Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Κεντρική Σελίδα

Θεολογικά, Παπισμός και Βιβλία

Διάκριση "Θεολογίας" και "Οικονομίας" * Φανέρωση του Θεού εν Χριστώ * Νεοπατερική, μεταπατερική και συναφειακή «θεολογία»

Βιβλιοπαρουσίαση

Η Αγία Τριάδα στην Δυτική Χριστιανοσύνη

Απροκατάληπτη και σαφής παρουσίαση τών Δυτικών θέσεων

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

 

Πηγή: Περιοδικό "Εκκλησιαστική Παρέμβαση" Τεύχος 320. Μάρτιος 2023.

Αναδημοσίευση από: https://www.parembasis.gr

 

Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο τού διδάκτορος θεολογίας και διδάσκοντος στην Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης κ. Γεωργίου Σίσκου με τίτλο «Η Αγία Τριάδα στην Δυτική Χριστιανοσύνη (20ός αιώνας)» και υπότιτλο «Νεοσχολαστικισμός και Οντολογία τής σχέσης», από τις εκδόσεις Αρμός σελ. 860. Πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό βιβλίο και με το παρόν κείμενό μου θα κάνω απλώς μια μικρή παρουσίαση και θα σημειώσω μερικές εντυπώσεις μου.

 

Το ενδιαφέρον αυτό βιβλίο τού Γεωργίου Σίσκου είναι συνέχεια τής διδακτορικής του διατριβής σχετικά με «το ερμηνευτικό πλαίσιο τής Χριστολογίας τού αγίου Μαξίμου τού Ομολογητού», που ήταν «μια διερεύνηση για την διαμόρφωση τού Χριστιανικού δόγματος κατά τους 4ο - 7ο αιώνας επί τών όρων πρόσωπο, υπόστασις, ουσία, φύσις, βούλησις, ενέργεια», όπως γράφει ο ίδιος. Ο συγγραφεύς μελετώντας την ελληνόγλωσση και ξενόγλωσση βιβλιογραφία διαπίστωσε «μια επαναλαμβανόμενη ερμηνεία τών ορθοδόξων αγιοπατερικών και συνοδικών όρων, η οποία παρουσίαζε σοβαρές αποκλίσεις από το ιστορικό και κειμενικό τους πλαίσιο».

Έτσι, πρόκειται για μια μεταδιδακτορική έρευνα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, κατά τα έτη 2016-2019, για να εντοπίση πώς αυτά τα σοβαρά θέματα εκφράσθηκαν στην δυτική θεολογία και πώς αυτά μεταφέρθηκαν και στον ορθόδοξο χώρο. Η σημασία τού βιβλίου αυτού είναι μεγάλη, όπως παρουσιάζεται από τον ίδιο τον ερευνητή: «Η μελέτη τής νεοσχολαστικής οντολογίας και τής οντολογίας τής σχέσης, δύο θεολογικών ρευμάτων με μεγάλο αποτύπωμα στη δυτική χριστιανοσύνη, έχει μεγάλη σημασία για την ερμηνεία τών κειμένων τής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Και τούτο για τρεις τουλάχιστον λόγους:

Πρώτον, γίνονται κατανοητές οι προϋποθέσεις και η ορολογία, επί τών οποίων συγκροτείται η θεολογία τής χριστιανικής Δύσης στον 20ό αιώνα, από τη μια ως επίσημη ρωμαιοκαθολική διδασκαλία και από την άλλη ως κυρίαρχο παράδειγμα στο ρωμαιοκαθολικό και προτεσταντικό κόσμο.

Δεύτερον, καταδεικνύονται οι έσχατες απολήξεις τής χριστιανικής θεολογίας μέσω τών ερμηνευτικών επιλογών τής δυτικής Χριστιανοσύνης.

Τρίτον, φανερώνει τις επιρροές αυτών τών θεολογικών ρευμάτων στη βιβλιογραφία που διατρίβει στα κείμενα τής Ορθόδοξης Εκκλησίας».

 

1. Το κεντρικό θέμα τού βιβλίου

Το κεντρικό θέμα που αναλύεται στο βιβλίο αυτό φαίνεται καθαρά στον τίτλο: «Η Αγία Τριάδα στην Δυτική Χριστιανοσύνη». Αυτό δείχνει ότι ο συγγραφεύς μελετά πώς εκφράσθηκε από τον δυτικό Χριστιανισμό τού 20ού αιώνος το θέμα τού Τριαδικού Θεού, και κυρίως αυτός ο σκοπός προσδιορίζεται εμφανέστερα στον υπότιτλο τού βιβλίου «Νεοσχολαστικισμός και Οντολογία τής σχέσης». Άρα, ο «Νεοσχολαστικισμός» και η «Οντολογία τής σχέσης» είναι τα δύο κεντρικά σημεία τού βιβλίου αυτού.

Όπως αναλύεται στο βιλίο, ο «Νεοσχολαστικισμός» και η «Οντολογία τής σχέσης» «αποτελούν δύο διαδοχικά ερμηνευτικά ρεύματα, τα οποία συνδέονται στενότατα μεταξύ τους δια σχέσεων αντίθεσης, τού δευτέρου προς το πρώτον». Συγκεκριμένα:

Ο «Νεοσχολαστικισμός» είναι μια «κυρίαρχη θεολογική πρόταση» που άρχισε ως αντίδραση προς την φιλοσοφία τών Νεοτέρων χρόνων, τον Διαφωτισμό, τον Μοντερνισμό, που γκρέμισε το κοσμοείδωλο τής Μεταφυσικής, και ονομάστηκε Νεοθωμισμός ή Νεοσχολαστική θεολογία που επικράτησε από την Α ́ Βατικανή Σύνοδο (1870 μ.Χ.) μέχρι την Β ́ Βατικανή Σύνοδο (1962-1965 μ.Χ.).

Η «Οντολογία τής σχέσης» είναι το ρεύμα εκείνο που αντέδρασε στον Νεοθωμισμό-Νεοσχολαστικισμό, με την «υπέρβαση τού σχολαστικισμού και την επιστροφή στη θεολογία τού ζωντανού Θεού τής Βίβλου εντός τής κτίσης και τής ιστορίας», το οποίο αναπτύχθηκε στην Δύση «από την δεκαετία τού 1930 και λαμβάνει σημαντική έκταση από τη δεκαετία τού 1960 και εξής.

Έτσι, ενώ η Σχολαστική και Νεοσχολαστική θεολογία απωθούν τον Θεό έξω από την ιστορία και τον κόσμο, απωθούν την Αγία Τριάδα «σε χώρους απρόσιτους για την ανθρώπινη εμπειρία», αφού ο Θεός ταυτίζεται με την ουσία, την ύπαρξη και το actus purus, η «οντολογία τής σχέσης» καταλήγει σε μια ερμηνευτική «που να καθιστά αληθινή την παρουσία τής Αγίας Τριάδος εντός τής ιστορίας», χρησιμοποιώντας ως «κύρια σημαίνοντα το πρόσωπο, την ελευθερία, τη βούληση, την ενέργεια».

Διαβάζοντας κανείς προσεκτικά το βιβλίο αυτό καταλαβαίνει ότι η «Νεοσχολαστική-Νεοθωμιστική θεολογία» τών Ρωμαιοκαθολικών διατυπώθηκε στην προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν το ρεύμα τού Διαφωτισμού, όπως εκφράσθηκε ριζοσπαστικότατα από την Γαλλική Επανάσταση, από την οποία υπέφερε πολύ το Βατικανό, ενώ η «Οντολογία τής σχέσης» αναπτύχθηκε για να αντιμετωπίση τόσο τα αδιέξοδα που δημιούργησε ο Νεοθωμισμός όσο και να απαντήση δημιουργικά στη φιλοσοφική σκέψη τού εικοστού αιώνος, που «είχε ήδη μορφοποιήσει το σημαινόμενο τού προσώπου ως ιδρυτικού όρου και γεγονότος στην οντολογία τής σχέσης».

Αυτό δηλώνει ότι «η σύνθεση περσοναλισμού και σχολαστικισμού παραμένει απολύτως λογικά συνεπής στο πλαίσιο τής δυτικής χριστιανικής παράδοσης».

Επομένως, ο «σχολαστικισμός δεν καταργείται ουδόλως και, τουναντίον, ανανεώνεται γλωσσικά με το ένδυμα τού υπαρξισμού και τού περσοναλισμού, παραμένοντας στη βάση του ακέραιος».

Νομίζω ότι αυτά είναι τα κεντρικά σημεία τού περιεχομένου τού βιβλίου αυτού που εκτείνεται στις 860 σελίδες, μαζί με τις πηγές-μελέτες, που είναι σχεδόν όλες από τον δυτικό χώρο, τον Ρωμαιοκαθολικισμό και τον Προτεσταντισμό, και το ευρετήριο τών κυρίων ονομάτων και όρων-εννοιών.

Ο συγγραφεύς μελετά τα ίδια τα κείμενα τών δυτικών θεολόγων, Ρωμαιοκαθολικών και Προτεσταντών, με την γνώση τών ευρωπαϊκών γλωσσών που διαθέτει, και αυτό το κάνει με προσοχή, ενδιαφέρον, σοβαρότητα χωρίς να εξασκή συγχρόνως κριτική από ορθοδόξου πλευράς.

Μέσα στις προθέσεις τού ερευνητού-συγγραφέως είναι να παρουσιάση, κατά το δυνατόν αυθεντικά, την σκέψη τών εκφραστών τών δύο αυτών θεολογικών ρευμάτων, ήτοι τού «Νεοθωμισμού-Νεοσχολαστικισμού» και τής «Οντολογίας τής σχέσης», χωρίς να την αλλοιώνη, ώστε όταν και αυτοί οι ίδιοι οι εκφραστές τών ρευμάτων αυτών μελετήσουν αυτήν την έρευνα να αναγνωρίσουν την σκέψη τους, χωρίς κάποια παραχάραξη. Μάς βοηθά δε να δούμε τι γίνεται στην δυτική θεολογία και κατ’ επέκταση τι επιδράσεις είχαν στην σκέψη Ορθοδόξων θεολόγων.

 

2. Τα περιεχόμενα τού βιβλίου

Το βιβλίο διαιρείται σε δύο μεγάλα μέρη, (Α ́καί Β ́), σύμφωνα με τα δύο θεολογικά ρεύματα που διερευνά, ήτοι τού Νεοσχολαστικισμού και τής Οντολογίας τής σχέσης.

Το Α ́ μέρος με τίτλο «Νεοσχολαστική ερμηνευτική» διαιρείται σε πέντε κεφάλαια στα οποία υπάρχει πλούσιο υλικό προς μελέτη και διερεύνηση τού σοβαρού αυτού θέματος.

Το πρώτο κεφάλαιο αναφέρεται στην Εγκύκλιο τού Πάπα Λέοντος ΙΓ ́, που εξεδόθη την 4-8-1879 και «αφορούσε την ορθή χρήση τής φιλοσοφίας από τους Χριστιανούς με επίκεντρο το σύνολο τών κειμένων τού Θωμά Ακινάτη». Η Εγκύκλιος «με παραπομπή στην Ε ́ σύνοδο τού Λατερανού και τον ιερό Αυγουστίνο θέτει το κριτήριο τού ορθού λόγου, το οποίο είναι η απόλυτη συμφωνία με τα δεδομένα τής αποκάλυψης και τής Αγίας Γραφής».

Οι τέχνες και οι φυσικές επιστήμες πρέπει να εναρμονισθούν με την σχολαστική φιλοσοφία και έτσι «ο Ακινάτης αποτελεί τη χριστιανική εναλλακτική πρόταση γνωσιολογίας, πολιτειολογίας και ηθικής ενάντια στο θεολογικό, φιλοσοφικό και επιστημονικό Μοντερνισμό». Έτσι, με την Εγκύκλιο αυτή αρχίζει μια μεγάλη άνθιση «τών θωμιστικών σπουδών μέχρι τουλάχιστον την Β ́ Βατικανή σύνοδο. Η σχολαστική γίνεται η επίσημη ερμηνευτική μέθοδος τής Ρωμαιοκαθολικής Θεολογίας στα Πανεπιστήμια τής Ευρώπης και τής Αμερικής».

Το δεύτερο κεφάλαιο αναλύει την Εγκύκλιο τού Πάπα Πίου Ι για την διδασκαλία τού Μοντερνισμού που εξεδόθη την 8 Σεπτεμβρίου 1907, και η οποία προώθησε με σαφέστερο τρόπο την Εγκύκλιο τού προκατόχου του για την Νεοσχολαστική θεολογία με σκοπό την αντιμετώπιση τού Μοντερνισμού που «εμφιλοχώρησε εντός τού ιδίου τού σώματος τής Εκκλησίας -σε λαϊκούς και κληρικούς φερομένους ως μεταρρυθμιστές-». Στο κεφάλαιο αυτό αναλύονται όλα τα σημεία τής Εγκυκλίου αυτής η οποία αναφέρεται στον Μοντερνισμό, όπως φανερώνεται στην φιλοσοφία, τον πιστό Χριστιανό, τον θεολόγο, τον ιστορικό, τον κριτικό, τον απολογητή και τον μεταρρυθμιστή.

Με τον τρόπο αυτό βλέπουμε ποιές είναι οι εκφράσεις και οι εκφάνσεις τού Μοντερνισμού, ήτοι τών διαφωτιστικών και τών μεταρρυθμιστικών-προτεσταντικών αρχών που επηρέασαν και πολλούς Ρωμαιοκαθολικούς. Έτσι, με την Εγκύκλιο αυτή τίθεται «το ιδρυτικό πρόγραμμα διάχυσης τού Νεοσχολαστικισμού».

Το τρίτο κεφάλαιο αναφέρεται «στο Διάταγμα τού Πάπα Πίου Ι για τη σπουδή στη φιλοσοφία τού Θωμά τού Ακινάτη στα Καθολικά Σχολεία Ιταλίας και Νήσων». Η νέα αυτή Εγκύκλιος που εξεδόθη την 29 Ιουνίου τού 1914 «θέτει ευθέως τόσο την απόλυτη θέση τού Ακινάτη στη θεολογία όσο και την ορθή ερμηνευτική οδό για τα κείμενα τού αγγελικού δασκάλου», δηλαδή τού Θωμά Ακινάτη, απαντώντας στις αντιδράσεις που προκλήθηκαν μέσα στον Ρωμαιοκαθολικισμό από την προηγούμενη Εγκύκλιο.

Το τέταρτο κεφάλαιο είναι αρκετά ενδιαφέρον, διότι αναφέρεται στην έκδοση από το Βατικανό ένα μήνα μετά την έκδοση τού προηγουμένου Διατάγματος, ήτοι στις 27 Ιουλίου 1914, τών 24 θέσεων «τής Θωμιστικής φιλοσοφίας ως τον ερμηνευτικό κανόνα τού Νεοσχολαστικισμού». Οι 24 αυτές θέσεις από την διδασκαλία τού Θωμά τού Ακινάτη «επιμερίζονται σε οκτώ αρχές επί τής οντολογίας, τέσσερις επί τής κοσμολογίας, οκτώ επί τής ψυχολογίας και τρεις επί τής φυσικής θεολογίας ή θεοδικίας».

Απεκάλεσα το κεφάλαιο αυτό ενδιαφέρον διότι σε αυτό φαίνεται ότι επισήμως ο ίδιος ο Πάπας επιλέγει και καθορίζει ποιές θα είναι οι βασικές θεολογικές αρχές τού Θωμά τού Ακινάτη με τις οποίες μπορούν να αντιμετωπισθούν οι νέες διαφωτιστικές και προτεσταντικές αρχές που επηρεάζουν και τους Ρωμαιοκαθολικούς.

Δεν είναι δυνατόν στο συνοπτικό αυτό κείμενό μου να γίνη μια έστω και συντομη απαρρίθμηση αυτών τών 24 Θωμιστικών αρχών. Να αναφερθούν κατά τηλεγραφικό τρόπο μερικά βασικά σημεία, όπως: για την ταύτιση ουσίας και ύπαρξης στον Θεό, για την αναλογία τού όντος-analogia entis για την θεία ουσία που ταυτίζεται με το actus purus, που είναι αμέθεκτη και για τον άνθρωπο ο οποίος «δια τής κτιστής χάριτος γίνεται αναλογικά μέτοχος τής Θείας Ουσίας» για την διάκριση ουσίας και συμβεβηκότων για την σχολαστική οντολογία τής σχέσης που βρίσκεται σε αντίθεση με «την φαινομενολογία τών νέων χρόνων» για τους όρους «άτομο, πρόσωπο, ουσία, φύσις, υπόστασις» για την μετουσίωση «τών Τιμίων Δώρων από τον Θωμά Ακινάτη» για την «ύπαρξη τής ψυχής ως ζωτικής αρχής και ουσιώδους μορφής τών εμβίων όντων» για την «κατά φύσιν άφθαρτη και αθάνατη» ψυχή για το ότι «οι άνθρωποι χρησιμοποιούν αναλογίες εκ τών αισθητών προκειμένου να γνωρίζουν τα άϋλα νοερά» για την «αναλογία ως μέθοδο γνώσης τού Θεού» για το ότι «η φυσική αναγκαιότητα κάνει τη βούληση να είναι όπως είναι, δηλαδή βουλητική απλώς» για τις πέντε αποδείξεις τής ύπαρξης τού Θεού για το actus purus-καθαρή ενέργεια που είναι «το θεμέλιο τής θείας απλότητας» για την απανταχού παρουσία τού Θεού ως actus purus για «τις προϋποθέσεις τής εκ τού μηδενός δημιουργίας και τής ακοινώνητης από τα κτίσματα θείας ενέργειας, η οποία ταυτίζεται απολύτως με τη Θείαν Ουσία» κλπ.

Όταν διαβάση κανείς όλο αυτό το κεφάλαιο διαπιστώνει με καθαρότητα τις θέσεις τής Σχολαστικής και Νεοσχολαστικής θεολογίας για τον Θεό, τον άνθρωπο, την κτίση, και επίσης αντιλαμβάνεται με ποιές θεολογικές θέσεις ο Πάπας θέλησε να αντιμετωπίση την φιλοσοφία τού Διαφωτισμού-Μοντερνισμού.

Το πέμπτο κεφάλαιο αναφέρεται στην «έκθεση τού μυστηρίου τής Αγίας Τριάδος» κατά τον «Νεοσχολαστικισμό-Νεοθωμισμό». Κατ’ αυτόν η κατανόηση τού δόγματος τού Τριαδικού Θεού γίνεται με την επεξεργασία «από το φυσικό λόγο δια τού συλλογισμού και τής αναλογίας». Έτσι, «οι αναλογίες βοηθούν στην εμβάθυνση τού μυστηρίου τής Αγίας Τριάδος κατά έναν παραστατικό, αλλά όχι αποδεικτικό τρόπο», γι’ αυτό «η μέθοδος τών Λατίνων κρίνεται από την Νεοσχολαστική θεολογία σαφώς ανώτερη από εκείνη τών Ελλήνων Πατέρων». Με αυτόν τον τρόπο «για τη Νεοσχολαστική, ο Θωμάς τελειοποιεί τις διακρίσεις που πρώτος εισήγαγε ο ιερός Αυγουστίνος». Για τον Νεοσχολαστικισμό οι σχέσεις στην Αγία Τριάδα ερμηνεύονται θεολογικά. Επίσης, γίνεται λόγος για τον ορισμό τού προσώπου, ότι, δηλαδή το πρόσωπο «ορίζεται ως καθορίζουσα υπαρκτική αρχή και θεμέλιο τής ατομικής λογικής φύσης», ότι «η οντολογία τού προσώπου είναι η ουσιώδης αυθυπαρξία του και αυτή η ουσιώδης αυθυπαρξία του είναι αφενός το θεμέλιο τής ψυχολογίας τού προσώπου ως συνείδησης και αφετέρου τής ελευθερίας τού προσώπου ως ηθικής».

Γίνεται ευρύτατος λόγος για το πώς η Νεοσχολαστική-Νεοθωμιστική θεολογία ερμηνεύει τα πρόσωπα τού Θεού, τού Πατρός και τού Υιού και τού Αγίου Πνεύματος για το filioque για «την ενοίκηση τών Θείων Προσώπων στους αξίους», ότι δεν είναι ένωση κατά την υπόσταση, ούτε κατά την ουσία, αλλά είναι ένωση «κατά συμβεβηκός αναλόγως τής γνώσης και τής αγάπης τού λογικού κτίσματος», «είναι ένωση ηθική, διότι η κτιστή αγιαστική χάρη διαμορφώνει την ψυχή, ώστε να λαμβάνει το καθ’ ομοίωσιν από το παράδειγμα τού Αγίου Πνεύματος». Έτσι, «το Άγιο Πνεύμα ως άκτιστο πρόσωπο αποτελεί την αποτελεσματική και παραδειγματική αιτία τών ανθρώπινων οργανισμών, ενώ η κτιστή χάρη την τυπική, κανονική αιτία τού αγιασμού».

Με αυτές τις πολύ συνοπτικές επισημάνσεις μου παρουσιάζεται το πρώτο μέρος τού βιβλίου το οποίο στις 500 σελίδες εκφράζει τα βασικά σημεία τού Νεοσχολαστικισμού-Νεοθωμισμού με τον οποίο ο Πάπας προσπάθησε να αντιμετωπίση την φιλοσοφία τών Νέων Χρόνων, τού Μοντερνισμού που ήταν απόρροια τών διαφωτιστικών και προτεσταντικών αρχών.

Το Β ́ μέρος τού βιβλίου με τίτλο «Ερμηνευτικές αρχές στον Περσοναλισμό τής δυτικής Χριστιανοσύνης τού 20ού αιώνα» αναλύει με σοβαρό, μεθοδικό και επιστημονικό τρόπο το θεολογικό ρεύμα που ακολούθησε μετά τον «Νεοσχολαστικισμό-Νεοθωμισμό», που είναι η «οντολογία τής σχέσης», ήτοι ο «περσοναλισμός» τού δυτικού Χριστιανισμού και διαιρείται σε τέσσερα επί μέρους κεφάλαια.

Όπως προανέφερα οι δυτικοί Χριστιανοί, Ρωμαιοκαθολικοί και Προτεστάντες, παρετήρησαν ότι η απώθηση τού Θεού έξω από τον κόσμο, η ταύτιση τού Θεού με το είναι, την ύπαρξη, την ουσία και το actus purus, και η ύπαρξη τής κτιστής Χάρης με την οποία ο Θεός έρχεται σε σχέση με τον κόσμο, δημιούργησαν πολλά προβλήματα στους δυτικούς Χριστιανούς και έτσι χρειάσθηκε να βρεθή μια διδασκαλία που θα «καθιστά αληθινή την παρουσία τής Αγίας Τριάδος εντός τής ιστορίας». Έτσι, κατέληξαν στην «οντολογία τής σχέσης», με βασικά σημεία το πρόσωπο, την ελευθερία, την βούληση, την ενέργεια. Μέσα σε αυτήν την προοπτική κινούνται τα τέσσερα κεφάλαια τού Β ́ μέρους τού βιβλίου αυτού.

Το πρώτο κεφάλαιο αναφέρεται στην «σύνθεση σχολαστικής θεολογίας και Υπαρξισμού στην Τριαδολογία τής δυτικής Χριστιανοσύνης» και παρουσιάζονται οι απόψεις τού Προτεστάντου Karl Barth και τού Ρωμαιοκαθολικού Karl Rahner. Κοινή κατεύθυνση και τών δύο είναι «η ανανέωση τής θεολογικής γλώσσας μέσω τών υπαρξιστικών σχημάτων και τών περσοναλιστικών διατυπώσεων».

Κατ’ αρχήν ο Προτεστάντης Karl Barth κληρονόμησε «από την ενιαία δυτική χριστιανική παράδοση την ταύτιση Θεολογίας και Οικονομίας, την ταύτιση αΐδιας ύπαρξης τής Αγίας Τριάδος και τής οικονομικής φανέρωσής» της και χρησιμοποιεί διατυπώσεις οι οποίες «μαρτυρούν την ταύτιση ουσίας και ενεργειών στον Τριαδικό Θεό».

Επίσης, ήλθε «σε ισχυρότατη σύγκρουση με την analogia entis τής σχολαστικής θεολογίας και τών συγχρόνων ερμηνευτών της, για να καταλήξει στην ριζική αντίθετη έννοια τής analogia relationis, δηλαδή την αναλογία τού τρόπου υπάρξεως στις αΐδιες σχέσεις τών Προσώπων τής Αγίας Τριάδος με τον τρόπο υπάρξεως τών ανθρώπων, τόσο κατά τις μεταξύ τους σχέσεις όσο και κατά τη σχέση τους με τον Θεό, όταν οι άνθρωποι ζουν εν Χριστώ».

Είναι χαρακτηριστικά τα σημεία που θίγονται στην άποψη τού Karl Barth, ήτοι: «η ταύτιση θεολογίας και οικονομίας» «Πρόσωπο, Ουσία, Θέληση, Ενέργεια: Η ταύτιση τρόπου υπάρξεως και ενεργειών στον Θεό» «Το είναι τού Θεού ως αγάπη» «Η ταύτιση τού Προσώπου με την αγάπη και την ελευθερία στον Θεό» «Analogia Entis και Analogia fidei: οι ανθρώπινες προϋποθέσεις μετοχής και γνώσης τού Θεού» «Analogia Relationis. Η ταύτιση τού τρόπου υπάρξεως στην Αγία Τριάδα και τον άνθρωπο».

Ακόμη, ο Ρωμαιοκαθολικός Karl Rahner, όπως και ο Karl Barth «έχει ως βασική μέριμνα αφενός να επαναζωογονήσει το δόγμα τής Αγίας Τριάδος από την σχολαστική απώθηση σε χώρους μακρυά από τις υπαρξιακές αγωνίες και τα ζωτικά ενδιαφέροντα τού ανθρώπου, αφετέρου να δείξει ότι το μυστήριο τής Αγίας Τριάδος είναι ο πυρήνας τής χριστιανικής ζωής».

Είναι χαρακτηριστικά τα σημεία που τονίζει ο συγγραφεύς τής παρούσης μελέτης από τις απόψεις τού Rahner, όπως: «η κριτική τής δυτικής χριστιανικής Ουσιοκρατίας στην Τριαδολογία» «το θεμελιώδες ερμηνευτικό αξίωμα στην Τριαδολογία: Ταύτιση αϊδίου και οικονομικής Τριάδος» «Οι υποστατικές σχέσεις τής Αγίας Τριάδος με τους ανθρώπους» «η ταύτιση τού τρόπου υπάρξεως τών Θείων Προσώπων με τις άκτιστες ενέργειες» «η μετοχή τών ανθρώπων στην αΐδια ζωή τής Αγίας Τριάδος» «το Είναι τού Θεού ως αγάπη».

Το βασικό συμπέρασμα τού κεφαλαίου αυτού είναι ότι «η δυτική θεολογία τού 20ού αιώνα, αντιμέτωπη με τις φιλοσοφικές προκλήσεις τού Διιαφωτισμού, επιχείρησε να αρθρώσει έναν λόγο, ο οποίος από τη μια να υπερβαίνει την εκκοσμίκευση και τον ορθολογισμό τής φιλελεύθερης θεολογίας τού Προτεσταντισμού και από την άλλη την αμυντική γραμμή τής νεοθωμιστικής και νεοσχολαστικής ερμηνείας τού Ρωμαιοκαθολικισμού».

Μέσα στην προοπτική αυτή ορίζεται «το Είναι τής Αγίας Τριάδος ως αγάπης ad intra και ad extra», δηλαδή «οι Θείες Υποστάσεις υπάρχουν ελεύθερα δια τής βούλησής τους σε κοινωνία αγάπης», ως «αλληλοπεριχώρηση τών Θείων Προσώπων ως τον τρόπο υπάρξεώς τους αϊδίως», και «αυτός ο τρόπος υπάρξεως είναι ταυτόσημος με τον τρόπο αποκαλύψεως και παράγει είτε την analogia relationis είτε τη μετοχή στις Θείες Υποστάσεις καθιστώντας τον άνθρωπο μέτοχο τής ενδοτριαδικής ζωής».

Το δεύτερο κεφάλαιο έχει τίτλο «Η κριτική τής Αυγουστίνειας και τής Σχολαστικής Τριαδολογίας». Πρόκειται για κριτική που ασκείται από δυτικούς θεολόγους στον Αυγουστίνο και τον Θωμά τον Ακινάτη.

Οι βασικές κριτικές σκέψεις τών δυτικών θεολόγων για τον ιερό Αυγουστίνο είναι ότι «ο πλατωνισμός τού ιερού Αυγουστίνου, τον οδήγησε στην ερμηνεία τών θεοφανειών τής Παλαιάς Διαθήκης ως κτιστών συμβόλων» «οι πλατωνικές προϋποθέσεις τού Αυγουστίνου οδηγούν σε μια υποτίμηση τής ενανθρώπισης» ο Αυγουστίνος «αδυνατώντας να κατανοήσει την καππαδοκική διάκριση ουσίας και υποστάσεως οδηγείται στην ερμηνεία τών Θείων Υποστάσεων ως σχέσεων τής μιας Θείας Ουσίας», που καταλήγει στον αγνωστικισμό που είναι «η βασική αιτία τής σύγχρονης αθεΐας» «από τις νεοπλατωνικές αναλογίες τών ψυχικών δυνάμεων» ο Αυγουστίνος «παραπέμπει σε εσωτερικές ψυχικές δομές ενός κλειστού υποκειμένου» και είναι αναπόφευκτος «ο θεολογικός ατομικισμός» «η αυγουστίνεια ουσιοκρατία προετοίμασε το δρόμο τής ανάλογης σχολαστικής ουσιοκρατίας» η «ερμηνεία τού Αγίου Πνεύματος ως δώρου τού Θεού και ως συνδέσμου αγάπης μεταξύ Θεού Πατρός και Υιού» όχι μόνον δεν είναι σύμφωνη με την Αγία Γραφή, αλλά εκφράζει μια «νεοπλατωνική ερμηνεία τής Αγίας Τριάδος» και οδηγεί στο filioque και πολλά άλλα.

Επίσης, η «συστηματικότερη περσοναλιστική κριτική στο πρόσωπο τού Θωμά τού Ακινάτη εντοπίζεται στις μελέτες τής C. M. LaCugna», η οποία παρατηρεί ότι: «α) η τοποθέτηση τής Τριαδολογίας στο τέλος τών θεολογικών πραγματειών αντιστρέφει την τάξη τής αποκάλυψης και τής συναφούς εμπειρίας τού ανθρώπου να γνωρίζει τον Θεό δια τής αποκάλυψης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο τίθεται σε οντολογική προτεραιότητα η άγνωστη αΐδια ζωή τής Αγίας Τριάδος σε σχέση με τη θεία Οικονομία, β) η προτεραιότητα τής Θείας Ουσίας επί τών Θείων Υποστάσεων, καταστρατηγεί παντελώς τη βιβλική, λειτουργική και συμβολική ερμηνεία τής αποκάλυψης τού Θεού Πατρός δια τού Υιού εν Αγίω Πνεύματι, γ) η υποδιαίρεση τών πραγματειών περί Θεού σε De Deo Uno και De Deo Trino, φανερώνει μια δευτερεύουσα σημασία για την Τριάδα τών Προσώπων σε σχέση με την Ουσία, δ) η Χριστολογία θεμελειώνεται στην Τριαδολογία χωρίς να συμβαίνει και το αντίστροφο, ε) η ερμηνεία τής κτίσεως ως ενέργειας τής Θείας Ουσίας απολειτουργικοποιεί τις Θείες Υποστάσεις».

Μέσα σε αυτήν την προοπτική ερμηνεύεται στην Δύση και η διδασκαλία τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά. Η ερμηνεία που κάνει η D. Wendebourg «κατέστησαν στους περσοναλιστές θεολόγους τής Δύσεως την παλαμική θεολογία ως ένα ερμηνευτικό ανάλογο τής σχολαστικής ουσιοκρατίας».

Το τρίτο κεφάλαιο φέρει τον τίτλο «η σχέση αΐδιας και οικονομικής Τριάδας στη δυτική συστηματική θεολογία τού προσώπου». Και αυτό είναι αποκαλυπτικό, γιατί η άποψη που αναπτύσσεται είναι το μεταβατικό στάδιο από τον «Νεοθωμισμό» στην «Οντολογία τής σχέσης». «Με βάση την κριτική τής αυγουστίνειας και σχολαστικής ουσιοκρατίας» είναι αναγκαίο «το αίτημα για την πλήρη σύνδεση έως και την ταύτιση αϊδίου και οικονομικής Τριάδος». Με τον όρο αΐδια Τριάδα εννοείται ο Τριαδικός Θεός πριν την δημιουργία τού κόσμου, και τον όρο «οικονομική Τριάδα» εννοείται ο Θεός με την δημιουργία τού κόσμου και κυρίως με την ενανθρώπιση τού Υιού και Λόγου τού Θεού. Απλώς να σημειωθή ότι στους Πατέρας τής Εκκλησίας δεν ταυτίζεται ο Τριαδικός Θεός (αΐδια φύση) με την ενανθρώπηση τού Υιού και Λόγου τού Θεού (οικονομική Τριάδα).

Στο κεφάλαιο αυτό αναπτύσσονται απόψεις πολλών δυτικών θεολόγων, όπως τού Piet Schoonenberg, τού Eberhard Jüngel, τού Rohert Jenson, τού Wolfhart Pannenberg, τού Jürgen Moltmann, τού Walter Kasper-Hans Urs von Balthasar - Bruno Forte τής C. M. LaCugna, τού Ted Peters.

Το κεφάλαιο αυτό είναι αρκετά ενδιαφέρον και δείχνει την σύγχυση που υπάρχει στην δυτική θεολογία, όταν συνδέεται και ταυτίζεται το μυστήριο τού Τριαδικού Θεού και όσα αναφέρονται στον Τριαδικό Θεό με την κτίση.

Πρόκειται για την συζήτηση που γίνεται στον δυτικό κόσμο για «τον χριστιανικό περσοναλισμό» που αναφέρεται στην σχέση μεταξύ θεολογίας και οικονομίας «πάνω στο θεμελιώδες αξίωμα τού Karl Rohner» ότι «η οικονομική Τριάδα είναι η αΐδια Τριάδα και η αΐδια Τριάδα είναι η οικονομική Τριάδα».

Βασική αρχή αυτής τής άποψης είναι η analogia entis-αναλογία όντος, ότι υπάρχει αναλογία μεταξύ Θεού και δημιουργημάτων, και δείχνει «την αποκάλυψη ως στοιχείο που ανακαλύπτεται από μια εγγενή ικανότητα τού ανθρωπίνου όντος»· η analofia fidei-αναλογία πίστεως, ότι «η ορθή πίστη δεν παράγεται από το νου τού ανθρώπου, αλλά αποκλειστικά από το έργο τού Θεού»· και η analogia relationisαναλογία σχέσης, ότι, δηλαδή, υφίσταται αναλογία τού τρόπου υπάρξεως Θεού και ανθρώπων, τόσο στον Χριστό προς τον Θεό Πατέρα και προς τους ανθρώπους, όσο και διαμέσου τού Χριστού- στους ανθρώπους μεταξύ τους», δηλαδή συνιστά και προϋποθέτει την «ταύτιση τού τρόπου υπάρξεως τής Αγίας Τριάδος με την ταύτιση τού τρόπου υπάρξεως τών ανθρώπων ως αγάπης».

Αυτή η βασική αρχή τής «αναλογίας τής σχέσης», συνδέεται και με την άλλη αρχή τού δυτικού χριστιανικού περσοναλισμού ότι «ότιδήποτε συμβαίνει στον Θεό ad extra (έξω από Αυτόν) συνιστά τη διαμόρφωση τής ύπαρξης τού Θεού ad intra» (μέσα σε Αυτόν). Αυτή η σύνδεση και ταύτιση μεταξύ τού ad extra και τού ad intra καταργεί την διαφορά μεταξύ ακτίστου και κτιστού και την διαφορά μεταξύ αποφατικής και καταφατικής θεολογίας.

Είναι πολύ χαρακτηριστικές οι φράσεις τών περσοναλιστών που εκφράζουν την «σύνδεση έως και ταύτιση αϊδίου και οικονομικής Τριάδος», που ταυτίζει την απόκρυφη ζωή στο εσωτερικό τού Τριαδικού Θεού με την κτίση που δημιουργήθηκε από την ενέργεια τού Θεού: «Η αιωνιότητα ως τρόπος υπάρξεως τής Αγίας Τριάδος μέσα στον χρόνο», «η διάμορφωση τών Τριών Θείων ταυτοτήτων μέσα από την ιστορία», «η εσχατολογία ως διαμόρφωση τού Θείου Είναι εν τω γίγνεσθαι τής ιστορίας», «η Εσχατολογία ως ιστορία τού Θεού», «οι θείες ενέργειες ως τρόπος υπάρξεως τού Θεού», «εσχατολογία τού σταυρού», «η ιστορία εντός τών σχέσεων τής Αγίας Τριάδος», «η αγάπη ως τρόπος υπάρξεως τών Θείων Υποστάσεων», «η ιστορία τής σωτηρίας ως μόνος τρόπος υπάρξεως τής Αγίας Τριάδος», «η οικονομία ως το αληθές πεδίο διαμόρφωσης τών σχέσεων τής αΐδιας Τριάδος» κ.α.

Οι περσοναλιστικές αυτές απόψεις που συγχέουν «την αΐδια Τριάδα με την οικονομική Τριάδα» προκειμένου να υποστηριχθή η «οντολογία τής σχέσης» έχουν μια διαδοχική εξέλιξη. Ο συγγραφεύς παρατηρεί: «Ο T. Peters συνοψίζει τη συζήτηση τών προγενεστέρων προκειμένου να θέσει τη σχέση αιωνιότητος και χρόνου εντός τής Αγίας Τριάδος. Η λησμονημένη αρχή τής αληθινής αποκάλυψης τού Θεού εν Χριστώ στην κτίση, όπως ο Θεός πράγματι είναι, έγινε με τον K. Barth. Ο K. Rahner προχώρησε έτι περαιτέρω θέτοντας το θεμελιώδες αξίωμα ότι η αΐδια Τριάδα είναι οικονομική και το αντίστροφο. Ο J. Moltmann έθεσε το ζήτημα ενός οντολογικού θεοπασχητισμού, προκειμένου να φανερωθεί η αληθινή παρουσία τού Θεού στην κτίση. Στο σταυρό υποφέρει η Αγία Τριάδα όπως Αυτή είναι. Η ιστορία τού πάθους συνιστά υπαρκτικά την Αγία Τριάδα ως τέτοια. Η C. M. LaCugna συρρίκνωσε την αΐδια Τριάδα εντός τής οικονομικής με βάση τη μετακαντιανή γνωσιολογία, τη βιβλική μαρτυρία και το υπαρξιακό αίτημα μιας Τριάδος όχι για τον εαυτό της, αλλά για την ανθρωπότητα. Δεν προχώρησε ωστόσο στις επιδράσεις τού κόσμου επί τής Αγίας Τριάδος. Ο R. Jenson ανέλαβε το συγκεκριμένο ερώτημα προχωρώντας στην ερμηνευτική λύση τής Τριαδολογικής Ταυτότητας, η οποία διαμορφώνεται ιστορικά και αποκαλύπτει την πληρότητά της εσχατολογικά. Παράλληλη ερμηνευτική λύση αναζήτησε και ο W. Pannenberg μέσω τής ερμηνείας τής εξαρτώμενης Θεότητας από την ιστορία, η οποία φανερώνει τη δόξα της στα έσχατα».

Το τέταρτο και τελευταίο κεφάλαιο τού δευτέρου μέρους τού βιβλίου, αλλά και ολοκλήρου τού βιβλίου φέρει τον τίτλο «η οντολογία τής σχέσης και τού προσώπου ως η καίρια ερμηνευτική τής χριστιανικής θεολογίας» και αποτελεί μία από τις βασικές θέσεις τού βιβλίου και γενικότερα τής έρευνας αυτής. Εξετάζονται διάφοροι θεολόγοι οι οποίοι κάνουν λόγο για «οντολογία τής σχέσης» και το πρόσωπο, μέσα από διάφορες προοπτικές.

Οι υποενότητες τού σημαντικού αυτού κεφαλαίου είναι χαρακτηριστικές, όπως: «Πρόσωπο, άτομο, κοινωνία», «Θωμιστικός Περσοναλισμός», «Joseph Ratzinger: τα Θεία Πρόσωπα ως σχέσεις», «Jean Galot: Θεία και ανθρώπινα πρόσωπα», «Walter Kasper: το πρόσωπο ως ελευθερία και εκ-στατική αγάπη», «Wiliam Norris Clarke: Το υπάρχειν ως ουσία σε σχέση», «Catherine Mowry LaCugna: Τα Θεία Πρόσωπα στην οικονομία», «Jürgen Moltmann: Τα θεία Πρόσωπα ως ξεχωριστά υποστατικά κέντρα ενεργειών και σχέσεων», «Wolfhart Pannenberg: Οι υποστατικές ενέργειες τών Θείων Προσώπων στην ιστορία», «Calin Gunton: Πρόσωπο και ελευθερία».

Εδώ θα πρέπει να αναφερθή η άποψη τού Calin Gunton για το πρόσωπο και την ελευθερία, όπως την προυσιάζει ο συγγραφεύς τού παρόντος βιβλίου.

«Η ελευθερία τού προσώπου αποτελεί συστατικό στοιχείο τής ετερότητας. Το πρόσωπο υπάρχει αποκλειστικά σε σχέση με το έτερο, αφού υποστασιάζει την ύπαρξή του από τη σχέση με το έτερο. Κατά συνέπεια το έτερον δεν μπορεί να τελεί σε αναγκαιότητα ως όργανο ή απορροή τού προσώπου. Επομένως, το πρόσωπο συγκροτείται ως τέτοιο δια τής ελευθερίας. Η ελευθερία τού προσώπου δεν είναι ατομική ελευθερία από τον άλλον, αλλά ελευθερία για τον άλλον, στα πλαίσια τής αλληλοπεριχώρησης τών προσώπων. Τα πρόσωπα θέλουν να υπάρχουν εν αλλήλοις. Η περιχώρηση αποτελεί την συνισταμένη τών τριών υποστατικών θελημάτων στην Αγία Τριάδα».

Το απόσπασμα αυτό παρατέθηκε ως πολύ χαρακτηριστικό, για να φανή ότι είναι τα ίδια λόγια που χρησιμοποιούν για το πρόσωπο μερικοί σύγχρονοι ορθόδοξοι περσοναλιστές.

Είναι σημαντικά τα συμπεράσματα τού συγγραφέως ύστερα από την εξαντλητική έρευνα στους εκπροσώπους τής δυτικής χριστιανικής θεολογίας.

Τα φιλοσοφικά ρεύματα τών Νέων Χρόνων που αμφισβήτησαν «τη γνώση τής ύπαρξης τού Θεού από τον ανθρώπινο λόγο» έκαναν τον Ρωμαιοκαθολικισμό να αναπτύξη τις Θωμιστικές σπουδές και έτσι εμφανίσθηκε η Νεοσχολαστική θεολογία που «θα αποτελέση τη χριστιανική οντολογία» απέναντι σε αυτά τα ρεύματα κατά το πρώτο μισό τού 20ού αιώνος.

Όμως, αυτή η νεοσχολαστική-νεοθωμιστική «ερμηνεία τής χριστιανικής πίστης» ως αποτέλεσμα τής αντίδρασης τού Ρωμαιοκαθολικισμού «στην αθεΐα τού Διαφωτισμού» «κυοφόρησε σημαντικά αδιέξοδα στη Ρωμαιοκαθολική θεολογία». Θεραπεία αυτής τής νεοσχολαστικής ερμηνείας θεωρήθηκε «μια δυναμική ερμηνεία τού σύμπαντος, ως ολότητας σχέσεων κατά τα πρότυπα τής σύγχρονης φυσικής και τού περσοναλισμού».

Αυτό σήμανε «μια επιστροφή στον Αυγουστίνο από τον οποίο εξήχθη ερμηνευτικά η Τριαδολογία ως οντολογία τής σχέσης». Τα «εξελικτικά στάδια μιας ερμηνείας» είναι η ταύτιση τού προσώπου με την σχέση, τού προσώπου με τις ατομικές ουσίες εν γένει, τού προσώπου με την ελευθερία. Και αυτή η ερμηνεία «θεμελιώνεται στην φιλοσοφική απλότητα τού Θεού, στην ταύτιση θεολογίας και οικονομίας, στην ταύτιση υποστατικών και φυσικών ιδιωμάτων στον Θεό, στην Ουσία τού Θεού ως actus purus».

Η Νεοσχολαστική οντολογία παραμένει στην διδασκαλία τού Θωμισμού ότι το κτιστό δεν μπορεί να μετέχη τού ακτίστου, αλλά συγχρόνως τονίζει «την ενοίκηση τών Θείων Υποστάσεων στον άνθρωπο κατά τρόπο διαφορετικό από την κτιστή χάρη».

Όμως, η ταύτιση τής αΐδιας και οικονομικής Τριάδος καταλήγει «στην μετοχή στην εσωτερική ζωή τής Αγίας Τριάδος κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο σχετίζονται οι Θείες Υποστάσεις μεταξύ τους».

Η Προτεσταντική θεολογία για να θεραπεύση «την φιλελεύθερη προτεσταντική θεολογία από τον απόλυτο ανθρωποκεντρισμό της», ως αντίδραση στην αθεΐα τού Διαφωτισμού πρόσεξε την θεολογία τών Καππαδοκών Πατέρων, όμως την ερμήνευσε «ασυνείδητα μέσα από τη θωμιστική ερμηνεία».

Έτσι, και οι δύο δυτικές χριστιανικές παραδόσεις, ρωμαιοκαθολική και προτεσταντική, κατέληξαν σε «μια ερμηνεία περί κοινωνίας προσωπικών βουλήσεων και προσωπικών ενεργειών επί τής Αγίας Τριάδος».

 

3. Γενικές εντυπώσεις μου

Το βιβλίο τού Γεωργίου Σίσκου με τίτλο «Η Αγία Τριάδα στην Δυτική Χριστιανοσύνη» είναι σημαντικό από πολλές πλευρές. Ήδη, προηγουμένως παρουσίασα τα βασικά σημεία τής έρευνας αυτής που εκτείνεται σε 860 σελίδες, από τις οποίες οι 40 περίπου σελίδες παρουσιάζουν την βιβλιογραφία που χρησιμοποίησε ο ερευνητής-συγγραφεύς, κυρίως σε δυτικούς θεολόγους που αναπτύσσουν αυτά τα θέματα. Έτσι, κυρίως η έρευνα αυτή στηρίζεται και αναφέρεται σε δυτικές βιβλιογραφικές πηγές, οι οποίες παρουσιάζουν την δυτική χριστιανική θέση πάνω στα θέματα αυτά.

Στην συνέχεια θα καταγραφούν μερικές γενικές εντυπώσεις που δημιουργήθηκαν διαβάζοντας το βιβλίο αυτό, για να φανή η μεγάλη αξία του και για την σύγχρονη θεολογική σκέψη.

Πρώτον. Η ερευνητική αυτή εργασία, όπως σημειώθηκε στην αρχή τού κειμένου αυτού, αναφέρεται σε δύο μεγάλα ρεύματα, τα οποία παρουσιάσθηκαν στην δύση κατά τον 20ό αιώνα. Το πρώτο θεολογικό ρεύμα είναι ο «Νεοσχολαστικισμός-Νεοθωμισμός» και το δεύτερο θεολογικό ρεύμα που ακολούθησε είναι η «Οντολογία τής σχέσης», ήτοι ο χριστιανικός περσοναλισμός.

Οι Ρωμαιοκαθολικοί, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την φιλοσοφία τών Νέων Χρόνων και τον Μοντερνισμό που εκφράστηκε από τον Διαφωτισμό και που επηρέασε και πολλούς Ρωμαιοκαθολικούς, θέλησαν να επαναφέρουν τις βασικές αρχές τού Θωμά τού Ακινάτη (13ος αιώνας), ο οποίος είχε δεχθή ισχυρά κτυπήματα από τον Νομιναλισμό τού 14ου αιώνος και από τα επόμενα θεολογικά και φιλοσοφικά ρεύματα, όπως είναι ο Ανθρωπισμός τού 15ου αιώνος, η Μεταρρύθμιση τού 16ου αιώνος, ο Διαφωτισμός τού 17ου αιώνος, ο Γερμανικός Ιδεαλισμός τού 19ου αιώνος κλπ.

Έτσι, με τον Νεοσχολαστικισμό-Νεοθωμισμό τού τέλους τού 19ου αιώνος και αρχές τού 20ού αιώνος, διαβάστηκε ο Θωμάς ο Ακινάτης μέσα στην προοπτική τών αναγκών τού 20ού αιώνος. Οι Πάπες Λέων ΙΓ ́, και Πίος Ι και οι σύμβουλοί τους θέλησαν να δώσουν κάποια ισχυρά θεμέλια στην θεολογία τους για να στηρίξουν τους Χριστιανούς τους.

Αυτό, όμως, δημιούργησε πολλά προβλήματα γιατί απώθησαν τον Θεό έξω από την ιστορία, και τον άνθρωπο τον άφησαν χωρίς τον Θεό. Η ταύτιση τού Θεού με την ύπαρξή Του, την ουσία Του και το actus purus, η επικοινωνία τού Θεού με τον άνθρωπο με κτιστές ενέργειες έκαναν τον δυτικό άνθρωπο, αλλά και τους Ρωμαιοκαθολικούς θεολόγους να βρίσκονται σε μεγάλη αδυναμία.

Έτσι, άλλοι δυτικοί θεολόγοι, εκμεταλλευόμενοι την υπαρξιακή φιλοσοφία και κοινωνιολογία, και εξασκώντας κριτική στην διδασκαλία τού ιερού Αυγουστίνου και τού Θωμά τού Ακινάτη ανέπτυξαν την «οντολογία τής σχέσης», τον χριστιανικό περσοναλισμό, την κοινωνία τών προσώπων. Με τον τρόπο αυτόν προσπάθησαν να αρθρώσουν έναν νέο λόγο που να βοηθά τον σύγχρονο άνθρωπο. Μερικοί, μάλιστα, θεολόγοι το έκαναν αυτό επανερμηνεύοντας τα κείμενα τού Νεοσχολαστικισμού, για να μην απομακρυνθούν τελείως από την παράδοσή τους, στην οποία ο Θωμάς ο Ακινάτης έχει μεγάλα ερείσματα.

Κατά την ανάγνωση τής μελέτης αυτής αισθάνθηκα ότι μεταξύ τών δύο αυτών θεολογικών ρευμάτων, δηλαδή τού «Νεοσχολαστικισμού-Νεοθωμισμού» και τής «Οντολογίας τής σχέσης» παρεμβάλλεται «η σχέση αΐδιας και οικονομικής Τριάδας».

Αυτό σημαίνει ότι η άποψη ότι υπάρχει σχέση μέχρι ταυτότητος μεταξύ αΐδιας και οικονομικής Τριάδος υπήρξε η γέφυρα για να περάσουν οι δυτικοί θεολόγοι την απώθηση τού Τριαδικού Θεού εκτός τού κόσμου, στην «Οντολογία τής σχέσης» και στον περσοναλισμό.

Όμως, οι Πατέρες τής Εκκλησίας κάνουν σαφέστατη διάκριση μεταξύ θεολογίας και οικονομίας, όπως το παρατηρούμε στον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, που γράφει: «Αδύνατον γαρ εν πάσιν όμοιον ευρείν παράδειγμα, επί τε τής θεολογίας, επί τε τής οικονομίας», γιατί δεν υπάρχει καμμιά ομοιότητα μεταξύ ακτίστου και κτιστού και δεν υπάρχει τίποτε στην κτίση με το οποίο να γνωρίσουμε τον Τριαδικό Θεό στην εσωτερική Του ύπαρξη.

Δεύτερον. Ο συγγραφεύς τής παρούσης εργασίας, διερευνά όλα αυτά τα θέματα και τα φέρνει στο φως, χωρίς, όμως, να τα σχολιάζη από ορθοδόξου πλευράς.

Όντας εκφραστής ο ίδιος τής απόψεως ότι πρέπει να διαβάζονται κειμενικά οι συγκεκριμένες απόψεις στις οποίες αναφερόμαστε, να καταλαβαίνουμε το τι πραγματικά ισχυρίζονται οι εκφραστές τών ρευμάτων αυτών στα κείμενά τους, και όχι πώς εμείς τους ερμηνεύουμε, επιχειρεί, και το κατορθώνει, να μάς δώση αυθεντική εικόνα τών απόψεων τών θεολόγων που διατυπώνουν αυτές τις θέσεις στα δύο αυτά θεολογικά ρεύματα. Δηλαδή, κάνει μια καλή κειμενική ανάλυση, και όχι μια μετακειμενική ερμηνεία τών απόψεων τών θεολόγων αυτών.

Έτσι, μάς δίνει να καταλάβουμε τι ακριβώς λένε οι θεολόγοι αυτοί και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, ώστε αν και οι ίδιοι διαβάσουν την καταγραφή τών απόψεών τους να μη διαμαρτυρηθούν για παραποίηση ή παρερμηνεία τών σκέψεών τους.

Αυτό το έργο γίνεται με σοβαρή ανάγνωση τών κειμένων τους με επιμελή τρόπο, με νηφαλιότητα, χωρίς να εμπλέκη δικές του ερμηνείες και αναλύσεις, χωρίς να κρίνη και μάλιστα αρνητικά τις απόψεις αυτές, δηλαδή το κάνει με σοβαρό επιστημονικό τρόπο. Έτσι, όχι μόνο σέβεται την αγωνία τών θεολόγων και τών δύο αυτών ρευμάτων, αλλά σέβεται ακόμη και τον ορθόδοξο αναγνώστη τής μελέτης αυτής.

Επειδή παρακολουθούσα από την αρχή την έρευνα αυτή, διότι ο Γεώργιος Σίσκος με ενημέρωνε, κατά καιρούς για το ερευνητικό του έργο, γνωρίζω ότι κατ’ αρχάς ξεκίνησε να δη τι λένε ακριβώς οι περσοναλιστές δυτικοί θεολόγοι και αμέσως κατάλαβε ότι έφθασαν σε αυτά τα συμπεράσματα για να φέρουν τον Θεό προς τον άνθρωπο, από το απρόσιτο ύψος που τον ανέβασαν οι Σχολαστικοί και Νεοσχολαστικοί-Νεοθωμιστές θεολόγοι. Έτσι, αποφάσισε να μελετήση τον ΝεοσχολαστικισμόΝεοθωμισμό και να τον προτάξη στην έρευνά του.

Φυσικά, μέσα σε αυτό το πλαίσιο ενέταξε και τις ιστορικές ανάγκες που οδήγησαν τους δυτικούς θεολόγους και τών δύο αυτών ρευμάτων, στην διατύπωση τών απόψεών τους. Αυτό το έκαναν και οι Προτεστάντες θεολόγοι, οι οποίοι κληρονόμησαν, κατά διαφόρους βαθμούς, διάφορες απόψεις τής Σχολαστικής θεολογίας.

Αυτό δείχνει την μεθοδικότητα τής έρευνας και την επιστημονικότητα που διακρίνει τον μελετητή, αφού, μάλιστα, όπως είναι γνωστόν, η έρευνα χρειάζεται έμπνευση και δυνατότητα διατύπωσης τών πορισμάτων της.

Τρίτον. Το βιβλίο αυτό δείχνει άριστα και πώς οι απόψεις τών δύο αυτών ρευμάτων πέρασαν και στην Νεοελληνική θεολογία. Φέρελπεις νέοι ορθόδοξοι θεολόγοι σπούδασαν, ενδεχομένως αποσπασματικά, σε διάφορα Ευρωπαϊκά ή Αμερικανικά Κέντρα Θεολογικών Σπουδών, ενθουσιάσθηκαν από τέτοιες αναλύσεις, που προσπαθούσαν να έλθουν σε διάλογο με τον Διαφωτισμό και τον Υπαρξισμό και τα μετέφεραν στην Ελλάδα, ως μία νέα γλώσσα με την οποία μπορούμε να έλθουμε σε διάλογο με τους ανθρώπους τής εποχής μας και θεολογούσαν με «δάνεια» τα οποία προσέλαβαν από ξένες παραδόσεις και περισσότερο τα παρουσιάζουν ως δικές τους έρευνες. Έτσι, εμφανίσθηκαν νέοι ορθόδοξοι θεολόγοι που τους απεδόθησαν οι χαρακτηρισμοί «νεορθόδοξοι», «μεταπατερικοί», «συναφειακοί», «νεοϋπαρξιστές» κλπ.

Βεβαίως, οι ίδιοι δεν αποδέχονταν αυτούς του χαρακτηρισμούς και αντέτειναν μάλιστα ότι έτσι μπορούμε να καταλάβουμε τον σύγχρονο άνθρωπο. Όμως, διαβάζοντας κανείς το βιβλίο αυτό στο οποίο αναφέρομαι καταλαβαίνει ότι ο Νεοθωμισμός και ο Περσοναλισμός είναι άλλες θεολογίες που διαφοροποιούνται από την θεολογία τών Πατέρων τής Εκκλησίας, είναι μια μεταπατερική θεολογία. Κινούνται μέσα στην προοπτική ότι η Σχολαστική θεολογία που στηρίζεται στην φιλοσοφία είναι ανώτερη από την Πατερική θεολογία, και η Ρωσική θεολογία που επηρεάσθηκε από όλα τα νεότερα Ευρωπαϊκά ρεύματα είναι ανώτερη από την Πατερική και την Σχολαστική θεολογία, και τελικά οι Πατέρες ήταν για την εποχή του, αλλά δεν είναι για την εποχή μας. Κατά συνέπεια ισχυρίζονται ότι αν θέλουμε να μιλήσουμε με τους Πατέρες στην εποχή μας πρέπει να κάνουμε «μετακειμενική ερμηνεία» τών έργων τους. Αυτό είναι παράδοξο από πατερικής πλευράς, γιατί προϋποθέτει την περιθωριοποίηση τών αποφάσεων τών Οικουμενικών Συνόδων.

Τέταρτον. Οι βασικές αρχές τών δύο αυτών δυτικών θεολογικών ρευμάτων, ήτοι τού Νεοθωμισμού-Νεοσχολαστικισμού και τού Περσοναλισμού-«Οντολογία τής σχέσης»-«Οντολογία τού προσώπου» είναι εκτός πατερικής παραδόσεως. Πρόκειται για ένα θρησκευτικό σύστημα που μπορεί να ονομασθή μεταφυσικό, γιατί στηρίζεται στις φιλοσοφικές προϋποθέσεις για την γνώση τού Θεού και δεν έχει καμμιά σχέση με την διδασκαλία τών Προφητών, Αποστόλων και Πατέρων, οι οποίοι είχαν δεχθή την Αποκάλυψη τού Θεού και την κατέγραψαν. Είναι ένα φιλοσοφικό-μεταφυσικό θρησκευτικό σύστημα που διαφέρει σαφώς από την κοινή παράδοση και την ταυτότητα τής εμπειρίας τών Προφητών, τών Αποστόλων και τών Πατέρων.

Έτσι, υφίσταται διαφορά μεταξύ τών σχολαστικών-νεοσχολαστικών-υπαρξιστών θεολόγων και τών εμπειρικών Πατέρων τής Εκκλησίας. Θα ήθελα να μνημονεύσω τις βασικότερες από αυτές τις διαφορές.

Οι Πατέρες δεν δέχονται την ταύτιση θεολογίας και οικονομίας ή την λεγόμενη ταύτιση αΐδιας και οικονομικής Τριαδολογίας. Υφίσταται διαφορά μεταξύ θείας οικονομίας και μυστηρίου τής Αγίας Τριάδος. Εμείς γνωρίζουμε ό,τι μάς απεκάλυψε ο Χριστός, ενωνόμαστε με τον Χριστό που είναι η Κεφαλή τής Εκκλησίας, κοινωνούμε τής ακτίστου ενεργείας τού Τριαδικού Θεού εν προσώπω Ιησού Χριστού και δεν εισερχόμαστε στο μυστήριο τού Τριαδικού Θεού, γιατί εκεί υπάρχει πλήρης αποφατικότητα.

Επίσης, οι Πατέρες τής Εκκλησίας δεν δέχονται τον στοχασμό στην κατανόηση τού Τριαδικού Θεού, αφού με την λογική ερμηνεύουμε τα κτιστά πράγματα, αλλά με τον νου φθάνουμε στην θεοπτία τής δόξης τού Θεού στο πρόσωπο τού Χριστού.

Επομένως, στην Ορθόδοξη πατερική παράδοση υπάρχει σαφώς διπλή μεθοδολογία και γνωσιολογία τού Θεού και τής κτίσεως, ενώ στην Σχολαστική και Νεοσχολαστική παράδοση επικρατεί ενιαία μεθοδολογία και γνωσιολογία. Στην Ορθόδοξη πατερική παράδοση η μέθοδος γνώσεως τού Θεού δεν είναι ο ορθολογισμός, αλλά ο ιερός ησυχασμός. Έτσι, στην πατερική παράδοση γίνεται διάκριση μεταξύ ακτίστων ρημάτων κατά την αποκαλυπτική θεωρία, και κτιστών ρημάτων, νοημάτων και εικονισμάτων, που χρησιμοποιούνται για την καταγραφή, όσον είναι δυνατόν, τής εμπειρίας.

Αυτό σημαίνει ότι όταν οι Πατέρες τής Εκκλησίας ομιλούσαν για τον Θεό ως ουσία, φύση, ενέργειες, πρόσωπο, υπόσταση δεν το έκαναν φιλοσοφικά, αλλά αφ’ ενός μεν για να ατιμετωπίσουν τους φιλοσοφούντας αιρετικούς θεολόγους, αφ’ ετέρου δε για να κατευθύνουν πνευματικά τους Χριστιανούς στην εμπειρία. Έτσι, οι Πατέρες δεν ήταν φιλόσοφοι, ούτε πρέπει να ερμηνεύονται ως φιλοσοφούντες που αντικρούουν άλλους φιλοσοφούντες, όπως φαίνεται στον διάλογο που γίνεται μεταξύ τών Ρωμαιοκαθολικών και τών Προτεσταντών θεολόγων, τόσο τού Νεοθωμισμού όσο και τής Οντολογίας τής σχέσης-περσοναλισμού.

Ακόμη, κατά τους Πατέρας τής Εκκλησίας η θέληση είναι όρεξη τής φύσης και όχι τού προσώπου. Η σύνδεση τής θέλησης με το πρόσωπο είναι αίρεση που καταδικάστηκε από την ΣΤ ́ Οικουμενική Σύνοδο, η οποία καθαιρεί τους Κληρικούς και αφορίζει τους λαϊκούς οι οποίοι ομιλούν για «υποστατικά θελήματα». Αυτή η σύνδεση θέλησης και προσώπου είναι αίρεση κατά παρόμοιο τρόπο που αίρεση είναι η σύνδεση-ταύτιση ουσίας και ενέργειας, το γνωστό actus purus που καταδικάστηκε από Οικουμενικές Συνόδους. Οπότε, αυτές οι δύο αιρέσεις, ήτοι η ταύτιση ουσίας και ενεργείας στον Θεό και η ταύτιση ενεργείας και προσώπου, που διατυπώνεται από τον Νεοθωμισμό και τον Περσοναλισμό έχουν καταδικασθή συνοδικώς ως αιρέσεις.

Επί πλέον στους Πατέρες τής Εκκλησίας δεν υπάρχει κοινωνία προσώπων. Στον Τριαδικό Θεό υπάρχει κοινωνία φύσεως-ενεργείας και αλληλοπεριχώρηση προσώπων, και στον άνθρωπο υπάρχει μέθεξη τής ακτίστου Χάριτος τού Θεού εν προσώπω Ιησού Χριστού. Η υποστατική ένωση έγινε μόνον στον Χριστό, στον οποίο ενώθηκε η θεία φύση με την ανθρώπινη φύση στην υπόσταση τού Λόγου «ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως και αχωρίστως».

Πέμπτον. Οι σύγχρονοι ορθόδοξοι θεολόγοι, οι οποίοι μεταφέρουν στην Ελλάδα και στην συνέχεια στις Θεολογικές Σχολές διάφορες απόψεις τών Νεοσχολαστικών-Νεοθωμιστών, και κυρίως τών Περσοναλιστών-οντολογία τής σχέσης, ή το κάνουν από άγνοια ή το κάνουν από κάποια σκοπιμότητα.

Φυσικά, η άγνοια σε σοβαρά θεολογικά θέματα δεν δικαιολογείται, ούτε και από πλευράς επιστημονικής μεθοδολογίας, όταν ταυτόχρονα παρακάμπτεται όλη η ορθόδοξη πατερική παράδοση που οριοθετήθηκε και από Οικουμενικές Συνόδους.

Όμως, η σκοπιμότητα είτε εν αγνοία είτε εν γνώσει είναι η πλέον επικίνδυνη. Το λέγω αυτό, γιατί μερικοί σύγχρονοι θεολόγοι που συνάντησαν αυτά τα ρεύματα στον δυτικό χώρο, κυρίως εκείνα που αναφέρονται στην οντολογία τής σχέσης, τον λεγόμενο Περσοναλισμό, βρήκαν κοινά θέματα με τα οποία μπορούν να συζητούν με τους Ρωμαιοκαθολικούς και Προτεστάντες θεολόγους, και απέκτησαν με αυτούς μια κοινή θεολογική γλώσσα.

Έτσι, παρακάμπτουν την ορολογία και την θεολογία τών Οικουμενικών Συνόδων, με την οποία φαίνεται όλη η αίρεση τών δυτικών Χριστιανών, και κάνουν διάλογο με την κοινή αυτή γλώσσα, ήτοι πρόσωπο, κοινωνία προσώπων, υποστατικά θελήματα, θέληση και ελευθερία τού προσώπου κλπ. Με τον τρόπο αυτόν προσπαθούν να βρουν τρόπους με τους οποίους θα γίνη η λεγόμενη «ένωση τών Εκκλησιών», παρακάμπτοντας τις αιρέσεις τού Filioque, τού actus purus, το αλάθητο τού Πάπα κλπ.

Έκτον. Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό έφθασα στο αδήριτο συμπέρασμα ότι δικαιώνεται πλήρως ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης για όσα έγραφε και έλεγε για τον Αυγουστίνο και τον Αυγουστινισμό, για τον Σχολαστικισμό και την «Οντολογία τής σχέσης»-Περσοναλισμό. Τα έλεγε αυτά διότι έκανε ο ίδιος έρευνα στην δυτική βιβλιογραφία και μιλούσε με γνώση και επίγνωση.

Αυτό φαίνεται σε πολλά κείμενά του, κατ’ αρχάς στην διδακτορική του διατριβή με τίτλο «το προπατορικό αμάρτημα» και έπειτα σε διάφορα άλλα έργα του και πολλές προφορικές ομιλίες του. Μια παρουσίαση τών απόψεών του για την θεολογία τών Πατέρων και την θεολογία τών δυτικών Παπικών και Προτεσταντών θεολόγων, ακόμη και τών Ρώσων θεολόγων γίνεται στο βιβλίο μου «Πατερική και Σχολαστική θεολογία και το περιβάλλον τους».

Όπως φαίνεται καθαρά στο βιβλίο τού Γεωργίου Σίσκου μερικές απόψεις τού ιερού Αυγουστίνου τις οποίες προσέλαβαν και επεξέτειναν ακόμη περισσότερο οι Σχολαστικοί και Νεοσχολαστικοί θεολόγοι είναι η πηγή τών αιρέσεων τόσο στους Ρωμαιοκαθολικούς όσο και στους Προτεστάντες, αλλά και σε άλλα φιλοσοφικά και ψυχολογικά δυτικά ρεύματα.

Είναι όντως παράδοξο να υπάρχουν ορθόδοξοι θεολόγοι οι οποίοι προσπαθούν να ορθοδοξοποιήσουν μερικές απόψεις τού Αυγουστίνου και μάλιστα να παρουσιάσουν ότι αυτές τις απόψεις τις αποδέχθηκε και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ενώ οι ίδιοι οι Νεοσχολαστικοί δυτικοί Ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι κάνουν ισχυρότατη κριτική στον ιερό Αυγουστίνο.

Εννοώ τις αναλογίες που εισήγαγε στον Θεό ο ιερός Αυγουστίνος, το analogia entis, ότι, δηλαδή, υπάρχουν αναλογίες μεταξύ τού Θεού και τών κτισμάτων, ιδίως τής ψυχής τού ανθρώπου. Οι αναλογίες, η analogia entis, η analogia fidei, η analogia relationis, καταργούν την χαώδη διάκριση μεταξύ ακτίστου και κτιστού, αφού δεν  υπάρχει καμμιά ομοιότητα μεταξύ ακτίστου και κτιστού, καθώς επίσης παριθωριοποιούν την ησυχαστική παράδοση τής Ορθοδόξου Εκκλησίας ως μεθόδου γνώσεως τού Θεού.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο θεωρώ ότι το βιβλίο αυτό τού Γεωργίου Σίσκου με τίτλο «Η Αγία Τριάδα στην Δυτική Χριστιανοσύνη» συνδέεται πολύ στενά με το βιβλίο που εξέδωσα πριν λίγο καιρό με τίτλο «Πατερική και Σχολαστική θεολογία και το περιβάλλον τους, με βάση τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη». Το πρώτο βιβλίο στηρίζει βιβλιογραφικά από δυτικής πλευράς το δεύτερο, και το δεύτερο βιβλίο ερμηνεύει πατερικά το πρώτο. Όταν κανείς διαβάση τα δύο αυτά βιβλία παράλληλα θα μπορέση να δη την διαφορά μεταξύ τής πατερικής θεολογίας και τής σχολαστικής-νεοσχολαστικής-περσοναλιστικής θεολογίας.

Ύστερα από όλα αυτά φαίνεται καθαρά ότι το βιβλίο τού Γεωργίου Σίσκου ρίχνει ένα δυνατό φως στο ομιχλώδες θεολογικό τοπίο τής δυτικής θεολογίας και αποσαφηνίζει πολλές πτυχές τής σύγχρονης Νεοελληνικής θεολογίας, και γι’ αυτό είναι πραγματικός φάρος. Φωτίζει, αποκαλύπτει και ενημερώνει με σοβαρό, επιστημονικό και νηφάλιο τρόπο, γι’ αυτό συγχαίρω τον συγγραφέα και δημοσίως και για τον καρπό αυτόν τής ερευνητικής του εργασίας.

Δημιουργία αρχείου: 5-5-2023.

Τελευταία ενημέρωση: 5-5-2023.

ΕΠΑΝΩ