Η κτίση εκ του μηδενός, η αρχή και το τέλος της * Η δημιουργία τών θηρίων από τον Θεό είναι καλή και προνοητική και όχι κακή * Άναρχα έργα τού Θεού * Η σπερματική δύναμη τού Θεού πίσω από τη φυσική ακολουθία τής δημιουργίας * Ο Θεός πηγή κάθε καλού, ομορφιάς και όντος και η ταύτιση καλού και "κάλλους" * Καλός και κακός θεός * Φθορά και εντροπία. Πορεία κατάργησης τού κακού ως έλλειψης καλού * Κακό είναι η στέρηση τών φυσικών ιδιωμάτων που προνόησε ο Θεός
|
Περί Θείων Ονομάτων Το κακό είναι "μη ον" και αναλογική "έλλειψη καλού" Τα πάντα μετέχουν στο καλό έστω και με ελλείψεις Διονυσίου τού Αρεοπαγίτου
Πηγή αρχαίου κειμένου σε πολυτονικό πριν τη μετατροπή του: https://churchgoc.org "Περί αγαθού, φωτός, καλού, έρωτος, εκστάσεως, ζήλου, και ότι το κακόν ούτε εξ όντος, ούτε εν τοις ούσιν", κεφάλαιο 4ο: 18-20. |

| Κείμενο | Μετάφραση |
|
18. Καίτοι φαίη τις: "Ει πάσίν εστι το καλόν και αγαθόν εραστόν και εφετόν και αγαπητόν, εφίεται γαρ αυτού και το μη ον, ως είρηται, και φιλονεικεί πως εν αυτώ είναι, και αυτό εστι το ειδοποιόν και τών ανειδέων, και επ αυτού και το μη ον υπερουσίως λέγεται και έστι, πώς η δαιμονία πληθύς ουκ εφίεται τού καλού και αγαθού, πρόσυλος δε ούσα και τής αγγελικής περί την έφεσιν ταγαθού ταυτότητος αποπεπτωκυία κακών απάντων αιτία και εαυτή και τοις άλλοις, όσα κακύνεσθαι λέγεται; Πώς δε όλως εκ ταγαθού παραχθέν το δαιμόνιον φύλον ουκ έστιν αγαθοειδές ή πώς αγαθόν εκ ταγαθού γεγονός ηλλοιώθη; Και τι το κακύναν αυτό και όλως τι το κακόν εστι, και εκ τίνος αρχής υπέστη, και εν τίνι τών όντων έστιν; Και πώς ο αγαθός αυτό παραγαγείν ηβουλήθη, πώς δε βουληθείς ηδυνήθη; Και ει εξ άλλης αιτίας το κακόν, τις ετέρα τοις ούσι παρά ταγαθόν αιτία; Πώς δε και προνοίας ούσης έστι το κακόν ή γινόμενον όλως ή μη αναιρούμενον, και πώς εφίεταί τι τών όντων αυτού παρά ταγαθόν;" 19. Ταύτα μεν ουν ίσως ερεί τοιόσδε απορών λόγος, ημείς δε αξιώσομεν αυτόν εις την τών πραγμάτων αλήθειαν αποβλέπειν και πρώτόν γε τούτο ειπείν παρησιασόμεθα· Το κακόν ουκ έστιν εκ ταγαθού, και ει εκ ταγαθού εστιν, ου κακόν, ουδέ γαρ πυρός το ψύχειν ούτε αγαθού το μη αγαθά παράγειν. Και ει τα όντα πάντα εκ ταγαθού, (φύσις γαρ τω αγαθώ το παράγειν και σώζειν, τω δε κακώ το φθείρειν και απολλύειν), ουδέν εστι τών όντων εκ τού κακού. Και ουδέ αυτό έσται το κακόν, είπερ και εαυτώ κακόν είη. Και ει μη τούτο, ου πάντη κακόν το κακόν, αλλ έχει τινά ταγαθού, καθ ην όλως έστι, μοίραν. Και ει τα όντα τού καλού και αγαθού εφίεται και πάντα, όσα ποιεί, δια το δοκούν αγαθόν ποιεί και πας ο τών όντων σκοπός αρχήν έχει και τέλος ταγαθόν, (ουδέν γαρ εις την τού κακού φύσιν αποβλέπον ποιεί), α ποιεί, πώς έσται το κακόν εν τοις ούσιν ή όλως ον τής τοιαύτης αγαθής ορέξεως παρηρημένον; Και ει τα όντα πάντα εκ ταγαθού και ταγαθόν επέκεινα τών όντων, έστι μεν εν ταγαθώ και το μη ον ον, το δε κακόν ούτε ον εστιν, ει δε μη ου πάντη κακόν, ούτε μη ον, ουδέν γαρ έσται το καθόλου μη ον, ει μη εν ταγαθώ κατά το υπερούσιον λέγοιτο. Το μεν ουν αγαθόν έσται και τού απλώς όντος και τού μη όντος πολλώ πρότερον υπεριδρυμένον. Το δε κακόν ούτε εν τοις ούσιν ούτε εν τοις μη ούσιν, αλλά και αυτού τού μη όντος μάλλον αλλότριον απέχον ταγαθού και ανουσιώτερον. Πόθεν ουν εστι το κακόν; Είποι τις. Ει γαρ μη έστι το κακόν, αρετή και κακία ταυτόν και η πάσα τη όλη και η εν μέρει τη ανά λόγον ή ουδέ το τη αρετή μαχόμενον έσται κακόν. Καίτοι εναντία σωφροσύνη και ακολασία και δικαιοσύνη και αδικία. Και ου δήπου κατά τον δίκαιον και τον άδικόν φημι και τον σώφρονα και τον ακόλαστον, αλλά και προ τής έξω φαινομένης τού εναρέτου προς τον αντικείμενον διαστάσεως εν αυτή πολλώ πρότερον τη ψυχή καθόλου διεστήκασι τών αρετών αι κακίαι και προς τον λόγον τα πάθη στασιάζει και εκ τούτων ανάγκη δούναί τι τω αγαθώ κακόν εναντίον. Ου γαρ εαυτώ ταγαθόν εναντίον, αλλ ως από μιας αρχής και ενός έκγονον αιτίου κοινωνία και ενότητι και φιλία χαίρει. Και ουδέ το έλαττον αγαθόν τω μείζονι εναντίον, ούτε γαρ το ήττον θερμόν ή ψυχρόν τω πλείονι εναντίον. Έστιν ουν εν τοις ούσι και ον εστι και αντιτέθειται και ηναντίωται ταγαθώ το κακόν. Και ει φθορά έστι τών όντων, ουκ εκβάλλει τούτο τού είναι το κακόν, αλλ έσται και αυτό ον και όντων γενεσιουργόν. Ή ουχί πολλάκις η τούδε φθορά τούδε γίγνεται γένεσις; Και έσται το κακόν εις την τού παντός συμπλήρωσιν συντελούν και τω όλω το μη ατελές είναι δι εαυτό παρεχόμενον. 20. Ερεί δε προς ταύτα ο αληθής λόγος, ότι το κακόν, ή κακόν, ουδεμίαν ουσίαν ή γένεσιν ποιεί, μόνον δε κακύνει και φθείρει το εφ αυτώ την τών όντων υπόστασιν. Ει δε γενεσιουργόν τις αυτό είναι λέγοι και τη τούτου φθορά τω ετέρω διδόναι γένεσιν, αποκριτέον αληθώς· Ουχ ή φθείρει, δίδωσι γένεσιν, αλλ ή μεν φθορά και κακόν, φθείρει και κακύνει μόνον, γένεσις δε και ουσία δια το αγαθόν γίγνεται, και έσται το κακόν φθορά μεν δι εαυτό, γενεσιουργόν δε δια το αγαθόν και, ή μεν κακόν, ούτε ον ούτε όντων ποιητικόν, δια δε το αγαθόν και ον και αγαθόν ον και αγαθών ποιητικόν. Μάλλον δε ουδέ γαρ έσται το αυτό κατά το αυτό και αγαθόν και κακόν, ουδέ τού αυτού φθορά και γένεσις η αυτή κατά το αυτό δύναμις ούτε αυτοδύναμις ή αυτοφθορά. Το μεν ουν αυτοκακόν ούτε ον ούτε αγαθόν ούτε γενεσιουργόν ούτε όντων και αγαθών ποιητικόν, το δε αγαθόν, εν οις μεν αν τελέως εγγένηται, τέλεια ποιεί και αμιγή και ολόκληρα αγαθά, τα δε ήττον αυτού μετέχοντα και ατελή εστιν αγαθά και μεμιγμένα δια την έλλειψιν τού αγαθού. Και ουκ έστι καθόλου το κακόν ούτε αγαθόν ούτε αγαθοποιόν, αλλά το μάλλον ή ήττον τω αγαθώ πλησιάζον αναλόγως έσται αγαθόν, επείπερ η δια πάντων φοιτώσα παντελής αγαθότης ου μέχρι μόνον χωρεί τών περί αυτήν παναγάθων ουσιών, εκτείνεται δε άχρι τών εσχάτων, ταις μεν ολικώς παρούσα, ταις δε υφειμένως, άλλαις δε εσχάτως, ως έκαστον αυτής μετέχειν δύναται τών όντων. Και τα μεν πάντη τού αγαθού μετέχει, τα δε μάλλον και ήττον εστέρηται, τα δε αμυδροτέραν έχει τού αγαθού μετουσίαν και άλλοις κατά έσχατον απήχημα πάρεστι ταγαθόν. Ει γαρ μη αναλόγως εκάστω ταγαθόν παρήν, ην αν τα θειότατα και πρεσβύτατα την τών εσχάτων έχοντα τάξιν. Πώς δε και ην δυνατόν μονοειδώς πάντα μετέχειν τού αγαθού μη πάντα όντα ταυτώς εις την ολικήν αυτού μέθεξιν επιτήδεια; Νυν δε τούτο έστι τής τού αγαθού δυνάμεως το υπερβάλλον μέγεθος, ότι και τα εστερημένα και την εαυτού στέρησιν δυναμοί κατά το όλως αυτού μετέχειν. Και ει χρή παρησιασάμενον ειπείν ταληθή· Και τα μαχόμενα αυτώ τη αυτού δυνάμει και έστι και μάχεσθαι δύναται. Μάλλον δε, ίνα συλλαβών είπω, τα όντα πάντα, καθ όσον έστι, και αγαθά εστι και εκ ταγαθού, καθ όσον δε εστέρηται τού αγαθού, ούτε αγαθά ούτε όντα εστίν. Επί μεν γαρ τών άλλων έξεων οίον θερμότητος ή ψυχρότητος έστι τα θερμανθέντα ή τα ψυχθέντα και απολιπούσης αυτά τής θερμότητος και τής ψυχρότητος, και ζωής και νου πολλά τών όντων άμοιρα. Και ουσίας ο θεός εξήρηται και έστιν υπερουσίως. Και απλώς επί μεν τών άλλων πάντων και απελθούσης ή μηδέ εγγενομένης πάντη τής έξεως έστι τα όντα και υφίστασθαι δύναται, το δε κατά πάντα τρόπον τού αγαθού εστερημένον ουδαμή ουδαμώς· ούτε ην ούτε εστίν ούτε έσται ούτε είναι δύναται. Οίον ο ακόλαστος, ει και εστέρηται ταγαθού κατά την άλογον επιθυμίαν, εν τούτω μεν ούτε έστιν ούτε όντων επιθυμεί, μετέχει δε όμως ταγαθού κατ αυτό το τής ενώσεως και φιλίας αμυδρόν απήχημα. Και ο θυμός μετέχει ταγαθού κατ αυτό το κινείσθαι και εφίεσθαι τα δοκούντα κακά προς το δοκούν καλόν ανορθούν και επιστρέφειν. Και αυτός ο τής χειρίστης ζωής εφιέμενος ως όλως ζωής εφιέμενος και τής αρίστης αυτώ δοκούσης κατ αυτό το εφίεσθαι και ζωής εφίεσθαι και προς αρίστην ζωήν αποσκοπείν μετέχει ταγαθού. Και ει πάντη ταγαθόν ανέλης, ούτε ουσία έσται ούτε ζωή ούτε έφεσις ούτε κίνησις ούτε άλλο ουδέν. Ώστε και το γίνεσθαι εκ φθοράς γένεσιν ουκ έστι κακού δύναμις, αλλ ήττονος αγαθού παρουσία, καθ όσον και νόσος έλλειψίς εστι τάξεως, ου πάσης. Ει γαρ τούτο γένηται, ούτε η νόσος αυτή υποστήσεται. Μένει δε και έστιν η νόσος ουσίαν έχουσα την ελαχίστην τάξιν και εν αυτή παρυφισταμένη. Το γαρ πάντη άμοιρον τού αγαθού ούτε ον ούτε εν τοις ούσι, το δε μικτόν δια το αγαθόν εν τοις ούσι και κατά τούτο εν τοις ούσι και ον, καθ όσον τού αγαθού μετέχει.Μάλλον δε τα όντα πάντα κατά τοσούτον έσται μάλλον και ήττον, καθ όσον τού αγαθού μετέχει, και γαρ και επί τού αυτό είναι το μηδαμή μηδαμώς ον ούτε έσται. Το δε πη μεν ον, πη δε μη ον, καθ όσον μεν αποπέπτωκε τού αεί όντος, ουκ έστι, καθ όσον δε τού είναι μετείληφε, κατά τοσούτον έστι και το όλως είναι και το μη ον αυτού διακρατείται και διασώζεται. Και το κακόν το μεν πάντη τού αγαθού αποπεπτωκός ούτε εν τοις μάλλον ούτε εν τοις ήττον αγαθοίς έσται. Το δε πη μεν αγαθόν, πη δε ουκ αγαθόν μάχεται μεν αγαθώ τινι, ουχ όλω δε ταγαθώ. Κρατείται δε και αυτό τη τού αγαθού μετουσία, και ουσιοί και την εαυτού στέρησιν το αγαθόν τη όλως αυτού μεθέξει. Πάντη γαρ απελθόντος τού αγαθού ούτε καθόλου τι έσται αγαθόν ούτε μικτόν ούτε αυτοκακόν. Ει γαρ το κακόν ατελές εστιν αγαθόν, απουσία παντελεί τού αγαθού και το ατελές και το τέλειον αγαθόν απέσται. Και τότε μόνον έσται και οφθήσεται το κακόν, ηνίκα τοις μεν εστι κακόν, οις ηναντίωται, τών δε ως αγαθών εξήρτηται. Μάχεσθαι γαρ αλλήλοις τα αυτά κατά τα αυτά εν πάσιν αδύνατον. Ουκ άρα ον το κακόν. |
18. Και όμως, θα μπορούσε κάποιος να πει: "Αν το καλό και αγαθό είναι ποθητό και επιθυμητό και αγαπητό για όλους, (ώστε όπως είπαμε, ακόμα και το "μη ον" το επιθυμεί, και φιλονικεί ότι με κάποιον τρόπο υπάρχει μέσα του (το αγαθό)*, και αυτό είναι που δίνει μορφή ακόμα και στα άμορφα, και για χάρη του λέγεται ότι ακόμα και το «μη ον» υπάρχει με τρόπο υπερούσιο), πώς τότε το πλήθος των δαιμόνων δεν επιθυμεί το καλό και το αγαθό, αλλά όντας προσκολλημένο στην ύλη και έχοντας εκπέσει από την αγγελική ταυτότητα ως προς την επιθυμία του αγαθού, γίνεται αιτία όλων των κακών και για τον εαυτό του και για τους άλλους, για όσα κακά αναφέρονται; Και πώς γενικά, ενώ το δαιμονικό γένος παρήχθη από το αγαθό, δεν είναι αγαθοειδές; Ή πώς το αγαθό, αφού έγινε από το αγαθό, αλλοιώθηκε; Και τι είναι αυτό που το έκανε κακό; Και τι είναι γενικά το κακό; Και από ποια αρχή προήλθε; Και σε ποιο από τα όντα βρίσκεται; Και πώς ο αγαθός (Θεός) θέλησε να το παραγάγει, και πώς, αφού το θέλησε, μπόρεσε; Και αν το κακό προέρχεται από άλλη αιτία, ποια άλλη αιτία υπάρχει για τα όντα εκτός από το αγαθό; Και πώς, αφού υπάρχει πρόνοια, υπάρχει το κακό, είτε γενόμενο γενικά είτε μη αναιρούμενο; Και πώς κάποιο από τα όντα το επιθυμεί αντί για το αγαθό;" 19. Αυτά λοιπόν ίσως πει ένας λόγος που απορεί· εμείς όμως θα του ζητήσουμε να αποβλέψει στην αλήθεια των πραγμάτων και πρώτα-πρώτα αυτό θα τολμήσουμε να πούμε: Το κακό δεν προέρχεται από το αγαθό· και αν προέρχεται από το αγαθό, δεν είναι κακό. Επειδή δεν είναι ιδίωμα, ούτε της φωτιάς το να ψύχει, ούτε του αγαθού το να παράγει πράγματα που δεν είναι αγαθά. Και αν όλα τα όντα προέρχονται από το αγαθό (διότι φύση του αγαθού είναι να παράγει και να σώζει, ενώ του κακού να φθείρει και να καταστρέφει), τότε κανένα από τα όντα δεν προέρχεται από το κακό. Και ούτε το ίδιο το κακό θα υπήρχε, αν πράγματι ήταν κακό και για τον εαυτό του. Και αν δεν συμβαίνει αυτό, τότε το κακό δεν είναι απόλυτα κακό, αλλά έχει κάποιο μερίδιο αγαθού, μέσω του οποίου γενικά υπάρχει. Και αν τα όντα επιθυμούν το καλό και το αγαθό, και όλα όσα κάνουν, τα κάνουν για χάρη αυτού που φαίνεται αγαθό, και όλος ο σκοπός των όντων έχει ως αρχή και τέλος το αγαθό (αφού τίποτα δεν κάνει αποβλέποντας στη φύση του κακού), πώς υπάρχει το κακό ανάμεσα στα όντα ή πώς υπάρχει γενικά, αφού στερείται μιας τέτοιας αγαθής επιθυμίας; Και αν όλα τα όντα προέρχονται από το αγαθό και το αγαθό είναι πέρα από τα όντα, τότε μέσα στο αγαθό υπάρχει και το «μη ον» ως ον, ενώ το κακό ούτε ον είναι (ειδάλλως δεν θα ήταν απόλυτα κακό), ούτε «μη ον» (διότι τίποτα δεν θα είναι εντελώς «μη ον», αν δεν λεγόταν ότι υπάρχει μέσα στο αγαθό κατά τρόπο υπερούσιο)*. Το μεν αγαθό, λοιπόν, θα είναι εγκαθιδρυμένο πολύ πριν και από το απλώς ον και από το «μη ον». Το δε κακό δεν βρίσκεται ούτε ανάμεσα στα όντα ούτε ανάμεσα στα «μη όντα», αλλά είναι ακόμα πιο ξένο και από αυτό το «μη ον», απέχοντας από το αγαθό και όντας πιο ανυπόστατο. Από πού λοιπόν προέρχεται το κακό; Θα μπορούσε να πει κάποιος: Αν δεν υπάρχει το κακό, τότε αρετή και κακία είναι το ίδιο πράγμα, και το καθολικό και το μερικό κατά αναλογίαν, ή ούτε αυτό που αντιμάχεται την αρετή θα είναι κακό. Και όμως, αντίθετα είναι η σωφροσύνη και η ακολασία, και η δικαιοσύνη και η αδικία. Και δεν εννοώ μόνο τον δίκαιο και τον άδικο, ή τον σώφρονα και τον ακόλαστο, αλλά ακόμη και πριν από την εξωτερική φανερή αντίθεση του ενάρετου προς τον αντίθετό του, μέσα στην ίδια την ψυχή, πολύ πιο πριν να έχουν χωριστεί γενικά οι κακίες από τις αρετές, και τα πάθη στασιάσουν εναντίον τής λογικής· και από αυτά φαίνεται αναγκαίο να δοθεί στο αγαθό κάποιο αντίθετο κακό. Γιατί το αγαθό δεν είναι αντίθετο προς τον εαυτό του, αλλά ως προερχόμενο από μία αρχή και από ένα γενεσιουργό αίτιο, χαίρεται την κοινωνία, την ενότητα και τη φιλία. Ούτε το μικρότερο αγαθό είναι αντίθετο στο μεγαλύτερο· διότι ούτε το λιγότερο θερμό ή ψυχρό είναι αντίθετο στο περισσότερο. Υπάρχει λοιπόν στα όντα το κακό, και υπάρχει ως αντίθετο και εναντίο στο αγαθό. Και αν το κακό είναι φθορά των όντων, αυτό δεν το βγάζει έξω από την ύπαρξη, αλλά θα είναι και αυτό ον και γενεσιουργό όντων. Ή μήπως δεν γίνεται συχνά η φθορά του ενός γέννηση του άλλου; Και έτσι το κακό θα συντελεί στη συμπλήρωση του παντός και θα προσφέρει στο όλο να μην είναι ελλιπές, μέσω του εαυτού του.
20. Σε αυτά θα απαντήσει ο αληθινός λόγος, ότι το κακό, ως κακό, δεν δημιουργεί καμία ουσία ούτε γέννηση, αλλά μόνο μολύνει και φθείρει, όσο εξαρτάται από αυτό, την υπόσταση των όντων. Αν δε κάποιος πει ότι αυτό είναι γενεσιουργό και ότι με τη φθορά του ενός δίνει γέννηση στο άλλο, πρέπει να του απαντήσουμε αληθινά: Δεν δίνει γέννηση με το να φθείρει, αλλά η μεν φθορά και το κακό μόνο φθείρουν και μολύνουν, ενώ η γέννηση και η ουσία γίνονται εξαιτίας του αγαθού. Και το κακό θα είναι φθορά μεν λόγω του εαυτού του, αλλά γενεσιουργό λόγω του αγαθού· και ως κακό, ούτε ον είναι ούτε ποιητικό των όντων, αλλά λόγω του αγαθού είναι και ον και αγαθό και δημιουργό αγαθών.
Για να το πούμε ακριβέστερα: δεν μπορεί το ίδιο πράγμα, κατά την ίδια έννοια, να είναι και αγαθό και κακό· ούτε η ίδια δύναμη, κατά την ίδια έννοια, να είναι και φθορά και γένεση του ίδιου πράγματος· ούτε να είναι αυτοδύναμη ή αυτοφθορά. Το απόλυτο κακό δεν είναι ούτε ον ούτε αγαθό ούτε γεννά κάτι ούτε δημιουργεί όντα και αγαθά. Το αγαθό, όμως, σε όσα μπαίνει ολοκληρωτικά, τα κάνει τέλεια, καθαρά και ολοκληρωμένα αγαθά· όσα μετέχουν λιγότερο σε αυτό είναι ατελή αγαθά και ανακατεμένα, εξαιτίας της έλλειψης του αγαθού. Το κακό γενικά δεν είναι ούτε αγαθό ούτε δημιουργεί αγαθό· αλλά ό,τι πλησιάζει περισσότερο ή λιγότερο το αγαθό, ανάλογα με αυτό θα είναι αγαθό. Διότι η τέλεια αγαθότητα που διαπερνά τα πάντα δεν περιορίζεται μόνο στις υπερβολικά αγαθές υπάρξεις που βρίσκονται κοντά της, αλλά εκτείνεται μέχρι τα έσχατα όντα: σε μερικά είναι ολοκληρωτικά παρούσα, σε άλλα λιγότερο, και σε άλλα στο ελάχιστο, όπως μπορεί το καθένα από τα όντα να μετέχει σε αυτήν. Κάποια μετέχουν πλήρως στο αγαθό· κάποια στερούνται περισσότερο ή λιγότερο· κάποια έχουν πιο αμυδρή συμμετοχή στο αγαθό· και σε άλλα το αγαθό είναι παρόν σαν πολύ αδύναμη αντήχηση.
Αν το αγαθό δεν ήταν παρόν στον καθένα ανάλογα με τη δυνατότητά του, τότε τα πιο θεία και ανώτερα όντα θα είχαν τη θέση των κατώτατων. Και πώς θα ήταν δυνατόν όλα να μετέχουν στο αγαθό με τον ίδιο τρόπο, αφού δεν είναι όλα εξίσου ικανά για την ολική συμμετοχή σε αυτό; Τώρα λοιπόν, αυτό είναι το υπερβολικό μέγεθος της δύναμης του αγαθού: ότι δυναμώνει και τα στερημένα, και την ίδια τη στέρηση του εαυτού του, σύμφωνα με το ότι μετέχουν γενικά σε αυτό. Και αν πρέπει να πούμε την αλήθεια με παρρησία: Και εκείνα που το πολεμούν, με τη δική του δύναμη υπάρχουν και μπορούν να πολεμούν. Μάλλον, για να το πω συνοπτικά: όλα τα όντα, στον βαθμό που υπάρχουν, είναι και αγαθά και προέρχονται από το Αγαθό· ενώ στον βαθμό που στερούνται το Αγαθό, δεν είναι ούτε αγαθά ούτε πραγματικά όντα. Διότι στις άλλες ιδιότητες, όπως για παράδειγμα στη θερμότητα ή στο ψύχος, τα πράγματα που θερμάνθηκαν ή ψυχράνθηκαν εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμη κι όταν φύγει από αυτά η θερμότητα ή το ψύχος. Και πολλά από τα όντα υπάρχουν χωρίς να έχουν ζωή ή νου. Ο Θεός βρίσκεται πέρα, ακόμη και από την ίδια την ουσία, και υπάρχει υπερουσίως. Και γενικά, σε όλα τα άλλα πράγματα, ακόμη κι αν μια ιδιότητα φύγει ή ακόμη κι αν δεν υπάρξει ποτέ καθόλου, τα όντα μπορούν παρ’ όλα αυτά να υπάρχουν και να υφίστανται. Εκείνο όμως που θα ήταν με κάθε τρόπο εντελώς στερημένο από το Αγαθό, πουθενά και με κανέναν τρόπο δεν υπάρχει· ούτε υπήρξε, ούτε υπάρχει, ούτε θα υπάρξει, ούτε μπορεί να υπάρξει. Για παράδειγμα, ο ακόλαστος άνθρωπος, αν και στερείται το Αγαθό ως προς την παράλογη επιθυμία του, σε αυτό ακριβώς το σημείο, ούτε είναι πραγματικά ούτε επιθυμεί τα όντα. Ωστόσο μετέχει στο Αγαθό, επειδή ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση υπάρχει μια αμυδρή αντήχηση της ένωσης και της φιλίας. Και ο θυμός επίσης μετέχει στο Αγαθό, επειδή έχει μέσα του την κίνηση και την ορμή να στραφεί προς εκείνα που φαίνονται κακά, για να τα διορθώσει και να τα επαναφέρει προς εκείνο που φαίνεται καλό. Ακόμα και αυτός που επιθυμεί τη χειρότερη ζωή, επειδή επιθυμεί γενικά ζωή και αποσκοπεί για τη ζωή που του φαίνεται άριστη, επειδή ακριβώς επιθυμεί τη ζωή, μετέχει στο αγαθό. Και αν αναιρέσεις εντελώς το αγαθό, δεν θα υπάρξει ούτε ουσία, ούτε ζωή, ούτε επιθυμία, ούτε κίνηση, ούτε τίποτα άλλο. Ώστε και το να προκύπτει γέννηση από τη φθορά δεν είναι δύναμη του κακού, αλλά παρουσία ενός μικρότερου αγαθού, στον βαθμό που και η νόσος είναι έλλειψη τάξης, όχι όμως κάθε τάξης· γιατί αν συνέβαινε αυτό (η παντελής έλλειψη), ούτε η ίδια η νόσος θα μπορούσε να υπάρξει. Αλλά η νόσος παραμένει και υπάρχει έχοντας ως ουσία την ελάχιστη δυνατή τάξη, μέσα στην οποία και υφίσταται. Διότι εκείνο που στερείται παντελώς το αγαθό δεν είναι ούτε ον ούτε υπάρχει ανάμεσα στα όντα, ενώ το μεικτό υπάρχει ανάμεσα στα όντα εξαιτίας του αγαθού, και κατά τούτο είναι και ον, στον βαθμό που μετέχει στο αγαθό. Μάλλον δε, όλα τα όντα θα είναι περισσότερο ή λιγότερο όντα, στον βαθμό που μετέχουν στο αγαθό· γιατί και όσον αφορά το ίδιο το «είναι», εκείνο που δεν υπάρχει με κανέναν απολύτως τρόπο, ούτε θα υπάρξει ποτέ. Εκείνο όμως που από τη μια πλευρά είναι ον και από την άλλη δεν είναι, στον βαθμό που έχει εκπέσει από το «αεί ον», δεν υπάρχει· στον βαθμό όμως που έχει λάβει μερίδιο από το «είναι», κατά τούτο υπάρχει, και η όλη ύπαρξή του και το «μη ον» του συγκρατούνται και διασώζονται. Και το κακό, αυτό που έχει εκπέσει παντελώς από το αγαθό, δεν θα υπάρχει ούτε ανάμεσα στα περισσότερο ούτε ανάμεσα στα λιγότερο αγαθά. Εκείνο όμως που από τη μια πλευρά είναι αγαθό και από την άλλη δεν είναι, μάχεται μεν ενάντια σε κάποιο αγαθό, όχι όμως ενάντια σε ολόκληρο το αγαθό. Συγκρατείται δε και αυτό από τη συμμετοχή στο αγαθό, και το αγαθό δίνει ουσία και στην ίδια τη στέρηση του εαυτού του μέσω της γενικής συμμετοχής σε αυτό. Διότι, αν απομακρυνθεί εντελώς το αγαθό, δεν θα υπάρξει ούτε κάτι καθόλου αγαθό, ούτε μεικτό, ούτε το ίδιο το απόλυτο κακό. Γιατί αν το κακό είναι ένα ατελές αγαθό, με την παντελή απουσία του αγαθού θα εξαφανιστεί και το ατελές και το τέλειο αγαθό. Και τότε μόνο θα υπάρχει και θα φαίνεται το κακό, όταν είναι κακό για κάποια πράγματα στα οποία εναντιώνεται, ενώ από άλλα εξαρτάται ως αγαθά. Διότι το να μάχονται μεταξύ τους τα ίδια πράγματα ως προς τις ίδιες ιδιότητες σε όλα είναι αδύνατον. Άρα το κακό δεν είναι ον. |
* Εννοεί ότι επειδή το κακό είναι "μη ον", και έτσι στερείται κάθε ουσίας, ομοιάζει κατ' αυτή του την ιδιότητα στον Θεό που είναι "υπερούσιος", δηλαδή "πάνω από κάθε κτιστή ουσία", και "ξένος προς κάθε γνωστή ουσία". Κι έτσι καθώς υμνούμε τον Θεό ως "υπερούσιο", ακόμα και το κακό μετέχει σ' αυτό τον αίνο, αφού μετέχει και αυτό στον Θεό κατά την έλλειψη κτιστής ουσίας.
Δημιουργία αρχείου: 4-3-2026.
Τελευταία μορφοποίηση: 1-4-2026.