκόταν πλέον σε τελεία παρακμή και δεν είχε καμμία απολύτως σχέση με το «κλεινόν άστυ» τής αρχαιότητας. – ότι, όπως τονίσαμε πρόσφατα[38], η Νεοπλατωνική Ακαδημία τού έκτου μ.Χ. αιώνα δεν έχει καμμία απολύτως σχέση με την Ακαδημία τού Πλάτωνα, καθώς δεν αποτελεί ούτε ιστορική ούτε φιλοσοφική συνέχειά της, σε καμμία περίπτωση δεν αντιπροσωπεύει περίοδο ακμής για τη φιλοσοφία, και δεν βρισκόταν καν στον ίδιο χώρο! – ότι το 529 μ.Χ. δεν σημαίνει πόλεμο κατά τής φιλοσοφίας, η οποία εξακολούθησε να διδάσκεται και να τιμάται (με τη Νεοπλατωνική Σχολή τής Αλεξανδρείας, για παράδειγμα, να εξακολουθεί να λειτουργεί κανονικά)[39]. – ότι οι πραγματικοί συνεχιστές τού Πλάτωνα και τού Αριστοτέλη είναι οι μεγάλοι Πατέρες τής Εκκλησίας μας, και όχι ο Πρόκλος και ο Δαμάσκιος με τον θεουργικό μυστικισμό και τις αποκρυφιστικές δοξασίες και πρακτικές τους. Αυτά και άλλα πολλά θα μπορούσαμε να απαντήσουμε, όπως άλλωστε και το έχουμε κάνει στο παρελθόν. Και όμως, αν περιοριζόμασταν να απαντήσουμε αυτά, θα μοιάζαμε… αφελείς! Διότι, όταν ακούμε να επαναλαμβάνεται ότι το 529 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός εξέδωσε αυτοκρατορικό διάταγμα με το οποίο έκλεισε τις φιλοσοφικές σχολές τής Αθήνας, το πρώτο πράγμα που θα έπρεπε κανονικά να διερωτηθούμε δεν είναι ποια σημασία και ποιές προεκτάσεις έχει αυτό, τι σημαίνει ή τι δεν σημαίνει. Το πρώτο πράγμα που θα έπρεπε κανονικά να διερωτηθούμε είναι… από πού το γνωρίζουμε! Αν τολμήσουμε να θέσουμε αυτό το –τόσο αυτονόητο, αλήθεια!– ερώτημα, τότε είναι που μάς περιμένει η μεγάλη έκπληξη· η μεγάλη ανατροπή. Και αυτή θα μάς οδηγήσει στο ασφαλές συμπέρασμα ότι πιθανώτατα ο Ιουστινιανός δεν εξέδωσε ποτέ κανένα απολύτως διάταγμα για την Αθήνα, δεν διέταξε την αναστολή λειτουργίας τής Νεοπλατωνικής Ακαδημίας, και μάλιστα, ακόμα, ότι αυτή η τελευταία φαίνεται ότι εξακολούθησε να λειτουργεί και μετά το 529 μ.Χ.! Αλλά αυτά θα τα δούμε στο επόμενο, δεύτερο μέρος τού άρθρου μας.
Σημειώσεις 1. Edward Gibbon, The history of the decline and fall of the Roman empire, ed. William Smith, vol. V, John Murray, London 1862, σελ. 89. 2. Edward Gibbon, ό.π., σελ. 93. 3. Edward Gibbon, ό.π., σελ. 92. 4. Charles Émile Ruelle, Le philosophe Damascius. Étude sur sa vie et ses ouvrages, Paris 1861, σελ. 6. 5. Gustav Friedrich Hertzberg, Ιστορία τής Ελλάδος από τής λήξεως τού αρχαίου βίου μέχρι σημερον, μετάφρ. Π. Καρολίδου, τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, εν Αθήναις 1906, σελ. 126 κ.ε.· πρβ. τού αυτού, Die Geschichte Griechenlands unter der Herrschaft der Römer, vol. III, Halle 1875, σελ. 538 κ.ε. 6. Charles Diehl, Justinien et la civilisation byzantine au VIe siècle, Ernest Leroux, Paris 1901, σελ. 563-564. 7. C. Butler, The story of Athens, New York 1902, σελ. 473. 8. William Gordon Holmes, The age of Justinian and Theodora. A history of the sixth century A.D., vol. II, George Bell, London 1907, σελ. 433-434. 9. Hamilcar S. Alivisatos, Die kirchliche Gesetzgebung des Kaisers Justinian I, Trowitzsch & Sohn, Berlin 1913, σελ. 47-48. 10. John B. Bury, History of the Later Roman Empire from the death of Theodosius I to the death of Justinian, vol. II, Macmillan & Co. Ltd, London 1923, σελ. 369-370. 11. Thomas Whittaker, The Neoplatonists. A study in the history of Hellenism, Georg Olms, Hildesheim 19874 (ed. pr. Cambridge 1928), σελ. 155. Ο Whittaker σημειώνει βεβαίως ότι τα τελευταία έργα τής Αθηναϊκής σχολής, τα έργα τού Σιμπλικίου, γράφηκαν λίγο μετά από αυτή την ημερομηνία. 12. Thomas Whittaker, The Neoplatonists. A study in the history of Hellenism, σελ. 182. 13. Βασιλείου Ν. Τατάκη, Η βυζαντινή φιλοσοφία, μετάφρ. Εύας Καλπουρτζή, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα 1977, σελ. 36. 14. Aleksandr A. Vasiliev, History of the Byzantine empire, 324-1453, The University of Wisconsin Press, Madison, Wisc. 1952, σελ. 150. 15. Eduard Zeller, Outlines of the history of Greek philosophy, Routlege & Kegan Paul Ltd / The Humanities Press Inc., London / New York 1955, σελ. 310. 16. Albin Lesky, Ιστορία τής αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, μετάφρ. Αγαπητού Γ. Τσοπανάκη, Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 19885 (ed. pr. 1964), σελ. 1208. 17. W. H. Walden, The Universities of ancient Greece, New York 1909, σελ. 126-129. 18. Henri Irenée Marrou, A history of education in antiquity, transl. George Lamb, The New American Library, New York 1964, σελ. 452-453. 19. L. Clarke, Higher education in the ancient world, London 1971, σελ. 102. 20. Alison Frantz, “From paganism to Christianity in the temples of Athens”, Dumbarton Oaks Papers 19 (1965), σελ. 191. 21. Alison Frantz, “Pagan philosophers in Christian Athens”, Proceedings of the American Philosophical Society 199.1 (February 1975), σελ. 36. 22. John W. Barker, Justinian and the Later Roman Empire, The University of Wisconsin Press, Madison, Milwaukee and London 1966, σελ. 99· ό.π., σελ. 270. 23. Will Durant, Παγκόσμιος ιστορία τού πολιτισμού, τόμ. Δ΄, μετάφρ. Νικ. Κ. Παπαρρόδου, Αδελφοί Συρόπουλοι, Αθήνα 1969, σελ. 150. 24. Robert Browning, Justinian and Theodora, Weidenfeld & Nicolson, London 1971, σελ. 99. 25. Arnold J. Toynbee, The Greeks and their heritages, Oxford University Press, Oxford 1981, σελ. 79-80. 26. H. C. Frend, The rise of Christianity, Darton, Longman & Todd, London 1984, σελ. 831. 27. Alexander Demandt, Die Spätantike. Römische Geschichte von Diokletian bis Justinian (284-565 n.Chr.), Handbuch der Altertumswissenschaft 3.6, C. H.Beck’sche Verlagsbuchhandlung, München 1989, σελ. 365. 28. Polymnia Athanassiadi, Damascius, The Philosophical History, text with translation and notes, ΑΠΑΜΕΙΑ, Αθήνα 1999, σελ. 48. 29. Polymnia Athanassiadi, ό.π., σελ. 45. 30. Βλ. για παράδειγμα Αθανασίου Ι. Δεληκωστοπούλου, Ελληνικός στοχασμός και χριστιανική διανόηση. Η φιλοσοφία τών Πατέρων, Αποστολική Διακονία τής Εκκλησίας τής Ελλάδος, Αθήνα 1993, σελ. 84. 31. Μεθοδίου Γ. Φούγια, Το ελληνικό υπόβαθρο τού χριστιανισμού, Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας τής Εκκλησίας τής Ελλάδος, Αθήνα 1992, σελ. 69, σημ. 15. 32. Μεθοδίου Γ. Φούγια, ό.π., σελ. 42. 33. Ιστορία Ε΄ Δημοτικού. Στα βυζαντινά χρόνια, σελ. 43. 34. Μεσαιωνική και Νεότερη Ιστορία. Β΄ Γυμνασίου, σελ. 16. 35. Ιστορία τού αρχαίου κόσμου. Από τους προϊστορικούς πολιτισμούς τής Ανατολής έως την εποχή τού Ιουστινιανού. Α΄ Γενικού Λυκείου, σελ. 259. 36. Αρχαία Ελληνικά, Γ΄ Γενικού Λυκείου, σελ. 36. 37. Γιάννης Κ. Τσέντος, «Χριστιανισμός και Ελληνισμός. Το κλείσιμο τών σχολών τής Αθήνας από τον Ιουστινιανό», Ακτίνες 622 (Ιούνιος 2001), σελ. 190-193. 38. Γιάννης Κ. Τσέντος, «Η “άλλη” Ακαδημία τής Αθήνας τής ύστερης Αρχαιότητας», Μέρος Α΄, Ακτίνες 756 (Μάρτιος-Απρίλιος 2016), σελ. 62-66· Μέρος Β΄, Ακτίνες 757 (Μάιος-Ιούνιος 2016), σελ. 90-98. 39. Γιάννης Κ. Τσέντος, «Χριστιανισμός και Ελληνισμός. Το κλείσιμο τών σχολών τής Αθήνας από τον Ιουστινιανό», Ακτίνες 622 (Ιούνιος 2001), σελ. 191-192. |
Δημιουργία αρχείου: 7-7-2026.
Τελευταία μορφοποίηση: 8-7-2026.