Η κτίση εκ του μηδενός, η αρχή και το τέλος της * Η δημιουργία τών θηρίων από τον Θεό είναι καλή και προνοητική και όχι κακή * Άναρχα έργα τού Θεού * Η σπερματική δύναμη τού Θεού πίσω από τη φυσική ακολουθία τής δημιουργίας * Ο Θεός πηγή κάθε καλού, ομορφιάς και όντος και η ταύτιση καλού και "κάλλους" * Καλός και κακός θεός * Φθορά και εντροπία. Πορεία κατάργησης τού κακού ως έλλειψης καλού * Το κακό είναι "μη ον" και αναλογική "έλλειψη καλού"
|
Περί Θείων Ονομάτων Το κακό είναι "μη ον" και αναλογική "έλλειψη καλού" Κακή είναι η στέρηση τών φυσικών ιδιωμάτων που προνόησε ο Θεός Διονυσίου τού Αρεοπαγίτου
Πηγή αρχαίου κειμένου σε πολυτονικό πριν τη μετατροπή του: https://churchgoc.org "Περί αγαθού, φωτός, καλού, έρωτος, εκστάσεως, ζήλου, και ότι το κακόν ούτε εξ όντος, ούτε εν τοις ούσιν", κεφάλαιο 4ο: 21-35. |

| Κείμενο | Μετάφραση |
|
21. Αλλά ουδέ εν τοις ούσίν εστι το κακόν. Ει γαρ πάντα τα όντα εκ ταγαθού, και εν πάσι τοις ούσι και πάντα περιέχει ταγαθόν, ή ουκ έσται το κακόν εν τοις ούσιν ή εν ταγαθώ έσται. Και μην εν ταγαθώ ουκ έσται, και γαρ ουδέ εν πυρί το ψυχρόν ουδέ το κακύνεσθαι τω και το κακόν αγαθύνοντι. Ει δε έσται, πώς έσται εν ταγαθώ το κακόν; Ει μεν εξ αυτού, άτοπον και αδύνατον. Ου δύναται γαρ, ως η τών λογίων αλήθειά φησι, δένδρον αγαθόν καρπούς πονηρούς ποιείν ουδέ μην το ανάπαλιν. Ει δε ουκ εξ αυτού, εξ άλλης δηλονότι αρχής και αιτίας. Και γαρ ή το κακόν εκ τού αγαθού έσται ή το αγαθόν εκ τού κακού ή, ει μη τούτο δυνατόν, εξ άλλης αρχής και αιτίας έσται και το αγαθόν και το κακόν. Πάσα γαρ δυάς ουκ αρχή, μονάς δε έσται πάσης δυάδος αρχή. Καίτοι άτοπον εξ ενός και τού αυτού δύο παντελώς εναντία προιέναι και είναι και αυτήν την αρχήν ουχ απλήν και ενιαίαν, αλλά μεριστήν και δυοειδή και εναντίαν εαυτή και ηλλοιωμένην. Και μην ούτε δύο τών όντων εναντίας αρχάς δυνατόν είναι και ταύτας εν αλλήλαις και εν τω παντί και μαχομένας. Ει γαρ τούτο δοθείη, έσται και ο θεός ουκ απήμων ουδέ εκτός δυσχερείας. Είπερ είη τι και αυτώ το ενοχλούν, έπειτα έσται πάντα άτακτα και αεί μαχόμενα. Καίτοι φιλίας πάσι τοις ούσι το αγαθόν μεταδίδωσι και αυτοειρήνη και ειρηνόδωρος υμνείται προς τών ιερών θεολόγων. Διο και φίλα ταγαθά και εναρμόνια πάντα και μιας ζωής έκγονα και προς εν αγαθόν συντεταγμένα και προσηνή και όμοια και προσήγορα αλλήλοις. Ώστε ουκ εν θεώ το κακόν, και το κακόν ουκ ένθεον. Αλλ ουδέ εκ θεού το κακόν. Ή γαρ ουκ αγαθός ή αγαθοποιεί και αγαθά παράγει, και ου ποτέ μεν και τινα, ποτέ δε ου και ου πάντα, μεταβολήν γαρ εν τούτω πείσεται και αλλοίωσιν και περί αυτό το πάντων θειότατον την αιτίαν. Ει δε εν θεώ ταγαθόν ύπαρξίς εστιν, έσται ο μεταβάλλων εκ ταγαθού θεός ποτέ μεν ων, ποτέ δε ουκ ων. Ει δε μεθέξει το αγαθόν έχει, και εξ ετέρου έξει και ποτέ μεν έξει, ποτέ δε ουχ έξει. Ουκ άρα εκ θεού το κακόν ούτε εν θεώ ούτε απλώς ούτε κατά χρόνον. 22. Αλλ ούτε εν αγγέλοις εστί το κακόν. Ει γαρ εξαγγέλλει την αγαθότητα την θείαν ο αγαθοειδής άγγελος εκείνο ων κατά μέθεξιν δευτέρως, όπερ κατ αιτίαν το αγγελλόμενον πρώτως, εικών εστι τού θεού ο άγγελος, φανέρωσις τού αφανούς φωτός, έσοπτρον ακραιφνές, διειδέστατον, αλώβητον, άχραντον, ακηλίδωτον, εισδεχόμενον όλην, ει θέμις ειπείν, την ωραιότητα τής αγαθοτύπου θεοειδείας και αμιγώς αναλάμπον εν εαυτώ, καθάπερ οίόν τε εστι, την αγαθότητα τής εν αδύτοις σιγής. Ουκ άρα ουδέ εν αγγέλοις εστί το κακόν. Αλλά τω κολάζειν τους αμαρτάνοντάς εισι κακοί. Τούτω γουν τω λόγω και οι σωφρονισταί τών πλημμελούντων κακοί και τών ιερέων οι τον βέβηλον τών θείων μυστηρίων απείργοντες. Καίτοι ουδέ το κολάζεσθαι κακόν, αλλά το άξιον γενέσθαι κολάσεως, ουδέ το κατ αξίαν απείργεσθαι τών ιερών, αλλά το εναγή και ανίερον γενέσθαι και τών αχράντων ανεπιτήδειον. 23. Αλλ ούτε οι δαίμονες φύσει κακοί. Και γαρ ει φύσει κακοί, ούτε εκ ταγαθού ούτε εν τοις ούσιν ούτε μην εξ αγαθών μετέβαλον φύσει και αεί κακοί όντες. Έπειτα εαυτοίς εισι κακοί ή ετέροις; Ει μεν εαυτοίς, και φθείρουσιν εαυτούς, ει δε άλλοις, πώς φθείροντες ή τι φθείροντες· ουσίαν ή δύναμιν ή ενέργειαν; Ει μεν ουσίαν, πρώτον μεν ου παρά φύσιν, τα γαρ φύσει άφθαρτα ου φθείρουσιν, αλλά τα δεκτικά φθοράς. Έπειτα ουδέ τούτο παντί και πάντη κακόν. Αλλ ουδέ φθείρεταί τι τών όντων, καθ ό ουσία και φύσις, αλλά τη ελλείψει τής κατά φύσιν τάξεως ο τής αρμονίας και συμμετρίας λόγος ασθενεί μένειν ωσαύτως έχων. Η δε ασθένεια ου παντελής, ει γαρ παντελής, και την φθοράν και το υποκείμενον ανείλε, και έσται η τοιαύτη φθορά και εαυτής φθορά. Ώστε το τοιούτον ου κακόν, αλλ ελλειπές αγαθόν. Το γαρ πάντη άμοιρον τού αγαθού ούτε εν τοις ούσιν έσται, και περί τής εις δύναμιν και ενέργειαν φθοράς ο αυτός λόγος. Είτα πώς οι εκ θεού γενόμενοι δαίμονές εισι κακοί; Το γαρ αγαθόν αγαθά παράγει και υφίστησι. Καίτοι λέγονται κακοί, φαίη τις αν, αλλ ου, καθ ό εισίν, εκ ταγαθού γαρ εισι και αγαθήν έλαχον ουσίαν, αλλά, καθ ό ουκ εισίν ασθενήσαντες, ως τα λόγιά φησι, τηρήσαι την εαυτών αρχήν. Εν τίνι γαρ, ειπέ μοι, κακύνεσθαί φαμεν τους δαίμονας, ει μη εν τη παύσει τής τών θείων αγαθών έξεως και ενεργείας; Άλλως τε, ει φύσει κακοί οι δαίμονες, αεί κακοί. Καίτοι το κακόν άστατόν εστιν. Ουκούν, ει αεί ωσαύτως έχουσιν, ου κακοί, το γαρ αεί ταυτόν τού αγαθού ίδιον. Ει δε ουκ αεί κακοί, ου φύσει κακοί, αλλ ενδεία τών αγγελικών αγαθών. Και ου πάντη άμοιροι τού αγαθού, καθ ό και εισί και ζώσι και νοούσι και όλως εστί τις εν αυτοίς εφέσεως κίνησις. Κακοί δε είναι λέγονται δια το ασθενείν περί την κατά φύσιν ενέργειαν. Παρατροπή ουν εστιν αυτοίς το κακόν και τών προσηκόντων αυτοίς έκβασις και ατευξία και ατέλεια και αδυναμία και τής σωζούσης την εν αυτοίς τελειότητα δυνάμεως ασθένεια και αποφυγή και απόπτωσις. Άλλως τε τι το εν δαίμοσι κακόν; Θυμός άλογος, άνους επιθυμία, φαντασία προπετής. Αλλά ταύτα, ει και έστιν εν δαίμοσιν, ου πάντη ουδέ επί πάντων ουδέ αυτά καθ αυτά κακά. Και γαρ εφ ετέρων ζώων ουχ η σχέσις τούτων, αλλ η αναίρεσίς εστι και φθορά τω ζώω και κακόν. Η δε σχέσις σώζει και είναι ποιεί την ταύτα έχουσαν τού ζώου φύσιν. Ουκ άρα κακόν το δαιμόνιον φύλον, ή έστι κατά φύσιν, αλλ ή ουκ έστι. Και ουκ ηλλοιώθη το δοθέν αυτοίς όλον αγαθόν, αλλ αυτοί τού δοθέντος αποπεπτώκασιν όλου αγαθού. Και τας δοθείσας αυτοίς αγγελικάς δωρεάς, ου μήποτε αυτάς ηλλοιώσθαί φαμεν, αλλ εισί και ολόκληροι και παμφαείς εισι, καν αυτοί μη ορώσιν απομύσαντες εαυτών τας αγαθοπτικάς δυνάμεις. Ώστε ό εισί, και εκ ταγαθού εισι και αγαθοί και τού καλού και αγαθού εφίενται τού είναι και ζην και νοείν τών όντων εφιέμενοι. Και τη στερήσει και αποφυγή και αποπτώσει τών προσηκόντων αυτοίς αγαθών λέγονται κακοί. Και εισί κακοί, καθ ό ουκ εισίν. Και τού μη όντος εφιέμενοι τού κακού εφίενται. 24. Αλλά ψυχάς τις είναι λέγοι κακάς; Ει μεν, ότι συγγίνονται κακοίς προνοητικώς και σωστικώς, τούτο ου κακόν, αλλ αγαθόν και εκ ταγαθού τού και το κακόν αγαθύνοντος. Ει δε το κακύνεσθαι ψυχάς φαμεν, εν τίνι κακύνονται, ει μη εν τη τών αγαθών έξεων και ενεργειών ελλείψει και δι οικείαν ασθένειαν ατευξία και απολισθήσει; Και γαρ και τον αέρα τον περί ημάς εσκοτώσθαί φαμεν ελλείψει και απουσία φωτός. Αυτό δε το φως αεί φως εστι το και το σκότος φωτίζον. Ουκ άρα ούτε εν δαίμοσιν ούτε εν ημίν το κακόν ως ον κακόν, αλλ ως έλλειψις και ερημία τής τών οικείων αγαθών τελειότητος. 25. Αλλ ουδέ εν ζώοις αλόγοις εστί το κακόν. Ει γαρ ανέλης θυμόν και επιθυμίαν και τάλλα, όσα λέγεται και ουκ έστιν απλώς τη εαυτών φύσει κακά, το μεν αδρόν και γαύρον ο λέων απολέσας ουδέ λέων έσται, προσηνής δε πάσι γενόμενος ο κύων ουκ έσται κύων, είπερ κυνός το φυλακτικόν και το προσίεσθαι μεν το οικείον, απελαύνειν δε το αλλότριον. Ώστε το μη φθείρεσθαι την φύσιν ου κακόν, φθορά δε φύσεως ασθένεια και έλλειψις τών φυσικών έξεων και ενεργειών και δυνάμεων. Και ει πάντα τα δια γενέσεως εν χρόνω έχει το τέλειον, ουδέ το ατελές πάντη παρά πάσαν φύσιν. 26. Αλλ ουδέ εν τη όλη φύσει το κακόν. Ει γαρ οι πάντες φυσικοί λόγοι παρά τής καθόλου φύσεως, ουδέν έστιν αυτή το εναντίον. Τη καθ έκαστον δε το μεν κατά φύσιν έσται, το δε ου κατά φύσιν. Άλλη γαρ άλλο παρά φύσιν, και το τήδε κατά φύσιν, τήδε παρά φύσιν. Φύσεως δε κακία το παρά φύσιν, η στέρησις τών τής φύσεως. Ώστε ουκ έστι κακή φύσις, αλλά τούτο τη φύσει κακόν το αδυνατείν τα τής οικείας φύσεως εκτελείν. 27. Αλλ ουδέ εν σώμασι το κακόν. Αίσχος γαρ και νόσος έλλειψις είδους και στέρησις τάξεως. Τούτο δε ου πάντη κακόν, αλλ ήττον καλόν. Ει γαρ παντελής γένοιτο λύσις κάλλους και είδους και τάξεως, οιχήσεται και αυτό το σώμα. Ότι δε ουδέ κακίας αίτιον τη ψυχή το σώμα, δήλον εκ τού δυνατόν είναι και άνευ σώματος παρυφίστασθαι κακίαν ώσπερ εν δαίμοσιν. Τούτο γαρ εστι και νόοις και ψυχαίς και σώμασι κακόν η τής έξεως τών οικείων αγαθών ασθένεια και απόπτωσις. 28. Αλλ ουδέ το πολυθρύλητον· Εν ύλη το κακόν, ως φασι, καθ ό ύλη. Και γαρ και αύτη κόσμου και κάλλους και είδους έχει μετουσίαν. Ει δε τούτων εκτός ούσα η ύλη καθ εαυτήν άποιός εστι και ανείδεος, πώς ποιεί τι η ύλη η μηδέ το πάσχειν δύνασθαι καθ εαυτήν έχουσα; Άλλως τε πώς η ύλη κακόν; Ει μεν γαρ ουδαμή ουδαμώς έστιν, ούτε αγαθόν ούτε κακόν. Ει δε πως ον, τα δε όντα πάντα εκ ταγαθού, και αυτή εκ τού αγαθού αν είη, και ή το αγαθόν τού κακού ποιητικόν ή το κακόν ως εκ τού αγαθού ον αγαθόν ή το κακόν τού αγαθού ποιητικόν ή και το αγαθόν ως εκ τού κακού κακόν ή δύο αύθις αρχαί, και αύται άλλης μιας εξημμέναι κορυφής. Ει δε αναγκαίόν φασι την ύλην προς συμπλήρωσιν τού παντός κόσμου, πώς η ύλη κακόν; Άλλο γαρ το κακόν και άλλο το αναγκαίον. Πώς δε ο αγαθός εκ τού κακού παράγει τινά προς γένεσιν; Ή πώς κακόν το τού αγαθού δεόμενον; Φεύγει γαρ την τού αγαθού φύσιν το κακόν. Πώς δε γεννά και τρέφει την φύσιν η ύλη κακή ούσα; Το γαρ κακόν, ή κακόν, ουδενός εστι γεννητικόν ή θρεπτικόν ή όλως ποιητικόν ή σωστικόν. Ει δε φαίεν αυτήν μεν ου ποιείν κακίαν εν ψυχαίς, εφέλκεσθαι δε αυτάς, πώς έσται τούτο αληθές; Πολλαί γαρ αυτών εις το αγαθόν βλέπουσιν. Καίτοι πώς εγίνετο τούτο τής ύλης πάντως αυτάς εις το κακόν εφελκομένης; Ώστε ουκ εξ ύλης εν ψυχαίς το κακόν, αλλ εξ ατάκτου και πλημμελούς κινήσεως. Ει δε και τούτό φασι τη ύλη πάντως έπεσθαι, και αναγκαία η άστατος ύλη τοις εφ εαυτών ιδρύσθαι μη δυναμένοις, πώς το κακόν αναγκαίον ή το αναγκαίον κακόν; 29. Αλλ ουδέ τούτο, ό φαμεν· Η στέρησις κατά δύναμιν οικείαν μάχεται τω αγαθώ. Η γαρ παντελής στέρησις καθόλου αδύναμος, η δε μερική ου, καθ ό στέρησις, έχει την δύναμιν, αλλά καθ ό ου παντελής εστι στέρησις. Στερήσεως γαρ τού αγαθού μερικής ούσης ούπω κακόν, και γενομένης και η τού κακού φύσις απελήλυθεν. 30. Συνελόντι δε φάναι· Το αγαθόν εκ μιας και τής όλης αιτίας, το δε κακόν εκ πολλών και μερικών ελλείψεων. Οίδεν ο θεός το κακόν, ή αγαθόν, και παρ αυτώ αι αιτίαι τών κακών δυνάμεις εισίν αγαθοποιοί. Ει το κακόν αΐδιον και δημιουργεί και δύναται και έστι και δρα, πόθεν αυτώ ταύτα; Ή εκ τού αγαθού ή τω αγαθώ εκ τού κακού ή αμφοίν εξ άλλης αιτίας; Παν το κατά φύσιν εξ αιτίας ωρισμένης γεννάται. Ει το κακόν αναίτιον και αόριστον, ου κατά φύσιν, ουδέ γαρ εν τη φύσει το παρά φύσιν, ουδέ ατεχνίας εν τη τέχνη λόγος. Άρα η ψυχή τών κακών αιτία καθάπερ το πυρ τού θερμαίνειν και πάντα, οις αν γειτνιάση, κακίας αναπίμπλησιν; Ή αγαθή μεν η ψυχής φύσις, ταις δε ενεργείαις ποτέ μεν ούτως έχει, ποτέ δε ούτως; Ει μεν φύσει και το είναι αυτής κακόν, και πόθεν αυτή το είναι; Ή εκ τής δημιουργικής τών όλων όντων αγαθής αιτίας; Αλλ ει εκ ταύτης, πώς κατ ουσίαν κακόν; Αγαθά γαρ πάντα ταύτης έκγονα. Ει δε ταις ενεργείαις, ουδέ τούτο αμετάβλητον. Ει δε μη, πόθεν αι αρεταί μη και αγαθοειδούς αυτής γινομένης; Λείπεται άρα το κακόν ασθένεια και έλλειψις τού αγαθού είναι. 31. Τών αγαθών το αίτιον εν. Ει τω αγαθώ το κακόν εναντίον, τού κακού τα αίτια πολλά. Ου μην τα ποιητικά τών κακών λόγοι και δυνάμεις, αλλ αδυναμία και ασθένεια και μίξις τών ανομοίων ασύμμετρος. Ούτε ακίνητα και αεί ωσαύτως έχοντα τα κακά, αλλ άπειρα και αόριστα και εν άλλοις φερόμενα και τούτοις απείροις. Πάντων και τών κακών αρχή και τέλος έσται το αγαθόν, τού γαρ αγαθού ένεκα πάντα, και όσα αγαθά και όσα εναντία, και γαρ και ταύτα πράττομεν το αγαθόν ποθούντες, ουδείς γαρ εις το κακόν αποβλέπων ποιεί, α ποιεί. Διο ούτε υπόστασιν έχει το κακόν, αλλά παρυπόστασιν τού αγαθού ένεκα και ουχ εαυτού γινόμενον. 32. Τω κακώ το είναι θετέον κατά συμβεβηκός και δι άλλο και ουκ εξ αρχής οικείας. Ώστε το γιγνόμενον ορθόν μεν είναι δοκείν, ότι τού αγαθού ένεκα γίνεται, τω όντι δε ουκ ορθόν είναι, διότι το μη αγαθόν αγαθόν οιόμεθα. Δέδεικται άλλο το εφετόν και άλλο το γινόμενον. Ουκούν το κακόν παρά την οδόν και παρά τον σκοπόν και παρά την φύσιν και παρά την αιτίαν και παρά την αρχήν και παρά το τέλος και παρά τον όρον και παρά την βούλησιν και παρά την υπόστασιν. Στέρησις άρα εστί το κακόν και έλλειψις και ασθένεια και ασυμμετρία και αμαρτία και άσκοπον και ακαλλές και άζωον και άνουν και άλογον και ατελές και ανίδρυτον και αναίτιον και αόριστον και άγονον και αργόν και αδρανές και άτακτον και ανόμοιον και άπειρον και σκοτεινόν και ανούσιον και αυτό μηδαμώς μηδαμή μηδέν ον. Πώς όλως δύναταί τι το κακόν τη προς το αγαθόν μίξει; Το γαρ πάντη τού αγαθού άμοιρον ούτε έστι τι ούτε δύναται. Και γαρ ει το αγαθόν και ον εστι και βουλητόν και ενδύναμον και δραστήριον, πώς δυνήσεταί τι το εναντίον ταγαθώ το ουσίας και βουλήσεως και δυνάμεως και ενεργείας εστερημένον; Ου πάντα πάσι και πάντη τα αυτά κατά το αυτό κακά. Δαίμονι κακόν το παρά τον αγαθοειδή νουν είναι, ψυχή το παρά λόγον, σώματι το παρά φύσιν. 33. Πώς όλως τα κακά προνοίας ούσης; Ουκ έστι το κακόν, ή κακόν, ούτε ον ούτε εν τοις ούσιν. Και ουδέν τών όντων απρονόητον, ουδέ γαρ εστι το κακόν ον αμιγές υπάρχον τού αγαθού. Και ει μηδέν τών όντων αμέτοχον τού αγαθού, κακόν δε η έλλειψις τού αγαθού, ουδέν δε τών όντων εστέρηται καθόλου τού αγαθού, εν πάσι τοις ούσιν η θεία πρόνοια, και ουδέν τών όντων απρονόητον. Αλλά και τοις γινομένοις κακοίς αγαθοπρεπώς η πρόνοια κέχρηται προς την αυτών ή άλλων ή ιδικήν ή κοινήν ωφέλειαν και οικείως εκάστου τών όντων προνοεί. Διο και τον εικαίον τών πολλών ουκ αποδεξόμεθα λόγον, οι χρήναί φασι την πρόνοιαν και άκοντας ημάς επί την αρετήν άγειν, το γαρ φθείραι φύσιν ουκ έστι προνοίας. Όθεν ως πρόνοια τής εκάστου φύσεως σωστική τών αυτοκινήτων ως αυτοκινήτων προνοεί και τών όλων και τών καθ έκαστον οικείως όλω και εκάστω, καθ όσον η τών προνοουμένων φύσις επιδέχεται τας τής όλης και παντοδαπής προνοίας εκδιδομένας αναλόγως εκάστω προνοητικάς αγαθότητας. 34. Ουκ άρα ον το κακόν, ουδέ εν τοις ούσι το κακόν. Ουδαμού γαρ το κακόν, ή κακόν. Και το γίνεσθαι το κακόν ου κατά δύναμιν, αλλά δι ασθένειαν. Και τοις δαίμοσιν, ό μεν εισι, και εκ ταγαθού και αγαθόν. Το δε κακόν αυτοίς εκ τής τών οικείων αγαθών αποπτώσεως, και αλλοίωσις η περί την ταυτότητα και την έξιν ασθένεια τής προσηκούσης αυτοίς αγγελοπρεπούς τελειότητος. Και εφίενται τού αγαθού, καθ ό τού είναι και ζην και νοείν εφίενται. Και ει ουκ εφίενται τού αγαθού, τού μη όντος εφίενται. Και ουκ έστι τούτο έφεσις, αλλά τής όντως εφέσεως αμαρτία. 35. Εν γνώσει δε αμαρτάνοντας καλεί τα λόγια τους περί την άληστον τού αγαθού γνώσιν ή την ποίησιν εξασθενούντας και τους ειδότας το θέλημα και μη ποιούντας, τους ακηκοότας μεν, ασθενούντας δε περί την πίστιν ή την ενέργειαν τού αγαθού. Και αβούλητόν τισι το συνιέναι τού αγαθύναι κατά την παρατροπήν ή την ασθένειαν τής βουλήσεως. Και όλως το κακόν, ως πολλάκις ειρήκαμεν, ασθένεια και αδυναμία και έλλειψίς εστιν ή τής γνώσεως ή τής αλήστου γνώσεως ή τής πίστεως ή τής εφέσεως ή τής ενεργείας τού αγαθού. Καίτοι φαίη τις· Ου τιμωρητόν η ασθένεια, τουναντίον δε συγγνωστόν. Ει μεν ουκ εξήν το δύνασθαι, καλώς αν είχεν ο λόγος. Ει δε εκ ταγαθού το δύνασθαι τού διδόντος κατά τα λόγια τα προσήκοντα πάσιν απλώς, ουκ επαινετόν η τής εκ ταγαθού τών οικείων αγαθών έξεως αμαρτία και παρατροπή και αποφυγή και απόπτωσις. Αλλά ταύτα μεν ημίν εν τοις Περί δικαίου και θείου δικαιωτηρίου κατά δύναμιν ικανώς ειρήσθω, καθ ην ιεράν πραγματείαν η τών λογίων αλήθεια τους σοφιστικούς και αδικίαν και ψεύδος κατά τού θεού λαλούντας επεράπισεν ως παράφρονας λόγους. Νυν δε ως καθ ημάς αρκούντως ύμνηται ταγαθόν ως όντως αγαστόν, ως αρχή και πέρας πάντων, ως περιοχή τών όντων, ως ειδοποιόν τών ουκ όντων, ως πάντων αγαθών αίτιον, ως τών κακών αναίτιον, ως πρόνοια και αγαθότης παντελής και υπερβάλλουσα τα όντα και ουκ όντα και τα κακά και την εαυτής στέρησιν αγαθύνουσα, πάσιν εφετόν και εραστόν και αγαπητόν και όσα άλλα εν τοις έμπροσθεν ο αληθής απέδειξεν, ως οίμαι, λόγος. |
21. Αλλά το κακό δεν βρίσκεται ούτε ανάμεσα στα όντα. Διότι αν όλα τα όντα προέρχονται από το αγαθό, και το αγαθό βρίσκεται μέσα σε όλα τα όντα και τα περιέχει όλα, τότε ή το κακό δεν θα υπάρχει ανάμεσα στα όντα ή θα βρίσκεται μέσα στο αγαθό. Όμως, βέβαια, μέσα στο αγαθό δεν θα βρίσκεται, γιατί ούτε μέσα στη φωτιά υπάρχει το ψυχρό, ούτε γίνεται κάτι κακό, από αυτό που μετατρέπει σε καλό ακόμη και το κακό. Αν όμως υπάρχει, πώς βρίσκεται το κακό μέσα στο αγαθό; Αν προέρχεται από αυτό, είναι άτοπο και αδύνατο. Διότι δεν μπορεί, όπως λέει η αλήθεια των Γραφών, ένα δέντρο καλό να παράγει καρπούς πονηρούς, ούτε βέβαια το αντίθετο. Αν όμως δεν προέρχεται από αυτό, προφανώς προέρχεται από άλλη αρχή και αιτία. Διότι ή το κακό θα προέρχεται από το αγαθό, ή το αγαθό από το κακό, ή αν αυτό δεν είναι δυνατόν, τότε και το αγαθό και το κακό θα προέρχονται από κάποια άλλη αρχή και αιτία. Γιατί κάθε δυάδα δεν είναι αρχή, αλλά η μονάδα θα είναι η αρχή κάθε δυάδας. Και όμως, είναι άτοπο από μία και την ίδια αρχή να προέρχονται και να υπάρχουν δύο πράγματα παντελώς αντίθετα, και η ίδια αυτή η αρχή να μην είναι απλή και ενιαία, αλλά χωρισμένη και διπλή και ενάντια στον εαυτό της και αλλοιωμένη. Και επίσης, δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν δύο αντίθετες αρχές των όντων, οι οποίες να βρίσκονται η μία μέσα στην άλλη και μέσα στο σύμπαν και να μάχονται μεταξύ τους. Διότι αν γινόταν δεκτό αυτό, τότε και ο Θεός δεν θα ήταν απαλλαγμένος από πόνο ούτε έξω από δυσκολίες, εφόσον θα υπήρχε κάτι που θα τον ενοχλούσε· έπειτα, όλα θα ήταν άτακτα και θα μάχονταν αιώνια. Και όμως, το αγαθό μεταδίδει φιλία σε όλα τα όντα και υμνείται από τους ιερούς θεολόγους ως η ίδια η ειρήνη και ο δωρητής της ειρήνης. Γι' αυτό και όλα τα αγαθά είναι φίλα και εναρμονισμένα και γεννήματα μιας ζωής και συντεταγμένα προς ένα αγαθό, και ήπια και όμοια και φιλικά μεταξύ τους. Ώστε το κακό δεν βρίσκεται μέσα στον Θεό, και το κακό δεν είναι θεϊκό. Αλλά ούτε από τον Θεό προέρχεται το κακό. Διότι ή δεν είναι αγαθός, ή ενεργεί αγαθά και παράγει αγαθά, και μάλιστα όχι μόνο κάποιες φορές και κάποια πράγματα, ενώ άλλες όχι και όχι όλα· γιατί (σε τέτοια περίπτωση) θα υποστεί μεταβολή και αλλοίωση, και μάλιστα ως προς την αιτία, που είναι το πιο θεϊκό από όλα. Επειδή αν μέσα στον Θεό το αγαθό είναι η ίδια η ύπαρξή του, τότε ο Θεός που αλλάζει από το αγαθό, άλλοτε θα υπάρχει και άλλοτε δεν θα υπάρχει. Αν πάλι κατέχει το αγαθό μέσω συμμετοχής, τότε θα το έχει λάβει από άλλον, και άλλοτε θα το έχει και άλλοτε όχι. Άρα το κακό δεν προέρχεται από τον Θεό, ούτε βρίσκεται μέσα στον Θεό, ούτε γενικά ούτε μέσα στον χρόνο. 22. Αλλά ούτε στους αγγέλους υπάρχει το κακό. Διότι αν ο αγαθοειδής άγγελος εξαγγέλλει τη θεία αγαθότητα, όντας κατά συμμετοχή σε δεύτερο βαθμό εκείνο που η αιτία (ο Θεός) είναι σε πρώτο βαθμό, ο άγγελος είναι εικόνα του Θεού, φανέρωση του αφανούς φωτός, κάτοπτρο καθαρό, διαυγέστατο, αλώβητο, αμόλυντο, ακηλίδωτο, που δέχεται όλη —αν επιτρέπεται να πούμε— την ωραιότητα της αγαθόμορφης θεοείδειας και αναλάμπει μέσα του αμιγώς, όσο είναι δυνατόν, την αγαθότητα της σιωπής που βρίσκεται στα άδυτα. Άρα ούτε στους αγγέλους υπάρχει το κακό. «Αλλά επειδή τιμωρούν τους αμαρτωλούς, είναι κακοί;». Με αυτόν τον συλλογισμό, και εκείνοι που σωφρονίζουν τους παρανομούντες είναι κακοί, και από τους ιερείς εκείνοι που αποκλείουν τον βέβηλο από τα θεία μυστήρια. Και όμως, δεν είναι κακό το να τιμωρείται κανείς, αλλά το να γίνει άξιος τιμωρίας· ούτε το να αποκλείεται κανείς αξιοκρατικά από τα ιερά, αλλά το να γίνει μιαρός και ανίερος και ακατάλληλος για τα άχραντα. 23. Αλλά ούτε οι δαίμονες είναι κακοί από τη φύση τους. Διότι αν ήταν φύσει κακοί, ούτε από το αγαθό θα προέρχονταν, ούτε θα ανήκαν στα όντα, ούτε βέβαια θα είχαν μεταβληθεί από αγαθοί, όντας φύσει και πάντα κακοί. Έπειτα, είναι κακοί για τους εαυτούς τους ή για τους άλλους; Αν είναι για τους εαυτούς τους, τότε καταστρέφουν τους εαυτούς τους· αν για τους άλλους, πώς καταστρέφουν και τι καταστρέφουν; Την ουσία, τη δύναμη ή την ενέργεια; Αν καταστρέφουν την ουσία, πρώτον αυτό δεν είναι αντίθετο στη φύση, γιατί τα φύσει άφθαρτα δεν τα καταστρέφουν, αλλά μόνο όσα είναι δεκτικά φθοράς. Έπειτα, ούτε αυτό είναι για τον καθένα και παντού κακό. Αλλά ούτε φθείρεται κάποιο από τα όντα ως προς την ουσία και τη φύση του, αλλά λόγω της έλλειψης τάξης τής φύσης του, εξασθενεί ο λόγος της αρμονίας και της συμμετρίας ώστε να παραμείνει στην ίδια κατάσταση. Η δε εξασθένηση δεν είναι πλήρης· γιατί αν ήταν πλήρης, θα αναιρούσε και τη φθορά και το ίδιο το υποκείμενο, και μια τέτοια φθορά θα ήταν φθορά του ίδιου του εαυτού της. Ώστε ένα τέτοιο πράγμα δεν είναι κακό, αλλά ελλιπές αγαθό. Γιατί εκείνο που στερείται παντελώς το αγαθό δεν θα υπάρχει ανάμεσα στα όντα· και ο ίδιος λόγος ισχύει για τη φθορά της δύναμης και της ενέργειας. Έπειτα, πώς οι δαίμονες που προήλθαν από τον Θεό είναι κακοί; Διότι το αγαθό παράγει και δημιουργεί αγαθά. «Και όμως λέγονται κακοί», θα μπορούσε να πει κάποιος. Αλλά όχι ως προς αυτό που είναι (διότι προέρχονται από το αγαθό και έλαβαν αγαθή ουσία), αλλά ως προς αυτό που δεν είναι, επειδή εξασθένησαν, όπως λένε οι Γραφές, στο να διατηρήσουν τη δική τους αρχή. Σε τι λοιπόν, πες μου, λέμε ότι γίνονται κακοί οι δαίμονες, παρά στην παύση της κατοχής και της ενέργειας των θείων αγαθών; Άλλωστε, αν οι δαίμονες ήταν κακοί εκ φύσεως, θα ήταν πάντα κακοί. Και όμως το κακό είναι ασταθές. Επομένως, αν παραμένουν πάντα στην ίδια κατάσταση, δεν είναι κακοί· γιατί το να είναι κάτι πάντα το ίδιο είναι ιδίωμα του αγαθού. Αν όμως δεν είναι πάντα κακοί, τότε δεν είναι κακοί εκ φύσεως, αλλά λόγω έλλειψης των αγγελικών αγαθών. Και δεν στερούνται παντελώς το αγαθό, στον βαθμό που και υπάρχουν και ζουν και νοούν και γενικά υπάρχει μέσα τους κάποια κίνηση επιθυμίας. Αλλά λέγονται κακοί επειδή εξασθενούν ως προς την κατά φύση ενέργειά τους. Παρέκκλιση λοιπόν είναι γι' αυτούς το κακό, και έξοδος από τα προσήκοντα σε αυτούς, και αποτυχία, και ατέλεια, και αδυναμία, και εξασθένηση και φυγή και πτώση από τη δύναμη που διασώζει την τελειότητα μέσα τους. Άλλωστε, τι είναι το κακό στους δαίμονες; Θυμός παράλογος, επιθυμία ανόητη, φαντασία προπετής. Αλλά αυτά, ακόμα και αν υπάρχουν στους δαίμονες, δεν είναι παντού ούτε σε όλους ούτε από μόνα τους κακά. Γιατί σε άλλα ζώα η ύπαρξη αυτών των ιδιοτήτων δεν είναι κακό, αλλά η αναίρεσή τους είναι φθορά για το ζώο και κακό. Η δε ύπαρξή τους σώζει και κάνει να υπάρχει η φύση του ζώου που τα έχει. Άρα το δαιμονικό γένος δεν είναι κακό στον βαθμό που υπάρχει κατά φύση, αλλά στον βαθμό που δεν υπάρχει. Και δεν αλλοιώθηκε το όλο αγαθό που τους δόθηκε, αλλά οι ίδιοι έχουν εκπέσει από το όλο αγαθό που τους δόθηκε. Και για τις αγγελικές δωρεές που τους δόθηκαν, ποτέ δεν λέμε ότι αλλοιώθηκαν, αλλά υπάρχουν και είναι ολόκληρες και πάμφωτες, έστω και αν οι ίδιοι δεν τις βλέπουν επειδή έκλεισαν τις δυνάμεις τους που βλέπουν το αγαθό. Ώστε αυτό που είναι, είναι και από το αγαθό, και αγαθοί είναι, και επιθυμούν το καλό και το αγαθό, επιθυμώντας το: "να υπάρχουν" και "να ζουν" και "να νοούν" ανάμεσα στα όντα. Και λόγω της στέρησης και της φυγής και της πτώσης από τα προσήκοντα σε αυτούς αγαθά λέγονται κακοί. Και είναι κακοί στον βαθμό που "δεν είναι κάτι"· και επιθυμώντας το «μη ον», επιθυμούν το κακό. 24. Αλλά θα μπορούσε κάποιος να πει ότι οι ψυχές είναι κακές; Αν επειδή συναναστρέφονται με κακούς προνοητικά και σωτήρια, αυτό δεν είναι κακό, αλλά αγαθό και προέρχεται από το αγαθό που μετατρέπει και το κακό σε αγαθό. Αν όμως λέμε ότι οι ψυχές γίνονται κακές, σε τι γίνονται κακές παρά στην έλλειψη των αγαθών έξεων και ενεργειών, και στην αποτυχία και ολίσθηση λόγω της δικής τους αδυναμίας; Γιατί και για τον αέρα γύρω μας λέμε ότι σκοτεινιάζει λόγω της έλλειψης και της απουσίας του φωτός. Το ίδιο το φως όμως είναι πάντα φως, αυτό που φωτίζει και το σκοτάδι. Άρα ούτε στους δαίμονες ούτε σε εμάς υπάρχει το κακό ως υπαρκτό κακό, αλλά ως έλλειψη και ερήμωση της τελειότητας των οικείων τους αγαθών. 25. Αλλά ούτε στα άλογα ζώα υπάρχει το κακό. Διότι αν αναιρέσεις τον θυμό και την επιθυμία και τα υπόλοιπα, (όσα λέγονται και δεν είναι απλώς κακά στην ίδια τη φύση τους), το λιοντάρι αν χάσει την ορμή και το θράσος του δεν θα είναι πλέον λιοντάρι, και ο σκύλος αν γίνει ήπιος προς όλους δεν θα είναι σκύλος, εφόσον χαρακτηριστικό του σκύλου είναι το να φυλάει και το να δέχεται το οικείο, ενώ να διώχνει το ξένο. Ώστε το να μη φθείρεται η φύση δεν είναι κακό, ενώ η εξασθένηση και η έλλειψη των φυσικών έξεων και ενεργειών και δυνάμεων, είναι φθορά της φύσης. Και αν όλα όσα προέρχονται από γέννηση μέσα στον χρόνο έχουν (σκοπό) το τέλειο, τότε ούτε το ατελές είναι παντελώς αντίθετο προς κάθε φύση. 26. Αλλά ούτε σε ολόκληρη τη φύση υπάρχει το κακό. Διότι αν όλοι οι φυσικοί λόγοι προέρχονται από τη γενική φύση, τίποτα δεν είναι αντίθετο σε αυτήν. Στη φύση τού καθενός όμως, το ένα θα είναι κατά φύση και το άλλο παρά φύση. Διότι για άλλη φύση κάτι είναι παρά φύση, και αυτό που εδώ είναι κατά φύση, αλλού είναι παρά φύση. Και κακό για κάποια φύση, είναι το παρά φύσιν, η στέρηση δηλαδή των στοιχείων της φύσης του. Ώστε δεν υπάρχει κακή φύση, αλλά αυτό είναι κακό για τη φύση: το να αδυνατεί να εκτελέσει τα στοιχεία της δικής της φύσης. 27. Αλλά ούτε στα σώματα υπάρχει το κακό. Διότι η ασχήμια και η νόσος είναι έλλειψη μορφής και στέρηση τάξης. Αυτό όμως δεν είναι παντελώς κακό, αλλά λιγότερο καλό. Διότι αν γινόταν παντελής διάλυση του κάλλους και της μορφής και της τάξης, θα χανόταν και το ίδιο το σώμα. Και το ότι το σώμα δεν είναι αιτία κακίας για την ψυχή, είναι φανερό από το ότι είναι δυνατόν να υφίσταται κακία και χωρίς σώμα, όπως στους δαίμονες. Αυτό λοιπόν είναι κακό και για τους νόες και για τις ψυχές και για τα σώματα: η εξασθένηση και η πτώση από την κατάσταση των δικών τους αγαθών. 28. Αλλά ούτε το πολυθρύλητο: «Μέσα στην ύλη υπάρχει το κακό», όπως λένε, «επειδή είναι ύλη». Διότι και αυτή έχει μερίδιο από τον κόσμο και το κάλλος και τη μορφή. Αν όμως η ύλη, δεν τα είχε αυτά, και ήταν από μόνη της χωρίς ποιότητες και άμορφη, πώς θα μπορούσε η ύλη να προκαλεί κάτι, αφού από μόνη της δεν έχει ούτε τη δυνατότητα να δέχεται επιδράσεις; Άλλωστε πώς η ύλη είναι κακό; Διότι αν δεν υπάρχει με κανέναν απολύτως τρόπο, δεν είναι ούτε αγαθό ούτε κακό. Αν όμως υπάρχει με κάποιον τρόπο, και όλα τα όντα προέρχονται από το αγαθό, τότε και αυτή θα προερχόταν από το αγαθό, και τότε ή το αγαθό θα παρήγαγε το κακό. Ή το κακό επειδή προέρχεται από το αγαθό θα ήταν αγαθό, ή το κακό θα παρήγαγε το αγαθό, ή και το αγαθό επειδή προέρχεται από το κακό θα ήταν κακό. Ή πάλι θα υπήρχαν δύο αρχές, και αυτές εξαρτημένες από μια άλλη κορυφή. Αν πάλι λένε ότι η ύλη είναι αναγκαία για τη συμπλήρωση όλου του κόσμου, πώς η ύλη είναι κακό; Γιατί άλλο είναι το κακό και άλλο το αναγκαίο. Πώς δε ο Αγαθός παράγει κάτι προς γέννηση από το κακό; Ή πώς είναι κακό εκείνο που ζητάει το αγαθό; Επειδή το κακό αποφεύγει τη φύση του αγαθού. Και πώς η ύλη, ενώ είναι κακή, γεννά και τρέφει τη φύση; Διότι το κακό, ως κακό, δεν γεννά, ούτε τρέφει, ούτε παράγει, ούτε σώζει τίποτα. Αν μάλιστα έλεγαν ότι αυτή μεν δεν προκαλεί κακία στις ψυχές, αλλά τις παρασύρει, πώς θα ήταν αυτό αληθές; Διότι πολλές από αυτές βλέπουν προς το αγαθό. Και όμως, πώς θα γινόταν αυτό αν η ύλη τις παρέσυρε οπωσδήποτε προς το κακό; Ώστε το κακό στις ψυχές δεν προέρχεται από την ύλη, αλλά από μια άτακτη και σφαλερή κίνηση. Και αν λένε και αυτό, ότι η κίνηση αυτή ακολουθεί οπωσδήποτε την ύλη, και ότι η άστατη ύλη είναι αναγκαία για εκείνα που δεν μπορούν να στηριχθούν από μόνα τους, πώς το κακό είναι αναγκαίο ή πώς το αναγκαίο είναι κακό; 29. Αλλά ούτε και αυτό που λέμε: «Η στέρηση πολεμά το αγαθό με τη δική της δύναμη». Διότι η παντελής στέρηση είναι εντελώς ανίσχυρη, ενώ η μερική στέρηση δεν έχει τη δύναμη επειδή είναι στέρηση, αλλά την έχει επειδή δεν είναι παντελής στέρηση. Διότι όταν η στέρηση του αγαθού είναι μερική, δεν είναι ακόμα κακό, και όταν γίνει (κακό), τότε και η ίδια η φύση του κακού έχει εξαφανιστεί. 30. Συνοπτικά να πούμε: Το αγαθό προέρχεται από μία και ολόκληρη αιτία, ενώ το κακό από πολλές και μερικές ελλείψεις. Ο Θεός γνωρίζει το κακό ως αγαθό, και κοντά σε αυτόν οι αιτίες των κακών είναι δυνάμεις που παράγουν αγαθό. Αν το κακό ήταν αιώνιο και δημιουργούσε και είχε δύναμη και υπήρχε και ενεργούσε, από πού θα τα είχε αυτά; Ή από το αγαθό, ή το αγαθό από το κακό, ή και τα δύο από άλλη αιτία; Κάθε τι που είναι κατά φύση, γεννιέται από ορισμένη αιτία. Αν το κακό είναι αναίτιο και αόριστο, δεν είναι κατά φύση· διότι ούτε μέσα στη φύση υπάρχει το παρά φύση, ούτε μέσα στην τέχνη υπάρχει ο λόγος της ατεχνίας. Άραγε η ψυχή είναι αιτία των κακών, όπως η φωτιά είναι αιτία του να θερμαίνει, και γεμίζει κακία όλα όσα πλησιάζει; Ή μήπως η φύση της ψυχής είναι αγαθή, αλλά στις ενέργειες άλλοτε είναι έτσι και άλλοτε αλλιώς; Αν είναι κακή εκ φύσεως και ως προς το «είναι» της, τότε από πού έχει το «είναι»; Μήπως από τη δημιουργική αγαθή αιτία όλων των όντων; Αλλά αν προέρχεται από αυτήν, πώς είναι κακή κατά την ουσία; Γιατί όλα τα γεννήματα αυτής (της Αιτίας) είναι αγαθά. Αν όμως είναι (κακή) στις ενέργειες, ούτε αυτό είναι αμετάβλητο. Αν δε δεν ήταν έτσι, από πού θα προέρχονταν οι αρετές, χωρίς η ίδια να γίνεται αγαθοειδής; Άρα απομένει, το κακό να είναι εξασθένηση και έλλειψη του αγαθού. 31. Η αιτία τών αγαθών είναι μία. Αν το κακό είναι αντίθετο στο αγαθό, οι αιτίες του κακού είναι πολλές. Όχι βέβαια οι δημιουργικοί λόγοι και οι δυνάμεις, αλλά η αδυναμία και η εξασθένηση και η ασύμμετρη ανάμειξη των ανόμοιων στοιχείων. Τα κακά ούτε ακίνητα είναι ούτε παραμένουν πάντα στην ίδια κατάσταση, αλλά είναι άπειρα και αόριστα και μεταφέρονται σε άλλα πράγματα, και αυτά άπειρα. Αρχή και τέλος όλων, ακόμα και των κακών, θα είναι το αγαθό· γιατί για χάρη του αγαθού γίνονται όλα, και όσα είναι αγαθά και όσα είναι εναντία· γιατί και αυτά τα πράττουμε επειδή ποθούμε το αγαθό, διότι κανείς δεν κάνει ό,τι κάνει αποβλέποντας στο κακό. Γι' αυτό το κακό δεν έχει υπόσταση, αλλά υπάρχει παρασιτικά, επειδή γίνεται για χάρη του αγαθού και όχι για τον εαυτό του. 32. Στο κακό πρέπει να αποδώσουμε το «είναι» ως "απλό συμβάν" και εξαιτίας κάποιου άλλου, και όχι από δική του αρχή. Ώστε αυτό που γίνεται, φαίνεται μεν να είναι σωστό επειδή γίνεται για χάρη του αγαθού, στην πραγματικότητα όμως δεν είναι σωστό, διότι νομίζουμε αγαθό εκείνο που δεν είναι αγαθό. Έχει αποδειχθεί ότι άλλο είναι αυτό που επιθυμούμε και άλλο αυτό που γίνεται. Επομένως το κακό είναι έξω από την οδό, έξω από τον σκοπό, έξω από τη φύση, έξω από την αιτία, έξω από την αρχή, έξω από το τέλος, έξω από το όριο, έξω από τη βούληση και έξω από την υπόσταση. Στέρηση λοιπόν είναι το κακό, και έλλειψη, και εξασθένηση, και ασυμμετρία, και αστοχία, και άσκοπο, και χωρίς κάλλος, και χωρίς ζωή, και χωρίς νου, και χωρίς λόγο, και ατελές, και ασταθές, και αναίτιο, και αόριστο, και άγονο, και αργό, και αδρανές, και άτακτο, και ανόμοιο, και άπειρο, και σκοτεινό, και ανυπόστατο, και το ίδιο δεν είναι πουθενά και με κανέναν τρόπο τίποτα. Πώς μπορεί γενικά το κακό να κάνει κάτι μέσω της ανάμειξής του με το αγαθό; Γιατί εκείνο που στερείται παντελώς το αγαθό, ούτε είναι κάτι ούτε μπορεί να κάνει κάτι. Διότι αν το αγαθό είναι και υπαρκτό, και αντικείμενο βούλησης, και ισχυρό, και δραστήριο, πώς θα μπορέσει να κάνει κάτι το ενάντιο στο αγαθό, αυτό που στερείται ουσίας, βούλησης, δύναμης και ενέργειας; Δεν είναι όλα τα πράγματα κακά με τον ίδιο τρόπο για όλους και παντού. Για τον δαίμονα κακό είναι το να υπάρχει έξω από τον αγαθοειδή νου, για την ψυχή το να υπάρχει έξω από τον λόγο, για το σώμα το να υπάρχει παρά φύση. 33. Πώς υπάρχουν γενικά τα κακά, αφού υπάρχει η πρόνοια; Το κακό, ως κακό, ούτε υπαρκτό είναι, ούτε υπάρχει ανάμεσα στα όντα. Και κανένα από τα όντα δεν είναι έξω από την πρόνοια, διότι ούτε το κακό υπάρχει ως ον αμιγώς, χωρίς το αγαθό. Και αν κανένα από τα όντα δεν είναι αμέτοχο στο αγαθό, και το κακό είναι έλλειψη του αγαθού, και κανένα από τα όντα δεν στερείται παντελώς το αγαθό, τότε η θεία πρόνοια βρίσκεται μέσα σε όλα τα όντα, και κανένα από τα όντα δεν είναι έξω από την πρόνοια. Αλλά και τα κακά που γίνονται, η πρόνοια τα χρησιμοποιεί με τρόπο που ταιριάζει στο αγαθό, για τη δική τους ή για άλλων, ή για ειδική ή για κοινή ωφέλεια, και προνοεί για το καθένα από τα όντα με τον ταιριαστό του τρόπο. Γι' αυτό και δεν θα δεχτούμε τον ανόητο λόγο των πολλών, οι οποίοι λένε ότι η πρόνοια θα έπρεπε να μας οδηγεί στην αρετή ακόμα και παρά τη θέλησή μας· γιατί το να φθείρει τη φύση δεν είναι έργο της πρόνοιας. Γι' αυτό, ως πρόνοια που διασώζει τη φύση του καθενός, προνοεί για τα όντα με αυτεξούσιο ως αυτεξούσια, και για το σύνολο και για το καθένα ξεχωριστά, με τρόπο που ταιριάζει στο όλο και στο καθένα. Στον βαθμό που η φύση εκείνων για τα οποία προνοεί επιδέχεται τις προνοητικές αγαθότητες της πλήρους και κάθε είδους πρόνοιας που δίνονται αναλογικά στον καθένα. 34. Άρα το κακό δεν είναι ον, ούτε το κακό υπάρχει ανάμεσα στα όντα. Διότι πουθενά δεν υπάρχει το κακό ως κακό. Και το να γίνεται το κακό δεν οφείλεται σε δύναμη, αλλά σε αδυναμία. Και αυτό που είναι οι δαίμονες, και από το αγαθό προέρχεται και αγαθό είναι. Το δε κακό προκύπτει σ' αυτούς από την πτώση από τα ταιριαστά σ' αυτούς αγαθά. Και η αλλοίωση είναι η εξασθένηση της κατάστασης και της ταυτότητας, ως προς την ταιριαστή σε αυτούς αγγελοπρεπή τελειότητα. Και επιθυμούν το αγαθό, στον βαθμό που επιθυμούν το να υπάρχουν και να ζουν και να νοούν. Και αν δεν επιθυμούν το αγαθό, επιθυμούν το «μη ον». Και αυτό δεν είναι επιθυμία, αλλά σφάλμα της όντως επιθυμίας. 35. Και «εν γνώσει» αμαρτάνοντες, ονομάζουν οι Γραφές εκείνους που εξασθενούν ως προς την αλησμόνητη γνώση του αγαθού ή ως προς την πράξη του, και εκείνους που γνωρίζουν το θέλημα και δεν το πράττουν· εκείνους που άκουσαν μεν, αλλά εξασθενούν ως προς την πίστη ή την ενέργεια του αγαθού. Και για κάποιους είναι παρά τη βούλησή τους το να κατανοήσουν το πώς να πράξουν το αγαθό, λόγω της παρέκκλισης ή της εξασθένησης της βούλησης. Και γενικά το κακό, όπως πολλές φορές είπαμε, είναι εξασθένηση και αδυναμία και έλλειψη είτε της γνώσης, είτε της αλησμόνητης γνώσης, είτε της πίστης, είτε της επιθυμίας, είτε της ενέργειας του αγαθού. Και όμως θα μπορούσε να πει κάποιος: Η εξασθένηση δεν είναι άξια τιμωρίας, αλλά αντιθέτως είναι συγχωρητέα. Αν μεν δεν υπήρχε η δυνατότητα, ο λόγος θα ήταν σωστός. Αν όμως από το αγαθό προέρχεται η δυνατότητα εκείνου που δίνει, σύμφωνα με τους λόγους που ταιριάζουν σε όλους γενικά, τότε δεν είναι άξια επαίνου η αμαρτία και η εκτροπή και η αποφυγή και η απομάκρυνση από την κατάσταση των αγαθών που τού αρμόζουν και που προέρχονται από το αγαθό. Αλλά αυτά ας θεωρηθούν ότι ειπώθηκαν από εμάς ικανοποιητικά, κατά το δυνατόν, στο έργο «Περί δικαίου και θείου δικαστηρίου», στην οποία ιερή πραγματεία, η αλήθεια των Γραφών ράπισε ως παραφροσύνη τους σοφιστικούς λόγους εκείνων που λένε αδικίες και ψεύδη κατά του Θεού. Τώρα όμως, όπως αρμόζει σε εμάς, έχει υμνηθεί επαρκώς το αγαθό ως πραγματικά αξιοθαύμαστο, ως αρχή και τέλος των πάντων, ως περιοχή των όντων, ως αυτό που δίνει μορφή στα «μη όντα», ως αιτία όλων των αγαθών, ως αναίτιο των κακών, ως πρόνοια και αγαθότητα παντελής, που υπερβαίνει τα όντα και τα «μη όντα», και μετατρέπει σε αγαθό τα κακά και την ίδια τη στέρηση του εαυτού του, αντικείμενο επιθυμίας και έρωτα και αγάπης για όλους, και όσα άλλα απέδειξε, όπως νομίζω, ο αληθινός λόγος στα προηγούμενα. |
Δημιουργία αρχείου: 1-4-2026.
Τελευταία μορφοποίηση: 1-4-2026.