Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Κεντρική Σελίδα

Βιβλία, Αγία Γραφή, Ορθοδοξία και Δογματικά

Προηγούμενο // Περιεχόμενα // Επόμενο

Η ιστορία τού Δόγματος από τής εποχής τών Απολογητών μέχρι του 318 μ.Χ.

Μέρος Δεύτερον

Τού Ανδρέα Θεοδώρου

Τακτικού Καθηγητού τού Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Β΄ Κεφάλαιο

Η διαμόρφωσις των καθολικών βάσεων της Εκκλησίας

Αρχικό κείμενο

2. Ο Κανών της Κ. Διαθήκης

Η δευτέρα κανονιστικής της θείας αληθείας αρχή υπήρξεν ο Κανών της Κ. Διαθήκης (το fundamendum fidei385 evangelicum instrumentum).386 Υπό Κανόνα δε δέον όπως νοήσωμεν την συλλογήν των Ιερών εκείνων Γραφών, αι οποίαι εθεωρούντο υπό της Εκκλησίας ως έχουσαι Αποστολικήν την προέλευσιν αυτών (ήσαν δηλαδή προϊόντα της γραφίδος των Αποστόλων ή τών συνεργατών αυτών), ήσαν θεόπνευστοι (εγράφησαν υπό την έμπνευσιν του Θεού, του Αγ. Πνεύματος) και ήσαν εν τω αυτώ μέτρω αυθεντικαί ως και τα Ιερά βιβλία της Π. Διαθήκης.

Τα βιβλία της Κ. Διαθήκης ήσαν αρχαιόθεν γνωστά εις την Εκκλησίαν, προελθόντα εξ ειδικών αναγκών του κατηχητικού έργου των Αποστόλων. Καθ’ όσον δηλαδή το κήρυγμα της πίστεως εξηπλούτο ραγδαίως, και επολλαπλασιάζοντο αντιστοίχως αι Χριστιανικαί κοινότητες, οι Απόστολοι δεν είχον την ευχέρειαν να επισκέπτωνται αυτοπροσώπως όλας τας υπ' αυτών ιδρυομένας κατά τόπους Εκκλησίας. Είτε, λοιπόν, προς επίλυσιν διαφόρων ανακυπτόντων ζητημάτων, είτε προς συμπλήρωσιν ή και υπόμνησιν του προφορικού κηρύγματος αυτών, είτε πάλιν, προς έκθεσίν των του βίου και της καθόλου δράσεως του Κυρίου οι Απόστολοι έγραφον ευαγγέλια ή επιστολάς, τας οποίας απηύθυνον προς τας κατά τόπους Εκκλησίας ή και εις μεμονωμένα πρόσωπα. Τα έργα ταύτα, λόγω της Αποστολικής των προελεύσεως εθεωρούντο ως πηγαί αυθεντικαί και ρυθμιστικαί του Χριστιανικού ήθους και της πίστεως, ανεγινώσκοντο δε κατά τας λατρευτικός συνάξεις της αρχαίας Εκκλησίας.387

Εις τον καθορισμόν των βιβλίων της Κ. Διαθήκης ως αρχής κανονιστικής της Χριστιανικής πίστεως ωδήγησαν ανάγκαι ιστορικοί, ιδιαιτέρως δε η εμφάνισις των αιρέσεων και η ανάγκη καταπολεμήσεως υπό της Εκκλησίας των ανατρεπτικών της πίστεως θεωριών. Οι αυτοί, δηλαδή, λόγοι επρυτάνευσαν εδώ, όπως και εν τω καθορισμώ του Κανόνος της αληθείας.

Οι αιρετικοί προς στήριξιν των πεπλανημένων δοξασιών των είτε εχρησιμοποίουν ιδικάς των γραφάς τας οποίας εθεώρουν αυθεντικός, είτε τας Γραφάς της Εκκλησίας ηρμήνευον συμφώνως προς το (δικόν των πνεύμα και τας ιδικάς των προκαταλήψεις. Ο Μαρκίων, ως γνωστόν, είχε διαμορφώσει ίδιον κανόνα της Κ. Διαθήκης. Απορρίπτων εντελώς την Π. Διαθήκην (εθεώρει αυτήν ως προϊόν του κατωτέρου δημιουργού Θεού), απεδέχετο ολίγα μόνον βιβλία της Καινής (Το Ευαγγέλιον = το κατά Λουκάν και τούτο παραμεμορφωμένον, και το Αποστολικόν = δέκα επιστολάς του Απ. Παύλου, διεσκευασμένας κατά την προτίμησίν του. Τας ποιμαντορικάς και την προς Εβραίους επιστολήν απέρριπτε), το οποία ηρμήνευε κατά τον ιδικόν του τρόπον.

Παραλλήλως εν τη αρχαία Εκκλησία εκυκλοφόρουν ελευθέρως πολλαί απόκρυφοι και νόθαι γραφαί («αμύθητον πλήθος αποκρύφων και νόθων γραφών»).388 Εξ αυτών άλλαι μεν απεσκόπουν εις την κάλυψιν κενών απαντώντων εις τα κανονικά βιβλία της Κ. Διαθήκης εν σχέσει προς την ζωήν και την διδασκαλίαν του Κυρίου και των Αποστόλων,389 άλλαι δε ήσαν ψευδεπίγραφα έργα αιρετικών, φερόμενα επ' ονόματι των Αποστόλων δια προσηλυτιστικούς κυρίως σκοπούς.

Τέλος εν τη αυτή Εκκλησία υπήρχον εν κυκλοφορία και άλλα βιβλία εποικοδομητικά, έργα αποστολικών κυρίως ανδρών (Κλήμεντος Ρώμης, Ερμά, Διδαχή, κ. ά.), το οποία έχαιρον μεγάλης εκτιμήσεως και εχρησιμοποιούντο παραλλήλως προς τα βιβλία της Κ. Διαθήκης εν τη λατρεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Το πλήθος των βιβλίων τούτων κυκλοφορούντων ελευθέρως εις τους κόλπους των Χριστιανικών Κοινοτήτων, επέφερε σύγχυσιν εν τη Εκκλησία. Ιδίως η υπό των αιρετικών χρησιμοποίησις νόθων γραφών και η παρερμηνεία των γνησίων εδημιούργει κίνδυνον παραπλανήσεως των απληροφορήτων. Όπως δε η ανάγκη αντικρούσεως των Γνωστικών, προσφευγόντων εις αποκρύφους αποστολικάς παραδόσεις, ώθησε την Εκκλησίαν εις τον καθορισμόν του Κανόνος της πίστεως ως αυθεντικού γνώμονος της Αποστολικής της παραδόσεως, τοιουτοτρόπως και τώρα η παρουσία των ψευδωνύμων της αιρέσεως γραφών και η παρερμηνεία των γνησίων, ώθησε την Εκκλησίαν εις το να καθορίση τας ιδικάς της αποστολικάς γραφάς, ως ταμείον και γνώμονα της γνησίας αποστολικής της παραδόσεως.

Ετέθη η εξής αρχή: Ό,τι περιείχετο εις τας γραφάς ταύτας ήτο γνήσιον και αυθεντικόν, ό,τι δε δεν περιείχετο ή ήρχετο εις διαφωνίαν και αντίφασιν προς αυτάς, ήτο ψευδός και νόθον.390 Δια του τρόπου τούτου αι αγίαι Γραφαί ανεκηρύσσοντο ως αυθεντικαί αρχαί διαγνώσεως και ελέγχου της αληθείας, ανωρθούντο δε ως τείχος προστατευτικόν της Εκκλησίας κατά της επιβολής και των ποικίλων καταχρήσεων των αιρέσεων. Αι Γραφαί, ως δημιουργηθείσαι εν τη Εκκλησία, εθεωρούντο πνευματική ιδιοκτησία αυτής, ενώ αντιθέτως οι αιρετικοί ως αλλότριοι της Εκκλησίας, ουδέν δικαίωμα είχον επ' αυτών.391

Η χρησιμοποίησις όμως των Αγίων Γραφών προς καταπολέμησιν των αιρέσεων δεν ήτο έργον ευχερές και αποδοτικόν. Την δυσχέρειαν εδημιούργει κυρίως η ερμηνεία των Γραφών. Και οι Γνωστικοί ηρμήνευον τας Αγίας Γραφάς, αλλά κατά τρόπον ιδιότυπον. Κυρίως ηρμήνευον αυτάς αλληγορικώς. Η αλληγορική όμως ερμηνεία παρείχεν έδαφος ελευθερίας, αυθαιρέτου και φανταστικής, ως επί τα πλείστον, εξηγήσεως των βιβλίων της Αγίας Γραφής.

Επί πλέον οι Γνωστικοί, οσάκις κατεπολεμούντο επί τη βάσει των Αγίων Γραφών, δια να δικαιώσουν εαυτούς εμέμφοντο αυτάς πολυειδώς. Ενδεικτικά είναι όσα λέγει ο Ειρηναίος σχετικώς: «Όταν κανείς προσπαθήσει να αναιρέσει τους αιρετικούς δια των Γραφών, τότε ούτοι κατηγορούν τας Γραφάς, ότι δήθεν δεν είναι αξιόπιστοι, ότι ουδεμίαν αυθεντίαν κατέχουν, ότι δύνανται κατά πολλούς τρόπους να νοηθούν, και ότι εξ αυτών (των Γραφών) έχουν την δυνατότητα να εύρουν την αλήθειαν μόνον εκείνοι οι οποίοι κατανοούν την παράδοσιν. Κατά τους Γνωστικούς αυτή (η παράδοσις) δεν έχει καταγραφή, αλλ' είναι παραδεδομένη δια ζώσης, δι' ό και ο Παύλος λέγει: «Σοφίαν δε λαλούμεν εν τοις τελείοις, σοφίαν δε ου του αιώνος τούτου ουδέ των αρχόντων του αιώνος τούτου» (Α΄ Κορινθίους 2, 6). Έκαστος όμως εξ αυτών (των Γνωστικών) υπό σοφίαν νοεί την σοφίαν του ιδικού του συστήματος, εις τρόπον ώστε, κατ' αυτούς, η σοφία να προέρχεται άλλοτε μεν εκ του Βαλεντίνου, άλλοτε δε εκ του Μαρκίωνος και άλλοτε εκ του Κηρίνθου»392

Το γεγονός τούτο εν συνδυασμώ προς την ελευθέραν κυκλοφορίαν ψευδών και νόθων γραφών εδημιούργει σύγχυσιν και ασάφειαν, απέφαινε δε την προσφυγήν εις τας Αγίας Γραφάς υπόθεσιν αβεβαίαν. «Ergo non ad scripturas provocandum est — έγραφεν ο Τερτυλλιανός περί το 200 — nec in his constituendum certamen, in quibus aut nulla aut incerta νictoria est»393 Το ζήτημα έπρεπεν επειγόντως να διευθετηθή. Έπρεπε, δηλαδή, η Εκκλησία αφ' ενός μεν να ορίση ποία βιβλία εκ των κυκλοφορούντων εις τους κόλπους της ή σαν γραφαί αποστολικαί και κατά συνέπειαν γνήσιοι και αυθεντικαί, και βάσει ποίου κριτηρίου έπρεπε να γίνεται η ερμηνεία αυτών.

Η Εκκλησία δεν είχε δυσκολίας σχετικώς. Όπως εν τω καθορισμώ της γνησίας αποστολικής παραδόσεως της διεκδικουμένης υπό των αιρετικών εχρησιμοποίησε τον Κανόνα της αληθείας, τοιουτοτρόπως και τώρα προς καθορισμόν της κανονικότητος των βιβλίων της Κ. Διαθήκης και της αυθεντικής εξηγήσεως αυτών, ως ύψιστον κριτήριον εχρησιμοποίησε την αυτήν αποστολικήν παράδοσιν αυτής («solius traditionis titulo»)394

 

Τρεις βασικαί αρχαί ελαμβάνοντο συνήθως προς καθορισμόν των ανωτέρω:

α) Η αποστολικότης των βιβλίων τούτων. Ταύτην διησφάλιζεν η μαρτυρία των παλαιοτέρων, δηλαδή η αποστολική παράδοσις, η οποία διετηρείτο αναλλοίωτος εν τη Εκκλησία.

β) H απ' αρχής χρησιμοποίησις των βιβλίων της Κ. Διαθήκης δια σκοπούς λατρευτικούς (ανάγνωσις και ερμηνεία αυτών)395 και μάλιστα εν ισοτιμία προς τα βιβλία της Παλαιάς. Και

γ) εις όσας περιπτώσεις ο συγγραφεύς ενός βιβλίου ήτο άγνωστος, ως κριτήριον κανονικότητος ελαμβάνετο το περιεχόμενον αυτού. Έπρεπε δηλαδή τα βιβλίον τούτο, αφ' ενός μεν να μη περιέχει διδασκαλίας αντιθέτους προς την αποστολικήν παράδοσιν, αφ' ετέρου δε η διδασκαλία του να είναι κατά πάντα σύμφωνος προς το κήρυγμα των Αποστόλων, να έχει δηλαδή την «πνευματικήν χάριν».396

Επαναλαμβάνομεν: προς διακρίβωσιν και καθορισμόν της γνησιότητες των βιβλίων της Κ. Διαθήκης ως μέτρον κρίσεως εχρησίμευεν η αποστολική παράδοσις, ήτοι ο Κανών της αληθείας. Ούτω μεταξύ Κανόνος αληθείας (Regula verítatis) και Αγίας Γραφής εδημιουργήθη μία αμοιβαία οργανική σχέσις αλληλοκαθορισμού και αλληλεκτιμήσεως. Περί της αληθείας του Κανόνος εμαρτύρει η Γραφή, περί δε της κανονικότητος της Γραφής απεφαίνετο ο Κανών. Αμφότερα τα μεγέθη ταύτα απετέλουν ισοκύρους πηγάς της αποστολικής παραδόσεως. Ως προερχόμενα εκ της γραφίδος των Αποστόλων ή μαρτυρούντα περί της γνησίας διδασκαλίας αυτών, τα βιβλία της Κ. Διαθήκης εθεωρούνταν Θεόπνευστα.397

Δια του Κανόνος της Κ. Διαθήκης η Εκκλησία αντιμετώπισεν επιτυχώς τον Γνωστικισμόν. Η αυθεντική Γραφή ανυψώθη ως τείχος συμπαγές και ανυπέρβλητον εις τας γνωστικάς αυθαιρεσίας και παραποιήσεις της πίστεως. Μόνον εν ταις γνησίαις Γραφαίς υπάρχει η πραγματική αλήθεια, και μόνον επί τη βάσει της αποστολικής παραδόσεως αι Γραφαί αυταί είναι δυνατόν να ερμηνευθούν δεόντως και απλανώς. Επομένως οι Γνωστικοί, είτε έχοντες νόθους και ψευδεπιγράφους γραφάς είτε τας γνησίας παρεξηγούντες, περιήρχοντο αυτομάτως εκτός της Εκκλησίας, μεταπίπτοντες εις την κακοδοξίαν και την πλάνην.

Ο καθορισμός της κανονικότητος των βιβλίων της Κ. Διαθήκης δεν έγινε δια της συλλογής αυτών, αλλά δια της διακρίσεως τούτων εκ των πολλών γραφών, αι οποίαι εκυκλοφόρουν τότε εν τη Εκκλησία, μερικοί των οποίων είχον αξιώσεις αποστολικότητος. Ο καθορισμός των βιβλίων της Κ. Διαθήκης ως γραφών κανονικών επεσπεύθη, ως είδομεν, υπό των Γνωστικών ερεθισμάτων και διενεργήθη επί τη βάσει του Κανόνος της αληθείας.

Η γνώμη ότι γενεσιουργός αιτία της συγκροτήσεως του Κανόνος της Κ. Διαθήκης υπήρξεν ο Γνωστικισμός ασφαλώς δεν είναι ορθή. Η συγκρότησις του Κανόνος θα εγίνετο και άνευ των ερεθισμάτων της αιρέσεως, ομαλώς και φυσιολογικώς εν τη Εκκλησία. Ο Γνωστικισμός απλώς επέσπευσε την όλην διαδικασίαν.

Ο απαρτισμός του Κανόνος της Κ. Διαθήκης είχε κυμαινομένην ιστορικήν ανέλιξιν. Πότε ακριβώς ήρχισε και πότε επραγματοποιήθη η οριστική συγκρότησις αυτού (τα 27 βιβλία της Κ. Διαθήκης) δεν είναι δυνατόν μετ' ακριβείας να καθορισθή.398 Ούτε όλα τα βιβλία παρελήφθησαν εξ αρχής εις τον Κανόνα, ούτε τα αυτά εγένοντο αποδεκτά ομοιομόρφως εις τας επί μέρους Εκκλησίας. Αλλά και άλλα, περιληφθέντα εν αρχή εις τον Κανόνα, τελικώς απεκλείσθησαν αυτού.

Η οριστική συγκρότησις του Κανόνος δύναται μεν να έχη γενικώς σημασίαν ιστορικήν, όχι όμως και ιστορικοδογματικήν. Την ιστορίαν των δογμάτων ενδιαφέρει κυρίως η ανάγκη συγκροτήσεως του Κανόνος, δια του οποίου απεσκοπείτο αφ' ενός μεν ο καθορισμός των γνησίων βιβλίων της Κ. Διαθήκης, αφ' ετέρου δε η τελεσφόρος καταπολέμησις των αιρέσεων.

 

 

Σημειώσεις


385. Ειρην., C. H. III, 1. 1.

386. Τερτυλ., Adv. Marc. 4, 2. PL 2, 363.

387. Βλέπε Βασ. Ιωαννίδου, μν. έργ., σελ. 482 εξ.

388. Ειρην., C. H. I, 20, 1. Β.Ε.Π. 5, 136.

389. Απόκρυφα Ευαγγέλια, Απόκρυφοι Πράξεις, Απόκρυφοι Επιστολαί και Αποκαλύψεις (Βλέπε Βασ. Ιωαννίδου, μν. έργ., σελ. 488 εξ.).

390. Βασ. Στεφανίδου, Εκκλησιαστική Ιστορία, δεύτ. έκδοσις Αθήναι 1959, σελ. 74 και εξής.

391. Ο νομομαθής Τερτυλλιανός εξανίσταται εναντίον της υπό των Γνωστικών χρήσεως ή μάλλον παραχρήσεως των Γραφών. Εν αγανακτήσει τους ερωτά: Ποιοι είσθε σεις, πότε και από πού έρχεσθε, τι οδηγεί υμάς οι οποίοι δεν ανήκετε εις εμέ, εις το ιδικόν μου έδαφος; Αύτη (αι Γραφαί) είναι ιδιοκτησία ιδική μου. Απ' αρχής ευρίσκεται υπό την κατοχήν μου, έχω ασφαλείς τίτλους ιδιοκτησίας από μέρους των πρωτουργών της, εις τους οποίους και ανήκει, είμαι ο κληρονόμος των Αποστόλων (De praesck 37). Κατά τον Τερτυλλιανόν οι Γνωστικοί ματαιοπονούν εν τη ευρέσει της αληθείας διότι χτυπούν θύραν, όπισθεν της οποίας ουδείς κατοικεί (De praescr. 11. PL 2. 25), καταγινόμενοι διαρκώς με προβλήματα της εθνικής θρησκείας: «Viderint qul Stoicum et Platonicum et dialecticum christianismum protulerunt. Nobis curiositate opus non est post Christum Jesum nec inquisitione post evangelium. Cum credimus, nihil, desidaramus ultra credere. Hoc enim prius credimus, non esse quod ultra credere debeamua» (αυτ. 7. PL 2. 20-21). Η πίστις επομένως και όχι η περιέργεια υπόκειται ως βάσις εις την ανεύρεσιν της αληθείας

392. C. H. III, 2, 1.

393. De praeccr. 19. PL 2, 31.

394. Τερτυλλ., De cor. 3. PL 2, 79.

395. Ιουστ., απολ . Α, 67, 3. Β.Ε.Π. 3, 198.

396. Β. Ιωαννίδου, μν. έργ., σελ. 492.

397. Περί θεοπνευστίας της Γραφής κάμνουν λόγον κυρίως οι απολογηταί. Κατά τον Ιουστίνον το Πνεύμα τα Άγιον εξ ουρανού κατιόν, χρησιμοποιεί τον ιερόν συγγραφέα ως πλήκτρον (δίκην κιθάρας ή λύρας), δια να φανερώσει την θείαν αλήθειαν, η οποία ως εκ τού Πνεύματος προερχομένη είναι πανταχού η αυτή (Λόγ. Παραιν. Προς Έλληνας 8. Β.Ε.Π. 4, 20). Και κατά τον Αθηναγόραν ομοίως οι ιεροί της Βίβλου συγγραφείς (οι Προφήται) «πνεύματι ενθέω εκπεφωνήκασι και περί του Θεού και περί των τού Θεού» (Πρεσβ. περί Χριστ. 7, Β.Ε.Π. 4, 2Β8). Τέλος και κατά τον Θεόφιλον Αντιοχείας οι άνθρωποι του Θεού «πνευματοφόροι Πνεύματος Αγίου και Προφήται γενόμενοι, υπ' αυτού του Θεού εμπνευσθέντες και σοφιαθέντες εγένοντο θεοδίδακτοι και όσιοι και δίκαιοι. Διό και κατηξιώθησαν την αντιμισθίαν ταύτην λαβείν, όργανα Θεού γενόμενοι και χωρήσαντες σοφίαν την παρ' αυτού, δι' ής σοφίας είπον και τα περί της κτίσεως του κόσμου και των λοιπών απάντων» (Προς Αυτόλ. Β΄., 9. Β.Ε.Π. 5, 27).

398. Εν τη Ανατολή ο Κανών φαίνεται να έκλεισε κατά τα τέλη της Α΄ εκατονταετηρίδος. Ήτοι από του Μ. Αθανασίου, ο οποίος δια του αναμφισβητήτου κύρους του έθεσε τέρμα εις τας μέχρι της εποχής του επικρατούσας αμφιταλαντεύσεις περί του Κανόνος, καταγράψας εν τη 39η εορταστική επιστολή αυτού (387) ως κανονικά και θεόπνευστα όλα τα βιβλία (27) της Κ. Διαθήκης. Εν τη Δύσει σχεδόν πλήρης συγκρότησις του Κανόνος φέρεται εν τη επιστολή του Πάπα Ιννοκεντίου του Α' προς τον Επίσκοπον Τουλούζης Exuperium item Novi Testamenti avangellorum llbri quatuor, Pauli apostoll aplstolae quatordacim, epistoise Johannis tras, apistolaa Petri duaa, apistola Judaa, apístole Jacobi, actus apostolorum, apocalypsis Joannis»). Εκ του Κανόνος ελλείπει η προς Εβραίους επιστολή, διότι εξηκολούθουν εισέτι αι περί γνησιότητας αυτής αμφιβολίαι. Τέρμα εις τας αμφιβολίας αυτάς έθεσεν η εν Ιππώνι της Αφρικής Σύνοδος (393), όπου παρευρίσκετο ο Ιερός Αυγουστίνος η οποία περιέλαβεν όλα τα βιβλία (27) της Κ. Διαθήκης εν τω Κανόνι. Την απόφασιν της Συνόδου επεκύρωσαν εν συνεχεία αι δύο Σύνοδοι εν Καρθαγένη (397, 418). Τας αποφάσεις και των τριών Συνόδων επεκύρωσε, τέλος, η Πενθέκτη Οικουμ. Σύνοδος (891). Περί της ιστορικής εξελίξεως του Κανόνος λεπτομερείας βλέπε: Β. Ιωαννίδου, μν. έργ. σελ. 496 και εξής.

 

Μετάφραση στη Δημοτική

2. Ο Κανόνας της Κ. Διαθήκης

Η δεύτερη κανονιστική αρχή της θείας αλήθειας υπήρξε ο Κανόνας της Καινής Διαθήκης (το Fundamendum Fidei Evangelicum Instrumentum). Με τον όρο Κανόνα πρέπει να ενοήσουμε τη συλλογή εκείνων των Ιερών Γραφών, οι οποίες θεωρούνταν από την Εκκλησία ότι έχουν αποστολική προέλευση (ήταν δηλαδή έργα των Αποστόλων ή των συνεργατών τους), ήταν θεόπνευστες (γράφτηκαν με την έμπνευση του Θεού, του Αγίου Πνεύματος) και ήταν στο ίδιο μέτρο αυθεντικές όπως και τα Ιερά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης.

Τα βιβλία της Καινής Διαθήκης ήταν από την αρχή γνωστά στην Εκκλησία, αφού προήλθαν από ειδικές ανάγκες του κατηχητικού έργου των Αποστόλων. Καθώς δηλαδή το κήρυγμα της πίστης εξαπλωνόταν ραγδαία και πολλαπλασιάζονταν αντίστοιχα οι Χριστιανικές κοινότητες, οι Απόστολοι δεν είχαν τη δυνατότητα να επισκέπτονται προσωπικά όλες τις κατά τόπους Εκκλησίες που ίδρυαν. Έτσι, είτε για να επιλύσουν διάφορα ζητήματα που προέκυπταν, είτε για να συμπληρώσουν ή να υπενθυμίσουν το προφορικό τους κήρυγμα, είτε πάλι για να παρουσιάσουν τη ζωή και το έργο του Κυρίου, έγραφαν Ευαγγέλια ή Επιστολές, τις οποίες απηύθυναν στις Εκκλησίες ή και σε μεμονωμένα πρόσωπα. Αυτά τα έργα, λόγω της αποστολικής τους προέλευσης, θεωρούνταν αυθεντικές και ρυθμιστικές πηγές του Χριστιανικού ήθους και της πίστης και διαβάζονταν στις λατρευτικές συνάξεις της αρχαίας Εκκλησίας.

Ο καθορισμός των βιβλίων της Καινής Διαθήκης ως κανονιστικής αρχής της Χριστιανικής πίστης, κρίθηκε απαραίτητος από ιστορικές ανάγκες, και ιδιαίτερα από την εμφάνιση των αιρέσεων και την ανάγκη της Εκκλησίας να καταπολεμήσει τις ανατρεπτικές για την πίστη θεωρίες. Οι ίδιοι δηλαδή λόγοι επικράτησαν εδώ, όπως και στον καθορισμό του Κανόνα της αλήθειας.

Οι αιρετικοί, για να στηρίξουν τις πλανεμένες δοξασίες τους, είτε χρησιμοποιούσαν δικές τους γραφές που θεωρούσαν αυθεντικές, είτε ερμήνευαν τις Γραφές της Εκκλησίας σύμφωνα με το δικό τους πνεύμα και τις δικές τους προκαταλήψεις. Ο Μαρκίωνας, όπως είναι γνωστό, είχε διαμορφώσει δικό του κανόνα της Καινής Διαθήκης. Απορρίπτοντας εντελώς την Παλαιά Διαθήκη (την θεωρούσε έργο κατώτερου δημιουργού Θεού), δεχόταν μόνο λίγα βιβλία της Καινής: το Ευαγγέλιο, δηλαδή το κατά Λουκάν, αλλοιωμένο όμως, και το Αποστολικόν, δηλαδή δέκα επιστολές του Αποστόλου Παύλου, τις οποίες είχε διασκευάσει κατά την κρίση του. Τις ποιμαντορικές επιστολές και την προς Εβραίους τις απέρριπτε, ενώ όσα δεχόταν, τα ερμήνευε κατά τον δικό του τρόπο.

Παράλληλα, στην αρχαία Εκκλησία κυκλοφορούσαν ελεύθερα πολλές απόκρυφες και νόθες γραφές («αμύθητο πλήθος αποκρύφων και νόθων γραφών» κατά τον Ειρηναίο). Άλλες από αυτές αποσκοπούσαν στο να καλύψουν κενά που υπήρχαν στα κανονικά βιβλία της Καινής Διαθήκης σε σχέση με τη ζωή και τη διδασκαλία του Κυρίου και των Αποστόλων. Άλλες πάλι ήταν ψευδεπίγραφα έργα αιρετικών, που παρουσιάζονταν με το όνομα των Αποστόλων, κυρίως για προσηλυτιστικούς σκοπούς.

Επιπλέον, στην Εκκλησία υπήρχαν και άλλα εποικοδομητικά βιβλία, έργα κυρίως αποστολικών ανδρών (Κλήμεντος Ρώμης, Ερμά, Διδαχή κ.ά.), τα οποία έχαιραν μεγάλης εκτίμησης και χρησιμοποιούνταν παράλληλα με τα βιβλία της Καινής Διαθήκης στη λατρεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Το πλήθος των βιβλίων που κυκλοφορούσαν ελεύθερα στις Χριστιανικές Κοινότητες προκαλούσε σύγχυση στην Εκκλησία. Ιδίως η χρήση νόθων γραφών από τους αιρετικούς και η παρερμηνεία των γνήσιων δημιουργούσε κίνδυνο παραπλάνησης των απληροφόρητων. Όπως η ανάγκη να αντικρουστούν οι Γνωστικοί, που προσέφευγαν σε απόκρυφες αποστολικές παραδόσεις, ώθησε την Εκκλησία να καθορίσει τον Κανόνα της πίστεως (δηλαδή την διδασκαλία τών κατηχουμένων) ως αυθεντικό γνώμονα της αποστολικής της παράδοσης, έτσι και τώρα η παρουσία των ψευδών γραφών και η παρερμηνεία των γνήσιων ώθησε την Εκκλησία να καθορίσει τις δικές της αποστολικές γραφές ως ταμείο και γνώμονα της γνήσιας αποστολικής της παράδοσης.

Τέθηκε η εξής αρχή: Ό,τι περιεχόταν στις γραφές αυτές ήταν γνήσιο και αυθεντικό, ενώ ό,τι δεν περιεχόταν ή ερχόταν σε διαφωνία και αντίθεση με αυτές, ήταν ψευδές και νόθο. Με τον τρόπο αυτό οι Άγιες Γραφές ανακηρύσσονταν ως αυθεντικές αρχές διάγνωσης και ελέγχου της αλήθειας, και υψώνονταν ως προστατευτικό τείχος της Εκκλησίας απέναντι στην επιβολή και στις ποικίλες καταχρήσεις των αιρέσεων. Οι Γραφές, επειδή δημιουργήθηκαν μέσα στην Εκκλησία, θεωρούνταν πνευματική ιδιοκτησία της, ενώ αντίθετα οι αιρετικοί, ως ξένοι προς την Εκκλησία, δεν είχαν κανένα δικαίωμα πάνω τους.

Η χρήση όμως των Αγίων Γραφών για την καταπολέμηση των αιρέσεων δεν ήταν εύκολο και αποδοτικό έργο. Τη δυσκολία δημιουργούσε κυρίως η ερμηνεία των Γραφών. Και οι Γνωστικοί ερμήνευαν τις Άγιες Γραφές, αλλά με ιδιαίτερο τρόπο. Κυρίως τις ερμήνευαν αλληγορικά. Η αλληγορική όμως ερμηνεία έδινε έδαφος σε ελεύθερη εξήγηση τών βιβλίων τής Αγίας Γραφής, που στο μεγαλύτερο μέρος της ήταν αυθαίρετη και φανταστική.

Επιπλέον οι Γνωστικοί, όποτε πολεμούνταν με βάση τις Άγιες Γραφές, για να δικαιώσουν τους εαυτούς τους, τις κατηγορούσαν με πολλούς τρόπους. Χαρακτηριστικά είναι όσα λέει σχετικά ο Ειρηναίος: «Όταν κανείς προσπαθήσει να αναιρέσει τους αιρετικούς με τις Γραφές, τότε αυτοί κατηγορούν τις Γραφές ότι δήθεν δεν είναι αξιόπιστες, ότι δεν έχουν καμία αυθεντία, ότι μπορούν να νοηθούν με πολλούς τρόπους, και ότι από αυτές έχουν τη δυνατότητα να βρουν την αλήθεια μόνο όσοι κατανοούν την παράδοση. Κατά τους Γνωστικούς αυτή (η παράδοση) δεν έχει καταγραφεί, αλλά έχει παραδοθεί προφορικά, και γι’ αυτό ο Παύλος λέει: «Σοφίαν δε λαλούμεν εν τοις τελείοις, σοφίαν δε ου του αιώνος τούτου ουδέ των αρχόντων του αιώνος τούτου» (Α΄ Κορινθίους 2, 6). Ο καθένας όμως από αυτούς (τους Γνωστικούς) με τον όρο σοφία εννοεί τη σοφία του δικού του συστήματος, έτσι ώστε, κατά αυτούς, η σοφία να προέρχεται άλλοτε από τον Βαλεντίνο, άλλοτε από τον Μαρκίωνα και άλλοτε από τον Κήρινθο».

Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την ελεύθερη κυκλοφορία ψευδών και νόθων γραφών, δημιουργούσε σύγχυση και ασάφεια, και καθιστούσε την προσφυγή στις Άγιες Γραφές υπόθεση αβέβαιη. «Ergo non ad scripturas provocandum est — έγραφε ο Τερτυλλιανός γύρω στο 200 — nec in his constituendum certamen, in quibus aut nulla aut incerta victoria est». (Δηλαδή: «Άρα, δεν πρέπει να καταφεύγουμε στις Γραφές ούτε να στήνουμε εκεί τον αγώνα, όπου η νίκη είναι είτε ανύπαρκτη είτε αβέβαιη.») Το ζήτημα έπρεπε επειγόντως να διευθετηθεί. Έπρεπε, δηλαδή, η Εκκλησία αφενός να ορίσει ποια βιβλία από αυτά που κυκλοφορούσαν στους κόλπους της είναι αποστολικά και συνεπώς γνήσια και αυθεντικά, και βάσει ποιου κριτηρίου έπρεπε να γίνεται η ερμηνεία τους.

Η Εκκλησία δεν είχε δυσκολίες σχετικά με αυτό. Όπως κατά τον καθορισμό της γνήσιας αποστολικής παραδόσεως, την οποία διεκδικούσαν οι αιρετικοί, χρησιμοποίησε τον Κανόνα της αλήθειας, έτσι και τώρα, για τον καθορισμό της κανονικότητας των βιβλίων της Καινής Διαθήκης και της αυθεντικής ερμηνείας τους, ως ύψιστο κριτήριο χρησιμοποίησε την ίδια την αποστολική παράδοσή της («solius traditionis titulo» = «μόνο στο όνομα της παράδοσης»).

Τρεις βασικές αρχές λαμβάνονταν συνήθως για τον καθορισμό των παραπάνω:

α) Η αποστολικότητα των βιβλίων αυτών. Αυτή εξασφαλιζόταν από τη μαρτυρία των παλαιότερων, δηλαδή από την αποστολική παράδοση, η οποία διατηρείτο αναλλοίωτη μέσα στην Εκκλησία.

β) Η χρήση των βιβλίων της Καινής Διαθήκης από την αρχή για λατρευτικούς σκοπούς (ανάγνωση και ερμηνεία τους), και μάλιστα σε ισοτιμία με τα βιβλία της Παλαιάς. Και

γ) Σε όσες περιπτώσεις ο συγγραφέας ενός βιβλίου ήταν άγνωστος, ως κριτήριο κανονικότητας λαμβανόταν το περιεχόμενό του. Δηλαδή το βιβλίο αυτό έπρεπε αφενός να μη περιέχει διδασκαλίες αντίθετες προς την αποστολική παράδοση, και αφετέρου η διδασκαλία του να είναι απολύτως σύμφωνη με το κήρυγμα των Αποστόλων, να έχει δηλαδή την «πνευματική χάρη».

Επαναλαμβάνουμε: για τη διάκριση και τον καθορισμό της γνησιότητας των βιβλίων της Καινής Διαθήκης, ως μέτρο κρίσης χρησίμευε η αποστολική παράδοση, δηλαδή ο Κανόνας της αλήθειας. Έτσι μεταξύ Κανόνα της αλήθειας (Regula veritatis) και Αγίας Γραφής δημιουργήθηκε μια αμοιβαία οργανική σχέση αλληλοκαθορισμού και αλληλοεκτίμησης. Για την αλήθεια του Κανόνα μαρτυρούσε η Γραφή, και για την κανονικότητα της Γραφής αποφαινόταν ο Κανόνας. Και τα δύο αυτά στοιχεία αποτελούσαν ισόκυρες πηγές της αποστολικής παραδόσεως. Επειδή προέρχονταν από την γραφίδα των Αποστόλων ή ως μαρτυρούντα για τη γνήσια διδασκαλία τους, τα βιβλία της Καινής Διαθήκης θεωρούνταν θεόπνευστα.

Με τον Κανόνα της Καινής Διαθήκης η Εκκλησία αντιμετώπισε επιτυχώς τον Γνωστικισμό. Η αυθεντική Γραφή υψώθηκε ως συμπαγές και ανυπέρβλητο τείχος στις γνωστικές αυθαιρεσίες και παραποιήσεις της πίστεως. Μόνο στις γνήσιες Γραφές υπάρχει η πραγματική αλήθεια, και μόνο με βάση την αποστολική παράδοση οι Γραφές αυτές μπορούν να ερμηνευτούν ορθά και απλανώς. Επομένως οι Γνωστικοί, είτε είχαν νόθες και ψευδεπίγραφες γραφές είτε παρανοούσαν τις γνήσιες, βρισκόντουσαν αυτόματα εκτός της Εκκλησίας, περιπίπτοντας στην κακοδοξία και την πλάνη.

Ο καθορισμός της κανονικότητας των βιβλίων της Καινής Διαθήκης δεν έγινε με τη συλλογή τους, αλλά με τη διάκρισή τους από τις πολλές γραφές που κυκλοφορούσαν τότε στην Εκκλησία, μερικές από τις οποίες διεκδικούσαν αποστολικότητα. Ο καθορισμός των βιβλίων της Καινής Διαθήκης ως κανονικών επιταχύνθηκε, όπως είδαμε, από τα ερεθίσματα των Γνωστικών και πραγματοποιήθηκε με βάση τον Κανόνα της αλήθειας.

Η γνώμη ότι γενεσιουργός αιτία της συγκρότησης του Κανόνα της Καινής Διαθήκης υπήρξε ο Γνωστικισμός ασφαλώς δεν είναι ορθή. Η συγκρότηση του Κανόνα θα γινόταν και χωρίς τα ερεθίσματα της αιρέσεως, ομαλά και φυσιολογικά μέσα στην Εκκλησία. Ο Γνωστικισμός απλώς επιτάχυνε όλη τη διαδικασία.

Η συγκρότηση του Κανόνα της Καινής Διαθήκης είχε μεταβαλλόμενη ιστορική εξέλιξη. Πότε ακριβώς άρχισε και πότε πραγματοποιήθηκε η οριστική συγκρότησή του (τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης) δεν είναι δυνατόν να καθοριστεί με ακρίβεια. Ούτε όλα τα βιβλία περιλήφθηκαν από την αρχή στον Κανόνα, ούτε έγιναν αποδεκτά ομοιόμορφα σε όλες τις επιμέρους Εκκλησίες. Αλλά και άλλα, που είχαν περιληφθεί αρχικά στον Κανόνα, τελικά αποκλείστηκαν.

Η οριστική συγκρότηση του Κανόνα μπορεί μεν να έχει γενικά ιστορική σημασία, όχι όμως και δογματική-ιστορική. Αυτό που ενδιαφέρει την ιστορία των δογμάτων είναι κυρίως η ανάγκη συγκρότησης του Κανόνα, με τον οποίο επιδιωκόταν αφενός ο καθορισμός των γνησίων βιβλίων της Καινής Διαθήκης, και αφετέρου η αποτελεσματική καταπολέμηση των αιρέσεων.

 

Σημειώσεις


385. Ειρηναίος, Κατά Αιρέσεων Γ΄, 1, 1.

386. Τερτυλλιανός, Κατά Μαρκίωνα 4, 2. PL 2, 363.

387. Βλ. Βασ. Ιωαννίδου, ό.π., σελ. 482 κ.ε.

388. Ειρηναίος, Κατά Αιρέσεων Α΄, 20, 1. Β.Ε.Π. 5, 136.

389. Απόκρυφα Ευαγγέλια, Απόκρυφες Πράξεις, Απόκρυφες Επιστολές και Αποκαλύψεις (βλ. Βασ. Ιωαννίδου, ό.π., σελ. 488 κ.ε.).

390. Βασ. Στεφανίδης, Εκκλησιαστική Ιστορία, 2η έκδ., Αθήνα 1959, σελ. 74 κ.ε.

391. Ο νομομαθής Τερτυλλιανός ξεσηκώνεται εναντίον της χρήσης ή μάλλον κατάχρησης των Γραφών από τους Γνωστικούς. Με αγανάκτηση τους ρωτά: «Ποιοι είστε εσείς, πότε και από πού έρχεστε, τι σας οδηγεί – εσάς που δεν ανήκετε σε μένα – να πατάτε στο δικό μου έδαφος; Αυτές (οι Γραφές) είναι δική μου ιδιοκτησία. Από την αρχή βρίσκονται στην κατοχή μου, έχω ασφαλή τίτλο ιδιοκτησίας από τους ίδιους τους πρωτουργούς τους, στους οποίους και ανήκουν· είμαι ο κληρονόμος των Αποστόλων» (De praescr. 37). Κατά τον Τερτυλλιανό, οι Γνωστικοί μάταια κοπιάζουν να βρουν την αλήθεια, γιατί χτυπούν σε πόρτα πίσω από την οποία δεν κατοικεί κανείς (De praescr. 11, PL 2, 25), ασχολούμενοι διαρκώς με ζητήματα της εθνικής θρησκείας: «Ας τα βρουν όσοι παρουσίασαν έναν Χριστιανισμό στωικό, πλατωνικό και διαλεκτικό. Εμείς δεν έχουμε ανάγκη από περιέργεια μετά τον Χριστό Ιησού ούτε από έρευνα μετά το Ευαγγέλιο. Όταν πιστεύουμε, δεν επιθυμούμε να πιστέψουμε κάτι παραπάνω. Γιατί πρώτα απ’ όλα πιστεύουμε ότι δεν υπάρχει κάτι παραπάνω που να πρέπει να πιστέψουμε» (αυτόθι 7, PL 2, 20-21). Η πίστη, λοιπόν, και όχι η περιέργεια, είναι η βάση για την εύρεση της αλήθειας.

392. Κατά Αιρέσεων Γ΄, 2, 1.

393. De praescr. 19. PL 2, 31.

394. Τερτυλλιανός, Περί στεφάνου 3. PL 2, 79.

395. Ιουστίνος, Α΄ Απολογία 67, 3. Β.Ε.Π. 3, 198.

396. Βλ. Βασ. Ιωαννίδου, ό.π., σελ. 492.

397. Για τη θεοπνευστία της Γραφής μιλούν κυρίως οι Απολογητές. Κατά τον Ιουστίνο, το Άγιο Πνεύμα που κατεβαίνει από τον ουρανό χρησιμοποιεί τον ιερό συγγραφέα σαν πλήκτρο (όπως η κιθάρα ή η λύρα), για να φανερώσει τη θεία αλήθεια, η οποία, επειδή προέρχεται από το Πνεύμα, είναι παντού η ίδια (Λόγος Παραινετικός προς Έλληνες 8, Β.Ε.Π. 4, 20). Και κατά τον Αθηναγόρα, οι ιεροί συγγραφείς της Βίβλου (οι Προφήτες) «με ενθουσιασμένο πνεύμα μίλησαν και για τον Θεό και για τα του Θεού» (Πρεσβεία περί Χριστιανών 7, Β.Ε.Π. 4, 288). Τέλος, και κατά τον Θεόφιλο Αντιοχείας, οι άνθρωποι του Θεού «φέροντας το Άγιο Πνεύμα και γινόμενοι Προφήτες, εμπνευσμένοι και σοφισμένοι από τον ίδιο τον Θεό, έγιναν θεοδίδακτοι, όσιοι και δίκαιοι. Γι’ αυτό και αξιώθηκαν να πάρουν αυτή την ανταμοιβή, να γίνουν όργανα του Θεού και να δεχτούν τη σοφία που δόθηκε από Αυτόν, με την οποία μίλησαν και για τη δημιουργία του κόσμου και για όλα τα υπόλοιπα» (Προς Αυτόλυκον Β΄, 9, Β.Ε.Π. 5, 27).

398. Στην Ανατολή ο Κανόνας φαίνεται ότι έκλεισε προς τα τέλη του 4ου αιώνα, δηλαδή από τον Μ. Αθανάσιο, ο οποίος με το αναμφισβήτητο κύρος του έβαλε τέλος στις μέχρι τότε αμφιταλαντεύσεις σχετικά με τον Κανόνα, καταγράφοντας στην 39η εορταστική επιστολή του (387) ως κανονικά και θεόπνευστα όλα τα βιβλία (27) της Καινής Διαθήκης. Στη Δύση η σχεδόν πλήρης συγκρότηση του Κανόνα φαίνεται στην επιστολή του Πάπα Ιννοκεντίου Α΄ προς τον Επίσκοπο Τουλούζης Εξούπεριο («item Novi Testamenti avangellorum libri quatuor, Pauli apostoli epistolae quatuordecim, epistolae Johannis tres, epistolae Petri duae, epistola Judae, epistola Jacobi, actus apostolorum, apocalypsis Joannis». Δηλαδή: «Επίσης, από την Καινή Διαθήκη: τα τέσσερα Ευαγγέλια, οι δεκατέσσερις επιστολές του Αποστόλου Παύλου, οι τρεις επιστολές του Ιωάννη, οι δύο επιστολές του Πέτρου, η επιστολή του Ιούδα, η επιστολή του Ιακώβου, οι Πράξεις των Αποστόλων, η Αποκάλυψη του Ιωάννη.»). Από τον Κανόνα λείπει η επιστολή προς Εβραίους, επειδή υπήρχαν ακόμα αμφιβολίες για τη γνησιότητά της. Τέλος στις αμφιβολίες αυτές έβαλε η Σύνοδος της Ιππώνος στην Αφρική (393), όπου παρευρέθηκε και ο Ιερός Αυγουστίνος και η οποία περιέλαβε όλα τα βιβλία (27) της Καινής Διαθήκης στον Κανόνα. Την απόφαση της Συνόδου επικύρωσαν στη συνέχεια δύο Σύνοδοι στην Καρχηδόνα (397, 418). Τις αποφάσεις και των τριών Συνόδων επικύρωσε, τέλος, η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος (691). Για την ιστορική εξέλιξη του Κανόνα βλ. Βασ. Ιωαννίδου, ό.π., σελ. 496 κ.ε.

Σχετικό άρθρο: Έννοια τής Θεοπνευστίας και πηγές κανονικότητας τής Αγίας Γραφής


Προηγούμενο // Περιεχόμενα // Επόμενο


Δημιουργία αρχείου: 26-2-2018.

Τελευταία μορφοποίηση: 17-12-2025.

ΕΠΑΝΩ